4ο Μνημόνιο - γενική απεργία 18 Μαΐου

Αναγκαία σημείωση: Το άρθρο αυτό έχει γραφτεί πριν τη συνεδρίαση του Eurogroup της 22/5. Η καταστροφική έκβαση που είχε αυτή η συνεδρίαση για τις κυβερνητικές προσδοκίες, επιβεβαιώνει πλήρως την ανάλυση και τις εκτιμήσεις που περιέχονται στο άρθρο.  

Η 18η Μαΐου αποτέλεσε ένα σημείο καμπής για τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις στη χώρα. Η αιτία γι’ αυτό, δεν είναι μόνο η ίδια, η (αναμενόμενη όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα τους τελευταίους μήνες) ψήφιση στη Βουλή του νέου, 4ου Μνημονίου, ύψους περίπου 4,9 δισ. ευρώ. Είναι και τέσσερα σημαντικά στοιχεία που αναδείχθηκαν και συνδυάστηκαν με αυτό το γεγονός.

Το πρώτο στοιχείο, είναι ο ακραίος βαθμός αδυναμίας και ανυποληψίας της κυβέρνησης και του ελληνικού καπιταλισμού που αντανακλά η φύση αυτής της συμφωνίας. Το δεύτερο, είναι η πλήρης αδυναμία αυτής της συμφωνίας να μεταβάλει την αρνητική στάση που τηρούν οι δανειστές έναντι της προοπτικής του ελληνικού καπιταλισμού. Το τρίτο, είναι η κλιμάκωση της αλαζονικής και προσβλητικής στάσης της κυβέρνησης έναντι των ανθρώπων του καθημερινού μόχθου, πέρα από τα όρια που θα μπορούσαν να ανεχθούν. Το τέταρτο, είναι η διεξαγωγή αρκετά μαζικών συγκεντρώσεων μετά από πολλούς μήνες, με ό,τι αυτό σηματοδοτεί για τη συνείδηση των εργατικών μαζών. Ας τα δούμε όμως όλα αυτά πιο αναλυτικά.

Αδυναμία και ανυποληψία

Καταρχάς, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι οι ισχυρισμοί της κυβέρνησης μέσω της σχετικής τοποθέτησης του Τσακαλώτου στη Βουλή, ότι τάχα, δεν μπορούμε να μιλάμε για 4ο Μνημόνιο, αλλά απλώς για «μια συμφωνία επικαιροποίησης του 3ου Μνημονίου», είναι εντελώς παραπλανητικοί. Αρκεί να λάβει κανείς υπόψη τα αντικειμενικά δεδομένα: το 3ο Μνημόνιο λήγει το 2018, ενώ η νέα συμφωνία περιλαμβάνει μέτρα και πρωτογενή πλεονάσματα που εκτείνονται τουλάχιστον μέχρι το 2021. Αυτά και μόνο, μαρτυρούν ότι είμαστε αντιμέτωποι με τον ορισμό της έννοιας «νέο Μνημόνιο».

Αυτό όμως δεν είναι ένα συνηθισμένο Μνημόνιο. Είναι ένα Μνημόνιο που αντανακλά στον πιο ακραίο βαθμό, την απόλυτη αδυναμία και ανυποληψία της κυβέρνησης και του ελληνικού καπιταλισμού. Είναι η πρώτη φορά που υπογράφεται Μνημόνιο με υποχρεώσεις μόνο για την Ελλάδα, χωρίς κανένα αντάλλαγμα: χωρίς υποχρέωση παροχής χρηματοδότησης από τους δανειστές, χωρίς ούτε μια συγκεκριμένη, γραπτή υπόσχεση για το ζήτημα του χρέους, χωρίς καν μια σαφή υπόσχεση για την ένταξη των ελληνικών τραπεζών στην «ποσοτική χαλάρωση». Είναι επίσης, η πρώτη φορά που ψηφίζεται νέο Μνημόνιο που προβλέπει εκ των προτέρων νομοθέτηση μέτρων ως προϋπόθεση για την καταβολή των υπολειπόμενων δόσεων του προηγούμενου Μνημονίου.

Ασφαλώς, θα μπορούσε να πει κανείς, δεν είναι η πρώτη φορά που η «διαπραγμάτευση» μιας μνημονιακής κυβέρνησης κατέληξε σε νέα σκληρά μέτρα. Όμως αυτή τη φορά, η τακτική της «διαπραγμάτευσης» υπέστη το πιο ξεδιάντροπο ξεγύμνωμα από ποτέ, δείχνοντας και στον τελευταίο, ανιδιοτελή νοήμονα παρατηρητή των πολιτικών εξελίξεων ότι συνιστά από τη φύση της ένα απατηλό φιάσκο: μετά από έναν χρόνο «διαπραγμάτευσης» με υποτιθέμενο σκοπό να αποφευχθεί η προληπτική λήψη μέτρων ενός συγκεκριμένου ύψους, στο τέλος ψηφίστηκαν προληπτικά μέτρα σχεδόν διπλάσια σε ύψος συγκριτικά με εκείνα που υποτίθεται ότι θα αποφεύγονταν.

Η γελοιοποίηση της «διαπραγμάτευσης» μάλιστα, έφθασε στο απόγειό της, με το γεγονός ότι ο Τσίπρας και οι συν αυτώ, ενώ από τη μια πλευρά ποντάρουν για την «ελάφρυνση» του χρέους αποκλειστικά στις πιέσεις του ΔΝΤ προς τη Γερμανία, από την άλλη, με το ζήλο που δείχνουν στην επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων, δίνουν τα καλύτερα «όπλα» στην τελευταία για να ισχυρίζεται ότι η Ελλάδα μπορεί να εξυπηρετήσει κανονικά το χρέος μέσα από τα πλεονάσματά της και ότι κατά συνέπεια, δεν έχει ανάγκη καμία «ελάφρυνση».

Η αρνητική στάση των δανειστών συνεχίζεται

Οι βασικοί πόλοι των δανειστών, υποδέχθηκαν την ψήφιση του 4ου Μνημονίου ως κάτι αυτονόητο και δεν φάνηκε να αλλάζουν τη στάση τους έναντι του ελληνικού καπιταλισμού, η οποία όπως τονίζουμε επανειλημμένα, εδώ και καιρό προδίδει ότι τον θεωρούν ξεγραμμένο από την Ευρωζώνη.

Σε ό,τι αφορά τη Γερμανία, είναι απόλυτα ενδεικτική η δήλωση του εκπροσώπου του υπουργείου Οικονομικών στη «Bild», μόλις μια μέρα μετά την ψήφιση των μέτρων στην ελληνική Βουλή, ότι «δεν υπάρχουν σχέδια για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους». Γενικότερα, τίποτα δεν δείχνει ότι η Γερμανία μπορεί να παραχωρήσει συγκεκριμένη συμφωνία για το χρέος πριν τη λήξη του 3ου προγράμματος.

