Ο καπιταλισμός, φανερώνοντας την προχωρημένη του παρακμή, συνεχίζει με αμείωτους ρυθμούς να βυθίζει την ανθρωπότητα σ’ ένα τέλμα οικονομικής επιβράδυνσης, μαζικής εξαθλίωσης και διαρκούς όξυνσης των συγκρούσεων ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά στρατόπεδα.

Η βαθιά και εκτεταμένη οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 2008, κάθε άλλο παρά έχει ξεπεραστεί. Τα αποτελέσματα της κρίσης συνεχίζουν να συσσωρεύονται, απειλώντας με την εμφάνιση ενός νέου, ακόμα βαθύτερου και πιο επώδυνου σταδίου εκδήλωσής της.
Το πιο χαρακτηριστικό φαινόμενο είναι η εξέλιξη του χρέους.

Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιοποίησε το Διεθνές Χρηματοπιστωτικό Ινστιτούτο (IFF) στις αρχές Απριλίου, το παγκόσμιο χρέος, κρατικό και ιδιωτικό, έχει πλέον εκτοξευτεί στο 325% του συνολικού παγκόσμιου ΑΕΠ και ανέρχεται σε 215 τρις δολάρια, με τα τελευταία 10 χρόνια να έχει αυξηθεί κατά 70 τρις δολάρια! Αυτή η αυξανόμενη υπερχρέωση καθιστά την παγκόσμια οικονομία ένα απέραντο πεδίο αναμονής μιας (ή και πολλών περισσότερων) νέας «Lehman Brothers».

Το πιθανότερο στοιχείο επιτάχυνσης της κρίσης, είναι η στροφή στον προστατευτισμό, που στην παρούσα φάση εκφράζεται αυθεντικότερα από τις εξαγγελίες και τα πρώτα πεπραγμένα της κυβέρνησης Τραμπ, τα οποία δείχνουν μια τάση αναθεώρησης των εμπορικών σχέσεων των ΗΠΑ με τον υπόλοιπο κόσμο και μια γενικότερη όξυνση των σχέσεων με τη Γερμανία, την Κίνα και τη Ρωσία. Ωστόσο, η πραγματικότητα της μεγάλης αλληλεξάρτησης που εδραίωσε στην παγκόσμια οικονομία η ανάπτυξη του παγκόσμιου εμπορίου κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, επιβάλει στον Τραμπ να κινηθεί προσεκτικά. Έτσι για παράδειγμα, υπάρχει σήμερα ένα όριο στο πόσο επιθετική μπορεί να είναι η πολιτική του έναντι των κινεζικών εξαγωγών, από τη στιγμή που η Κίνα έχει στην κατοχή της αμερικάνικα ομόλογα αξίας 1,3 τρις δολαρίων.

Σε κάθε περίπτωση, η κίνηση των αστών και των ιμπεριαλιστών προς τον προστατευτισμό παγκόσμια, ως έκφραση του πολύ οξυμένου μεταξύ τους ανταγωνισμού, είναι αναπόφευκτη και έχει ήδη ξεκινήσει να εμφανίζεται σε μια σειρά από περιπτώσεις (υποθέσεις Volkswagen, Google, Aple, Deutsche Bank, εμπορικό εμπάργκο στη Ρωσία, νομισματικοί διαξιφισμοί Κίνας-ΗΠΑ-ΕΕ κ.α), πολύ πριν ακόμα εκλεγεί ο Τραμπ.

Στο εσωτερικό της καπιταλιστικής Ευρώπης, αυτός ο οξυμένος ανταγωνισμός έχει ως χαρακτηριστικότερη έκφραση τους υψηλούς τόνους αντιπαράθεσης ανάμεσα στους αξιωματούχους της ΕΕ και της Βρετανικής κυβέρνησης γύρω από το Brexit και έχει, επίσημα πλέον, φέρει στο προσκήνιο την προοπτική μιας «Ευρώπης πολλών ταχυτήτων», μετά και τη συνάντηση των ηγετών Γερμανίας, Γαλλίας, Ιταλίας και Ισπανίας στις 6 Μαρτίου στις Βερσαλλίες.

Οι δανειστές έχουν «ξεγράψει» τον ελληνικό καπιταλισμό απ’ την Ευρωζώνη

Αν προσπαθήσουμε να αφαιρέσουμε το πέπλο των κυβερνητικών ψεμάτων, αυταπατών και αβάσιμων προσδοκιών που επιχειρεί να καλύψει την πραγματική εικόνα του ελληνικού καπιταλισμού, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι οι άμεσες προοπτικές του, επιδεινώνονται από έναν καθοριστικό παράγοντα: την έλλειψη εμπιστοσύνης από την πλευρά των δανειστών του στη δυνατότητά του να ανακάμψει και να παραμείνει μέσα στην Ευρωζώνη και την συνεπαγόμενη πρόθεσή τους να τον εγκαταλείψουν σύντομα «στην τύχη του».

