Σεξουαλική Επανάσταση

Δημοσιεύουμε το κείμενο του Δρ. Grigory Batkis, που δημοσιεύτηκε στα Γερμανικά το 1925 σαν συμβολή στο πρόγραμμα της Παγκόσμιας Ένωσης για τη Σεξουαλική Μεταρρύθμιση (World League for Sexual Reform ).

Εισαγωγή από τον Φρεντ Γουέστον

Ο Δρ Batkis εργάστηκε στο Ινστιτούτο κοινωνικής υγείας στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας και σε αυτό το κείμενο περιγράφει την κατάσταση που επικρατούσε στη Σοβιετική Ένωση σε σχέση με το οικογενειακό δίκαιο, τα δικαιώματα των γυναικών και των παιδιών, και εξηγεί επίσης τον αντίκτυπο της νέας νομοθεσίας στις ομοφυλοφιλικές σχέσεις.

Μια ανάγνωση αυτού του κειμένου αποκαλύπτει τις εξαιρετικά προοδευτικές αλλαγές που εισήγαγε ο σοβιετικός νόμος σε σύγκριση με την παλιά Τσαρική νομοθεσία. Για παράδειγμα, τα ζευγάρια που συμβίωναν είχαν τα ίδια δικαιώματα με τα νόμιμα παντρεμένα ζευγάρια. Τα παιδιά που θεωρούνται «παράνομα» σύμφωνα με τον τσαρικό νόμο, δηλαδή γεννημένα από ανύπαντρες μητέρες, θεωρούνταν πλέον ισότιμα με τα «νόμιμα» παιδιά. Οι νέοι νόμοι ήταν πολύ προχωρημένοι για την περίοδο. Τοποθέτησαν ακόμη και τα συμφέροντα του παιδιού επάνω από εκείνα των γονέων σε περιπτώσεις νομικών διαφορών. Η υποδεέστερη θέση των γυναικών καταργήθηκε και η «πλήρης πολιτική και οικονομική ισότητα μεταξύ των φύλων» εδραιώθηκε νομικά. Δόθηκε ιδιαίτερη φροντίδα στη στήριξη της μητρότητας όπως πχ με την δημιουργία παιδικών σταθμών στους χώρους εργασίας.

Ο Δρ Batkis εξήγησε ότι η ομοφυλοφιλία «… και οποιαδήποτε άλλη μορφή σεξουαλικής απόλαυσης» είχε το ίδιο νομικό καθεστώς με τις ετεροφυλόφιλες σχέσεις, προσθέτοντας ότι «όλες οι μορφές συνουσίας αντιμετωπίζονται ως προσωπικό θέμα.» Το κράτος παρενέβαινε μόνο εάν συνέτρεχε βία, κακοποίηση ή εξαναγκασμός. Αυτό ήταν μια εξαιρετικά προοδευτική στάση απέναντι στην ομοφυλοφιλία και παρέμεινε έτσι έως ότου η σταλινική πολιτική αντεπανάσταση επανέφερε τις παλιές μορφές καταπίεσης του τσαρικού καθεστώτος.

Το κείμενο του Batkis υπογραμμίζει την προσέγγιση των Μπολσεβίκων στην εξουσία σε αυτά τα ζητήματα. Αργότερα θάφτηκε και ξεχάστηκε αφού το σταλινικό καθεστώς της δεκαετίας του 1930 ακύρωσε ένα μεγάλο μέρος του τι είχε επιτευχθεί για τις γυναίκες και τους ομοφυλόφιλους. Από το 1930, κάθε αντιδραστικός αντικομουνιστής μπορούσε πάντα να δείχνει τον Στάλιν και να λέει «βλέπετε, δείτε τι κάνουν οι κομμουνιστές στους γκέι!». Αλλά η αλήθεια είναι πάντα συγκεκριμένη και αυτό το κείμενο δείχνει ότι οι κομμουνιστές προχώρησαν πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη καπιταλιστική χώρα της εποχής όσων αφορά τα δικαιώματα των γυναικών και των ομοφυλόφιλων.

Όλοι όσοι εξακολουθούν σήμερα να υπερασπίζονται το σταλινισμό πρέπει να εξετάσουν σοβαρά το θέμα αυτό. Γιατί ο Στάλιν και το γραφειοκρατικό καθεστώς στο οποίο ηγούνταν συμπεριφέρθηκε με αυτό το βάρβαρο τρόπο; Περιμένουμε μια απάντηση από τους σημερινούς σταλινικούς και μαοϊκούς!

Η σεξουαλική νομοθεσία στις Σοβιετικές Δημοκρατίες σήμερα είναι το προϊόν της επανάστασης του Οκτώβρη. Αυτό το γεγονός είναι πρωταρχικής σημασίας, όχι μόνο από πολιτική άποψη, στο μέτρο που το προλεταριάτο απέκτησε την πολιτική εξουσία, αλλά επίσης επειδή η επανάσταση είχε αντίκτυπο σε όλους τους τομείς της ζωής.

Οι ηγέτες της επανάστασης δεν ξεκίνησαν το έργο της απελευθέρωσης, θαρραλέα και αποφασιστικά, σπάζοντας τις αλυσίδες των παλαιών νόμων και θεσμών, για να διακηρύξουν απλώς πομπώδεις αρχές στη θέση τους. Αντιμέτωποι με την καθημερινή ζωή, τέτοιες διακηρύξεις θα κατέρρεαν σαν ένας πύργος από τραπουλόχαρτα. Η πρώτη Γαλλική Επανάσταση ήταν το πιο διδακτικό παράδειγμα στο οποίο η γκρίζα θεωρία και η αφηρημένη σκέψη έγιναν η κύρια πηγή έμπνευσης για τους νόμους και τους θεσμούς.

Η κοινωνική νομοθεσία της Ρωσικής Κομμουνιστικής Επανάστασης, από την άλλη πλευρά, δεν προτίθεται να αναπαράγει απλώς την ακαδημαϊκή σοφία, αλλά να αποτελεί έκφραση της ίδιας της ζωής. Μόνο μετά από την επιτυχή ανατροπή του παλαιού καθεστώτος – αυτού του νικηφόρου θριάμβου της πρακτικής έναντι της θεωρίας- ανέκυψε η ανάγκη για μία νέα, στέρεα νομοθεσία. Και έτσι, οι νέοι κανόνες της οικογενειακής ζωής και των σεξουαλικών σχέσεων διαμορφώθηκαν σύμφωνα με τις φυσικές ανάγκες και τις απαιτήσεις του λαού.

 


Η νομοθεσία του Τσάρου αποτελούνταν από πολλούς τόμους, των οποίων οι βασικές αρχές ήταν η αυθαιρεσία, η βία και η υποδούλωση των γυναικών. Ο παλιός ρωσικός γάμος και οι οικογενειακοί νόμοι διαμορφώθηκαν από ένα σύστημα που βασιζόταν στην πολιτική και οικονομική καταπίεση.

Χαρακτηριστικά γνωρίσματα της νομοθεσίας του Τσάρου ήταν τα εξής: η σύλληψη και η αντίληψη της οικογένειας ως θέμα μόνο ιδιωτικού ενδιαφέροντος, η απεριόριστη δύναμη και η εξουσία του αρχηγού της οικογένειας-βασισμένη στο ρωμαϊκό πρότυπο του pater familia-που νομιμοποιείται από αντιεπιστημονικές θρησκευτικές ηθικές αρχές που θεωρούν τη γυναίκα «δοχείο του διαβόλου», αγνοώντας ολοκληρωτικά τις φυσικές σχέσεις.