Αντιθέτως, όπως εξηγήσαμε σε προηγούμενη ανάλυσή μας, η στάση της μοιάζει πλέον να κινείται στην κατεύθυνση της έμμεσης ώθησης προς ένα «κοινά συμφωνημένο και συντεταγμένο Grexit», ως τμήμα μιας συνολικής αναθεώρησης της σύνθεσης και της δομής της Ευρωζώνης και της ΕΕ. Αυτή η διαδικασία, που έχει ήδη τεθεί στο προσκήνιο με το Brexit, συμπυκνώνεται στην προοπτική των «πολλών ταχυτήτων», σύμφωνα με όσα επίσημα δήλωσαν πριν από δυο μήνες στη Γαλλία οι επικεφαλής των τεσσάρων ισχυρότερων ευρωπαϊκών κρατών (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία) και έχει σαν πιο πιθανό ορίζοντα για τα πρώτα της βήματα τα τέλη του 2018 (τότε αναμένεται να ολοκληρωθεί και επίσημα η διαπραγμάτευση για το Brexit).

Η στάση της Γερμανικής κυβέρνησης είναι απόλυτα λογική από τη σκοπιά των συμφερόντων της δικής της αστικής τάξης. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να προβεί τώρα σε συγκεκριμένες παραχωρήσεις για το ελληνικό χρέος, φυσικά για να μη στείλει το λάθος μήνυμα στους υπόλοιπους υπερχρεωμένους της Ευρωζώνης, αυτό της διαρκούς γερμανικής εγγυοδοσίας στα χρέη τους, αλλά και ιδιαίτερα, από τη στιγμή που έχει αναγκάσει ήδη την κυβέρνηση Τσίπρα να αποδεχθεί τα υψηλά πλεονάσματα της άγριας λιτότητας (και μάλιστα να τα υπερβεί εντυπωσιακά σε ό,τι αφορά το 2016).

Μια «μόνιμη» (πάντοτε σε εισαγωγικά, γιατί μια τέτοια μέσα στο άναρχο και χαοτικό σύστημα της καπιταλιστικής αγοράς δεν μπορεί να υπάρξει) διευθέτηση του χρέους, θα μπορούσε να προσφερθεί από τους Γερμανούς αστούς, ακόμα και με «κούρεμα», μόνο ως αντάλλαγμα για μια συναινετική έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, προοπτική που θα τους απαλλάξει από μια «αστείρευτη» πηγή αστάθειας για το ευρώ και από μια αιτία διαρκούς απαίτησης μεγάλων δανείων.

Αλλά και το ΔΝΤ, ο πιστός αυτός σύμμαχος πλέον, της κυβέρνησης στο ζήτημα του χρέους, παρά την ψήφιση των μέτρων που ζητούσε, συνεχίζει να δείχνει έλλειψη στοιχειώδους εμπιστοσύνης στο μέλλον του ελληνικού καπιταλισμού, με πιο χαρακτηριστική ένδειξη την εκτίμηση ότι για να πιαστεί ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% για το 2018, η εφαρμογή των μέτρων θα πρέπει να μετατεθεί έναν χρόνο νωρίτερα.

Στην πραγματικότητα, οι επιτελείς του ΔΝΤ, αντανακλώντας την πίεση των ιμπεριαλιστών ανταγωνιστών της Γερμανίας (κυρίως φυσικά των ΗΠΑ) να αναλάβει εκείνη και η ΕΕ εξολοκλήρου το κόστος της διάσωσης της Ελλάδας, με τη στάση τους εδώ και καιρό, δείχνουν ολοκάθαρα ότι θέλουν να αποχωρήσουν από τα ελληνικά προγράμματα. Μη έχοντας ως σήμερα συμμετάσχει με χρήματα στο τρίτο πρόγραμμα και θέτοντας ξανά και ξανά στο προσκήνιο το ζήτημα της «ελάφρυνσης» του χρέους, έχουν ως σκοπό, όχι αφηρημένα την ανάγκη να μείνουν πιστοί στο καταστατικό του ΔΝΤ ή πολύ δε περισσότερο, την παροχή βοήθειας την Ελλάδα, αλλά την τελική επίρριψη της ευθύνης για τη μελλοντική αποχώρησή τους από την Ελλάδα αποκλειστικά στην αδιαλλαξία της Γερμανίας.

Πορεία προς το μοιραίο

Με δεδομένη την προαναφερθείσα στάση των δυο βασικών πόλων των δανειστών, το καλύτερο ενδεχόμενο που μπορεί να αναμένεται για το χρέος μέχρι το τέλος του τρίτου προγράμματος, στα μέσα του 2018, είναι αφηρημένες γραπτές υποσχέσεις, που με δυσκολία θα επιτρέψουν την παράταση της παραμονής του ΔΝΤ στο πρόγραμμα ως «τεχνικού συμβούλου» – εγγυητή της δημοσιονομικής πειθαρχίας και που θα είναι επίσης, πολύ δύσκολο να «ξεκλειδώσουν» την «ποσοτική χαλάρωση» για τις ελληνικές τράπεζες.

Αλλά ακόμα και αν υποτεθεί ότι με κάποιον τρόπο, η διοίκηση της ΕΚΤ με την ανοχή του Σόιμπλε θα επιτρέψει το επόμενο διάστημα την ένταξη των ελληνικών τραπεζών στην «ποσοτική χαλάρωση», αυτό δεν πρόκειται να έχει καμία ουσιαστική αντανάκλαση στην ελληνική οικονομία. Όπως σημείωσε η πρόσφατη έκθεση του ΙΟΒΕ (26/4), τα όποια οφέλη από την ένταξη στην «ποσοτική χαλάρωση» θα αξιοποιηθούν από τις τράπεζες για την κεφαλαιακή τους ενίσχυση ενόψει των «stress tests» του 2018 και δε θα διοχετευθούν σε δάνεια για τις επιχειρήσεις.

Θα μπορούσε όμως μια τέτοια ένταξη στην «ποσοτική χαλάρωση», σε συνδυασμό με τις αφηρημένες υποσχέσεις για το χρέος, να δώσει το πράσινο φως για μια επιτυχημένη έξοδο στις αγορές τους επόμενους μήνες, σύμφωνα με το επίσημο κυβερνητικό «σενάριο επιτυχίας»; Η μόνη μορφή εξόδου στις αγορές που θα είχε αξία και νόημα για το ελληνικό κράτος και τον ελληνικό καπιταλισμό θα ήταν η μόνιμη και σταθερή έξοδος στις αγορές για χαμηλότοκο δανεισμό. Αυτή όμως είναι αδύνατη χωρίς μια λύση για το χρέος. Αυτό που θα μπορούσε στην καλύτερη περίπτωση να κάνει χωρίς μια τέτοια λύση στα χέρια της η κυβέρνηση Τσίπρα και οποιαδήποτε άλλη μνημονιακή κυβέρνηση τους επόμενους μήνες, θα ήταν μια «δοκιμαστική», δηλαδή επικοινωνιακού τύπου, έξοδος στις αγορές για περιορισμένο και ακριβό δανεισμό, όπως έκανε το 2014 η κυβέρνηση Σαμαρά. Μια τέτοια έξοδος στις αγορές, θα μπορούσε να είναι εφικτή σε κάποιο χρονικό σημείο τους επόμενους μήνες, αλλά δεν θα έχει καμία αξία για την προοπτική του ελληνικού καπιταλισμού.

