Η «εφτάψυχη» σοσιαλδημοκρατία και ένα βολικό εφεύρημα
Μένοντας στο μέρος Γ’ και περνώντας στην ενότητα 2 των Θέσεων, διαβάζουμε ότι οι «εργατικές και λαϊκές δυνάµεις που αποτελούσαν παραδοσιακή βάση της σοσιαλδηµοκρατίας εµφανίζονται δυσαρεστηµένες, απογοητευµένες και προδοµένες». Εκείνο όμως που δεν διαβάζουμε πουθενά είναι το ποια συγκεκριμένα είναι η τακτική που προτείνεται από την ηγεσία ώστε το κόμμα να αξιοποιήσει αυτή τη δυσαρέσκεια και να τη μετατρέψει σε υποστήριξη για τις ιδέες και το πρόγραμμα του κομμουνισμού.
Στη συνέχεια, αυτή η απουσία επιχειρείται εμμέσως να δικαιολογηθεί με μια επίκληση στην «ισχυρή βάση» που διατηρεί ακόμα η σοσιαλδημοκρατία «σε τµήµατα της εργατικής τάξης και των λαϊκών δυνάµεων» με αποτέλεσμα να «παραµένει το ενδεχόµενο διαµόρφωσης ενός µαζικού ρεφορµιστικού ρεύµατος στο άµεσο χρονικό διάστηµα». Όμως αυτή η επίμονη διατήρηση μιας «ισχυρής βάσης», παρότι η σοσιαλδημοκρατία μέσω των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ έχει επιτεθεί σκληρά στο βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης, δεν αιτιολογείται.
Η μόνη λογική εξήγηση που μπορεί να δώσει κάποιος γι’ αυτή την «παράλειψη» των Θέσεων είναι ότι μια στοιχειώδης μαρξιστική αιτιολόγηση αυτού του φαινομένου θα όφειλε να χρεώσει με σοβαρές πολιτικές ευθύνες την ίδια την ηγεσία του ΚΚΕ, η οποία με την πολιτική της 15 χρόνια τώρα, εμφανίζεται ανίκανη να κερδίσει την υποστήριξη ενός σεβαστού έστω τμήματος της απογοητευμένης βάσης της σοσιαλδημοκρατίας.
Οι «οπορτουνιστές» που θέλουν να πέσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη
Βέβαια, ως έμμεσο υποκατάστατο εξήγησης της επιβίωσης της σοσιαλδημοκρατίας, πλασάρεται ένα ακόμα (χυδαίο) εφεύρημα: οι Θέσεις επικαλούνται τον «ιδιαίτερο ρόλο που παίζουν οι δυνάµεις του οπορτουνισµού µέσα στο κίνηµα, που, συγκεντρώνοντας την αιχµή της δράσης τους στον αποσπασµατικό στόχο να “πέσει η κυβέρνηση του Μητσοτάκη”, ουσιαστικά βάζουν πλάτη στο να ενισχύονται και να δυναµώνουν ρεφορµιστικές αυταπάτες». Με άλλα λόγια, το σοβαρό λάθος της αποφυγής αυτοκριτικής, συμπληρώνεται με το ακόμα σοβαρότερο ατόπημα της ενοχοποίησης ως «οπορτουνιστή» υπηρέτη της σοσιαλδημοκρατίας κάθε οργάνωσης ή απλού αγωνιστή που υποστηρίζει το στοιχειώδες σύνθημα κάθε μαζικής κινητοποίησης στη σημερινή Ελλάδα.
Από την πλευρά μας, ως οργανικό μέρος αυτών των «οπορτουνιστών», οφείλουμε να αντιστρέψουμε αυτή τη χυδαία κατηγορία και να απαντήσουμε στους συγγραφείς των Θέσεων ότι αντιθέτως, οπορτουνιστής και ντε φάκτο υπηρέτης, όχι μόνο της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και της ίδιας της κυβέρνησης Μητσοτάκη, είναι μονάχα εκείνος που αρνείται αυτό το στοιχειώδες προοδευτικό και αναγκαίο σύνθημα. Πρώτον, διότι καμία αλλαγή υπέρ της εργατικής τάξης δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με μια αστική κυβέρνηση στην εξουσία, και δεύτερον, διότι η ανατροπή της αστικής κυβέρνησης από το μαζικό κίνημα της εργατικής τάξης σήμερα, θα παρείχε στους εργαζόμενους ένα ανεκτίμητο μάθημα συνειδητοποίησης των αντικειμενικών επαναστατικών δυνατοτήτων τους, ανοίγοντας τον δρόμο για μια εργατική, κομμουνιστική λύση εξουσίας.