«Η δε γυνή να φοβείται τον άνδρα » – αυτό το αποδεκτό κομμάτι της «σοφίας», που διδάσκεται στις γυναίκες κατά τη διάρκεια των τελετών γάμου από την Ορθόδοξη Εκκλησία-ήταν η βασική ιδέα πίσω από όλη αυτήν την νομοθεσία. Οι συνθήκες ζωής των παιδιών ήταν πολύ παρόμοιες με εκείνες των γυναικών. Οι σχετικοί νόμοι έφεραν έναν μάλλον βαρυσήμαντο τίτλο: « Για την εξουσία των γονέων».

Οι «παράνομες» εγκυμοσύνες ήταν σχεδόν απροστάτευτες, οι αμβλώσεις τιμωρούνταν με καταναγκαστική εργασία, η γυναικεία και η παιδική εργασία αποτελούσαν ξεδιάντροπα αντικείμενο εκμετάλλευσης. Οι βασικές τάσεις της εν λόγω νομοθεσίας φαίνονται ξεκάθαρα από το εξής γεγονός: Επιτρέπονταν και γίνονταν παρεμβάσεις σε ιδιωτικά θέματα, όπως η σεξουαλική ζωή, υπό την κάλυψη της ανησυχίας για τη δημόσια ηθική, ενώ ταυτόχρονα ενθαρρυνόταν η εξάπλωση της πορνείας.

Οι αδαείς κληρικοί και οι διοικητικές αρχές είχαν τεράστια επιρροή στη μάζα του πληθυσμού, ειδικά στους αγρότες.

Η ιδέα της σατανικής προέλευσης των γυναικών – των οποίων το μόνο δικαίωμα ύπαρξης που προερχόταν από την ικανοποίηση των σεξουαλικών αναγκών των συζύγων τους – διδασκόταν εδώ και αιώνες και έθρεφε την πίστη στην προέλευση από το Θεό αυτών των πραγματικά διαβολικών νόμων.

Υπήρχε μόνο ένα μέσο, μόνο ένας τρόπος με τον οποίο οι εργαζόμενοι και οι αγρότες θα μπορούσαν να είναι αφεντάδες και να ασκούν απεριόριστη εξουσία νομιμοποιημένη από το Θεό και το νόμο. Πολιτικά και οικονομικά καταπιεσμένοι, πάντα ταπεινωμένοι στην καθημερινή τους ζωή, οι εργαζόμενοι και οι αγρότες θα μπορούσαν να είναι μόνο «κύριοι» μέσα στην οικογένειά τους.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι προοδευτικοί εργάτες, οι αγρότες και οι φιλελεύθεροι διανοούμενοι είχαν δηλώσει την αντίθεσή τους στην παλιά μεσαιωνική τάξη που είχε καταπιέσει την ελεύθερη, κοινωνική και ατομική ανάπτυξη στη Ρωσία, η οποία βρισκόταν συνεχώς σε αντίθεση με την πραγματικότητα.

Ο πόλεμος έθεσε τις ευρείες μάζες σε κίνηση. Εκατό εκατομμύρια αγρότες αντιμετώπισαν νέες συνθήκες και άρχισαν να αναπτύσσουν μια νέα αντίληψη της ζωής. Στα εργοστάσια και στην ύπαιθρο οι γυναίκες κατέκτησαν την οικονομική τους ανεξαρτησία κατά την πρώτη περίοδο του πολέμου. Ωστόσο, μόνο η επανάσταση του Οκτώβρη θα μπορούσε να σπάσει τις αλυσίδες, όχι μόνο με επίσημο τρόπο. Η νομοθεσία έγινε επαναστατική . Κανένας από τους παλαιούς, δεσποτικούς και εξόφθαλμα αντιεπιστημονικούς νόμους δεν έμεινε όρθιος. Αυτό ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό από τη μεταρρύθμιση της αστικής νομοθεσίας, όπου οι λεπτές νομικές αποχρώσεις χρησιμοποιούνται για να διασώσουν την έννοια της ατομικής ιδιοκτησίας στη σεξουαλική σφαίρα, και η οποία, σε τελική ανάλυση, χρησιμεύει για να εδραιώσει τα δύο πρότυπα στη σεξουαλική ζωή. Όλοι αυτοί οι νόμοι γράφτηκαν με μια συνειδητή και εσκεμμένη αδιαφορία για την επιστήμη.

Η Σοβιετική νομοθεσία χάραξε έναν τελείως διαφορετικό, εξολοκλήρου νέο δρόμο, με στόχο να ικανοποιήσει τις ανάγκες και τα καθήκοντα της κοινωνικής επανάστασης. Στην ιστορία της ανθρωπότητας αυτή ήταν η πρώτη πραγματική επανάσταση, η πρώτη κοινωνία που ανέλαβε ποτέ ένα τέτοιο έργο.

Η Σοβιετική σεξουαλική νομοθεσία βασίζεται σε αρχές που ικανοποιούν τις απαιτήσεις της πλειονότητας του πληθυσμού και αντιστοιχούν στα πορίσματα της σύγχρονης επιστήμης. Είναι μια έκφραση της σημερινής ζωής, αλλά, την ίδια στιγμή, εξετάζει το αύριο και τις βασικές τάσεις της μελλοντικής ανάπτυξης. Δεν θέλει να παραμείνει ανεπηρέαστη και άκαμπτη μέχρι το τέλος του χρόνου, όπως οι δέκα εντολές. Όπως κάθε κοινωνικός θεσμός, η Σοβιετική νομοθεσία εξαρτάται από τους νόμους της ανάπτυξης.

Οι νόμοι της ανάπτυξης των ανθρώπινων σχέσεων διακηρύσσουν αποφασιστικά ότι με την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, η «οικογένεια» ως οικονομικός θεσμός έχει κλονιστεί στα θεμέλια της.

Οι πολιτικά χειραφετημένες γυναίκες εντάσσονται στην παραγωγή· η παλαιά κατάστασή καταπίεσης τους, κατά την οποία ήταν υποταγμένες στο καθήκον ανατροφής των παιδιών, στην κουζίνα και την εκκλησία, έχει γίνει συντρίμμια.

Η ανατροφή των παιδιών, που προηγουμένως ορίστηκε ως ιδιωτικό καθήκον και θέμα ιδιωτικού ενδιαφέροντος, έχει πλέον γίνει μία από τις ανησυχίες ολόκληρης της κοινωνίας, και προστατεύεται προς το συμφέρον της κοινωνίας και του ατόμου.

Παρόλα αυτά, οι σημερινοί Σοβιετικοί νόμοι αντικατοπτρίζουν μια περίοδο μετάβασης. Καταστρέφουν το παλιό και προετοιμάζουν το νέο, ένα μέλλον που εξακολουθεί να αγωνίζεται να γεννηθεί. Ωστόσο, ταυτόχρονα, εξακολουθούν να αντικατοπτρίζουν τη σημερινή κατάσταση, μια νέα κοινωνία η οποία δεν μπορεί ακόμα να ρυθμίσει τις διαδικασίες της υλικής ζωής στο σύνολό τους, έτσι ώστε να εγγυηθεί τα απαραίτητα εφόδια για όλους τους πολίτες και τη φροντίδα για όλα τα παιδιά.