Έτσι λοιπόν, βρισκόμαστε ενώπιον του χειρότερου ενδεχομένου παγίδευσης για την κυβέρνηση και τον ελληνικό καπιταλισμό: ενώ έχουν ψηφιστεί τα σκληρότερα δυνατά προληπτικά μέτρα η λεγόμενη μεσοπρόθεσμη λύση για το χρέος καθυστερεί, απομακρύνοντας την «ποσοτική χαλάρωση» και την ουσιαστική έξοδο στις αγορές, υπονομεύοντας την κυβερνητική προπαγάνδα περί «τροχιάς εξόδου από τα Μνημόνια και την κρίση».

Αυτό που έχουμε μπροστά μας κατά τον τελευταίο χρόνο του 3ου Μνημονίου στον οποίο μπαίνουμε σε λίγες εβδομάδες, είναι η ύπαρξη μιας διαρκώς εντεινόμενης αβεβαιότητας. Αφήνοντας κατά μέρος τους – για ευνόητους λόγους – υποκριτικούς και ειρωνικούς στην πραγματικότητα, ισχυρισμούς του Σόιμπλε ότι η Ελλάδα δεν χρειάζεται ούτε «ελάφρυνση» χρέους, ούτε νέο πρόγραμμα, δεν υπάρχει σήμερα ούτε ένας οικονομικός αναλυτής που να πιστεύει ότι η Ελλάδα μπορεί να εξυπηρετεί κανονικά το χρέος δίχως είτε νέο δάνειο, είτε μια δραστική λύση στο χρέος.

Στην πραγματικότητα, αν κάποιος δει τις πληρωμές για το χρέος που έχει μπροστά της η Ελλάδα για τα επόμενα χρόνια σύμφωνα με στοιχεία του ΟΔΔΗΧ (Οργανισμός Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους) θα πρέπει να διαπιστώσει ότι χρειάζονται και τα δύο μαζί, αφού μόνο την πρώτη τετραετία μετά την λήξη του προγράμματος, από το 2019 έως και το 2022, οι πληρωμές τοκοχρεολυσίων ανέρχονται συνολικά σε 81,47 δισ!

Με δάνεια από έξοδο στις αγορές είναι αδύνατο να εξυπηρετηθεί αυτό το χρέος, όταν μάλιστα δεν υπάρχει περίπτωση, ακόμα και στο καλύτερο σενάριο για την ελληνική οικονομία, οι ιδιωτικοί φορείς δανεισμού να προσεγγίσουν τα χαμηλά επιτόκια των δανείων της τρόικας.

Μόνο με τις περικοπές άγριας λιτότητας που προβλέπουν οι στόχοι για τα «ματωμένα» πρωτογενή πλεονάσματα δεν είναι επίσης δυνατό να εξοικονομηθούν αυτά τα ποσά, ακόμα και αν γίνει παύση πληρωμών σε μισθούς και συντάξεις (12,057 δισ. ευρώ η σχετική δαπάνη για το 2017 σύμφωνα με τον προϋπολογισμό). Το ίδιο ισχύει και με τις ιδιωτικοποιήσεις. Ακόμα και αν πουληθούν όλα τα περιουσιακά στοιχεία που περιλαμβάνει το πρόγραμμα του ΤΑΙΠΕΔ, τα έσοδα μπορούν αγγίξουν το πολύ τα 9-10 δισ ευρώ μέχρι το 2020.

Μήπως όμως είναι δυνατόν τα αναγκαία πλεονάσματα για την εξυπηρέτηση του χρέους να προέλθουν από την «ανάπτυξη»; Οι αστοί τεχνοκράτες δεν τρέφουν αυταπάτες για κάτι τέτοιο κι εμείς δεν έχουμε λόγο να μην τους πιστέψουμε. Ενδεικτικά, ο επικεφαλής Οικονομικής Ανάλυσης της «Τράπεζας Πειραιώς» Ηλίας Λεκκός, δήλωσε στις 19/5 στο πρακτορείο «Bloomberg» ότι «δεν υπάρχει προηγούμενο για μια χώρα που δεν εξάγει πετρέλαιο να επιτύχει ένα πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% συστηματικά για μια περίοδο πολλών ετών».

Πόσο μάλλον, όταν αυτή η χώρα δεν έχει βγει ακόμα από μια ύφεση που διαρκεί για 10ο συνεχόμενο χρόνο! Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΛΣΤΑΤ που «πάγωσαν» για μια ακόμα φορά την κυβέρνηση, η ελληνική οικονομία βρισκόταν σε ύφεση και στο πρώτο τρίμηνο του 2017, με το ΑΕΠ να υποχωρεί κατά 0,1% σε σχέση με το τελευταίο τρίμηνο του 2016 (στο οποίο επίσης είχε σημειωθεί συρρίκνωση κατά 1.1%). Επιπλέον, σύμφωνα με την Eurostat, η Ελλάδα είχε το 2016 το χαμηλότερο μερίδιο επενδύσεων στην ΕΕ (11,4% του ΑΕΠ).

Αυτοί οι υφεσιακοί ρυθμοί σε ΑΕΠ και επενδύσεις είναι απίθανο να ανακοπούν ξαφνικά από μια περίοδο διαρκούς ανάπτυξης, μέσα στις συνθήκες αβεβαιότητας που εξηγήσαμε ότι βρίσκονται μπροστά μας. Με αυτή την έννοια, είναι εντελώς ανεδαφικό το «Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής» που η κυβέρνηση ενσωμάτωσε στα ψηφισμένα τη 18η Μαΐου μέτρα και προβλέπει για την πενταετία 2017 – 2021 ξαφνική εκτόξευση στις δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις στο 15,9% του ΑΕΠ ετησίως (!) και διατήρηση ρυθμών ανάπτυξης από 1,8% έως και 2,6 συνεχόμενα για μια πενταετία. Την εκτίμηση για την ανεδαφικότητα αυτών των προβλέψεων ασπάζεται μάλιστα και ο ΣΕΒ στη μηνιαία του Έκθεση τον Μάιο.

Μήπως όμως οι αναγκαίες επενδύσεις θα μπορούσαν να υπάρξουν μέσα από τη μαζική αντικατάσταση πεπαλαιωμένου παγίου εξοπλισμού των επιχειρήσεων (μηχανές, οχήματα κ.α); Τα περιθώρια για κάτι τέτοιο είναι πολύ στενά, όταν οι στόχοι για υψηλά πλεονάσματα διατηρούν υψηλά τη φορολογία συγκριτικά με τις ανταγωνίστριες χώρες του ελληνικού καπιταλισμού και με δεδομένο ότι οι τράπεζες έχουν πάψει να δανείζουν. Επίσης, η ιδιωτική κατανάλωση και οι εξαγωγές ως πιθανοί παράγοντες ώθησης στην ανάπτυξη, υποβαθμίζονται και από το ίδιο το ανεδαφικό Μεσοπρόθεσμο.

