Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Η κοινωνία κινείται προς τα εμπρός, λύνοντας κάθε φορά τις κύριες αντιθέσεις της. Σύμφωνα με τη θεωρία μας, με την επίλυση της σημερινής κύριας αντίθεσης και την επικράτηση της εργατικής τάξης, στο επίπεδο της εξουσίας συνολικά, θ’ αρχίσει η οικοδόμηση του σοσιαλισμού.

Εκτιμάμε ότι σ’ ένα χρονικό διάστημα, μετά τη σταθεροποίηση της εξουσίας της εργατικής τάξης, οι απομένουσες αντιθέσεις θα είναι μόνο οι δευτερεύουσες. Οι δευτερεύουσες αυτές αντιθέσεις μετατρέπονται σε κύριες, αλλιώς δεν υπάρχει κίνηση. Λέμε, λοιπόν, ότι στο βαθμό που γνωρίζουμε τους νόμους κίνησης της κοινωνίας προς τα εμπρός, αυτές τις αντιθέσεις μπορούμε να τις λύνουμε προς όφελος της κοινωνίας. Αυτό θα συμβαίνει μόνο εάν και εφ’ όσον ο υποκειμενικός παράγοντας, το Κόμμα δηλαδή, λύνει κάθε φορά σωστά αυτά τα προβλήματα.

Αποδείχτηκε όμως ότι οι δυσκολίες οικοδόμησης της νέας κοινωνίας, αν δε λυθούν στη σωστή κατεύθυνση, οδηγούν στην αντεπανάσταση. Πώς όμως έγινε δυνατόν να ολισθήσει και στο τέλος να ανατραπεί, χωρίς ουσιαστική αντίσταση, το πρώτο σοσιαλιστικό κράτος στον κόσμο;

Κατά τη γνώμη μου, αυτό συνέβη γιατί οι αντιθέσεις (κύριες ή και δευτερεύουσες) δεν εκφραζόντουσαν πολιτικά μέσα στη σοβιετική κοινωνία. Ο σοσιαλισμός δε σημαίνει κατ’ ανάγκη μονοκομματισμό. Στο βαθμό που είναι μια κοινωνία μεταβατική και φέρει μέσα της τις παλιές αντιλήψεις και συνήθειες, αν αυτές δεν εκφραστούν ανεξάρτητες, μέσα από διάφορους πολιτικούς σχηματισμούς μέσα στο πολιτικό σύστημα, τότε νομοτελειακά θα εμφανιστούν μέσα στο Κόμμα.

Αναφέρομαι όχι μόνο σε κόμματα που θα μπορεί να είναι σύμμαχοί μας, αλλά και σε άλλα που θα έχουν αντίθετο προσανατολισμό. Η ύπαρξη του αναθεωρητικού ρεύματος στη χώρα μας βοήθησε το ΚΚΕ να μη χάσει τον προσανατολισμό του. Η ύπαρξη των άλλων κομμάτων σε βοηθάει να δεις τα λάθη σου, να διορθώσεις την πορεία σου.

Το ότι απαγορεύτηκε να ψηφίζουν οι συγγενείς των καπιταλιστών και διάφορες άλλες κατηγορίες μέχρι να σταθεροποιηθεί η επανάσταση, αυτό δε σημαίνει ότι κάτι τέτοιο μπορεί να γίνεται εσαεί. Αυτά είναι μέτρα προσωρινά και πρέπει να αίρονται μετά τη σταθεροποίηση του πολιτικού συστήματος. Η δικτατορία του προλεταριάτου δε σημαίνει ότι εξαφανίζονται διά της βίας όλοι οι άλλοι, αλλά ότι παίρνεις την εξουσία και τα μέτρα εκείνα για να δημιουργήσεις τις προϋποθέσεις για να μειωθούν, μέχρι και να εξαφανιστούν, οι επιδράσεις της αστικής ιδεολογίας στο λαό.

Τα μέλη και τα στελέχη του Κόμματος δεν μπορούν να έχουν προνόμια σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό. Το μείζον πρόβλημα είναι η λαϊκή συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων. Η βασική αυτή αρχή, (όλη η εξουσία στα σοβιέτ), με τη δικαιολογία, των αδυναμιών που παρουσιάστηκαν στη διεύθυνση τη παραγωγής και όχι μόνο, παραγκωνίστηκε. Αυτό συνέβη σε μια ιστορική περίοδο, που ο συγκεντρωτισμός φαινόταν σαν η μόνη απάντηση στα προβλήματα που εκαλείτο να λύσει η νεαρή σοβιετική δημοκρατία. Οι επιτυχίες του εγχειρήματος οδήγησαν στην παγίωσή του. Σιγά σιγά αυτονομήθηκαν το κόμμα και το κράτος από την κοινωνία. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκε το «στρώμα», που έγινε τελικά τάξη εκμεταλλευτική και αναζήτησε την εξουσία.

Όταν ο λαός αισθάνεται ότι, με τη συμμετοχή του, όλα δουλεύουν γι’ αυτόν και δεν είναι αποξενωμένος, τότε θα υπερασπιστεί το πολιτικό σύστημα και δε θα στέκεται απαθής. Για να γίνει αυτό πρέπει να έχει την αίσθηση ότι μπορεί να κριτικάρει ελεύθερα την εξουσία. Το μόνιμο πρόβλημα της ανθρωπότητας εσαεί, θα είναι ο έλεγχος της κάθε εξουσίας και ας μην έχουμε καμία ψευδαίσθηση γι’ αυτό. Ακόμα και στον κομμουνισμό θα υπάρχει μηχανισμός διαχείρισης, κεντρικού σχεδιασμού, κάποιοι θ’ αποφασίζουν, άρα θα πρέπει να ελέγχονται.