Οι Γερμανοί αστοί, από το 2012 κιόλας και με πιο αποφασιστικό σταθμό το σχέδιο για το «συντεταγμένο Grexit» που έπεσε επίσημα από τον Σόιμπλε στο τραπέζι της Συνόδου Κορυφής το καλοκαίρι του 2015, για λόγους παραδειγματισμού των υπολοίπων υπερχρεωμένων της Ευρωζώνης, έχουν ξεκάθαρα πια υιοθετήσει την ακόλουθη στάση : μεταθέτοντας την ευθύνη της παραμονής της καπιταλιστικής Ελλάδας στο ευρώ αποκλειστικά στους ώμους της ίδιας (στην πραγματικότητα στις πλάτες του εργαζόμενου λαού της που καταβάλει τα σκληρό τίμημα), στην πράξη την σπρώχνουν προς το «συναινετικό και συντεταγμένο Grexit».

Άλλωστε με τους όρους του τρίτου Μνημονίου, έχουν πετύχει να ελέγξουν όλη την ιδιωτική περιουσία του ελληνικού κράτους ως ενέχυρο κι έτσι δεν φοβούνται ότι με την εισαγωγή ενός εθνικού νομίσματος θα κινδυνεύσουν να βγουν χαμένοι.

Επιπλέον οι Γερμανοί αστοί, μετά το σχετικά ανώδυνο (προς το παρόν) – συγκριτικά πάντα με τις προβλέψεις – τρόπο με τον οποίο «οι αγορές» αντιμετώπισαν το κολοσσιαίο γεγονός του Brexit, θεωρούν ότι το ενδεχόμενο ενός Grexit δεν πρόκειται να δημιουργήσει πλέον τις διεθνείς αναταράξεις που θα δημιουργούσε αν συνέβαινε επτά χρόνια πριν.

Η γερμανική άρχουσα τάξη, με αυτή τη στάση επιδιώκει να σπρώξει τα πράγματα ως το σημείο που η ελληνική άρχουσα τάξη θα ζητήσει από μόνη της ένα «συναινετικό και συντεταγμένο Grexit». Αυτή της η επιδίωξη, συνάγεται ξεκάθαρα από τις διαρκείς απαιτήσεις για τόσο παράλογα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και τόσο άγριες περικοπές, που έχουν οδηγήσει ακόμα και τους «Financial Times» να δημοσιεύουν άρθρα που καλούν σε περιορισμό της λιτότητας στην Ελλάδα (Βλέπε FT, 20/1, «Ελληνική τραγωδία: Πόσο να αντέξει ένας λαός;»).

την ίδια κατεύθυνση, κινούνται και οι διαρκείς, ειρωνικές στην ουσία τους, τελευταίες δηλώσεις του Σόιμπλε, ότι η Ελλάδα «μπορεί να τα καταφέρει να βγει στις αγορές μετά το 2018», ότι «δεν θα χρειαστεί νέο πρόγραμμα» κλπ, την ώρα που οικονομολόγοι με θητεία στο ίδιο το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών, όπως ο Τζερόμιν Ζέτελμάγιερ, εκτιμούν ότι η Ελλάδα θα χρειαστεί επιπλέον 100 δισ. ευρώ έκτακτης βοήθειας μετά το 2018 («Wall Street Journal», 24/4).

Αλλά δεν χρειάζεται να είναι κανείς οικονομολόγος για να κατανοήσει ότι η αδύναμη καπιταλιστική Ελλάδα, χωρίς ένα νέο μεγάλο δανειακό πακέτο δεν θα μπορέσει να εξυπηρετήσει ένα κρατικό χρέος για το οποίο απαιτείται σύμφωνα με στοιχεία του ΟΔΔΗΧ (Οργανισμός Διαχείρησης του Δημόσιου Χρέους) να διατεθούν ακόμα 48,108 δισ ευρώ μόνο για την (ακάλυπτη από «πρόγραμμα») τριετία 2019-2021 και συνολικά 242,655 δισ. ευρώ ακόμα από του χρόνου έως και το 2030!