Τέλος, ως ένας παράγοντας που θα υπονομεύσει την προοπτική ανάπτυξης, θα πρέπει να συνυπολογιστεί και η πιθανή λήψη πρόσθετων μέτρων το 2018 (είτε όπως προαναφέραμε με τη μεταφορά των ψηφισθέντων ένα χρόνο νωρίτερα, είτε με πιθανή ενεργοποίηση του αυτόματου «κόφτη» δαπανών, μεταξύ των οποίων μισθοί, συντάξεις) στην περίπτωση που δεν πιαστεί ο στόχος για πλεόνασμα 3,5%, την οποία το ΔΝΤ θεωρεί βέβαιη, προσδιορίζοντας μάλιστα τις περικοπές σε σχεδόν 2 δισ ευρώ.

Το σκηνικό του μέλλοντος λοιπόν, έχει ήδη στηθεί και κάθε άλλο παρά είναι αυτό της «ελάφρυνσης» του χρέους, της ανάπτυξης και της εξόδου από τα Μνημόνια. Η Γερμανική κυβέρνηση (και οι Βορειοευρωπαίοι δορυφόροι της) θα αποφύγει κάθε ουσιαστική παραχώρηση στο ελληνικό χρέος για τους λόγους που ήδη αναφέραμε. Το ΔΝΤ με αυτή τη στάση της Γερμανικής κυβέρνησης, θα έχει ό,τι ακριβώς χρειάζεται για να ολοκληρώσει, σύμφωνα με τα συμφέροντα των ΗΠΑ και των υπολοίπων διεθνών ανταγωνιστών της Γερμανίας, την απεμπλοκή του από τα ελληνικά προγράμματα. Οι ελληνικές μνημονιακές κυβερνήσεις και οι Έλληνες αστοί – πιθανότατα χωρίς καν τα «παυσίπονα» της επικοινωνιακού τύπου και περιορισμένης εξόδου στις αγορές και της ένταξης στην (οδεύουσα έτσι κι αλλιώς προς τη λήξη της σε λίγους μήνες) «ποσοτικής χαλάρωσης» – θα αναγκαστούν να αποδεχθούν την αδυναμία να εξυπηρετήσουν το χρέος από τα κρατικά πλεονάσματα και τις αγορές και θα ζητιανέψουν από την τρόικα ένα ακόμα μεγάλο δανειακό πακέτο.

Οι Γερμανοί αστοί όμως, όπως άλλωστε έχουν ήδη με τη στάση τους ξεκαθαρίσει, δεν θα δεχθούν να ξαναρίξουν δεκάδες δισ. ευρώ στο «βαρέλι χωρίς πάτο» που λέγεται ελληνικός καπιταλισμός για να συντηρούν μια μόνιμη εστία αστάθειας μέσα στην Ευρωζώνη. Αναπόφευκτα, το σχέδιο Σόιμπλε του Ιουλίου του 2015, θα τεθεί και πάλι στο τραπέζι. Οι Γερμανία, ως μέρος της διαδικασίας δημιουργίας της ΕΕ των πολλών ταχυτήτων, που μετά το Brexit όλοι οι Ευρωπαίοι αστοί φαίνεται να έχουν αποδεχθεί ως αναπόφευκτη εξέλιξη, πιθανότατα, θα ξαναπεί στους Έλληνες αστούς: «Θα πάρετε λίγα ακόμα δανεικά μαζί με μια μεσοπρόθεσμη διευκόλυνση για το χρέος (ακόμα και κούρεμα) μόνο αν δεχθείτε να μας απαλλάξετε «συντεταγμένα» από την παρουσία σας στην Ευρωζώνη»! Σε αυτές τις συνθήκες, έχοντας να επιλέξουν ανάμεσα στο «συντεταγμένο» ή το άτακτο «Grexit», οι Έλληνες αστοί θα υποχρεωθούν να ζητήσουν μόνοι τους το πρώτο.

Η κατανόηση αυτής της προοπτικής δεν είναι προνόμιο των μαρξιστών. Μια σειρά αστών αναλυτών στο εξωτερικό και την Ελλάδα την έχουν διαβλέψει. Ενδεικτικά, στις 9 Μαΐου σε άρθρο του Μάθιου Κλάιν στους «Financial Times», υποστηρίχθηκε ότι «οι Έλληνες μπορεί πλέον να ζητήσουν να φύγουν μόνοι τους από το ευρώ». Και λίγες μέρες μετά, στις 11 Μαΐου, ο διευθυντής της ιστοσελίδας www.liberal.gr, ο Θανάσης Μαυρίδης, ανέπτυξε καθαρότερα αυτή την προοπτική: «…Το νέο μνημόνιο Τσίπρα δεν εξασφαλίζει την παραμονή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη. Οι πολλές ταχύτητες έρχονται και κρύβουν δραχμή και νέα μνημόνια. Το τέλος των μνημονίων σημαίνει ότι η χώρα θα μπορέσει το καλοκαίρι του 18 να βγει στις αγορές με ένα λογικό επιτόκιο. Λίγο νωρίτερα, σε έναν χρόνο από σήμερα, οι τράπεζες πρέπει να ξεπεράσουν με επιτυχία τα stress test. Δηλαδή να έχουν καλύψει, εκτός των άλλων, τους στόχους τους για τα κόκκινα δάνεια. Σαν πολλά πέφτουν μαζεμένα…Αν δεν γίνουν όλα αυτά; Αν δεν μας δανείσουν οι αγορές; Τότε θα πρέπει κάποιος άλλος να μας δανείσει. Κι επειδή η κυβέρνηση έχει ήδη υπογράψει το τέταρτο μνημόνιο ή την επέκταση του τρίτου (αν έτσι το προτιμάτε) και έχει δεσμεύσει την χώρα μέχρι το 2022 με μέτρα και υψηλά πλεονάσματα και δίχως, μάλιστα, να εξασφαλίσει πρόσθετους χρηματοδοτικούς πόρους, θα πρέπει να δούμε ποιες άλλες επιλογές μένουν….Το ΔΝΤ ήθελε να φύγει από το πρόγραμμα. Να φορτώσει την θέση του στους Ευρωπαίους και να μας αφήσει να φάμε τα μουστάκια μας με τον Σόιμπλε. Ο Γερμανός, από την άλλη πλευρά, βλέπει για τους δικούς του λόγους την Ελλάδα ως μία ευκαιρία για να ξεκινήσει την Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων. ΔΝΤ και Γερμανοί, για τους δικούς τους λόγους ο καθένας, δεν έχουν λόγους να βάλουν πλάτη για την Ελλάδα σε αυτή την φάση. Είμαστε μόνοι…» («Έχουμε παγιδευτεί (πάλι) σε αδιέξοδο», 11/5, www.liberal.gr).