Οι συνθήκες εργασίας για τις γυναίκες στα εργοστάσια ή σε άλλους χώρους εργασίας δεν επιτρέπουν πλήρως σε όλες τις γυναίκες να εργάζονται στα εργοστάσια ή σε άλλες επιχειρήσεις. Η οικογενειακή μονάδα εξακολουθεί να διατηρεί μεγάλη ισχύ και πρακτική σημασία, και το χαμηλό επίπεδο της τεχνολογίας περιορίζει την άμεση κολεκτιβοποίηση του τρόπου ζωής. Η δημόσια εκπαίδευση των παιδιών μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή πολύ αργά και σταδιακά λόγω έλλειψης υλικών μέσων. Σε αυτήν την περίοδο της μετάβασης, η Σοβιετική νομοθεσία λαμβάνει υπόψη κάθε πτυχή της ζωής και χτίζει τη νέα κοινωνία στις ακόλουθες αρχές:
-Μη παρέμβαση του κράτους ή της κοινωνίας στις σεξουαλικές σχέσεις, στο βαθμό που δεν βλάπτουν ή παραβιάζουν το συμφέρον κανενός.

-Πλήρη οικονομική, κοινωνική και πολιτική ισότητα των δύο φύλων.

-Το κράτος και η κοινωνία είναι νόμιμοι κηδεμόνες και προστάτες των παιδιών και των γυναικών. Η προστασία των παιδιών και των γυναικών απαιτείται σε κάθε τομέα.

-Οι νόμοι που συνδέονται με θρησκευτικές τελετές πρέπει να καταργηθούν.

-Ο νόμος τροποποιείται εάν είναι αναγκαίο · η πρακτική εφαρμογή του νόμου θα είναι η γενική αρχή. Αυτό είναι αρκετά αντίθετο στην παλαιά αρχή «Fiat Justitia Pereat Mundus» [ Ας εφαρμοστεί η δικαιοσύνη και ας χαθεί κόσμος].

Απόσπασμα από τους πρώην νόμους του Τσάρου, ως μια επισκόπηση και για σύγκριση

Άρθρο 106 του κώδικα: ο σύζυγος θα αγαπήσει τη σύζυγό του ως δικό του σώμα και θα ζήσει μαζί της αρμονικά. θα την τιμήσει και θα την βοηθήσει στην αρρώστια. Θα παρέχει στη γυναίκα του τροφή και υποστήριξη στο μέγιστο των δυνατοτήτων του.

Άρθρο 107: μια σύζυγος θα υπακούει τον σύζυγό της ως την κεφαλή της οικογένειας, θα του υποδηλώνει την αγάπη, το σεβασμό και την απεριόριστη υπακοή και θα του δίνει κάθε ικανοποίηση και στοργή ως η κυρία του σπιτιού.

Άρθρο 164: γονικά δικαιώματα: η εξουσία του γονέα επεκτείνεται στα παιδιά, και των δύο φύλων και όλων των ηλικιών. Αυτό υπόκειται σε περιορισμούς που έχουν οριστεί προηγουμένως.

Άρθρο 165: οι γονείς έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν τα πειθαρχικά μέτρα με σκοπό τη βελτίωση των ανυπάκουων νηπίων. Σε περίπτωση αποτυχίας των μέτρων αυτών, οι γονείς εξουσιοδοτούνται:
1) να στείλουν τα παιδιά και των δύο φύλων στη φυλακή σε περίπτωση επίμονης ανυπακοής ενάντια στη γονική εξουσία, την ανήθικη συμπεριφορά και άλλη κραυγαλέα ανάρμοστη συμπεριφορά, εκτός αν απασχολούνται από το κράτος. Η αντίστοιχη νομοθεσία ορίζεται στο άρθρο 1592 «διάταγμα για την τιμωρία» (το έτος 1885).

2) να υποβάλουν παράπονα για τα παιδιά τους σε δικαστικά ιδρύματα. Πεισματική ανυπακοή κατά της γονικής εξουσίας, ανήθικη συμπεριφορά και άλλου είδους κατάφωρη ανάρμοστη συμπεριφορά μπορεί να τιμωρηθεί από ορισμένα μέτρα, όταν απαιτείται από τους γονείς. Τα μέτρα αυτά μπορούν να ανέλθουν σε 2-4 μήνες φυλάκισης και μπορούν να εκτελεστούν από τους γονείς χωρίς συγκεκριμένη έρευνα. Οι γονείς δικαιούνται να μειώσουν ή να άρουν την ποινή κατά την κρίση τους.

Άρθρο 122: είναι καθήκον της αστυνομίας να διασφαλίσει ότι οι νέοι σέβονται τους μεγαλύτερους τους και τους ηλικιωμένους, και ότι τα παιδιά υπακούουν στους γονείς τους.

Άρθρο 177: καθήκοντα των παιδιών: τα παιδιά υποχρεούνται να πιστοποιούν τον ειλικρινή τους σεβασμό, υπακοή, αφοσίωση και αγάπη προς τους γονείς τους. Πρέπει να υπηρετούν τους γονείς τους, να μιλούν γι ‘ αυτούς με εκτίμηση και να υποφέρουν τη γονική επίπληξη και τα σωφρονιστικά μέτρα με υπομονή και χωρίς παράπονα. Ο σεβασμός των παιδιών πρέπει να ισχύει και μετά από το θάνατο των γονιών.

Άρθρο 168: καμία καταγγελία σχετικά με προσωπικές ύβρεις-είτε πρόκειται για αστική ή ποινική φύση- δε θα γίνει δεκτή σε περίπτωση αίτησης από τα παιδιά κατά των γονέων τους. Ο νόμος αυτός δεν ισχύει σε περιπτώσεις γονέων που είναι ένοχοι εγκληματικής συμπεριφοράς απέναντι στα παιδιά τους. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι τοπικές αρχές παρέχουν την απαραίτητη προστασία με τη διερεύνηση της υπόθεσης και τη μεταφορά των προσώπων που θεωρούνται ένοχοι στα δικαστήρια.

Η νέα [Σοβιετική] νομοθεσία

Ο νόμος γάμου της Σοβιετικής Ρωσίας απλοποίησε το γάμο σε μια καθαρά αστική υπόθεση. Μόνο ο πολιτικός γάμος αναγνωρίζεται νόμιμα ως τέτοιος. Τα ζευγάρια που παντρεύτηκαν με θρησκευτικό γάμο πριν από την επανάσταση είναι μια εξαίρεση. Η ισχύς τους καθώς και η ισότιμη νομιμότητά τους σχετικά με τον πολιτικό γάμο επιβεβαιώθηκαν από το νέο νόμο.

Υπάρχουν ειδικά διοικητικά όργανα που έχουν ως αποστολή την καταγραφή των γάμων σε ειδικά μητρώα.

Οι σύζυγοι πρέπει να έχουν πλήρη επίγνωση των συνεπειών των πράξεών τους. Μόνο λογικοί και υπόλογοι μπορούν να καταχωρηθούν για γάμο.