Η πιο χαρακτηριστική ίσως, δήλωση για την ουσία της στρατηγικής του γερμανικού κεφαλαίου, ήταν αυτή που έκανε ο Σόιμπλε στις 9/2, στο γερμανικό τηλεοπτικό δίκτυο ARD: «Δεν μπορούμε να αναλάβουμε κούρεμα χρέους για μέλος του ευρωπαϊκού ενιαίου νομίσματος, αποκλείεται βάσει της Συνθήκης της Λισαβόνας. Για να γίνει αυτό, η Ελλάδα θα έπρεπε να «αποχωρήσει από το ευρώ» (www.tovima.gr). Σε αυτή τη δήλωση φανερώθηκε γλαφυρά ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει η γερμανική άρχουσα τάξη το άμεσο μέλλον του ελληνικού καπιταλισμού: συνδέει πλήρως το (έστω και ανομολόγητα για ευνόητους λόγους από τη ίδια) αναπόφευκτο «κούρεμα» του χρέους της Ελλάδας με την προοπτική του Grexit, που θα απαλλάξει τη Γερμανία από την υποχρέωση να την κρατά στην Ευρωζώνη τεχνητά, χορηγώντας της το ένα «πακέτο διάσωσης» μετά το άλλο.

Εκείνο που κάνει εμμέσως αλλά σαφώς, η γερμανική κυβέρνηση με τέτοιες δηλώσεις, από τη δική του πλευρά, το ΔΝΤ, δεν έχει κανένα λόγο να μην το κάνει επίσημα και ανοικτά, απηχώντας ισχυρά τη βούληση μη ευρωπαϊκών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, με πρώτη και καλύτερη την αμερικάνικη. Οι διαρκείς εκκλήσεις του ΔΝΤ για να αντιμετωπιστεί από την ΕΕ και τη Γερμανία με έναν πιο δραστικό τρόπο το ζήτημα του ελληνικού χρέους, ως προϋπόθεση για μια δική του συμμετοχή στο τρέχον πρόγραμμα, συνιστά έντονη πίεση στη Γερμανία, ώστε να αντιμετωπίσει ριζικά ένα πρόβλημα που ανήκει στη δική της ζωτική σφαίρα κυριαρχίας.

Η πρόθεση του ΔΝΤ να αποσυρθεί από την υπόθεση της «ελληνικής διάσωσης» έχει ήδη φανερωθεί εδώ και δυο χρόνια, με την απροθυμία του να συμμετάσχει στο πρόγραμμα του τρίτου Μνημονίου. Ακόμα και εάν τελικά – στην καλύτερη για τον ελληνικό καπιταλισμό περίπτωση – το ΔΝΤ συμμετάσχει ενεργά (με μικρή χρηματοδότηση) ή ως σύμβουλος στο πρόγραμμα του Τρίτου Μνημονίου, εξασφαλίζοντας την ανοχή της κυβέρνησης Τραμπ που συνεχίζει να διακηρύσσει ότι η Ελλάδα είναι μια «αποκλειστικά ευρωπαϊκή υπόθεση», τότε αυτή η συμμετοχή θα έχει μια πολύ σύντομη διάρκεια.

Αργά η γρήγορα, με την όξυνση του διεθνούς ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού και με την ταυτόχρονη περαιτέρω αποκάλυψη της αδυναμίας της Ελλάδας να ανακάμψει, το ΔΝΤ, αντανακλώντας τα συμφέροντα των ΗΠΑ και άλλων μη Ευρωπαίων μελών του, θα αποσυρθεί «οριστικά από την ελληνική περιπέτεια».

Εάν όμως οι δανειστές θεωρούν την Ελλάδα ξεγραμμένη από την Ευρωζώνη και αδύναμη να ανακάμψει και να εξυπηρετήσει το χρέος, τότε θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος, γιατί προχωρούν σε μια ακόμα συμφωνία όπως αυτή που σε γενικό πλαίσιο διαμορφώθηκε στο Eurogroup της 7ης Απριλίου; Το λογικοφανές αυτό ερώτημα, τίθεται με λάθος τρόπο. Λαμβάνει ως δεδομένο το ότι η διαφαινόμενη συμφωνία εμποδίζει την προοπτική της ώθησης προς το «συντεταγμένο Grexit». Στην πραγματικότητα, συμβαίνει το αντίθετο. Η συμφωνία επισπεύδει αυτή τη διαδικασία.

Με τα δυσθεώρητα, πολυετή πρωτογενή πλεονάσματα που προβλέπει και τις νέες περικοπές σε συντάξεις και αφορολόγητο, η συμφωνία σπρώχνει την καπιταλιστική Ελλάδα ακόμα πιο κοντά στην ώρα που θα αναγκαστεί να ζητήσει ένα δραστικό κούρεμα χρέους, παρέχοντας ως αντάλλαγμα τη συναινετική έξοδο από το ευρώ, την οποία και θα επιχειρήσει ταυτόχρονα να αξιοποιήσει για να επιτύχει μια μελλοντική ανάκαμψη με τη βοήθεια της υποτίμησης του νέου εθνικού νομίσματος.