Απανωτά χαστούκια στο πρόσωπο του λαού

Τα μέτρα που ψήφισε με το 4ο Μνημόνιο η κυβέρνηση στις 18 Μαΐου, μιλούν από μόνα τους. Οι περισσότεροι συνταξιούχοι θα χάσουν δύο με τρεις συντάξεις σε ετήσια βάση και οι άθλια αμειβόμενοι εργαζόμενοι περίπου ένα μισθό. Επιπλέον, αμφότεροι θα χάσουν οικογενειακά και άλλα επιδόματα, ακόμα και αυτά που αφορούν ανάπηρα παιδιά. Οι νέοι άνεργοι χάνουν το επίδομα ανεργίας. Οι ελεύθεροι επαγγελματίες επιβαρύνονται με βαρύτερες εισφορές. Όσοι χρωστούν πάνω από 500 ευρώ στην εφορία και τις τράπεζες κινδυνεύουν να χάσουν την πρώτη κατοικία τους με ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς. Οι ομαδικές απολύσεις απελευθερώθηκαν. Οι εργοδότες αποκτούν σύντομα το δικαίωμα στην ανταπεργία («λοκ-αόυτ», δηλαδή λουκέτο από τον εργοδότη κατά τις μέρες μιας απεργίας ως μέσο εκβιασμού). Κι όλα αυτά, η εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα τα χάνουν στο βωμό τόσο μιας «ελάφρυνσης» χρέους που δεν έρχεται και αφορά χρέος που οι ίδιοι δεν δημιούργησαν, όσο και της ένταξης στην «ποσοτική χαλάρωση» τραπεζών που ελέγχουν κερδοσκόποι αγιογδύτες.

Η ψήφιση όλων αυτών των μέτρων επισφράγισε την πλήρη εγκατάλειψη από την κυβέρνηση κάθε επίκλησης σ’ ένα (εξαρχής απατηλό) «παράλληλο», φιλολαϊκό πρόγραμμα. Τώρα ο νέος στόχος για τον οποίο πρέπει να ελπίζουν οι εργαζόμενοι σύμφωνα με την κυβέρνηση είναι να ξεπεραστούν οι στόχοι στα «ματωμένα» πρωτογενή πλεονάσματα, με άλλα λόγια το να σπάσει κάθε ρεκόρ η λιτότητα, ώστε να δώσουν οι δανειστές την άδεια τους για «αντι-μετρα» – αντίδωρα στους εξαθλιωμένους… Οι άνθρωποι του καθημερινού μόχθου βλέπουν αυτούς που τους υποσχέθηκαν ότι «θα τα βάλουν με τις αγορές» να ορκίζονται στο όνομα των αγορών, να θριαμβολογούν για τις τιμές των ομολόγων και για τα «ράλι» στο Χρηματιστήριο, να παίρνουν πίσω νόμους που οι ίδιοι ψήφισαν προ μερικών μηνών, να αποθεώνουν τις ιδιωτικοποιήσεις και την προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων.

Την ίδια στιγμή, αυτοί οι ηγέτες που δυο χρόνια πριν ορκίζονταν ότι «είναι κάθε λέξη από το Σύνταγμα», επιδόθηκαν σ’ ένα «κρεσέντο» παραβίασης των στοιχειωδών κανόνων της αστικής, κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Αν υποτεθεί ότι τον Σεπτέμβριο του 2015, με την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ έλαβαν ως «φύλλο συκής» μια τυπική νομιμοποίηση για να εφαρμόσουν το 3ο Μνημόνιο, για το νέο, το 4ο Μνημόνιο, δεν έλαβαν ποτέ και πουθενά ούτε το ελάχιστο είδους τυπικής λαϊκής νομιμοποίησης. Προνομοθέτησαν μέτρα παραβιάζοντας το Σύνταγμα που απαγορεύει ρητά κάτι τέτοιο, αθετώντας την υπόσχεση που έδωσε σε συνέντευξη ο πρωθυπουργός λίγους μήνες πριν. Με την ψήφιση μέτρων που θα ισχύσουν από την επόμενη κοινοβουλευτική περίοδο, κατέστησαν τις επόμενες εκλογές χωρίς λόγο και ουσιαστικά τις κατήργησαν. Τέλος, νομοθέτησαν γνωρίζοντας ότι το ΣτΕ θα κρίνει αντισυνταγματικές τις νέες περικοπές, εμβαθύνοντας έτσι, τη συνειδητή από την πλευρά τους παραβίαση του Συντάγματος.

Όλα αυτά, ασφαλώς επιβεβαιώνουν σε απόλυτο βαθμό για μια ακόμα φορά το αξίωμα του μαρξισμού για τον ρεφορμισμό, που τονίζει ότι ο τελευταίος έχει μέσα του το σπέρμα της προδοσίας του εργαζόμενου λαού. Παρά τους ταχύτατους ρυθμούς και τον απότομο, ακόμα και σοκαριστικό στις διάφορες όψεις του, χαρακτήρα ανάπτυξης αυτής της προδοσίας, δεν βλέπουμε μπροστά μας κάποιο νέο πολιτικό φαινόμενο, αλλά την επανάληψη ενός διαχρονικού πολιτικού φαινομένου, προσαρμοσμένου στις ειδικές συνθήκες του ξεπεσμένου και χρεοκοπημένου ελληνικού καπιταλισμού.

Οι (πρώην στην πραγματικότητα) ρεφορμιστές φαίνονται πια, ακόμα και στα μάτια των πιο καθυστερημένων πολιτικά ανθρώπων της εργατικής τάξης ότι έχουν περάσει «ψυχή και σώμα» στην όχθη του ταξικού αντιπάλου. Και λέμε φαίνονται, γιατί στην πραγματικότητα, οι ιδέες, οι μέθοδοι, ακόμα και οι συνθήκες ζωής των περισσοτέρων από αυτούς, άνηκαν πάντοτε στο αστικό στρατόπεδο. Αυτό που έμενε για να το δείξουν ανοικτά ήταν η ίδια η πείρα από τη ζωντανή πραγματικότητα.

Ωστόσο, δεν είναι καθόλου μαρξιστικό, το να παραβλέπει κανείς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτών των ηγετών. Η πλήρης απομόνωση από τη ζωή και τα συμφέροντα της εργατικής τάξης τους έχει τυφλώσει εντελώς. Η πίστη στο μέλλον του ελληνικού καπιταλισμού που προκύπτει από τις δηλώσεις τους, είναι άφθαστη, ακόμα και για τους πιο επιφανείς εκπροσώπους του ελληνικού κεφαλαίου, που συνηθίζουν να είναι πιο προσεκτικοί και πιο απαισιόδοξοι στις εκτιμήσεις τους. Αυτά τα δύο χαρακτηριστικά, η απομόνωση από τις εργατικές μάζες και η ακλόνητη πίστη στον καπιταλισμό, συνδυασμένα με τη στενοκεφαλιά και τη χαμηλή ηθική τους ποιότητα που προκύπτει από την ιδιότητά τους ως γραφειοκράτες και καριερίστες αποσκοπούντες σε προνόμια από τη στενή σχέση με την αστική εξουσία, έχει μεταβάλει τους ηγέτες του ΣΥΡΙΖΑ σε «αυτιστικούς» πολιτικούς, χωρίς καμία επαφή με την πραγματικότητα.

