ΑρχικήΕπικαιρότηταΔιεθνήΟ ευρωπαϊκός καπιταλισμός σε υπαρξιακή κρίση

Αγωνίσου μαζί μας!

Η Επαναστατική Κομμουνιστική Οργάνωση, το ελληνικό τμήμα της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Διεθνούς (RCI), χρειάζεται τη δική σου ενεργή στήριξη στον αγώνα της υπεράσπισης και διάδοσης των επαναστατικών σοσιαλιστικών ιδεών.

Ενίσχυσε οικονομικά τον αγώνα μας!

Ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός σε υπαρξιακή κρίση

Ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός βρίσκεται αντιμέτωπος με μια σοβαρή κρίση. Ήδη από το 2008 άρχισε να χάνει έδαφος έναντι των ανταγωνιστών του. Πριν από την οικονομική κρίση του 2008, οι οικονομίες της ΕΕ μαζί με τη Βρετανία ήταν κατά 23% μεγαλύτερες από την αμερικανική οικονομία. Σήμερα η οικονομία των ΗΠΑ είναι περίπου 18% μεγαλύτερη. Επιπρόσθετα, το εν λόγω διάστημα, το ΑΕΠ των ΗΠΑ αυξήθηκε κατά 123%, της Κίνας κατά 453%, ενώ της ΕΕ και της Βρετανίας μόλις κατά 53%. Η απόσταση επομένως ανάμεσα στον ευρωπαϊκό καπιταλισμό και τους ανταγωνιστές του διαρκώς διευρύνεται.


Η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) ήταν, στην πραγματικότητα, μια προσπάθεια των ασθενέστερων ευρωπαϊκών καπιταλιστικών δυνάμεων να ενώσουν τις δυνάμεις τους ώστε να αποκτήσουν καλύτερη θέση στον διεθνή ανταγωνισμό. Κορύφωση αυτής της διαδικασίας ήταν η εισαγωγή του ευρώ που έγινε υπό την ηγεμονία του γερμανικού καπιταλισμού, του ισχυρότερου στην ΕΕ. Η εισαγωγή του ευρώ προϋπέθετε λιτότητα. Τα κριτήρια του Μάαστριχτ όριζαν ανώτατο όριο χρέους 60% του ΑΕΠ και δημοσιονομικό έλλειμμα 3%. Ακόμη και όταν αυτά τα όρια δεν τηρούνταν αυστηρά, αποτελούσαν μια μόνιμη πίεση για περικοπές και λιτότητα.


Το γερμανικό κεφάλαιο ωφελήθηκε αποφασιστικά από αυτή τη διαδικασία. Οι αντεργατικές αντιμεταρρυθμίσεις στη Γερμανία αύξησαν την ανταγωνιστικότητα των γερμανικών εμπορευμάτων, ενώ οι επιδοτήσεις προς τη Νότια Ευρώπη χρηματοδότησαν υποδομές και δημιούργησαν αγορές για τα γερμανικά προϊόντα.


Ωστόσο, είναι αδύνατο να ενοποιηθούν μακροπρόθεσμα και σταθερά οικονομίες που κινούνται σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Η κρίση χρέους στην Ελλάδα ήταν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του αξιώματος. Όταν μια οικονομία βρίσκεται σε κρίση, δεν διαθέτει πλέον τη δυνατότητα υποτίμησης του νομίσματός της. Η μόνη διαθέσιμη επιλογή είναι η «εσωτερική υποτίμηση»: η μείωση μισθών, συντάξεων και κοινωνικών παροχών, ώστε να αποκατασταθεί η ανταγωνιστικότητα.


Η ευρωπαϊκή άρχουσα τάξη προσπάθησε να συμπληρώσει την οικονομική με την πολιτική ενοποίηση, πάντα όμως υπό τη γερμανική ηγεμονία. Αυτό ωστόσο δεν επιτεύχθηκε ποτέ. Δεν υπάρχει ενιαία ευρωπαϊκή εξωτερική ή οικονομική πολιτική. Κάθε άρχουσα τάξη στις χώρες της ΕΕ έχει τα δικά της ιδιαίτερα συμφέροντα.