Γι’ αυτόν κυρίως το λόγο, δηλαδή εξαιτίας της ύπαρξης μιας ήδη εξελισσόμενης, «σιωπηρής» ώθησης προς το Grexit (και όχι μόνο λόγω της διεξαγωγής σε λίγους μήνες των γερμανικών εκλογών), ο Σόιμπλε και η Μέρκελ, αρνούνται να δεσμευθούν σήμερα πάνω σε συγκεκριμένα μέτρα ουσιαστικής «ελάφρυνσης» του ελληνικού χρέους. Αν δεν είχαν την πρόθεση να απαλλάξουν στο άμεσο μέλλον την Ευρωζώνη από τον ελληνικό «αδύναμο κρίκο» της, δεν θα είχαν κανέναν λόγο να κωλυσιεργούν στο ζήτημα του χρέους, έχοντας μάλιστα ήδη καταφέρει να επιβάλουν και τα σκληρότερα δυνατά μέτρα λιτότητας στην Ελλάδα.

Τέλος, αν ληφθεί υπόψη και η συνάντηση των τεσσάρων ηγετών στις 6 Μαρτίου στις Βερσαλίες, οπού τέθηκε επίσημα η προοπτική της Ευρώπης των «πολλών ταχυτήτων», φαίνεται ότι με τη νέα συμφωνία οι Γερμανοί αστοί κερδίζουν λίγο χρόνο για να προχωρήσουν πιο ομαλά στο Grexit, σε συνδυασμό με την ολοκλήρωση του Brexit και την ετοιμασία μιας νέας, συνολικά διαφορετικής «αρχιτεκτονικής» της ΕΕ, με τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση.

Το πρωτογενές πλεόνασμα – ρεκόρ και τα προκλητικά κυβερνητικά ψεύδη

Τα επικυρωμένα και από τη Eurostat στοιχεία της ΕΛΛΣΤΑΤ, έδειξαν ότι το 2016, το πρωτογενές πλεόνασμα (ισοζύγιο εσόδων-δαπανών χωρίς τις δαπάνες για τόκους) ανήλθε σε 3,9% του ΑΕΠ, υπερβαίνοντας κατά πολύ τον μνημονιακό στόχο του 0,5% του ΑΕΠ. Για πρώτη φορά από το 1995 μάλιστα, το γενικό ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης ήταν επίσης πλεονασματικό, κατά 1,3 δισ (ή 0,7% του ΑΕΠ). Είναι χαρακτηριστικό το ότι η σκληρή μνημονιακή κυβέρνηση Σαμαρά παρέδωσε το 2014 ένα πρωτογενές πλεόνασμα μόλις 581 εκ. ευρώ, ενώ η κυβέρνηση Τσίπρα «πέτυχε» πλεόνασμα 6,937 δισ. ευρώ!

Με άλλα λόγια, η ψευτο-αριστερή κυβέρνηση αποδείχθηκε ασυναγώνιστος «πρωταθλητής» της λιτότητας. Εκείνο που έχει προκαλέσει την έκπληξη και την οργή του ελληνικού εργαζόμενου λαού, είναι το γεγονός ότι η κυβέρνηση που εξέλεξε για να τον απαλλάξει από τα Μνημόνια άγριας λιτότητας και από τα σύμφυτα με αυτά, «ματωμένα» υψηλά πρωτόγεννη πλεονάσματα, φθάνει στο σημείο να υπερηφανεύεται για τις επιδόσεις της στη λιτότητα, όπως χαρακτηριστικά έπραξε ο Τσίπρας στη συνέντευξή του στον Ν. Χατζηνικολάου στις 25/4, στον τηλεοπτικό σταθμό ΑΝΤ1. Επιπλέον, η κυβέρνηση «ντύνει» αυτή την κυνική στάση με προκλητικά ψεύδη, που υποτιμούν βάναυσα τη νοημοσύνη του λαού.

Πιο συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα οδηγούν γρηγορότερα στο τέλος της λιτότητας, ενώ στην πραγματικότητα, αποτελούν την απόδειξη εφαρμογής της πιο άγριας λιτότητας, με σκοπό να εξυπηρετηθεί κανονικά το δυσθεώρητο και ληστρικό κρατικό χρέος. Το υψηλό πλεόνασμα επιτεύχθηκε από τη μείωση των συντάξεων, την υπέρ-φορολόγηση, τις κατασχέσεις τραπεζικών λογαριασμών και ακινήτων, τη μείωση των δημόσιων επενδύσεων.