Αυτός ο ακραίος, πλεονάζον πολιτικός «αυτισμός» είναι η αιτία που θωράκισε 100% την κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ κατά την ψηφοφορία της 18ης Μαΐου, διαψεύδοντας και τις δικές μας σχετικές εκτιμήσεις οι οποίες τους προηγούμενους μήνες έκαναν λόγο για την πιθανότητα μιας «ηρωικής εξόδου» της κυβέρνησης με εκλογές ή έστω, κάποιων σοβαρών απωλειών στις ψηφοφορίες. Η ίδια αιτία, έκανε τον Τσίπρα και τον Τσακαλώτο τις προηγούμενες μέρες να προκαλούν ανοικτά το αίσθημα της στοιχειώδους αξιοπρέπειας των ανθρώπων του μόχθου, με αλαζονικά σχόλια περί λαού που «δεν βγαίνει στον δρόμο γιατί συναινεί με την πολιτική της κυβέρνησης» (Τσίπρας στη διαβόητη συνέντευξη τον Απρίλιο στον ΑΝΤ1) και «προτιμά να βλέπει “Survivor” από το τη συζήτηση στη Βουλή» (Τσακαλώτος στις 18/5 στη Βουλή).

Η αρχαία ρήση «μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι» ταιριάζει γάντι στην περίπτωση των ηγετών του ΣΥΡΙΖΑ. Οι ίδιοι πιστεύουν ότι «ελίσσονται» και συμπεριφέρονται «χαρισματικά», ενώ ακόμα και από τη σκοπιά του ίδιου του συμφέροντος της πολιτικής καριέρας τους, φέρονται εντελώς ανόητα. Γιατί έχουν δεχθεί πρόθυμα και χωρίς κανένα αντάλλαγμα, να πάρουν την πολιτική ευθύνη ακόμα και για τα μέτρα σκληρής λιτότητας που θα κληθεί να εφαρμόσει σε λίγα χρόνια πιθανότατα ο Μητσοτάκης, σπρώχνοντας έτσι τον ΣΥΡΙΖΑ προς έναν εκλογικό όλεθρο, μεγαλύτερο ίσως ακόμα και από εκείνον που γνώρισε το ΠΑΣΟΚ το 2012. Γιατί αρνούμενοι να βγάλουν συμπεράσματα από την τύχη των προηγούμενων μνημονιακών κυβερνήσεων, αυτοπαγιδεύτηκαν στον ρόλο της στυμμένης λεμονόκουπας των δανειστών. Έτσι τώρα, ενόψει των επόμενων Eurogroup, αρχίζουν να κάνουν το μόνο που τους απέμεινε: εκλιπαρούν τους δανειστές και ιδιαίτερα τη «μαντάμ Μέρκελ» για λίγη… «κατανόηση». Πράγματι, πρόκειται για «χαρισματικά» ηλίθιους.

Με δεδομένο ότι το είδος της «κατανόησης» που ζητούν, όπως ήδη εξηγήσαμε, κοστίζει αρκετά ακριβά στους δανειστές και δεν πρόκειται να τους παραχωρηθεί, η αλαζονεία τους, μέσα στις συνθήκες κρίσης εθνικής εμβέλειας που θα τείνουν να διαμορφώνονται λόγω απουσίας λύσης για το χρέος, ανάπτυξης και εξασφαλισμένης χρηματοδότησης για την μετά το 2018 περίοδο, θα μετατρέπεται σε πανικό. Σε αυτές τις συνθήκες, το πειθαρχημένο «ασκέρι» των κυβερνητικών βουλευτών θα αρχίσει να μετατρέπεται σε σκορποχώρι και η επιλογή προσφυγής σε εκλογές με τη μορφή μιας «ηρωικής εξόδου» θα επανέλθει στο προσκήνιο.

Στο μεταξύ όμως, η ψήφιση του 4ου Μνημονίου και η ακραία αλαζονική – προκλητική κυβερνητική στάση που τη συνόδευσε, έχουν οριστικά σπάσει κάθε εναπομείναντα δεσμό του ΣΥΡΙΖΑ με τη συντριπτική πλειοψηφία των εργατικών μαζών. Και όπως φάνηκε έξω από τη Βουλή κατά το διήμερο της συζήτησης του νέου Μνημονίου, ο δεσμός που έσπασε δεν αφορά τα όποια, μικρά αποθέματα πολιτικής υποστήριξης υπήρχαν το τελευταίο διάστημα για τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και τα αποθέματα της παθητικότητας και αδράνειας που υπήρχαν στις μάζες.

Μια νέα φάση στη συνείδηση των μαζών;

Μετά από δεκαπέντε μήνες σχεδόν ολοκληρωτικής αγωνιστικής απραξίας, οι απεργιακές συγκεντρώσεις της 17ης Μαΐου και κυρίως, οι συγκεντρώσεις στο κέντρο της Αθήνας την 18η Μάιου, είχαν τη συμμετοχή δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων του μόχθου. Τη διαφορά δεν την έκαναν τα καλέσματα με το είδος τους. Αντιθέτως, αυτό το ίδιο τα υπονόμευσε. Για άλλη μια φορά η εργατική τάξη και η νεολαία καλέστηκαν να συμμετάσχουν σε απεργίες και συγκεντρώσεις στο «παρά ένα» της ψήφισης μέτρων, με πλήρως προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα και χωρίς κανέναν σχέδιο κλιμάκωσης. Παρ΄ όλα αυτά, η συμμετοχή ήταν πολύ μεγαλύτερη από τα ανάλογου είδους καλέσματα που είχαμε ένα χρόνο πριν.

Η βασική αιτία που έβγαλε ξανά δεκάδες χιλιάδες στους δρόμους, βρίσκεται στις μοριακές διεργασίες που συντελούνται στη συνείδηση των μαζών τους τελευταίους μήνες. Η ασταμάτητη επίθεση με όλο και νέα μέτρα λιτότητας σπρώχνει βίαια τη συνείδηση των πιο πρωτοπόρων στοιχείων (και όχι μόνο) στο συμπέρασμα ότι χωρίς ενεργή επέμβαση των μαζών στις εξελίξεις η κατάσταση θα γίνεται διαρκώς χειρότερη.

Δυο πρόσφατα γκάλοπ ήταν απόλυτα ενδεικτικά για αυτές τις διεργασίες. Στη δημοσιευμένη στις 13/2 δημοσκόπηση της εταιρείας MRB, το 54,8% των ερωτηθέντων τάχθηκε υπέρ της απόρριψης των νέων μέτρων, «ακόμα και αν αυτό σημάνει ρήξη με τους δανειστές και έξοδο από την Ευρωζώνη». Ενάμιση μήνα μετά, μεγάλη έρευνα που χρηματοδοτήθηκε από την ΕΕ έδειξε ότι το 67% των νέων της Ελλάδας θα συμμετείχαν σε μια βίαιη εξέγερση εναντίον της κυβέρνησης! Τα γκάλοπ αυτά, αν θέλουμε να κυριολεκτήσουμε, αντανακλούν όχι απλά «διεργασίες», αλλά επαναστατικές διαθέσεις και συμπεράσματα.