Η έλλειψη ωριμότητας, όπως νεαρή ηλικία, θεωρείται ως ένα βιολογικό εμπόδιο για το γάμο. Η νόμιμη ελάχιστη ηλικία για τους συντρόφους για ένα πολιτικό γάμο πρέπει να είναι 18 ετών για τους άνδρες και 16 έτη για τις γυναίκες. Σε συγκεκριμένα μέρη της χώρας όπου η εφηβεία επιτυγχάνεται νωρίτερα, αυτά τα ελάχιστα κατώτατα όρια ηλικίας μπορούν να μειωθούν. Ένα άλλο εμπόδιο στο γάμο είναι συγγένεια πρώτου βαθμού (Μητέρα-γιος/πατέρας-κόρη, κ. λπ.) Οι γάμοι που παραβίασαν τους νόμους αυτούς εξακολουθούν να ισχύουν εάν δεν παραβιάζουν το νόμο κατά τη στιγμή της εξέτασης (π.χ. η ελάχιστη ηλικία έχει επιτευχθεί) ή εάν ο γάμος έχει οδηγήσει σε παιδιά ή εγκυμοσύνη.

Το ζευγάρι είναι ελεύθερο να επιλέξει είτε το επώνυμο του συζύγου ή της συζύγου, ένα σύνθετο όνομα ή και τα δύο για να κρατήσει τα παλαιά επώνυμά τους. Παραδείγματος χάριν, εάν το επώνυμο του συζύγου είναι Σουλτς και το επώνυμο της συζύγου είναι Μάγιερ, το ζεύγος μπορεί είτε να αποφασίσει να υιοθετήσει το όνομα Σουλτς ή Μάγιερ ως επώνυμο είτε να υιοθετήσει το σύνθετο όνομα Σουλτς-Μάγιερ. Το ίδιο ισχύει και για τα επώνυμα των παιδιών. Το παιδί μπορεί να έχει το επώνυμο είτε του γονέα είτε το σύνθετο επώνυμο ανάλογα με τη συμφωνία των γονέων. Κάθε πολίτης που φθάνει στη νόμιμη ηλικία δικαιούται να αλλάξει το επώνυμό του.

Ο προλετάριος των αστικών κέντρων, που θεωρεί τον εαυτό του ενεργό μέλος της δημόσιας ζωής κάποιες φορές δεν θέλει να μείνει με τη σύζυγό του, που στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν κατανοούσε, ούτε μοιραζόταν τα ενδιαφέροντά του. Έχει λοιπόν αποξενωθεί από τη σύζυγό του και την οικογένειά του και προσπαθεί να απελευθερωθεί από αυτήν. Η γυναίκα παρέμενε πίσω στο σπίτι με τα παιδιά κυρίως ως θύμα, στα πλαίσια των δύσκολων συνθηκών εκείνης της εποχής.

Στις αγροτικές περιοχές, παρατηρείται ένα διαφορετικό φαινόμενο. Ο άντρας,-όντας στρατιώτης σ’ έναν μακρόχρονο πόλεμο, συχνά τραυματισμένος – επιστρέφει στο σπίτι και πολλές φορές βρίσκει τη σύζυγό του με έναν νέο άνδρα και μια νέα οικογένεια. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο άνδρας γίνεται θύμα των συνθηκών.

Η Σοβιετική νομοθεσία, όπως προαναφέρθηκε, αναγκάστηκε να θεσπίσει νόμους που υπερασπίζονται τα δικαιώματα του πιο αδύναμου εταίρου.

Ο αριθμός των διαζυγίων στη συνέχεια άρχισε να μειώνεται. Είναι ακόμη δυνατό να μιλήσουμε για μια εσωτερική ενοποίηση των γάμων στις μέρες μας. Ο ετήσιος αριθμός διαζυγίων στη Μόσχα, για παράδειγμα, ανέρχεται σε 3.500, την ίδια στιγμή που ο αριθμός των τελεσθέντων γάμων φτάνει τους 20.000. Η πλήρης αμοιβαία ελευθερία στη σχέση μεταξύ ανδρών και γυναικών οδηγεί σε μια υγιή φιλική σχέση και στη σταθεροποίηση του γάμου. Οι σύζυγοι είναι οικονομικά ανεξάρτητοι ο ένας από τον άλλο. Η περιουσία που κερδίζεται και ανήκει σε κάθε σύζυγο πριν από το γάμο εξακολουθεί να είναι προσωπική του περιουσία. Οι συμβάσεις που ενδέχεται να υπονομεύσουν τα δικαιώματα ενός συζύγου προς όφελος του άλλου είναι άκυρες. Ταυτόχρονα, όλη η περιουσία που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου είναι ιδιοκτησία και των δύο συζύγων και σε περίπτωση διαζυγίου θα διαιρεθεί ανάμεσά τους.

Οι οικογενειακές δομές στη Σοβιετική Ρωσία δεν έχουν ακόμη ξεπεράσει το στάδιο, όπου στην πλειονότητα των περιπτώσεων ο άντρας εργάζεται και παρέχει τα αναγκαία για την οικογένεια εκτός σπιτιού ενώ η γυναίκα μένει στο σπίτι, φροντίζοντας τα παιδιά.

Είναι δύσκολο να πούμε ποια δουλειά είναι πιο σκληρή, η εργασία του άνδρα στο εργοστάσιο ή η εργασία της γυναίκας στο σπίτι. Σε πολλές περιπτώσεις, οι γυναίκες έχουν σκληρότερη εργασία απ’ ότι οι άνδρες. Ως εκ τούτου, η γυναίκα θεωρείται ότι έχει ίδια δικαιώματα με τον άνδρα πάνω σε οποιοδήποτε οικογενειακό εισόδημα.

Φυσικά, η νομοθεσία αυτή εφαρμόζεται επίσης και για τον άνδρα σε περιπτώσεις που δεν είναι σε θέση να εργαστεί για λόγους υγείας ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, ενώ η γυναίκα είναι οικονομικά ανεξάρτητη.

Γενικά, η νομοθεσία για τον γάμο και την οικογένεια, ορίζει το καθήκον της αμοιβαίας βοήθειας σε περιόδους οικονομικής δυσπραγίας. Μόνο οι σχέσεις αίματος θεωρούνται βάση μιας οικογένειας. Δεν λαμβάνονται υπόψη τυπικές σχέσεις οποιουδήποτε άλλου είδους. Η υιοθεσία παιδιών νομιμοποιήθηκε μόλις πρόσφατα.

Το πρόβλημα των νόμιμων και παράνομων παιδιών έχει παύσει να υφίσταται από το νόμο. Όλα τα παιδιά, τόσο εντός όσο και εκτός γάμου, έχουν τα ίδια δικαιώματα σε σχέση με τους γονείς τους. Οι γονείς έχουν τα ίδια καθήκοντα σε σχέση με τα παιδιά τους, ανεξάρτητα από το αν γεννήθηκαν εντός ή εκτός γάμου. Η θεμελιώδης ιδέα και ο σκοπός του οικογενειακού δικαίου, είναι από κάθε άποψη η προστασία των συμφερόντων των παιδιών. Το οικογενειακό δίκαιο έχει γίνει ένας γνήσιος θεσμός για το παιδί. Η πρώτη ανησυχία του είναι η ταυτοποίηση των γονέων. Η μητέρα υποχρεούται να αναφέρει το όνομα του πατέρα του παιδιού όταν υποβάλλει αίτηση για την καταχώρηση της γέννησης.

