Για το Σοσιαλισμό…

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι η συζήτηση που άνοιξε το Κόμμα για το σοσιαλισμό πρέπει να ιδωθεί σαν εργαλείο για το μέλλον και τη διέξοδο που προτείνουμε. Αν δεν αποκτήσουμε πληρέστερη εικόνα για το σοσιαλισμό που οικοδομήθηκε τον 20ό αιώνα, πολύ δύσκολα θα μπορέσουμε να εμπλουτίσουμε τις δικές μας θέσεις για την επανάσταση και το σοσιαλισμό.

Είναι επίσης γεγονός ότι το θέμα αυτό του Συνεδρίου αφορά τον πυρήνα της θεωρίας μας. Ταυτόχρονα, σε μεγάλο μέρος των μελών και των φίλων του Κόμματος είναι έντονη η συναισθηματική φόρτιση. Αυτά τα δύο στοιχεία επιβάλλουν από όλους νηφάλια και ανιδιοτελή συζήτηση με επιχειρήματα βασισμένα στη θεωρία μας και στις θέσεις που είναι προς συζήτηση και όχι σε ό,τι εμπειρικά έχει ο καθένας μας «αποταμιεύσει» στο μυαλό του από τη θεωρία μας.

Για οικονομία στο κείμενο θα αναφερθώ σε δύο άξονες που νομίζω ότι πρέπει να απασχολήσουν όλο το Κόμμα, τα μέλη και στελέχη του, αλλά και συνολικότερα εκείνους τους αριστερούς που ζητάνε και παλεύουν για το σοσιαλισμό, άσχετα αν συμφωνούν με το Κόμμα στο σύνολο των Θέσεών του.

Ο πρώτος έχει σχέση με το Κόμμα. Ενώ λοιπόν σε αρκετά σημεία του κειμένου των Θέσεων αναφέρονται στοιχεία που έχουν σχέση με το Κόμμα, το κείμενο δε φτάνει στην πηγή. Στη ρίζα του προβλήματος. Τι έφταιξε δηλαδή και το Κόμμα σε μια πορεία έχασε τα επαναστατικά του χαρακτηριστικά; Έπαιξε ή όχι ρόλο η διαδικασία ανάδειξης στελεχών, το πόσο μακριά από την εργατική τάξη και την κοινωνία ήταν τα μέλη και τα στελέχη του, το γεγονός ότι η ανάπτυξη της θεωρίας μας αφέθηκε στα χέρια των «ειδικών» κομματικών στελεχών; Αν δεν έπαιξαν ρόλο, πώς φτάσαμε να αναδειχτούν στην ηγεσία του ΚΚΣΕ άτομα τα οποία στην καλύτερη των περιπτώσεων είχαν ανεπαρκέστατη θεωρητική κατάρτιση; Αν αντίθετα υπήρχε τέτοιου είδους λειτουργία του κόμματος, τότε μοιάζει φυσιολογική η εκτίμηση «…οι συνεπείς κομμουνιστικές δυνάμεις δεν κατόρθωσαν έγκαιρα να αποκαλύψουν τον προδοτικό αντεπαναστατικό χαρακτήρα της γραμμής…» (σελ. 26, Θέση 22).

Αλλά μέσα από ποια κομματική διαδικασία θα μπορούσαν άραγε, ακόμα και αν εντόπιζαν το πρόβλημα, να το αποκαλύψουν χωρίς να θεωρηθούν «εχθροί του λαού»;

Δεν είναι μαρξιστική η άποψη ότι το ΚΚΣΕ έχασε εκατομμύρια στελεχών του στον πόλεμο και δεν μπόρεσε να τα αντικαταστήσει. Δε στέκει να το λέμε εμείς αυτό, την ώρα που το Κόμμα μας, με τόσες διώξεις, εσωκομματικά προβλήματα κλπ., μπόρεσε σε όλη την ιστορία του, στηριγμένο στους δεσμούς αίματος με την εργατική τάξη της χώρας μας, να διαπαιδαγωγεί και να αναδεικνύει στελέχη, συχνά μάλιστα ξεκινώντας από το «μηδέν».

