Σε πρόσφατη δημοσκόπηση (GPO, Φεβ. 2026), ένα συντριπτικά πλειοψηφικό 67,9% των ερωτηθέντων απάντησε πως σε ενδεχόμενες εκλογές επιθυμεί να εκλεγεί μια νέα κυβέρνηση, έναντι του 29,8% υπέρ της επανεκλογής της σημερινής. Αλλά, ενώ στις περισσότερες δημοσκοπήσεις η ΝΔ εμφανίζεται να κινείται σε εκλογικά ποσοστά κοντά στο παραπάνω, η λεγόμενη Κεντροαριστερά δείχνει πλήρως ανίκανη να συσπειρώσει τη μάζα των δυνητικών αντικυβερνητικών ψήφων.
Το «κόμμα Τσίπρα» και το ΠΑΣΟΚ
Ο Τσίπρας, παρότι έχει αποσπάσει την πιο ανοιχτή στήριξη από μερίδα της άρχουσας τάξης, καταγράφει για ένα πιθανό κόμμα του ποσοστά που κινούνται μεταξύ 10% και 17%. Έτσι, το πρόσωπο το οποίο προωθείται ως «μεσσίας» που θα ενώσει όλη την Κεντροαριστερά, δείχνει εξαρχής ανίκανο να πετύχει κάποια αισθητά μεγαλύτερη απήχηση από αυτή του ήδη υπάρχοντος, ισχυρότερου κεντροαριστερού πόλου, του ΠΑΣΟΚ του Ανδρουλάκη. Μάλιστα, σε πρόσφατη δημοσκόπηση (Palmos Analysis, Ιαν. 2026) ο Τσίπρας συγκέντρωσε 11% περισσότερες αρνητικές γνώμες από τον Ανδρουλάκη, φτάνοντας το αποθαρρυντικό 62%. Αυτό αποτελεί λογική συνέπεια του εμφανούς αστικού-φιλοκαπιταλιστικού χαρακτήρα που έχει προσδώσει ο Τσίπρας στο εγχείρημά του εν τη γενέσει του, με την αποδοχή της στήριξης επιφανών καπιταλιστών (Μαρινάκης, Μελισσανίδης), την υπεράσπιση των πεπραγμένων του για τη διάσωση του συστήματος κατά τη διακυβέρνησή του το 2015-19, την άρνηση προβολής βασικών φιλολαϊκών θέσεων και τη δημιουργία «επιτροπών σοφών» που συμπεριλαμβάνουν εξέχοντες αντι-αριστερούς και συστημικούς ακαδημαϊκούς.
Το ΠΑΣΟΚ, από την πλευρά του, δεν δείχνει να μπορεί να κινηθεί σε εμφανώς καλύτερα επίπεδα, παρά τη συνεχιζόμενη φθορά της ΝΔ. Αυτό είναι αποτέλεσμα της πολυετούς ταύτισης του κόμματος με τις κυβερνήσεις μνημονιακής λιτότητας και τη διαχείριση της καπιταλιστικής σαπίλας, σε συνδυασμό με την απουσία οποιασδήποτε σοβαρής πρόθεσης «αλλαγής πορείας» από τη σημερινή ηγεσία του. Ο Ανδρουλάκης, ωστόσο, παραμένει εσωκομματικά κυρίαρχος έχοντας αποφύγει κάποια σοβαρή και απρόσμενη πολιτική ήττα που θα έθετε καθαρά ζήτημα αλλαγής ηγεσίας. Επομένως, οι προαλειφόμενοι για διάδοχοί του στην ηγεσία δεν μπορούν ακόμα να επιδιώξουν σοβαρά μια άμεση απομάκρυνσή του, ενόψει και του επερχόμενου Συνεδρίου. Αν επιχειρούσαν κάτι τέτοιο παρόλα αυτά, τότε – όπως οι ηγέτες του ΣΥΡΙΖΑ στην προσπάθειά τους να ξεφορτωθούν με γραφειοκρατικές μανούβρες τον Κασσελάκη – θα πετύχαιναν μόνο την πολυδιάσπαση και μια νέα συρρίκνωση της απήχησης του κόμματός τους. Έτσι, ο Ανδρουλάκης, έχοντας σχετικά σταθεροποιημένη τη θέση του στην ηγεσία και διατηρώντας δημοσκοπικά το ΠΑΣΟΚ ως τον ισχυρότερο κεντροαριστερό πόλο, δεν έχει κανέναν λόγο να υπαχθεί ως «δεύτερο βιολί» σε μια συμμαχία της Κεντροαριστεράς υπό τον Τσίπρα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ και οι διασπάσεις του
Ο δε ΣΥΡΙΖΑ, εμφανίζεται σταθερά 5ο-6ο κόμμα στις δημοσκοπήσεις, με ποσοστά της τάξης του 4%-8%. Αναπόφευκτα, λοιπόν, στην οπορτουνιστική ηγεσία του εμφανίζονται δύο τάσεις. Η μία, υπό τον Φάμελλο, είναι υπέρ της συμμαχίας με την υπόλοιπη Κεντροαριστερά και τον Τσίπρα – και του αναγκαίου για μια τέτοια συμμαχία περαιτέρω «ξεδοντιάσματος» των όποιων αριστερών θέσεων του κόμματος – ως μόνο δρόμο με πιθανότητες εξασφάλισης ενός αξιόλογου αριθμού κοινοβουλευτικών καριερών. Από την άλλη πλευρά, η πιο αριστερή εσωκομματική τάση υπό τον Πολάκη, εναντιώνεται στα σενάρια συμμαχίας με ΠΑΣΟΚ ή Τσίπρα καθώς, χωρίς να αποποιείται το μνημονιακό παρελθόν της καταλαβαίνει ότι η ύπαρξή της ταυτίζεται με την υπεράσπιση μιας μετακίνησης του ΣΥΡΙΖΑ πιο αριστερά και όχι πιο δεξιά.