Οι σύζυγοι είναι υποχρεωμένοι να επιβεβαιώσουν τα καθήκοντά τους ως γονείς, με την υπογραφή τους.

Ο νόμος τονίζει και υποστηρίζει το δικαίωμα της μητέρας να υποδεικνύει τον πατέρα του παιδιού. Όπως και στη Σκανδιναβία, η μητέρα δικαιούται να αναφέρει το όνομα του άνδρα που θεωρεί ότι είναι ο πατέρας του παιδιού τρεις μήνες πριν από τον τοκετό. Εάν ο αναφερόμενος δεν διαμαρτυρηθεί μέσα σε μια περίοδο δύο εβδομάδων, θα αναγνωριστεί ως ο πατέρας του παιδιού. Σε περίπτωση που διαμαρτυρηθεί, η υπόθεση πηγαίνει στο δικαστήριο. Μια εσκεμμένη ψευδή άρνηση της πατρότητας θα αντιμετωπίζεται ως ψευδορκία και θα τιμωρείται ως ποινικό αδίκημα.

Ο ρωσικός νόμος έχει προβλέψει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η μητέρα δεν μπόρεσε να κατονομάσει το όνομα του πατέρα του παιδιού με βεβαιότητα λόγω σεξουαλικών σχέσεων με δύο ή περισσότερους άνδρες κατά τη διάρκεια της σύλληψης. Στις περιπτώσεις αυτές -στις οποίες οποιοσδήποτε από τους άνδρες θα μπορούσε να είναι ο πατέρας – το δικαστήριο διατάσσει ότι όλοι τους είναι υποχρεωμένοι να πληρώσουν τα έξοδα του παιδιού και να παράσχουν τα απαραίτητα μέσα για τη μητέρα.

Το δικαίωμα της μητέρας να λαμβάνει διατροφή είναι υποχρεωτικό και θα εφαρμοστεί αυστηρά.

Το δικαίωμα διατροφής και οικονομικής ενίσχυσης της μητέρας δεν θα εφαρμόζεται πλέον μόνο νομικά αλλά θα επιβάλλεται από τις δημόσιες αρχές. Αυτό αποτελεί μεγάλη ανακούφιση για τη μητέρα. Η άρνηση πληρωμής διατροφής θα τιμωρείται ως ποινικά κολάσιμο αδίκημα.

Το δικαστήριο αποφασίζει το ποσό της διατροφής βάσει των αναγκών της. Σε περίπτωση μεταβολής των περιστάσεων, είναι δυνατή η αναθεώρηση ή η τροποποίηση της δικαστικής κρίσης ανά πάσα στιγμή. Ομοίως, είναι δυνατό να αναθεωρηθεί η αποδοχή της πατρότητας. Αυτό μπορεί να συμβεί αν το επιθυμήσουν και τα ίδια τα παιδιά.

Τα δικαιώματα των γονέων σχετικά με τα παιδιά αναγνωρίζονται μόνο εάν συσχετίζονται με το συμφέρον και την ευημερία των παιδιών.

Είναι ακόμη δυνατό το δικαστήριο να αντιταχθεί στον κωδικοποιημένο νόμο, αν αυτό είναι προς το συμφέρον του παιδιού.

Από αυτή την άποψη, είναι σαφέστατο το χάσμα που υπάρχει μεταξύ της παλαιάς τσαρικής νομοθεσίας και της νομοθεσίας της νέας Ρωσίας.

Για παράδειγμα, η τσαρική νομοθεσία και ο σημαντικότερος δικαστικός θεσμός, η Γερουσία, επέτρεπαν στους γονείς να πάρουν τα παιδιά τους από οποιαδήποτε κοινωνική φροντίδα και να τα κλείσουν σπίτι ανά πάσα στιγμή, ακόμα κι αν ήταν προφανές ότι η επιστροφή στους γονείς τους θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στα παιδιά. Η σοβιετική νομοθεσία περιέχει παρόμοια άρθρα που παρέχουν στους γονείς το δικαίωμα να διεκδικήσουν το παιδί τους ακόμα κι αν η φροντίδα του έχει ανατεθεί σε άλλους. Αλλά η πρακτική εφαρμογή του νόμου έχει δείξει ότι – σε περίπτωση αμφιβολίας – το δικαστήριο αποφασίζει πάντα υπέρ του συμφέροντος του παιδιού και σε αντίθετη περίπτωση δεν επιτρέπει στους γονείς να διεκδικήσουν την επιστροφή του παιδιού τους στη φροντίδα τους.

Έχουμε μια υπόθεση από την επαρχία του Premsk από το έτος 1919 που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον:

Ένας γιος γεννήθηκε στο παντρεμένο ζευγάρι Baburin το 1913. Ο πατέρας του παιδιού ήταν στρατιώτης εκείνη την εποχή. Κατά τη διάρκεια της απουσίας του, η μητέρα – πάμφτωχη και χωρίς μέσα – άφησε το παιδί στην πόρτα ενός μοναστηριού. Το παιδί βρέθηκε και παραδόθηκε σε ένα άλλο παντρεμένο ζευγάρι, που μεγάλωσε το παιδί σαν να ήταν δικό του. Έξι χρόνια αργότερα το ζευγάρι Baburin άσκησε αγωγή αιτούμενοι την αποκατάσταση των οικογενειακών σχέσεων και την επιστροφή του παιδιού. Το Λαϊκό Δικαστήριο τήρησε το νόμο και προχώρησε στις διαδικασίες υπέρ των βιολογικών γονέων. Ωστόσο, όταν η υπόθεση έφτασε σε υψηλότερο στάδιο της δικαιοδοσίας, αποφασίστηκαν τα εξής: Το άρθρο σχετικά με την επιστροφή του παιδιού θα μπορούσε να εφαρμοστεί μόνο εάν μία τέτοια επιστροφή ήταν προς το συμφέρον του παιδιού. Το παιδί, αφού έζησε στην οικογένεια επί επτά χρόνια και ήταν άνετα στον εν λόγω τόπο, δεν ήθελε να επιστρέψει στους (βιολογικούς) γονείς. Ως εκ τούτου, αποφασίστηκε ότι το παιδί πρέπει να παραμείνει με τους αναδόχους.

Πολλά άλλα παραδείγματα θα μπορούσαν να αναφερθούν κι όλα κατέληξαν σε αποφάσεις με γνώμονα κυρίως το συμφέρον του παιδιού.

Η προστασία του παιδιού δεν θα μπορούσε να ρυθμιστεί νομικά με πιο ορθολογικό και πιο ευέλικτο τρόπο και για τις δυο πλευρές. Το άρθρο 153 του Οικογενειακού Κώδικα συνοψίζει σε μια φράση το πνεύμα που διέπει το οικογενειακό δίκαιο.

Τα δικαιώματα των γονέων αντιμετωπίζονται πάντοτε ως δευτερεύοντα προς το συμφέρον του παιδιού.

Οτιδήποτε προκύπτει στη συνέχεια, κάθε περαιτέρω νομικό βήμα, είναι άμεσα συνυφασμένο μ’ αυτήν την αρχή.