Το 2008 ήταν ένα αποφασιστικό σημείο καμπής στην κρίση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού. Οι αστικές κυβερνήσεις διοχέτευσαν πακτωλούς χρημάτων στις τράπεζες και τις μεγάλες επιχειρήσεις. Στην πανδημία οι κυβερνήσεις ακολούθησαν την ίδια πολιτική μαζικής διοχέτευσης κρατικού χρήματος σε τράπεζες και επιχειρήσεις. Το συνολικό χρέος της ΕΕ αυξήθηκε από περίπου 58% του ΑΕΠ πριν από το 2008 σε περίπου 88% σήμερα, με επιμέρους χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία και το Βέλγιο να βρίσκονται πάνω από το 100% ή ακόμη και το 120% του ΑΕΠ, κάτι που είναι μη βιώσιμο.


Ωστόσο, στα ήδη μεγάλα προβλήματα του ευρωπαϊκού καπιταλισμού ήρθε να προστεθεί ο πόλεμος στην Ουκρανία. Πριν από τον πόλεμο, η ΕΕ είχε πρόσβαση σε φτηνό ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Το ρωσικό πετρέλαιο αντιστοιχούσε περίπου στο 27% των ευρωπαϊκών εισαγωγών πετρελαίου. Σήμερα το ποσοστό των άμεσων εισαγωγών ρωσικού πετρελαίου έχει πέσει στο 2%, ενώ το ρωσικό φυσικό αέριο από 45% μειώθηκε στο 13%.


Η Ευρώπη αποκόπηκε από τη φθηνή ρωσική ενέργεια και οι ΗΠΑ εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση για να ενισχύσουν τον έλεγχό τους στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά. Οι εισαγωγές αμερικανικού φυσικού αερίου προς την Ευρώπη αυξήθηκαν από 2% σε 28%, ενώ στις εισαγωγές LNG το αμερικανικό μερίδιο αυξήθηκε από 25% σε 66%. Η Ουάσιγκτον προσπαθεί πλέον να κατοχυρώσει αυτή τη νέα θέση με σειρά από αγωγούς και τερματικούς σταθμούς στην Πολωνία, την Κροατία, την Ελλάδα και άλλες χώρες.


Το μεγαλύτερο πλήγμα από τον πόλεμο το δέχτηκε η Γερμανία, η οποία στήριζε την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας της στη φθηνή ρωσική ενέργεια. Η βιομηχανική παραγωγή στη Γερμανία μειώθηκε κατά περίπου 9,5% σε σχέση με πριν τον πόλεμο, ενώ μόλις τον τελευταίο χρόνο καταστράφηκαν 180.000 θέσεις εργασίας στη γερμανική βιομηχανία.


Η απώλεια της φθηνής ρωσικής ενέργειας βέβαια δεν είναι η μοναδική αιτία της κρίσης. Η γερμανική βιομηχανία είχε ήδη αρχίσει να υστερεί απέναντι σε πιο δυναμικές οικονομίες, κυρίως την Κίνα. Για παράδειγμα, η Γερμανία βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην προηγμένη αυτοκινητοβιομηχανία της, γύρω από την οποία αναπτύχθηκε ένα τεράστιο πλέγμα συμπληρωματικών βιομηχανιών. Ωστόσο, η εξάρτηση από τον κινητήρα εσωτερικής καύσης δυσκόλεψε τη γρήγορη προσαρμογή στην εποχή του ηλεκτρικού αυτοκινήτου. Η Κίνα είχε ένα πλεονέκτημα ακριβώς επειδή δεν διέθετε μια αντίστοιχα γιγαντιαία εγχώρια αυτοκινητοβιομηχανία που θα έπρεπε να αντικαταστήσει.


Το 2022, για πρώτη φορά, η Γερμανία εμφάνισε εμπορικό έλλειμμα με την Κίνα αντί για πλεόνασμα. Το παλιό γερμανικό εμπορικό πλεόνασμα των περίπου 1,5 δισ. ευρώ μετατράπηκε σε έλλειμμα περίπου 0,5 δισ., δηλαδή μια αντιστροφή 2 δισ. ευρώ μέσα σε λίγα χρόνια. Το 2025, επίσης για πρώτη φορά, η Κίνα εξήγαγε περισσότερα κεφάλαια προς τη Γερμανία από όσα η Γερμανία προς την Κίνα.