Πολιτική αχρωματοψία
Ως συμπλήρωμα στην υποκατάσταση της επιστημονικής, μαρξιστικής προσέγγισης της σοσιαλδημοκρατίας από ανυπόστατα εφευρήματα, στην ενότητα 4 κάνει την εμφάνισή της η γνωστή πολιτική αχρωματοψία της ηγεσίας του ΚΚΕ. Έτσι, με πρόσχημα την κριτική της πράγματι υπαρκτής, ψευδεπίγραφης αντισυστημικότητας, μπαίνουν στο ίδιο πολιτικό «τσουβάλι» το εκ φύσεως αντιδραστικό-αντικομμουνιστικό κόμμα του Βελόπουλου και εκείνο της Πλεύσης Ελευθερίας, στο οποίο χρεώνεται επίσης «αντικομμουνισμός».
Αυτό το ανυπόστατο τσουβάλιασμα ευνοεί μόνο τη διατήρηση της παρούσας αυξημένης επιρροής της ασυνεπούς αντισυστημικότητας κομμάτων όπως η Πλεύση Ελευθερίας. Το να κατηγορούνται για «αντικομμουνισμό» τέτοιοι ασυνεπώς αντισυστημικοί πολιτικοί σχηματισμοί (σε αυτούς θα μπορούσε να συμπεριληφθεί και το υπό ίδρυση, και ακόμα μαζικότερης εμβέλειας από την «Πλεύση», «κόμμα Καρυστιανού») μόνο και μόνο επειδή αντιπαρατίθενται δημόσια με την πολιτική γραμμή του ΚΚΕ (έστω, από τη δική τους ασυνεπώς αντισυστημική σκοπιά), το μόνο που επιτυγχάνει είναι να συγχύζει τους χιλιάδες ριζοσπαστικοποιημένους εργαζόμενους και νέους που τους υποστηρίζουν, σχετικά με το τι είναι ο αληθινός αντικομμουνισμός. Επιπλέον, η ανυπόστατη φύση αυτών των κατηγοριών που εκτοξεύονται από την ηγεσία του ιστορικού μαζικού κομμουνιστικού κόμματος της χώρας, τους απομακρύνει από τον κομμουνισμό γενικά.
Εμπειρία (κρατικής) διαχείρισης χωρίς απολογισμό
Στο τέλος του Πρώτου Κεφαλαίου, οι συγγραφείς των Θέσεων συμπεριέλαβαν μια ενότητα για την Τοπική και Περιφερειακή Διοίκηση. Συνιστά κατόρθωμα, ωστόσο, το γεγονός ότι στην ενότητα αυτή δεν μπήκαν στον κόπο να γράψουν έστω μια παράγραφο σχετικά με τα συμπεράσματα που βγαίνουν από την εμπειρία στους έξι Δήµους (μεταξύ των οποίων και η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της χώρας) στους οποίους το κόμμα διοικεί τους «τοπικούς βραχίονες του αστικού κράτους» (σύμφωνα με τη δική του, επίσημη και ολόσωστη μαρξιστικά προσέγγιση στη φύση τους).
Έτσι λοιπόν, από τη στιγμή ιδιαίτερα που απουσιάζει η αναγκαία κριτική αποτίμηση αυτής της εμπειρίας από την ηγεσία, τα μέλη και οι υποστηρικτές του κόμματος δεν έχουν άλλη επιλογή από το να λάβουν έστω υπόψη τους την πάντα καλόπιστη, συντροφική και από τη σκοπιά του ορθόδοξου λενινισμού, σχετική τοποθέτηση ημών των τροτσκιστών. Και ο πυρήνας αυτής, είναι ότι δυστυχώς οι «κομμουνιστικές» πλειοψηφίες στα έξι δημοτικά συμβούλια δεν έχουν εφαρμόσει μια γνήσια κομμουνιστική πολιτική. Δεν αξιοποιούν ουσιαστικά την ισχυρή θέση τους για να κινητοποιήσουν την εργατική τάξη και τη νεολαία, λειτουργούν στη βάση της πλήρους αποδοχής του ασφυκτικού για τα εργατικά συμφέροντα πλαισίου της αστικής νομιμότητας, δεν έχουν λάβει ως τώρα αποφασιστικές-μαχητικές πρωτοβουλίες για την αύξηση των πενιχρών κρατικών δαπανών για τους Δήμους και αυτοπεριορίζονται στην άσκηση «κοινωνικής πολιτικής» μέσα στον στενό δημοσιονομικό χώρο που καθορίζει η αντιδραστική αστική κυβέρνηση.