Όσον αφορά στο θέμα της εκπαίδευσης, θα συναποφασίζεται και από τους δυο γονείς και κανένας γονέας δεν θα ενεργεί αυθαίρετα χωρίς τη συγκατάθεση του άλλου. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των συζύγων, το δικαστήριο θα αποφασίζει.

Η κατάχρηση των γονικών δικαιωμάτων οδηγεί στην απώλεια τους. Σε τέτοιες περιπτώσεις το παιδί απομακρύνεται από τους γονείς. Με αυτά τα μέσα, το παιδί βρίσκεται υπό τη συνεχή προστασία του νόμου και καμία εγωιστική ενέργεια (ούτε καν από τους γονείς) δεν μπορεί να βλάψει το παιδί.

Όσον αφορά στην παιδική εργασία η νομοθεσία προβλέπει ότι για να μπορέσει ένα παιδί να εργαστεί απαιτείται και η συγκατάθεση του ίδιου του παιδιού. Το παιδί έχει πλήρη δικαιώματα στη διαχείριση του μισθού του. Η μισθωτή εργασία δεν επιτρέπεται σε εφήβους κάτω των 16 ετών, ενώ η εργασία από την ηλικία των 14 ετών επιτρέπεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.

Η εφαρμογή αυτής της σοβιετικής νομοθεσίας, όχι μόνο απαλλάσσει την οικογένεια από την προηγούμενο καθεστώς υποδούλωσης, αλλά και την προστατεύει από τη βία και την αυθαιρεσία που κυριαρχούσε μέσα στην ίδια την οικογένεια.

Επιπλέον, η σοβιετική νομοθεσία εξετάζει το ζήτημα των υλικών προνομίων που παρέχονται κατά τη γέννηση και επικεντρώνεται στην αλλαγή του ισχύοντος κληρονομικού νόμου σύμφωνα με το πνεύμα της γενικότερης κοινωνικής νομοθεσίας.

Στον πυρήνα της είναι η αρχή της ισότητας· η γέννηση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε μελλοντικές οικονομικές ανισότητες. Η οικογένεια δεν είναι η πηγή συσσώρευσης πλούτου και περιουσίας που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά. Αυτή η θεμελιώδης ανισότητα του αστικού κόσμου και της καπιταλιστικής τάξης έχει τώρα εξαλειφθεί. Η μελλοντική κοινωνική κατάταξη του παιδιού δεν θα καθορίζεται πλέον από την οικονομική και κοινωνική τάξη του γονέα.

Σε αυτό το μεταβατικό στάδιο, η οικογένεια υπάρχει ως θεσμός όπου τα μέλη της βοηθούνται και αλληλοϋποστηρίζονται. Οι ενήλικες που αδυνατούν να εργαστούν, και ιδίως τα παιδιά, μπορούν να ζητήσουν μέσα υποστήριξης από τα άλλα εργαζόμενα μέλη της οικογένειας. Η αξίωση λήγει εάν το εν λόγω μέλος της οικογένειας έχει πρόσβαση σε δημόσιους ή κρατικούς πόρους· για παράδειγμα εάν ένα παιδί βρίσκεται σε βρεφονηπιακό σταθμό ή ένα άτομο με αναπηρία βρίσκεται σε ίδρυμα που ανταποκρίνεται στις ανάγκες του. Τα παιδιά, ωστόσο, δεν έχουν καμία αξίωση στην περιουσία των γονιών τους , ακριβώς όπως οι γονείς δεν έχουν καμία αξίωση απέναντι στην ιδιοκτησία των παιδιών τους.

Ο κληρονόμος μπορεί να αποκτήσει την περιουσία, την οποία έχει κληρονομήσει υπό μία προϋπόθεση: όλες οι υποχρεώσεις προς τα μέλη της οικογένειας του αποθανόντος, πρέπει να έχουν εκπληρωθεί. Επιπλέον, η κληρονομιά δεν μπορεί να υπερβαίνει το όριο των 10.000 ρουβλιών. Ελλείψει διαθήκης, το ποσό των 10.000 ρουβλίων κατανέμεται ομοιόμορφα σε όλα τα μέλη της οικογένειας. Το υπερβάλλον αποτελεί ιδιοκτησία του κράτους. (**)

[(**) Κώδικας περί κληρονομιάς. Το ποσό των 10.000 ρουβλίων αντιπροσωπεύει την κοινή μέση αξία της αγροτικής περιουσίας, δηλαδή των αποθεμάτων και των κτιρίων. Το ίδιο το έδαφος δεν μπορεί να μεταφερθεί επειδή δεν θεωρείται ιδιωτική περιουσία. Παρ ‘όλα αυτά, παραδίδεται σ’ έναν αγρότη για τη χρήση του για όλη του τη ζωή. Κάθε μέλος της οικογένειας λαμβάνει ένα μέρος του εδάφους ανεξάρτητα από την ηλικία του.]

Η απελευθέρωση των γυναικών και η προστασία των παιδιών δεν περιορίζονται στη σφαίρα της οικογένειας και του γάμου. Η γενική νομοθεσία της σοβιετικής Ρωσίας καθιέρωσε πλήρη πολιτική και οικονομική ισότητα μεταξύ των δύο φύλων.

Η μητέρα έχει ειδική νομική προστασία. Η προστασία της μητρότητας αποτελεί εξέχον στοιχείο του εργατικού νόμου. Μια μητέρα μπορεί να κάνει χρήση της άδειας μητρότητας για περίοδο τριών μηνών συνολικά.

Επιπλέον, υπάρχει πρόβλεψη να μειωθούν οι ώρες της εργάσιμης ημέρας για τις γυναίκες στα περισσότερα εργοστάσια. Επίσης, είναι δυνατή η ειδική άδεια απουσίας για τη θηλάζουσα μητέρα κατά τη διάρκεια του χρόνου εργασίας της.

Εκτός αυτού, στα πλαίσια της νομοθεσίας για την κοινωνική περίθαλψη έχουν παρθεί διάφορα κυβερνητικά μέτρα με στόχο τη βελτίωση της υγειονομικής περίθαλψης και την κάλυψη των ειδικών αναγκών των μητέρων, καθώς και μια σειρά μέτρων που παγιώνουν τα δικαιώματα μητρότητας αλλά και τα υλικά μέσα που της επιτρέπουν να εφαρμόσει τα δικαιώματά της στην πράξη. Εδώ, το δικαίωμα της μητέρας στη μητρότητα δεν είναι απλή δήλωση, ούτε μία κενή πρόταση ενός αστικού συντάγματος (βλ. Σύνταγμα της Βαϊμάρης).

Το δικαίωμα μητρότητας θεμελιώνεται επιπλέον μέσω πολυάριθμων ιδρυμάτων που βοηθούν και προστατεύουν τόσο τη μητέρα όσο και το παιδί.