Όμως ο καταλύτης για να εκφραστούν αυτές οι διαθέσεις, έστω σ’ έναν μικρό ακόμα βαθμό και στους δρόμους, ήταν η ίδια η στάση της κυβέρνησης. Το διαρκές ρεσιτάλ κυνισμού, ψευτιάς, προδοσίας και προσβολών της αξιοπρέπειας εκατομμυρίων βασανισμένων από τα Μνημόνια ανθρώπων από την «παρέα» Τσίπρα και Καμένου, με αποκορύφωμα την θρασεία δήλωση του πρώτου ότι ο λαός δεν διαδηλώνει γιατί συναινεί με την κυβέρνηση, λειτούργησε σαν ένα επαναλαμβανόμενο χαστούκι κατά πρόσωπο, που αφύπνισε και κινητοποίησε ενεργά στους δρόμους, έναν σεβαστό αριθμό από αυτούς.

Το να χαρακτηρίσει κανείς τις συγκεντρώσεις της 17ης και 18ης Μαΐου ως αρχή μιας νέας περιόδου αγώνων, θα ήταν προφανώς μια αβάσιμη και αυθαίρετη εκτίμηση. Το νέο Μνημόνιο πέρασε, χωρίς οι αρκετά μαζικές αυτές συγκεντρώσεις να αφήσουν αποτύπωμα στις εξελίξεις, ούτε μια ιδιαίτερη επίδραση στη συνείδηση των μαζών. Ωστόσο, η αξία τους βρίσκεται στο ότι έδειξαν έμπρακτα πως οι διεργασίες εξαγωγής ριζοσπαστικών συμπερασμάτων και διαμόρφωσης ανάλογων διαθέσεων είναι πραγματικές. Με αυτή την έννοια, η 18η Μαΐου σηματοδότησε ένα σημείο καμπής, όχι μόνο στο οικονομικό και το πολιτικό πεδίο, αλλά και σε εκείνο της ταξικής πάλης.

Ένας αξιόλογος αριθμός από τους εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που κινητοποιήθηκαν στα μαζικά γεγονότα της σχεδόν επταετούς περιόδου μεταξύ Άνοιξης 2010 και Χειμώνα 2016, έδειξαν στις 17 και 18 Μαΐου στον αλαζόνα Τσιπρα ότι είναι έτοιμοι και πάλι να αγωνιστούν. Έδειξαν ότι ανά πάσα στιγμή μπορούν να ξαναπλημυρίσουν τους δρόμους και τις πλατείες, ειδικά εάν υπάρξουν σοβαρά και αξιόπιστα καλέσματα, είτε όμως ακόμα και εισβάλοντας αυθόρμητα στο προσκήνιο στις στιγμές οξυμένης πολιτικής κρίσης που βρίσκονται μπροστά μας, σπρώχνοντας τους ψευτο-αριστερούς καριερίστες γρηγορότερα στην πολιτική άβυσσο και καθορίζοντας τις εξελίξεις στη χώρα.

Το κόμμα που μπορεί (με την κατάλληλη πολιτική) να οδηγήσει στη νίκη, υπάρχει!

Οι επιτυχημένες συγκεντρώσεις της 17η και 18η Μαΐου επιβεβαίωσαν ότι η φάση παράλυσης του κινήματος είναι προσωρινή και διέψευσαν όσους έσπευσαν να μιλήσουν για την έναρξη μιας παρατεταμένης, αντιδραστικής περιόδου στην κοινωνία. Ο μόνος παράγοντας που μπορεί να αξιοποιήσει και να αναπτύξει αυτές τις διεργασίες και τη διάθεση που ανέδειξαν οι συγκεντρώσεις, είναι ένα κόμμα με βαθιές ρίζες στην εργατική τάξη και αντικαπιταλιστική γραμμή πάλης. Το κόμμα αυτό υπάρχει και είναι το ΚΚΕ. Αν υιοθετήσει την κατάλληλη πολιτική και τακτική θα μπορέσει σύντομα να ηγηθεί σε έναν πραγματικό, μαζικό αγώνα της εργατικής τάξης για την εξουσία.

Αποφασιστικής σημασίας ζήτημα σε αυτό το καθήκον είναι η διόρθωση των λαθών. Οι συγκεντρώσεις έδειξαν ότι η υπεράσπιση στα συνδικάτα της πρότασης για μια ακόμα 24ωρη απεργία την παραμονή της ψήφισης του νέου Μνημονίου, υποτίμησε τις διαθέσεις των μαζών και τις δυνατότητες για την έναρξη ενός κινήματος με συνέχεια και προοπτική νίκης. Η πρόταση των δυνάμεων του ΚΚΕ στα συνδικάτα θα έπρεπε να είναι ριζικά διαφορετική από τις 24ωρες αποσπασματικές απεργίες χωρίς συγκεκριμένη κλιμάκωση, που αποδείχθηκαν καταστροφικές για το εργατικό κίνημα τα προηγούμενα χρόνια.

Αντί για την 24ωρη απεργία ρουτίνας, που δεν ενθουσιάζει στο ελάχιστο κανέναν εργαζόμενο, το κόμμα θα έπρεπε να υιοθετήσει ένα πλαίσιο αγώνα ικανό να σημάνει συναγερμό στην εργατική τάξη και να δώσει το μήνυμα της διεξαγωγής ενός πραγματικού και όχι συμβολικού αγώνα.

Η πρότασή αυτή θα έπρεπε να είναι η διεξαγωγή 48ωρης γενικής απεργίας, τουλάχιστον 10 μέρες πριν την ψήφιση του Μνημονίου, με ξεκάθαρη διακήρυξη της πρόθεσης για κλιμάκωση σε μια γενική απεργία διαρκείας αν η κυβέρνηση επέμενε να φέρει τα μέτρα στη Βουλή. Ταυτόχρονα, για να εξασφαλίσει μαζικότητα και ενεργή συμμετοχή στον αγώνα, το κόμμα θα έπρεπε να προετοιμάσει αυτές τις μάχες με την επιδίωξη της δημιουργίας επιτροπών αγώνα σε κάθε γειτονιά και εργατικό χώρο και γενικότερα, σε κάθε χώρο που ζει και αναπνέει η εργατική τάξη, η νεολαία και τμήματα των φτωχών λαϊκών στρωμάτων (φτωχοί αγρότες, αυτοαπασχολούμενοι) που έχουν διάθεση και συμφέρον να κινητοποιηθούν ενεργά στο πλευρό της εργατικής τάξης.

Για να δώσει προοπτική νίκης στον αγώνα, το κόμμα θα έπρεπε απαραίτητα να του δώσει πολιτικό χαρακτήρα, τονίζοντας αδιάκοπα ότι από τη στιγμή που τα Μνημόνια είναι ο φυσικός τρόπος ύπαρξης του καπιταλισμού, ο μόνος τρόπος για να απαλλαγούμε από αυτά είναι ο αγώνας για την εξουσία, με επικεφαλής το αποφασισμένο να αναλάβει τις ευθύνες του, μαζικό εργατικό κόμμα της χώρας, δηλαδή το ΚΚΕ.