Η έκθεση Ντράγκι ανέδειξε την άλλη πλευρά του προβλήματος: η Ευρώπη δεν αποτελεί ένα ενιαίο κράτος, δεν διαθέτει ενιαία αγορά κεφαλαίων και κοινό βιομηχανικό σχεδιασμό. Έτσι δυσκολεύεται να πραγματοποιήσει τις γιγάντιες επενδύσεις που απαιτούνται για να ανταγωνιστεί χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Κίνα σε ημιαγωγούς, κέντρα δεδομένων και νέες τεχνολογίες.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο Τραμπ επέστρεψε στην εξουσία και έθεσε υπό αμφισβήτηση την παλιά μορφή της διατλαντικής συμμαχίας. Η επίθεση του Τζ. Ντ. Βανς στην περσινή Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου ήταν χαρακτηριστική: οι ΗΠΑ θεωρούν ότι εδώ και δεκαετίες επιδοτούν την ευρωπαϊκή ασφάλεια και τώρα απαιτούν από τους Ευρωπαίους να «πληρώσουν».


Ο Τραμπ δεν θέλει απαραίτητα τη διάλυση του ΝΑΤΟ όπως έχουν ισχυριστεί αρκετοί. Θέλει όμως ένα ΝΑΤΟ που να λειτουργεί περισσότερο προς όφελος των ΗΠΑ. Θέλει οι ευρωπαϊκές χώρες να αυξήσουν τις στρατιωτικές δαπάνες, αγοράζοντας κυρίως αμερικανικά όπλα, και να στηρίζουν αδιαμαρτύρητα την αμερικανική εξωτερική πολιτική.


Οι Ευρωπαίοι αστοί βρίσκονται σε πανικό βλέποντας να γκρεμίζεται η σχέση που έχουν χτίσει με τις ΗΠΑ από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σε αυτή τη σχέση οι ΗΠΑ κάλυπταν μεγάλο μέρος του κόστους των στρατιωτικών δαπανών και της ασφάλειας απέναντι στον κίνδυνο της ΕΣΣΔ. Αυτό επέτρεψε στους Ευρωπαίους αστούς να επενδύσουν τα χρήματα που θα έδιναν σε όπλα στη βιομηχανία και σε δαπάνες στο λεγόμενο «κοινωνικό κράτος». Τώρα αυτή η σχέση έχει φτάσει στο τέλος της, όπως αποτυπώθηκε ξεκάθαρα στο κείμενο «Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ».


Οι Ευρωπαίοι καπιταλιστές καταλαβαίνουν ότι δεν μπορούν πλέον να στηρίζονται στην αμερικανική «ομπρέλα ασφαλείας» και ότι πλέον στα σύνορά τους έχουν μια Ρωσία που έχει εξελιχθεί σε μια ισχυρή βιομηχανική πολεμική μηχανή.

Έχουν καταλήξει λοιπόν στο συμπέρασμα ότι πρέπει να επανεξοπλιστούν. Όμως υπάρχουν δύο μεγάλα εμπόδια σε αυτό το εγχείρημα. Αφενός, υπάρχει το πρόβλημα του κόστους τη στιγμή που τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη είναι υπερχρεωμένα. Αφετέρου, υπάρχει το πρόβλημα των διαφορετικών συμφερόντων των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων που κάνει αδύνατη τη δημιουργία ενός ενιαίου ευρωπαϊκού στρατού.


Δεν έχουν όμως άλλη διέξοδο από το να συνεχίσουν σε αυτόν τον δρόμο. Να επανεξοπλιστούν για να υπερασπίσουν τα ιμπεριαλιστικά τους συμφέροντα. Πώς θα βρεθούν όμως τα χρήματα; Μέσω μιας πρωτοφανούς επίθεσης στις κατακτήσεις της εργατικής τάξης. Σε ένα άρθρο των Financial Τimes (5/3/2025) με τίτλο «Η Ευρώπη πρέπει να κόψει το κοινωνικό κράτος για να χτίσει ένα πολεμικό κράτος» τονίστηκε ότι «δεν υπάρχει τρόπος να υπερασπιστούμε την ήπειρο χωρίς περικοπές των κοινωνικών δαπανών» και προσθέτει: «Το θέμα είναι αν ο λαός συμφωνεί. Έχω αρχίσει να αμφιβάλλω αν οι πλούσιες δημοκρατικές κοινωνίες μπορούν να κάνουν σκληρές μεταρρυθμίσεις».