90 σελίδες εξόντωσης του κριτικού αναγνώστη
Το Μπολσεβίκικο Κόμμα και η Κομμουνιστική Διεθνής την περίοδο που καθοδηγούνταν από τον Λένιν έκαναν τακτικά συνέδρια και συνδιασκέψεις, όχι μόνο από στοιχειώδη σεβασμό στους κανόνες του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, αλλά με κύριο σκοπό τη θεωρητική και πολιτική εκπαίδευση των κομμουνιστών. Όλα τα σχετικά συνεδριακά κείμενα είχαν τεράστια θεωρητική αξία, με αποκορύφωμα τα βασικά ντοκουμέντα των τεσσάρων πρώτων Συνεδρίων της Κομμουνιστικής Διεθνούς, τα οποία αποτελούν κλασικά μαρξιστικά κείμενα, που οφείλει να μελετά, ξανά και ξανά, κάθε κομμουνιστής.
Δυστυχώς, για τις Θέσεις του 22ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, όχι μόνο δεν μπορεί κάποιος να πει το ίδιο, αλλά αναμφίβολα θα δυσκολευτεί να τις κατατάξει στην κατηγορία «πολιτικά κείμενα». Διότι το προβληματικότατο από μαρξιστική σκοπιά πολιτικό τους περιεχόμενο, μετά βίας καταλαμβάνει 40 από τις συνολικά 130 σελίδες των Θέσεων. Οι 90 άλλες σελίδες, περιλαμβάνουν μια παρατεταμένη «κομματοκεντρική» φλυαρία, χωρίς ουσιαστική και χρήσιμη αυτοκριτική, με κοινότυπα αναμασήματα για τον ρόλο του κόμματος, και ένα λεπτομερές καθηκοντολόγιο, ένα περιεχόμενο δηλαδή που (στον βαθμό που μπορεί να θεωρηθεί χρήσιμο) θα μπορούσε κάλλιστα να έχει διατυπωθεί σε λιγότερο από 10 σελίδες.
Δεν μπορούμε να πιστέψουμε ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με μια συγγραφική αδυναμία. Οι 90 αυτές «κομματοκεντρικές» σελίδες αποτελούν πολιτική επιλογή. Είναι το μέσο για να στραφεί η προσοχή των μελών και υποστηρικτών του κόμματος, και η ίδια η συζήτηση του 22ου Συνεδρίου, από το ουσιαστικό ζήτημα που είναι η ακατάλληλη κεντρική πολιτική γραμμή του κόμματος προς υπαρκτά ή ανύπαρκτα «προβλήματα κομματικής οικοδόμησης».
Ένα κομμουνιστικό κόμμα είναι πρώτα και πάνω απ’ όλα αρχές, ιδέες και πολιτικές, και μόνο δευτερευόντως ένας οργανωτικός μηχανισμός για τη μετάδοση όλων αυτών στην εργατική τάξη. Δυστυχώς, για την ηγεσία του ΚΚΕ όμως, αυτή η στοιχειώδης λενινιστική αλήθεια έχει «αναποδογυριστεί».
Τι έκανε το κόμμα στο εργατικό κίνημα και το «κίνημα των Τεμπών»
Από τα «κομματοκεντρικά» κεφάλαια 2, 3 και 4, μόνο ένα τμήμα – παρένθεση πολιτικής, είναι πραγματικά άξιο αναφοράς. Είναι οι ενότητες Α1 και Α2 του 3ου κεφαλαίου, όπου υποστηρίζεται πως «έχει δυναµώσει η εκτίµηση, η εµπιστοσύνη προς το Κόµµα από ευρύτερο τµήµα εργαζοµένων και µέσα στις γραµµές του συνδικαλιστικού κινήµατος» και πως η «παρέµβαση του Κόµµατος, του ΠΑΜΕ, ήταν σηµαντική στην ανάπτυξη των αγωνιστικών πρωτοβουλιών και των κινητοποιήσεων που έγιναν κόντρα στην εργοδοσία, στο κράτος, στην κυβέρνηση της ΝΔ και τα άλλα κόµµατα του κεφαλαίου, στις ηγεσίες της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ».
Δυστυχώς, κανένα στοιχείο δεν έχει προκύψει τα τελευταία χρόνια που να δείχνει ότι η εκτίμηση και η εμπιστοσύνη των εργαζόμενων στο ΚΚΕ έχει δυναμώσει ουσιαστικά. Η μικρή άνοδος της επιρροής του στα συνδικάτα, κυρίως στην ΑΔΕΔΥ, είναι περισσότερο το αποτέλεσμα της χρεοκοπίας των συστημικών παρατάξεων, παρά της αύξησης της γενικότερης εκτίμησης των εργαζόμενων για την κεντρική κομματική γραμμή. Αν συνέβαινε το αντίθετο, αυτό θα ήταν, σε κάποιον έστω βαθμό, ορατό και στα πλατύτερα στρώματα των εργαζόμενων, ειδικά από τη στιγμή που αυτά, όπως έδειξε η γιγάντια κινητοποίηση των Τεμπών βρίσκονται σε μια φάση ριζοσπαστικοποίησης και εξάπλωσης της αντισυστημικής διάθεσης στις τάξεις τους.