Η άποψη ότι «το Κόμμα ξέρει», η οποία αφέθηκε να «περπατήσει» στη Σοβιετική Ένωση, είναι τελείως αντιδιαλεκτική. Άλλο θέμα η υπεράσπιση του Κόμματος από τις επιθέσεις της αστικής τάξης και των συμμάχων της και άλλο η θεοκρατική αντίληψη για το Κόμμα και τις λειτουργίες του.

Η ανάγκη να δώσουμε τις δικές μας αξίες και ιδανικά στην κοινωνία δεν μπορούν να μας οδηγούν, σε ευχολόγια, κολακείες και λιβανιστήρια. Το Κόμμα δεν είναι παρά ένας πολιτικός μηχανισμός, ο οποίος απαρτιζόμενος από ανθρώπους, αναγκαστικά διαφόρων καταβολών, εμπειριών, μορφωτικού επιπέδου, υπόκειται στις επιδράσεις των δυσκολιών οικοδόμησης του σοσιαλισμού και ο καθένας δίνει την άλφα ή τη βήτα απάντηση στο ίδιο πρόβλημα. Είναι όμως ν’ απορεί κανείς το πόσο εύκολα ξεχνάμε ότι επί Λένιν, ο οποίος καθοδήγησε και πραγματοποίησε την Οκτωβριανή Επανάσταση, οι ιδεολογικοπολιτικές συγκρούσεις ήσαν ανοικτές, έβλεπαν το φως της δημοσιότητας και δεν υπήρχε εσωτερική μονολιθικότητα. Η μονολιθικότητα εκφραζόταν στην υλοποίηση των τελικών αποφάσεων. Γι’ αυτό και στην επανάσταση συμμετείχαν όλοι. Στην πορεία κάποιοι ξέμειναν, ήρθαν σε σύγκρουση μαζί μας, εναντιώθηκαν στις εξελίξεις, οι περισσότεροι όμως συνέχισαν κι ας είχαν διαφωνίες.

Η καταστρατήγηση αυτών των αρχών της δημοκρατικής λειτουργίας που αναπτύχθηκε σαν απάντηση στη λύση της κάθε φορά εμφανιζόμενης κύριας αντίθεσης, ή των όποιων δευτερευουσών, ή και δυσκολιών, οδηγεί μαθηματικά σε δημιουργία φραξιών και παράλληλων μηχανισμών, όπως στην περίπτωση των Χρουτσόφ και Γκορμπατσόφ.

Η στροφή στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, όπως και η ανάδειξη του Γκορμπατσόφ, πατούσαν σε υπαρκτά προβλήματα της σοβιετικής κοινωνίας, γι’ αυτό και μπόρεσαν να επικρατήσουν. Δεν είναι βέβαια σωστό να λέμε σήμερα ότι δε γνωρίζαμε. Γνωρίζαμε πολύ καλά και συγκρούσεις είχαμε στο Κόμμα γι’ αυτές τις αποφάσεις κλπ., κλπ. Κατά τη γνώμη μου λοιπόν για να μη χαθούν τα στοιχεία της ταξικότητας της πολιτικής του Κόμματος και του πρωτοπόρου ρόλου του, αυτό πρέπει να δρα μέσα σε μια κοινωνία, τουλάχιστον μέχρι την επικράτηση του κομμουνισμού, όπου η πολιτική σύγκρουση ιδεολογικών και πολιτικών προσανατολισμών θα είναι συνεχής και εμφανής. Κάθε καταστρατήγηση του πρώτου νόμου της διαλεκτικής θα οδηγήσει στα ίδια ακριβώς αποτελέσματα. Αν δεν υπάρχει η αντίθετη άποψη σε επίπεδο πολιτικού σχήματος, το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο. Θα πρότεινα, στο βαθμό που το ζήτημα αυτό το θεωρούμε ανοικτό, η οργανωμένη μελέτη να συνεχιστεί. Θα έπρεπε το θέμα αυτό να συζητιόταν σε μια Πανελλαδική Συνδιάσκεψη, ξεχωριστά σε κάθε περίπτωση, από ένα τρέχον Συνέδριο. Οι αποφάσεις των οργάνων είναι οπωσδήποτε δεσμευτικές για το επόμενο διάστημα, όμως δε θα πρέπει οι μελέτες που θα διενεργούμε να κινούνται στη λογική της επαλήθευσης των ειλημμένων αποφάσεων.

Ν’ αποφασισθεί νέα Πανελλαδική Συνδιάσκεψη, με το ίδιο θέμα σε 1-2 χρόνια, χωρίς να συμπίπτει με τακτικό συνέδριο του Κόμματος, ώστε να συνεκτιμηθούν καλύτερα οι εξελίξεις. Να προταθεί η πραγματοποίηση Διεθνούς Συνάντησης των Κομμουνιστικών Κομμάτων με αυτό το θέμα για συζήτηση και ας μην εκδοθεί κοινό αποτέλεσμα.


Παπαδόπουλος Θεόδωρος
Κόρινθος