Αυτό που δε λέει η κυβέρνηση, είναι ότι το 2016 σύμφωνα με στοιχεία του ΟΔΔΗΧ (Οργανισμός Διαχείρησης Δημόσιου Χρέους), για την κανονική εξυπηρέτηση του κρατικού χρέους διατέθηκε ποσό σχεδόν διπλάσιο του πρωτογενούς πλεονάσματος (συνολικά 13,103 δισ ευρώ για τοκοχρεολύσια), ενώ στους συνταξιούχους ως «μέρισμα» επιστράφηκε τα περασμένα Χριστούγεννα κάτι λιγότερο από το 9% του πρωτογενούς πλεονάσματος. Αυτό που επίσης αποκρύπτει, είναι πως με δεδομένο ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του κράτους προς ιδιώτες ανέρχονται σύμφωνα με στοιχεία το υπουργείου Οικονομικών σε 5,048 δισ ευρώ και επίσης το ότι καθυστερεί η καταβολή 150.000 συντάξεων εδώ και πάνω από δυο χρόνια, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κανενός είδους πλεόνασμα.

Αυτό αποδεικνύεται και από το επίσης αποσιωπημένο επιμελώς από την κυβέρνηση, πρόσφατο εύρημα της Eurostat για το χρέος, που δείχνει ότι το κρατικό χρέος πέρσι – ναι, κατά τη χρονιά των μεγάλων πλεονασμάτων – αυξήθηκε στα 326,4 δισ. ευρώ και 179% του ΑΕΠ), από 311,5 δισ. ευρώ και 177,4% που ήταν το 2015.

Πάνω απ’ όλα όμως, οι πανηγυρισμοί για την επίτευξη του ρεκόρ στα πλεονάσματα αποδεικνύουν πόσο προκλητικά ψεύδεται η κυβέρνηση, όταν μιλά για «μάχη με τον ιδεολογικό αντίπαλο Σόιμπλε». Αντιθέτως, με τα επινίκια για τα πλεονάσματα, τροφοδοτεί με ισχυρά επιχειρήματα τον Σόιμπλε και την γερμανική κυβέρνηση που επιμένουν, ειρωνικά και υποκριτικά ταυτόχρονα, να απαιτούν πλεονάσματα 3,5% για τα επόμενα τουλάχιστον 5 χρόνια, υποστηρίζοντας ότι η «Ελλάδα μπορεί επιτυγχάνοντας αυτά τα πλεονάσματα να τα καταφέρει και μόνη της στην εξυπηρέτηση του χρέους».

Στην πραγματικότητα, τα πλεονάσματα αυτά είναι εντελώς ανέφικτα, με την φοροδοτική δυνατότητα των μαζών να έχει φτάσει στα όριά της και τις ληξιπρόθεσμες οφειλές στην εφορία να αυξάνονται κατά 2 περίπου δισ. κάθε μήνα, φτάνοντας πλέον πολύ κοντά στα 100 δισ. ευρώ συνολικά. Ήδη τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους, έδειξαν ότι προκύπτει σημαντική επιδείνωση του ελλείμματος σε σχέση με την επιτυχημένη περσινή χρονιά.

Το έλλειμμα διαμορφώθηκε σε 1,36 δισ. ευρώ έναντι 595 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο περσινό τρίμηνο. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, η επιδείνωση έναντι της προηγούμενης χρονιάς οφείλεται αποκλειστικά στην πλευρά των εσόδων. Παράλληλα, ο ΙΟΒΕ στην πρόσφατη τριμηνιαία του έκθεση για την ελληνική οικονομία, εκτιμά ότι η ανάπτυξη φέτος θα διαμορφωθεί μόλις στο 1,5%, ίσως και λίγο χαμηλότερα, από το 2,7% που προέβλεπαν στις αρχές του χρόνου η Κομισιόν και η κυβέρνηση.

Όλα αυτά τα στοιχεία, συνδυαστικά, σημαίνουν ότι το προβλεπόμενο για το 2018 πλεόνασμα του 3,5% δεν πρόκειται να πιαστεί και έτσι η απαίτηση του ΔΝΤ για εφαρμογή των μέτρων της κυοφορούμενης συμφωνίας από το 2018 και όχι από το 2019, θα πρέπει σύντομα να γίνει πράξη.

Η ουσία της συμφωνίας και οι πολιτικές της επιπτώσεις

Το υψηλότατο πρωτογενές πλεόνασμα έδωσε στην κυβέρνηση χρόνο για να «μανουβράρει», εμφανιζόμενη ότι διαπραγματεύεται σκληρά και να παρατείνει έτσι το χρόνο παραμονής της στην εξουσία, ελπίζοντας στο μεταξύ ότι βοηθούντων των οικονομικών δεικτών και των εκλογικών αποτελεσμάτων στην Ευρώπη, θα μπορούσε να αποσπάσει κάποια πραγματική παραχώρηση από τους δανειστές σχετικά με το χρέος, ώστε να σταθεροποιηθεί για έναν-ενάμιση ακόμα χρόνο στη θέση της.