Στη Νέα Αριστερά επικρατεί η ίδια αντιπαράθεση, που γίνεται ακόμα εντονότερη λόγω της απειλής να μην πετύχει να μπει στη Βουλή σε ενδεχόμενες εκλογές. Στο πρόσφατο Συνέδριο, οι δύο πλευρές (Χαρίτσης, Αχτσιόγλου κ.ά. υπέρ συμμαχίας με Τσίπρα και Σακελλαρίδης, Τσακαλώτος κ.ά. κατά) υποτίθεται ότι πέτυχαν μια «ανακωχή». Στην πραγματικότητα, είχαμε μια γλαφυρή εκδήλωση του ακραίου οπορτουνισμού τους, αφού υπερψήφισαν το ίδιο κείμενο απόφασης, αποσύροντας επίμαχες φράσεις. Έτσι, ομολόγησαν ότι μια απόπειρα δημοκρατικής επίλυσης των διαφωνιών τους θα οδηγήσει σε διάσπαση και, καθώς αυτή θα έβαζε ταφόπλακα στις ελπίδες για κοινοβουλευτική παρουσία και συνολικά πολιτική ύπαρξη, είναι προτιμότερη μια κίβδηλη «ομοθυμία».
Για τον Κασσελάκη, από την άλλη πλευρά, η σταθερή δημοσκοπική καταγραφή σε ποσοστά που τον αφήνουν εκτός Βουλής, φέρνει όξυνση της σπασμωδικότητας και των τυχοδιωκτισμών, όπως φάνηκε και με το πρόσφατο έκτακτο Συνέδριο. Αυτό ήρθε μετά από μια κρίση στο κόμμα με αφορμή τη δήλωση του Κασσελάκη πως θα συγκυβερνούσε με μια ΝΔ χωρίς τον Μητσοτάκη. Ενώ ακολούθως ανασκεύασε, τόσο αυτή η δήλωση, όσο και η μετονομασία του κόμματος σε «Δημοκράτες – Προοδευτικό Κέντρο» στο Συνέδριο, είναι συμπτώματα της προσπάθειας να πετύχει μια είσοδο στη Βουλή με κάθε τρόπο. Έτσι, θέλει να ανοίξει την πόρτα για μια συμμαχία στις δυνάμεις που έχουν προβάλει έντονα το μότο «ούτε Αριστερά – ούτε Δεξιά», δηλαδή την Καρυστιανού και την Πλεύση Ελευθερίας, αλλά ακόμα και σε ένα ενδεχόμενο μελλοντικό σχήμα που θα περιελάμβανε μια, δήθεν «νέα», μη-Μητσοτακική ΝΔ.
Η βαθιά συστημικότητα εμποδίζει κάθε σοβαρή ανάκαμψη
Η δημιουργία μιας σχετικά ισχυρής και ενωμένης Κεντροαριστεράς είναι μια σημαντική υπόθεση για την ελληνική άρχουσα τάξη. Χρειάζεται μια εναλλακτική συστημική κυβερνητική λύση απέναντι στην ταχύτατα φθειρόμενη ΝΔ του Μητσοτάκη, ώστε η όξυνση των αντικυβερνητικών διαθέσεων να μην οδηγήσει, σύμφωνα και με την χαρακτηριστική πρόσφατη δήλωση του Ευ. Βενιζέλου, στο να «καταστεί η χώρα μη διακυβερνήσιμη».
Ωστόσο, η Κεντροαριστερά αδυνατεί να παίξει αυτόν τον ρόλο, καθώς στα μάτια της μεγάλης πλειονότητας των εργαζομένων και της νεολαίας όλοι οι «πόλοι» της είναι χρεοκοπημένοι και ταυτισμένοι με το βρωμερό καπιταλιστικό σύστημα. Ακόμα και αν μια «κακήν-κακώς» συγκόλλησή τους ενόψει εκλογών κατάφερνε, στηριζόμενη στις ψήφους αντι-Μητσοτακικής απελπισίας, να τους φέρει στην κυβέρνηση, εφαρμόζοντας μια φιλο-καπιταλιστική πολιτική λιτότητας θα προκαλούσαν μόνο νέες κυβερνητικές κρίσεις και νέα κύματα αντισυστημικών διαθέσεων από τους εργαζόμενους και τους νέους.
Πάτροκλος Ψάλτης