Μέρος των αιτιών για τον προβληματισμό που δημιουργεί στην εργατική τάξη η κεντρική πολιτική γραμμή του κόμματος, είναι ακριβώς η μη ανάληψη των αναγκαίων «αγωνιστικών πρωτοβουλιών». Ιδιαίτερα το μαζικό κίνημα που αναπτύχθηκε με αφορμή το κρατικό-καπιταλιστικό έγκλημα στα Τέμπη, και το οποίο όπως σωστά αναφέρουν οι Θέσεις «έδωσε µια µεγάλη ώθηση στην απότοµη άνοδο της διαµαρτυρίας µαζών απέναντι στην κυβέρνηση», αποτέλεσε την ασφαλέστερη σχετική απόδειξη γι’ αυτή τη διαπίστωση.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι Θέσεις δεν αφιερώνουν ούτε τρεις σειρές σε ένα από τα πιο βασικά αντικειμενικά καθήκοντα του Συνεδρίου, στην ανάγκη για έναν ξεκάθαρο απολογισμό της μεγαλειώδους κινητοποίησης της 28ης Φλεβάρη του 2025. Διότι η πρόωρη και άδοξη κατάληξη αυτού του πρωτοφανούς σε μαζικότητα και συμμετοχή γύρου του κινήματος των Τεμπών, οφείλεται σε αποφασιστικό βαθμό στην πλήρη απροθυμία που έδειξε η ηγεσία του ΚΚΕ, συμπεριλαμβανομένης της ηγεσίας του ΠΑΜΕ, για να επιτευχθεί η αναγκαία αγωνιστική κλιμάκωση.
Και αυτή δεν ήταν η μόνη φορά που αυτή η απροθυμία έκανε την εμφάνισή της μετά από μαζικές κινητοποιήσεις. Δυστυχώς, η ηγεσία του ΚΚΕ έχει τηρήσει πιστά αυτή την κακή «παράδοση» σε όλες τις σημαντικές γενικές απεργίες που είχαμε τα τελευταία 3 χρόνια. Και μάλλον, αυτό είναι που εξηγεί και την (απαράδεκτη) συνολική απουσία του αναγκαίου αναλυτικού απολογισμού αυτών των αγώνων από τις Θέσεις, και την αντικατάστασή του από αερολογίες περί «ενδυνάμωσης της εμπιστοσύνης των εργαζόμενων στο κόμμα».
Το 22ο Συνέδριο και ο γνήσιος κομμουνισμός
Η ολοκλήρωση της κριτικής μας στις Θέσεις, σημείο προς σημείο, δεν μπορεί παρά να καταλήγει σε μια σαφή απάντηση στο κρίσιμο ερώτημα που έχει τεθεί στον ίδιο τον τίτλο της. Συμβάλλουν λοιπόν, οι Θέσεις της ηγεσίας του ΚΚΕ για το 22ο Συνέδριο στην «ανάπτυξη των επαναστατικών χαρακτηριστικών» του κόμματος; Η στοιχειώδης συνέπεια στο περιεχόμενο αυτών των τεσσάρων μας άρθρων, οδηγεί αβασάνιστα σε μια αρνητική απάντηση. Ασφαλώς, αυτή η απάντηση, σε συνδυασμό με το ίδιο το περιεχόμενο της κριτικής μας, δεν διεκδικεί, ούτε μπορεί και να έχει κάποια επίδραση στις ίδιες τις διαδικασίες του Συνεδρίου.
Ωστόσο, ως κομμουνιστές συνεπείς με τον λενινιστικό χαρακτήρα της κριτικής μας στην κεντρική πολιτική γραμμή του ΚΚΕ, αλλά και πάντοτε χωρίς όρους υποστηρικτές του κόμματος ενάντια στο αστικό κράτος, το κεφάλαιο και τα αστικά κόμματα, θα ήμασταν ικανοποιημένοι αν αυτή η κριτική μας ωθήσει ακόμα και ένα μέλος ή φίλο του κόμματος, να συνειδητοποιήσει τι σημαίνει αληθινή αποκατάσταση του επαναστατικού χαρακτήρα του ΚΚΕ.
Σταμάτης Καραγιαννόπουλος