Ο απαραίτητος χρόνος για να καλλιεργηθεί από τις δυνάμεις του κόμματος το έδαφος για έναν τέτοιο αγώνα, ήταν άφθονος. Τουλάχιστον το διάστημα των 2,5 μηνών από την προ-συμφωνία της 20ης Φλεβάρη έως και τις αρχές Μάη που η κυβέρνηση φαινόταν ξεκάθαρα ότι έχει συμφωνήσει να φέρει ένα νέο Μνημόνιο στη Βουλή, από μόνο του ήταν υπεραρκετό για να προετοιμαστεί καλά μια μαζική μάχη διαρκείας. Όμως χωρίς να υπάρχει κανένας πραγματικός, αντικειμενικός λόγος, αυτό το διάστημα έμεινε από το κόμμα εντελώς αναξιοποίητο προς αυτή την κατεύθυνση.

Έστω και τώρα όμως, δεν είναι καθόλου αργά. Τα περισσότερα από τα σκληρά μέτρα που ψηφίστηκαν προορίζεται να εφαρμοστούν τα επόμενα χρόνια. Υπάρχει άφθονος χρόνος για να προετοιμαστεί από το κόμμα ο κατάλληλος πολιτικός αγώνας διαρκείας ώστε αυτά να μην εφαρμοστούν ποτέ και να δρομολογηθεί μια αληθινή πολιτική λύση για την εργατική τάξη, μια εργατική, σοσιαλιστική λύση εξουσίας. Όμως προϋπόθεση για αυτό, είναι να συνειδητοποιηθεί από την ηγεσία το λάθος που έγινε και το κόμμα να ριχτεί άμεσα στη δουλειά της προετοιμασίας του νέου γύρου αποφασιστικών μαχών, ώστε να μην αφεθεί αναξιοποίητη η έκφραση αγωνιστικής διάθεσης από τις μάζες μετά από καιρό.

Επιτροπές αγώνα θα πρέπει να επιδιωχθεί να δημιουργηθούν παντού. Συνελεύσεις θα πρέπει να επιχειρηθεί να γίνουν σε όλους τους χώρους, ώστε να βγουν συμπεράσματα και να ληφθούν αποφάσεις για τη συνέχεια. Σε αυτές, το κόμμα θα πρέπει να προτείνει ένα επεξεργασμένο σχέδιο μαζικής δράσης, με στόχο τίποτα λιγότερο από την ίδια την εξουσία! Με μια τέτοια αποφασιστική στάση το ΚΚΕ μπορεί να κερδίσει ενθουσιώδη υποστήριξη, στην αρχή από τα πιο πρωτοπόρα τμήματα των μαζών και να μετατρέψει τις υποβόσκουσες ριζοσπαστικές διαθέσεις των ευρύτερων τμημάτων τους – ελάχιστο δείγμα των οποίων είδαμε στις 18 Μάη – σε επαναστατικό κίνημα για την εξουσία.

Φυσικά μια επαναστατική κατάσταση δεν μπορεί να δημιουργηθεί τεχνητά, από κανένα κόμμα. Ωστόσο, όσο αληθινό είναι αυτό το αξίωμα, άλλο τόσο αληθινό είναι και το ιστορικό συμπέρασμα ότι ένα μαζικό κομμουνιστικό κόμμα με την πολιτική του, μπορεί να γίνει ενεργός παράγοντας που θα επιταχύνει την εμφάνιση μιας επαναστατικής κατάστασης, δουλεύοντας ταυτόχρονα αποτελεσματικά για την τελική επαναστατική νίκη.

Η Οχτωβριανή επανάσταση, τη λαμπρή επέτειο της οποίας γιορτάζει φέτος κάθε κομμουνιστής και γενικότερα κάθε συνειδητός εργάτης, παρέχει λαμπρά παραδείγματα σε αυτό το πεδίο. Οι Μπολσεβίκοι λίγο πριν από το 1917 διέθεταν μόλις 8.000 μέλη σε ολόκληρη την Τσαρική Ρωσία των 125 περίπου εκατομμυρίων κατοίκων, οι οποίοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν καθυστερημένοι αγρότες. Επιπλέον το κόμμα ήταν αναγκασμένο να δρα στην παρανομία. Αλλά η σωστή, επαναστατική πολιτική των Μπολσεβίκων, ειδικά μετά την επιστροφή του Λένιν και τον προσανατολισμό του κόμματος στις «Θέσεις του Απρίλη», πολλαπλασίασε με γεωμετρικό τρόπο τις δυνάμεις του κόμματος και οδήγησε γρήγορα την εργατική τάξη στην εξουσία.

Ένα κόμμα όπως το ΚΚΕ σήμερα, μερικών δεκάδων χιλιάδων μελών και πολλών ακόμα δεκάδων χιλιάδων επιρροών, σε μια χώρα με 12 φορές λιγότερο πληθυσμό από την Τσαρική Ρωσία, με νόμιμη λειτουργία και δράση, ισχυρό κοινοβουλευτικό βήμα και μια εργατική τάξη που αποτελεί τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού, έχει αντικειμενικά πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες από τους Μπολσεβίκους του 1917 να επιταχύνει την εμφάνιση μιας επαναστατικής κατάστασης και να συντελέσει αποφασιστικά το ίδιο στην επίλυση του προβλήματος της εξουσίας.

Οι αφορμές είναι βέβαιο ότι θα δοθούν με τις νέες κρίσεις εθνικής εμβέλειας που θα εμφανιστούν τους επόμενους μήνες ή τα επόμενα λίγα χρόνια στη χώρα, σαν αποτέλεσμα του τρομακτικού αδιεξόδου του ελληνικού καπιταλισμού. Αυτό που χρειάζεται είναι μια αυθεντικά λενινιστική-μπολσεβίκικη πολιτική, ενεργής επέμβασης στις εξελίξεις. Κάθε στοιχείο ρουτίνας, κάθε αντίληψη ή μέθοδος δράσης που υποτιμά τη συνείδηση και το ρόλο των μαζών και γενικότερα τις ευκαιρίες που θα δίδονται για την ανάδειξη μιας εργατικής εξουσία κατά την περίοδο που ήδη διανύουμε θα πρέπει να εξαλειφθεί από την πολιτική του κόμματος. Το κεντρικό σύνθημα του ΚΚΕ σε όλους τους χώρους που ζει και αναπνέει ο εργαζόμενος λαός και η νεολαία, πρέπει να είναι: «Μεθοδική προετοιμασία της πραγματικής πάλης για την εξουσία».

Μόνο με μια τέτοια πολιτική, το σημείο καμπής της 18ης Μαΐου θα μπορέσει να αποδειχθεί με σιγουριά ο προάγγελος μιας νέας περιόδου νικηφόρων ταξικών αγώνων, που θα είναι ικανοί να δώσουν σάρκα και οστά στην ζωτική υπόθεση που επανεπιβεβαίωσε το πρόσφατο συνέδριο του ΚΚΕ, ως κεντρικό σύγχρονο πολιτικό σκοπό του κόμματος: την εργατική εξουσία και την έναρξη του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας!

Σταμάτης Καραγιαννόπουλος