Στοιχεία για τα παραπάνω υπάρχουν ακόμα και σε δημοσιεύματα του «Ριζοσπάστη» στη δεκαετία του ’80, υπάρχει η καταγεγραμμένη, φαντάζομαι, εμπειρία των μελών και στελεχών του Κόμματός μας από τις επίσημες επισκέψεις τα χρόνια εκείνα. Δεν έχουν φύγει όλοι από τη ζωή. Επίσης και να μην το υποτιμήσουμε αυτό, στοιχεία τέτοιου είδους υπήρχαν σε λογοτεχνικά κείμενα υπεράνω οπορτουνιστικής υποψίας.

Το να επιμένουμε λοιπόν ακόμα και σήμερα να μην εξετάζουμε το πώς λειτουργούσε και δρούσε το Κόμμα Νέου Τύπου στο σοσιαλισμό, τι μπορεί να σημαίνει; Έλλειψη επαρκών στοιχείων ή συνειδητή υποβάθμιση του θέματος; Το αποτέλεσμα, πάντως, σε κάθε περίπτωση είναι ότι δε βοηθιέται το Κόμμα μας να ξεπεράσει τα δικά του σημερινά προβλήματα λειτουργίας και δράσης, δε βοηθιούνται τα νέα κομματικά μέλη ιδιαίτερα από την ΚΝΕ να διαπαιδαγωγηθούν και να οπλιστούν με τη μαρξιστική – λενινιστική θεωρία και κομμουνιστική ηθική.

Ηθικό συμπέρασμα, σύντροφοι: Όσο απομακρυνόταν το ΚΚΣΕ από τις αρχές του Λένιν για τη λειτουργία του Κόμματος Νέου Τύπου, τέτοια φαινόμενα ήταν αναμενόμενα.

Ο δεύτερος άξονας έχει σχέση με τη Θέση 9 του κειμένου.

Για να βοηθηθούμε όλοι, ας κάνουμε αρχικά μερικές αναγκαίες παραδοχές. Όποιος μιλάει για καθυστέρηση της προεπαναστατικής Ρωσίας, δε «βάζει» κατ’ ανάγκη ζήτημα για το αν έπρεπε να γίνει ή όχι η επανάσταση. Δεν είναι σώνει και καλά αναθεωρητής. Άλλωστε, το είχε πει και ο Λένιν. Δεύτερο και σημαντικότερο. Οι κλασικοί της θεωρίας μας αναφέρθηκαν εκτενέστατα σε όλο το έργο τους στις προϋποθέσεις της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Συμπυκνωμένα ο Μαρξ λέει στον πρόλογο της «Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας»: «Ένα κοινωνικό συγκρότημα ποτέ δεν εξαφανίζεται προτού αναπτυχθούν όλες οι παραγωγικές δυνάμεις που μπορεί να χωρέσει, και ποτέ δεν παίρνουνε τη θέση του καινούριες και ανώτερες παραγωγικές σχέσεις προτού οι υλικοί όροι γι’ αυτές τις σχέσεις να ωριμάσουνε μέσα στους κόλπους της ίδιας της παλιάς κοινωνίας».

Πηγαίνοντας, ως όφειλε, ο Λένιν ένα βήμα παραπέρα τη σκέψη του Μαρξ, επεξεργάστηκε θεωρητικά και πρακτικά τη θεωρία του «αδύναμου κρίκου». Δηλαδή «Στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού η σχετική καπιταλιστική καθυστέρηση μπορεί να τροφοδοτήσει απότομη όξυνση των αντιθέσεων, επομένως την επαναστατική κρίση, αλλά και τη δυνατότητα νίκης», όπως σημειώνουν οι Θέσεις, επαναλαμβάνοντας σωστά τη λενινιστική θέση.

Τα παραπάνω δε συνιστούν «παρέκκλιση». Απλά θριάμβευσε η διαλεκτική επεξεργασία της θεωρίας μας. Κατά συνέπεια βεβαίως και ο Μαρξ και ο Λένιν είχαν δίκιο. Έτσι και καθυστέρηση υπήρχε στην προεπαναστατική Ρωσία, που θεωρητικά απέτρεπε την επανάσταση, αλλά πολύ σωστά έκαναν οι μπολσεβίκοι και την κρίσιμη ώρα πραγματοποίησαν την Οχτωβριανή Επανάσταση. Κανένα μαρξιστικό πρόβλημα δεν προκύπτει.