Όμως για άλλη μια φορά, η εμπιστοσύνη της στον ελληνικό καπιταλισμό την πρόδωσε. Η επιδείνωση των στοιχείων για την εξέλιξη του ΑΕΠ την περσινή χρονιά, που έδειξαν και πάλι ύφεση, σε συνδυασμό με τη μείωση που εμφανίζεται φέτος στα κρατικά έσοδα συγκριτικά με το πρώτο περσινό τρίμηνο, σε συνδυασμό με την εμφάνιση και πάλι της ανυποχώρητης στάσης των δανειστών που παραπέμπει ξεκάθαρα – για όποιον θέλει να δει – σε ώθηση προς το «συντεταγμένο Grexit», τρομοκράτησαν την κυβέρνηση και την έσπρωξαν στο δρόμο μιας ακόμα άτακτης υποχώρησης. Αντιλαμβάνεται ότι αν δεν κλείσει τη δεύτερη αξιολόγηση και δεν έρθουν στα κρατικά ταμεία οι οφειλόμενες δόσεις, η περίοδος 7 Ιουλίου – 17 Ιουλίου οπού πρέπει να καταβληθούν 4,1 δισ ευρώ συνολικά για την εξυπηρέτηση του χρέους, θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μια «εθνική κρίση», με την ίδια να είναι υπόλογη για τους χειρισμούς της στην ελληνική άρχουσα τάξη και πιθανά, αντιμέτωπη με τα Ειδικά της Δικαστήρια.

Στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, όπως φάνηκε στην τελευταία συνεδρίαση της ΚΕ του κόμματος, διαμορφώθηκαν δύο «γραμμές». Μια ρεαλιστική, μειοψηφική ομάδα στελεχών, καταλαβαίνοντας τις προθέσεις των δανειστών και την άμεση προοπτική «ρευστοποίησης» της εκλογικής δύναμης του ΣΥΡΙΖΑ εάν τα μέτρα που εκείνοι ζητούν τελικά ψηφιστούν στη Βουλή, πρότεινε την προσφυγή στις κάλπες με «ηρωική έξοδο». Αλλά η πλειοψηφική ηγετική ομάδα υπό τον Τσίπρα, θεωρεί ότι το πολιτικό κόστος της ψήφισης των μέτρων της συμφωνίας μπορεί να ξεπεραστεί «με μια γρήγορη επιστροφή στην ανάπτυξη», με την ένταξη στην «ποσοτική χαλάρωση» και με τη δόξα «της εξόδου από το τρίτο Μνημόνιο».
Επιπλέον, η κλίκα του Τσίπρα – όπως φάνηκε καθαρά στην προαναφερόμενη προκλητική του συνέντευξη στον Χατζηνικολάου – θεωρεί αλαζονικά, ότι η σημερινή παθητική στάση των μαζών έναντι της κυβέρνησης θα είναι μόνιμη και ότι σημαίνει έμμεση ανοχή ή και στήριξη στην κυβέρνηση!

Στην πραγματικότητα, με αυτές τις εκτιμήσεις, η κλίκα του Τσίπρα, βυθισμένη στη χλιδάτη ζωή των κρατικών προνομίων και αξιωμάτων, δείχνει ότι έχει χάσει κάθε επαφή με την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα. Ζώντας σ’ ένα δικό της, «παράλληλο σύμπαν», παίζει με τη φωτιά, με βέβαιο αποτέλεσμα το να καεί.

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, η κυβέρνηση, χωρίς να έχει λάβει ούτε καν μια σαφή και συγκεκριμένη υπόσχεση για το χρέος από τους δανειστές, με μόνο «χρύσωμα του χαπιού» το προκλητικό παραμύθι των «αντί-μετρων» (έχουμε αναφερθεί σε αυτά αναλυτικά στο προηγούμενο τεύχος μας), στο άκουσμα του οποίου γελά κάθε νοήμων κάτοικος αυτής της χώρας και με «όπλο» την κωμικοτραγική δέσμευση του Τσίπρα ότι τάχα δεν θα εφαρμόσει τα ψηφισμένα μέτρα αν δεν αντιμετωπιστεί το θέμα του χρέους και δεν ενταχθεί η χώρα στην «ποσοτική χαλάρωση», δηλώνει έτοιμη να φέρει στη Βουλή μια συμφωνία, που περιλαμβάνει δύο (!) νέα σκληρά Μνημόνια, ένα «επικαιροποιημένο» με την ΕΕ (MoU) και ένα νέο με το ΔΝΤ (MEFP).