Το πρόβλημα είναι ότι οι ίδιες κυβερνήσεις που καλούνται να εφαρμόσουν τη μεγαλύτερη επίθεση στην ευρωπαϊκή εργατική τάξη μετά τον πόλεμο, είναι βαθιά απαξιωμένες. Επιπρόσθετα, η εμπιστοσύνη στους λεγόμενους θεσμούς και στα παραδοσιακά κόμματα βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά.


Οι δείκτες δημοτικότητας είναι χαρακτηριστικοί: η δημοτικότητα του Μακρόν βρίσκεται στο -60 και του Μερτς στο -64. Την ίδια στιγμή, στη Γερμανία η AfD έφτασε στο 29% στις δημοσκοπήσεις. Στην Αυστρία το FPÖ έχει φτάσει το 38%, δώδεκα μονάδες μπροστά από το επόμενο κόμμα.


Οι ακροδεξιοί λαϊκιστές εκμεταλλεύονται επιδέξια τη γενικευμένη οργή και την αντισυστημική διάθεση των μαζών. Όσο τα παραδοσιακά συστηματικά αστικά κόμματα υψώνουν «δημοκρατικά τείχη» απέναντί στους ακροδεξιους λαϊκιστές, τόσο τους ενισχύουν, καθώς ενισχύουν το αντισυστημικό τους προφίλ. Κομβικό σημείο για τους ακροδεξιούς λαϊκιστές είναι η δοκιμασία τους στην κυβέρνηση, όπου αποκαλύπτεται ότι δεν είναι καθόλου αντισυστημικοί. Η εκλογική συντριβή του Όρμπαν στην Ουγγαρία ήταν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που θα δούμε να επαναλαμβάνεται και σε άλλες χώρες.

Ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός βρίσκεται αντιμέτωπος με πιέσεις από όλες τις πλευρές: από την τεχνολογικά και οικονομικά ανερχόμενη Κίνα, από τις ΗΠΑ και από τη στρατιωτική ισχύ της Ρωσίας. Ωστόσο, η σημαντικότερη εξέλιξη δεν είναι η γεωπολιτική. Είναι η ανερχόμενη ταξική πάλη στην Ευρώπη. Η εργατική τάξη δεν πρόκειται να σταθεί άπραγη στην απόπειρα να ξεριζωθούν οι κατακτήσεις ενός αιώνα.


Ήδη έχουμε δει στη Γαλλία τις μαζικές απεργίες του κινήματος «να μπλοκάρουμε τα πάντα», στην Ιταλία γενικές πολιτικές απεργίες για την Παλαιστίνη, στο Βέλγιο μεγάλες κινητοποιήσεις ενάντια στη λιτότητα και στην Πορτογαλία δύο γενικές απεργίες που ανάγκασαν την κυβέρνηση να υποχωρήσει από μια αντιδραστική αντεργατική μεταρρύθμιση. Αυτές είναι μόνο οι «προειδοποιητικές βολές» ενός επερχόμενου ταξικού πολέμου.


Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση της σημερινής περιόδου. Ακριβώς τη στιγμή που ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός βρίσκεται στη βαθύτερη κρίση του, η επίσημη Αριστερά είναι πιο αδύναμη και απαξιωμένη από ποτέ. Υπάρχει ένα τεράστιο πολιτικό κενό στ’ αριστερά.

Η ριζοσπαστικοποίηση της νεολαίας και των εργαζόμενων συνεχίζει να βαθαίνει. Η γενοκτονία στην Παλαιστίνη, οι πόλεμοι, ο μιλιταρισμός και η γενικότερη κρίση οδηγούν ολοένα περισσότερους νέους να αναζητούν τις κομμουνιστικές και επαναστατικές ιδέες.

Οι δυνάμεις των επαναστατών κομμουνιστών βέβαια παραμένουν ακόμα μικρές. Ωστόσο οι αντικειμενικές συνθήκες είναι εξαιρετικά ευνοϊκές για τους επαναστάτες κομμουνιστές. Το καθήκον της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Διεθνούς είναι να χτίσει ισχυρές κομμουνιστικές οργανώσεις και κόμματα σε ολόκληρη την ήπειρο. Αυτή είναι η μόνη εγγύηση για τη νίκη των επερχόμενων επαναστατικών κινημάτων που θα σαρώσουν την Ευρώπη.

Χόρχε Μαρτίν
Μετάφραση και σύνοψη από την ιστοσελίδα marxist.com: Η. Κ.

Πρόσφατα Άρθρα

Σχετικά άρθρα