Αρκεί να αναφερθούμε σε συγκεκριμένους κανόνες σχετικά με τη φροντίδα μητέρων και παιδιών που εφαρμόζονται και έχουν το χαρακτήρα της κοινωνικής προστασίας: για παράδειγμα, υπάρχουν συγκεκριμένα μέτρα που διευκολύνουν μια μητέρα να θηλάζει το παιδί της. Σχεδόν όλα τα μεγάλα εργοστάσια και εταιρείες με υψηλό ποσοστό γυναικών εργαζομένων υποχρεούνται να δημιουργούν βρεφονηπιακούς σταθμούς. Επίσης, κατά τη διάρκεια της εποχιακής εργασίας, για παράδειγμα τη θερινή περίοδο στην ύπαιθρο, υπάρχουν αντίστοιχα, θερινοί βρεφονηπιακοί σταθμοί.

Ένα άλλο θέμα με τεράστιο κοινωνικό ενδιαφέρον είναι το θέμα της άμβλωσης. Η σοβιετική νομοθεσία δεν αντιμετωπίζει τη διαδικασία της άμβλωσης ως ένα ζήτημα άσχετο από την υγεία της γυναίκας και τα νομοθετικά όργανα δεν είναι αδιάφοροι και ουδέτεροι μάρτυρες και παρατηρητές των συνθηκών διαβίωσης που αναγκάζουν χιλιάδες γυναίκες να προβούν σε άμβλωση. Ο Η. Semashko (Σημείωση: Λαϊκός Κομισάριος για την Υγεία από το 1918 έως το 1930) γράφει σε ένα άρθρο: ούτε μια εργαζόμενη γυναίκα ούτε μια αγρότισσα δεν προχωρά σε άμβλωση επειδή δε θέλει να έχει παιδιά, προχωρά σ’ αυτή μάλλον επειδή δεν μπορεί να έχει επιπλέον παιδιά. Οι περισσότερες από αυτές τις γυναίκες έχουν ήδη παιδιά. Μόλις το ένα πέμπτο των γυναικών που προχωρούν σε άμβλωση είναι άτεκνες. Κατά μέσο όρο, προχωρούν σε άμβλωση μετά το τέταρτο παιδί.

Το χαμηλό πολιτιστικό επίπεδο των μαζών υποβαθμίζει τη γυναίκα σε μια μηχανή γέννησης. Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι οικογένειες με πολλά παιδιά δεν διαθέτουν τα μέσα για να θρέψουν τους απογόνους τους, η άμβλωση φαίνεται να είναι ένα φυσικό εργαλείο για την προστασία της γυναίκας από τη συνολική εξάντληση και των παιδιών από την πείνα και τη δυστυχία.

Όσο το κράτος δεν μπορεί να προσφέρει πλήρη ασφάλεια και προστασία για κάθε παιδί που γεννιέται, δεν έχει κανένα δικαίωμα να αναγκάσει μια γυναίκα να γεννήσει παιδιά. Επιπλέον, η ίδια η ζωή είναι ισχυρότερη από οποιαδήποτε νομοθεσία και έχει τη δική της αξία.

Ακόμη και στην τσαρική Ρωσία γίνονταν αμβλώσεις, όπως και σε άλλες χώρες όπου οι γυναίκες απειλούνται με δρακόντεια τιμωρία αν προχωρήσουν σε διακοπή της κύησης.

Ο αριθμός των αμβλώσεων ανερχόταν σε εκατοντάδες χιλιάδες. Ωστόσο, μόνο μερικές εκατοντάδες υποθέσεις οδηγούνταν στο δικαστήριο. Οι περισσότερες από τις μητέρες ήταν φτωχές και ανίσχυρες. Μπορούμε να ανιχνεύσουμε κάποια ηθική και ανθρωπιστική αξία σε αυτούς τους φοβερούς νόμους;

Η Σοβιετική νομοθεσία – απαλλαγμένη από οποιαδήποτε υποκρισία ή ψευδεπίγραφη ηθική – έχει πλέον προχωρήσει στην πλήρη αποποινικοποίηση της άμβλωσης. Παρέχει επίσης στις γυναίκες που οδηγούνται στην άμβλωση εξαιτίας δύσκολων περιστάσεων, το δικαίωμα να έχουν μια διαδικασία όσο το δυνατόν ασφαλέστερη και υπό συνθήκες υγιεινής. Μέχρι το τέλος του 1920, θεσμοθετήθηκε ότι η διακοπή της εγκυμοσύνης μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο από γιατρούς σε νοσοκομείο. Αργότερα, ο Ποινικός Κώδικας όριζε ότι ήταν δυνατή η τιμωρία για την πραγματοποίηση μιας άμβλωσης μόνο εάν αυτή έρχεται σε άμεση αντίθεση με το νόμο. Ως εκ τούτου, θεωρείται εγκληματική πράξη:

1. Η εκτέλεση της άμβλωσης από μη ιατρό.

2. Η εκτέλεση άμβλωσης κάτω από αντίξοες συνθήκες ή η εκτέλεση άμβλωσης ως αποκλειστική εργασία (αυτό αφορά και τους γιατρούς).

Η τελευταία περίπτωση επισείει σημαντικά υψηλότερη ποινή. Η γυναίκα, όμως, δεν τιμωρείται σε καμία περίπτωση.. (*)

[(*) Κεφάλαιο 5 του Ποινικού Κώδικα, Μέρος 1ο, Ανθρωποκτονία, Άρθρο 146. Αν η άμβλωση του εμβρύου ή οποιαδήποτε τεχνητή διακοπή της κύησης διεξαχθεί χωρίς την απαραίτητη ιατρική εκπαίδευση και κατάρτιση ή υπό αντίξοες συνθήκες, προβλέπεται ποινή ενός έτους φυλάκισης ή υποχρεωτικής εργασίας, ακόμα και αν υφίσταται συναίνεση της μητέρας. Αν η άμβλωση διεξήχθη με σκοπό το κέρδος ή χωρίς τη συναίνεση της μητέρας ή οδήγησε σε θάνατο της, η ποινή αυξάνεται έως και 5 έτη φυλάκισης.]

Αυτοί οι νόμοι ίσως έχουν αρνητικές συνέπειες ή ορθότερα αρνητικές επιρροές και να θεωρηθούν ως ενθάρρυνση για αμβλώσεις ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου δεν συντρέχουν σοβαροί λόγοι για μια τέτοια απόφαση. Πολύ συχνά, η γυναίκα αποφασίζει να προχωρήσει σε άμβλωση εξαιτίας της ελλιπής ενημέρωσης σχετικά με τα δικαιώματα που μπορεί να απολαύσει ως μητέρα ή ακόμα επειδή δεν είναι σε θέση να τα διεκδικήσει κι όχι επειδή βρίσκεται σε δύσκολη θέση.

Ιδιαίτερα όσον αφορά τις αποκαλούμενες «παράνομες» εγκυμοσύνες, οι γυναίκες τίθενται υπό τεράστια πίεση: ντροπή, έλλειψη γνώσης των δικαιωμάτων της μητέρας απέναντι στον πατέρα του παιδιού κ.α. Όλοι αυτοί οι λόγοι αναγκάζουν τη γυναίκα να προσφύγει σε άμβλωση.