Αυτά περιέχουν τη μείωση κυρίων και επικουρικών συντάξεων κατά 1% του ΑΕΠ το 2019, μείωση του αφορολόγητου στα 5.600 ευρώ το 2020, ρητή διατήρηση των αντεργατικών αλλαγών στα «εργασιακά» μέχρι και το 2018 με ρητή πρόβλεψη ότι δεν θα αποκατασταθεί η επεκτασιμότητα των κλαδικών συμβάσεων και σε επιχειρήσεις που δεν τις υπογράφουν (αλλά και η αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης, που προβλέπει ότι η κλαδική σύμβαση υπερισχύει της επιχειρησιακής αν έχει καλύτερους όρους για τον εργαζόμενο), κατάργηση του βέτο του υπουργείου Εργασίας στις ομαδικές απολύσεις, λειτουργία των καταστημάτων όλες τις Κυριακές, πώληση υδροηλεκτρικών μονάδων της ΔΕΗ και γενική κλιμάκωση των ιδιωτικοποιήσεων με πώληση των εναπομεινάντων κρατικών μεριδίων (του 17% της ΔΕΗ, του 35% των ΕΛΠΕ, το 30% του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών, το 65% της ΔΕΠΑ κ.α).

Είναι απίθανο τα μέτρα αυτά να περάσουν από τη Βουλή χωρίς απώλειες για την κυβέρνηση, με ελάχιστο ενδεχόμενο τις επιμέρους διαφοροποιήσεις ή και τις παραιτήσεις βουλευτών. Είναι παράλογο να πιστεύει κανείς ότι 153 καριερίστες βουλευτές, που διαβάζοντας τα γκάλοπ και αντιμετωπίζοντας σε απλές κοινωνικές εκδηλώσεις την κοινωνική κατακραυγή κατανοούν ότι στην πλειοψηφία τους δεν πρόκειται να επανεκλεγούν, θα δεχθούν εύκολα, ενιαία και συντεταγμένα, να γίνουν οι καριέρες τους «παρανάλωμα του πυρός», ψηφίζοντας στη Βουλή δυο απανωτά Μνημόνια. Οι «ταπεινοί» υπολογισμοί της ανάγκης για στοιχειώδη πολιτική επιβίωση αυτών των καριεριστών, δεν μπορεί παρά να εκφραστούν σ’ έναν ορισμένο βαθμό και να «τσαλακώσουν» το κύρος της κυβέρνησης.

Την ίδια στιγμή, τα απανωτά χαστούκια που αισθάνεται στο πρόσωπό της η εργατική τάξη από τα προκλητικά ψεύδη και την «πλεονάζουσα» αλαζονεία του Τσίπρα, αναπόφευκτα θα αρχίσουν να αφυπνίζουν χιλιάδες ανθρώπους του μόχθου και είτε θα τους ξαναβγάλουν στους δρόμους με το πρώτο σοβαρό και αξιόπιστο κάλεσμα, είτε θα τους στρέψουν σε μια μαζική τιμωριτική διάθεση για τον ΣΥΡΙΖΑ, που θα διοχετευτεί αναπόφευκτα ισχυρά και προς τ’ αριστερά του, όταν ο Τσίπρας επιλέξει να πάει σε εκλογές.

Ακόμα όμως και αν υποθέσουμε ότι τα μέτρα περάσουν με μικρές ή και καθόλου απώλειες για την κυβέρνηση, οι άμεσες οικονομικές προοπτικές δεν πρόκειται να δικαιώσουν τις αισιόδοξες εκτιμήσεις της. Η ύφεση και η διαφαινόμενη επιδείνωση των κρατικών εσόδων θα φέρουν ξανά πιέσεις για νέα μέτρα. Το σενάριο της ένταξης στην «ποσοτική χαλάρωση» – η οποία πρέπει να σημειωθεί ότι έτσι κι αλλιώς, κάτω από την πίεση της Γερμανίας στο τέλος του 2017 θα ολοκληρωθεί – όπως και η ενεργή συμμετοχή του ΔΝΤ με χρηματοδότηση στο τρέχον πρόγραμμα, προϋποθέτουν να υπάρξουν πρώτα ουσιαστικές παραχωρήσεις για «ελάφρυνση του χρέους», που όμως η Γερμανία δεν είναι διατεθειμένη να κάνει, για τους λόγους που ήδη εξηγήσαμε.