Το πρόβλημα παρουσιάζεται σήμερα, με το γεγονός ότι οι Θέσεις δεν εξετάζουν καθόλου ποιες ήταν οι συνέπειες του πραγματικού γεγονότος ότι δεν είχαν αναπτυχθεί «όλες οι παραγωγικές δυνάμεις που μπορούσαν να χωρέσουν» στην προεπαναστατική Ρωσία.

Δηλαδή, τι «βαρίδια» κληρονόμησε η πανθομολογούμενη καθυστέρηση στο νέο καθεστώς, τα οποία με κάποιο τρόπο έπρεπε να τα βγάλει αυτό από πάνω του;

Αυτά έπρεπε οπωσδήποτε να μπουν σε κάποιο δρόμο επίλυσης την περίοδο 1917-1956 ή όχι;

Αλληθώριζε προς τα δεξιά μήπως ο Λένιν εφαρμόζοντας τη ΝΕΠ;

Οπωσδήποτε η ΝΕΠ δεν είναι νομοτέλεια του σοσιαλισμού, αλλά μήπως ήταν νομοτέλεια για το σοσιαλισμό στην ΕΣΣΔ;

Μήπως όμως ο Λένιν δεν ήξερε πού θα πήγαινε η κατάσταση;

Τα ίδια του τα κείμενα αποδεικνύουν ότι ήξερε πολύ καλά τι έπρεπε να γίνει. Στην εισήγησή του στο δεύτερο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ (Οκτώβριος 1921) τονίζει ότι «η νέα οικονομική πολιτική σημαίνει αντικατάσταση της υποχρεωτικής παράδοσης των πλεονασμάτων με φόρο, σημαίνει πέρασμα στην επαναφορά του καπιταλισμού σε σημαντικό βαθμό. Σε ποιον ακριβώς (σ.σ. βαθμό) δεν ξέρουμε». («Απαντα», τόμος 44, σελ. 159-161, «Σύγχρονη Εποχή»). Το να βγαίνουμε σήμερα και να λέμε ότι «…η σοβιετική εξουσία δυσκολεύτηκε να διαμορφώσει ένα κεντρικό σχέδιο σοσιαλιστικής οικονομίας από την αρχή, κυρίως λόγω της ύπαρξης ακόμα καπιταλιστικών σχέσεων (ΝΕΠ)…» σημαίνει τουλάχιστον ότι δεν καταλάβαμε τίποτα από τις αναφορές αυτές.

Συνεπώς είναι φανερό ότι αν δε σκύψουμε στην αφετηρία του προβλήματος, μάταια θα αναζητάμε εξηγήσεις και θα κρίνουμε, εκ των υστέρων, αποφάσεις που παίρνονταν σε όλη τη διάρκεια της σοσιαλιστικής οικοδόμησης ως οπορτουνιστικές. Τέτοιες ήταν, αλλά τέτοια θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κάποιος και τη ΝΕΠ άρα και τον Λένιν. Η λογική αυτή δυστυχώς κυριαρχεί σε πολλά σημεία των θέσεων. Ασχολείται μονόπλευρα με «οικονομικά» ζητήματα που προέκυψαν στη διάρκεια της οικοδόμησης, ενώ δεν ασχολείται καθόλου με το τι μέτρα έπρεπε να παρθούν από το 1917 μέχρι και μετά τη λήξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Κλείνοντας τις σκέψεις μου πάνω στο κείμενο των Θέσεων, ειλικρινά εύχομαι – διαλεκτικά ελπίζω – ότι το Συνέδριο του Κόμματος θα σκύψει με μεγαλύτερη προσοχή, νηφαλιότητα και κριτική διαλεκτική σκέψη στα παραπάνω ζητήματα από ό,τι το κείμενο των Θέσεων. Άλλωστε το συγκεκριμένο θέμα, πριν από όλα απαιτεί ξαναψάξιμο των κλασικών, απαιτεί να ξεφύγουμε από τις ευκολίες και τους εύκολους χαρακτηρισμούς. Δε χαρίζουμε σε κανέναν τίποτα από την ιστορία μας.


Χρήστος Δουρίδας
Μέλος ΚΟΒ Αλίμου του ΚΚΕ