Η κυβέρνηση θα βρεθεί εγκλωβισμένη, έχοντας ψηφίσει νέα σκληρά μέτρα, χωρίς να έχει πάρει τίποτα χειροπιαστό, ούτε για το χρέος και πιθανότατα, ούτε και στην υπόθεση της ένταξης στην «ποσοτική χαλάρωση». Έτσι ο ελληνικός καπιταλισμός θα αρχίζει να στροβιλίζεται σε μια νέα, ισχυρή θύελλα αβεβαιότητας, που θα κάνει απαγορευτική την έξοδο στις αγορές και θα φέρνει πιο κοντά την ώρα της έκκλησης από το ελληνικό κράτος προς τους δανειστές για ένα ακόμα μεγάλο «πακέτο διάσωσης». Με δεδομένο όμως, πάλι για τους λόγους που εξηγήσαμε ήδη, ότι ένα τέτοιο δεν πρόκειται να ξαναδοθεί, το «διπλό μοιραίο» που κυνηγά διαρκώς τον ελληνικό καπιταλισμό, δηλαδή το Grexit και το φάσμα της χρεοκοπίας, θα κάνει και πάλι απειλητικά την εμφάνισή του.

Η κυβέρνηση Τσίπρα επιλέγοντας την ψήφιση της νέας συμφωνίας, καθόλου δεν ανοίγει το δρόμο «για την ανάπτυξη και την έξοδο από τα Μνημόνια». Βάζει πλώρη για την αποσταθεροποίηση ή ακόμα και την ανατροπή της, ενώ διευκολύνει τον ερχομό του Grexit και της εκδήλωσης μιας νέας, σοβαρότερης από ποτέ, αδυναμίας εξυπηρέτησης του χρέους. Το πολιτικό τέλος της προδοτικής ρεφορμιστικής κλίκας που σπεκουλάρισε πάνω στις ελπίδες και τους αγώνες του εργαζόμενου λαού προοιωνίζεται τραγικό.

Μαζική και σοβαρά προετοιμασμένη εργατική αντεπίθεση

Η αναμενόμενη σφοδρή επίθεση στην εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα τις επόμενες βδομάδες με νέα Μνημόνια, απαιτεί μια ισοδύναμη αγωνιστική απάντηση. Μόνο που αυτή, για να έχει ουσία και αποτέλεσμα, θα πρέπει να είναι καλά προετοιμασμένη, να εντάσσεται σ’ ένα ξεκάθαρο πρόγραμμα κλιμάκωσης, που θα «ζυμωθεί» υπομονετικά στους εργατικούς χώρους και τις γειτονιές, θα έχει πολιτικό χαρακτήρα και ξεκάθαρη σύνδεση με το ζήτημα της εξουσίας.

Η μόνη οργάνωση που έχει την απαιτούμενη δύναμη και το κύρος να καλέσει σε μια τέτοια αντεπίθεση και να ηγηθεί σε αυτήν, είναι το ΚΚΕ, σε κοινή, συντονισμένη δράση με τα συνδικάτα και με κάθε συλλογικότητα του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς που επιθυμεί να παλέψει ενεργά για να υπερασπίσει τα εργατικά συμφέροντα. Η αρχή πρέπει να γίνει με ορόσημο τη φετινή Εργατική Πρωτομαγιά και να κορυφωθεί με τη διεξαγωγή μιας προειδοποιητικής 48ωρης γενικής απεργίας μέσα στον Μάιο, πριν έρθουν τα μέτρα στη Βουλή, με την απειλή για μια γενική απεργία διαρκείας σε περίπτωση που η κυβέρνηση επιχειρήσει να τα περάσει.

Οι δυνάμεις του ΚΚΕ, πάντοτε σε κοινή δράση με όλες τις υπόλοιπες κομμουνιστικές και αριστερές δυνάμεις και συλλογικότητες στα συνδικάτα, τους εργατικούς χώρους, τους χώρους της σπουδάζουσας νεολαίας και τις γειτονιές, θα πρέπει να επιδιώξουν τη διεξαγωγή γενικών συνελεύσεων και τη δημιουργία επιτροπών αγώνα σε κάθε χώρο.

Μόνο μέσα από αυτόν το δρόμο η εργατική τάξη θα μπορέσει να επιβάλει το σταμάτημα της Μνημονιακής επίθεσης, αλλά και να προσεγγίσει αποφασιστικά τον επιβεβλημένο πολιτικό σκοπό, που για δεύτερο συνεχόμενο συνέδριο, πριν από λίγες εβδομάδες, συλλογικά αποφάσισε, ολόσωστα ως «επίκαιρο και αναγκαίο», το ΚΚΕ: τον ζωτικό σκοπό της εργατικής εξουσίας και του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας.
Σταμάτης Καραγιαννόπουλος