Προκειμένου να επιτευχθεί μια αλλαγή, συγκροτήθηκαν ειδικές επιτροπές – αποτελούμενες κυρίως από εργαζόμενες γυναίκες και γυναίκες της υπαίθρου. Οι γυναίκες που σκοπεύουν να διακόψουν την εγκυμοσύνη τους θα αντιμετωπιστούν με φιλικό και συντροφικό τρόπο. Στο σύνολό τους, θα λαμβάνονται υπόψη όλοι οι παράγοντες που οδηγούν μια γυναίκα να θέλει να προχωρήσει στη διακοπή της κύησης. Θα βρεθούν μέσα και πόροι για να αποφευχθεί η άμβλωση. Σ’ αυτό το πλαίσιο, θα εξηγηθούν στη μητέρα όλα τα δικαιώματά της (ιδιαίτερα σε εκείνη που βρίσκεται σε «παράνομη» εγκυμοσύνη) θα τη βοηθήσουν να μάθει τον πατέρα του παιδιού και να διεκδικήσει διατροφή από αυτόν. Θα της προταθεί υλική στήριξη, δεδομένου ότι μπορεί να βρει κατάλυμα σε αντίστοιχη κρατική εγκατάσταση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και του θηλασμού. Εάν κριθεί απαραίτητο, το παιδί μπορεί να ανατραφεί με έξοδα του ίδιου του κράτους. (*)

[(*) Έκτρωση. Η άμβλωση πραγματοποιούταν από θεραπευτές ή μαίες και αποτελούσε μυστικό. Αυτές οι επεμβάσεις είχαν συχνά ως αποτέλεσμα σοβαρούς τραυματισμούς και επιπλοκές που προκαλούσαν ακόμα και το θάνατο της γυναίκας. Σήμερα, αντιμετωπίζονται ως ιατρική πράξη. Το γεγονός ότι ο αριθμός των αμβλώσεων στα νοσοκομεία έχει αυξηθεί, επομένως, δεν αποτελεί επιχείρημα κατά του σοβιετικού δικαίου αλλά μάλλον υπέρ αυτού. Οι στατιστικές αποκαλύπτουν ότι υπήρξε μείωση του αριθμού των γυναικών που επισκέπτονται ένα νοσοκομείο για να αντιμετωπίσουν τις επιπλοκές μιας άμβλωσης. Χαρακτηριστικά, μεταξύ του 1910 και του 1922 ο αριθμός αυτός μειώθηκε κατά 50% σ’ ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα γεννήσεων της Μόσχας. Ο αριθμός των ιατρικών ασθενειών στον τομέα αυτό μειώθηκε ακόμη περισσότερο. Ο αυξανόμενος αριθμός αμβλώσεων που πραγματοποιούνται στα νοσοκομεία δείχνει ότι οι γυναίκες απευθύνονται κυρίως σε νοσοκομεία και επομένως προστατεύονται από τους κινδύνους που απορρέουν από μία μη επαγγελματική διαδικασία.]

Σε πολλές περιπτώσεις – ειδικά κατά την πρώτη εγκυμοσύνη όπου η άμβλωση είναι πιο επικίνδυνη – είναι δυνατόν να αποτραπεί μια πρόωρη διακοπή της εγκυμοσύνης. Σε δύσκολες περιπτώσεις, όπου το ζήτημα δεν μπορεί να επιλυθεί εύκολα, όπως σε οικογένειες με πολλά παιδιά η άμβλωση θα αναγνωρίζεται ως πιθανή λύση.

Και όμως, ακόμη και με την ισχυρότερη και πιο αποφασισμένη βούληση και τις πιο ισχυρές φιλοδοξίες της σοβιετικής κυβέρνησης, αυτό το ευνοϊκό νομοθετικό περιβάλλον δεν είναι ικανό να υπερνικήσει το ζυγό αιώνων καταπίεσης και δουλείας των γυναικών. Παρόλο που το ευρύ κοινό της χώρας έδειξε ευρεία συμπάθεια προς αυτά τα μέτρα, κατέστη προφανές ότι ήταν αδύνατο να υπερπηδήσουμε όλα τα σκληρά, αποκρουστικά κατάλοιπα καταπίεσης των γυναικών που υπήρχαν εδώ και αιώνες.

Έχουμε ήδη αναφέρει ότι η σοβιετική νομοθεσία έπρεπε να αγωνιστεί ενάντια σε όλα τα ερείπια εκείνων των εθνικών θεσμών των νομαδικών λαών της Ανατολής.

Συνεχίζει να αγωνίζεται -και μαζί με αυτή, ολόκληρη η κοινωνία- μια σκληρή και δύσκολη μάχη ενάντια σε μία άλλη βάρβαρη κληρονομία της παλαιάς τάξης: την πορνεία.

Κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου – την περίοδο της γενικής υποχρέωσης για εργασία – φαίνεται ότι το ζήτημα της πορνείας έπαψε να υπάρχει. Αυτό προέκυψε για τους ακόλουθους λόγους:

1. Δεν υπήρχε ανεργία και κατά συνέπεια δεν υπήρχε κανένας λόγος για τις γυναίκες να εκδίδονται.

2. Απέναντι στον οικονομικό αποκλεισμό και τη γενική υποχρέωση εργασίας υπήρξε περιορισμένη ζήτηση για πορνεία, καθώς όλοι λάμβαναν μόνο όσα χρειάζονταν για την ικανοποίηση των βασικών τους αναγκών. Την ίδια στιγμή η αστική τάξη είχε εξαφανιστεί για αρκετό καιρό.

Εκείνη την εποχή, η σοβιετική νομοθεσία αντιμετώπιζε τις πόρνες ως “λιποτάκτες” από την εργασία. Όλοι οι πολίτες είχαν εξίσου τα ίδια δικαιώματα για να ικανοποιήσουν τις πιο βασικές ανάγκες τους. Το τέλος του εμφυλίου πολέμου σήμανε τον τερματισμό της γενικής υποχρέωσης εργασίας, κάτι που συνεπαγόταν την ανεργία – ειδικά για τις γυναίκες. Από την άλλη πλευρά, η Ρωσία βίωσε την άνοδο μιας νέας αστικής τάξης. Οι λεγόμενοι άνθρωποι της ΝΕΠ δημιούργησαν τεράστιες περιουσίες και ως εκ τούτου, μια νέα ζήτηση για υπηρεσίες πορνείας.

Αυτά τα δύο στοιχεία οδήγησαν στην επαναφορά της πορνείας.

Τα μέτρα κατά της πορνείας έλαβαν νέα μορφή. Η πορνεία δεν θεωρήθηκε πλέον ως λιποταξία από την εργασία, αφού το κράτος δεν ήταν σε θέση να στηρίξει κάθε άνεργη γυναίκα και να της παράσχει δυνατότητα εργασίας.

Ως εκ τούτου, η καταπολέμηση της πορνείας δεν είναι σε καμία περίπτωση αγώνας κατά της γυναίκας που εκδίδεται.

Λαμβάνονται συνεχώς νέα μέτρα για την άμβλυνση των επιπτώσεων της ανεργίας στις γυναίκες. Μέτρα όπως η οργάνωση ενισχυτικών δομών για τις άνεργες γυναίκες, η δημιουργία άσυλων και καταφυγίων για τις άστεγες γυναίκες και η εκπαίδευση των μαζών έχουν ιδιαίτερη σημασία.

Εκδικητικές ενέργειες απαγορεύονται αυστηρά, δηλαδή απαγορεύεται κατηγορηματικά ο έλεγχος ή οποιοδήποτε είδος σύλληψης και ενόχλησης -μυστικής ή φανερής- των ίδιων των εκδιδομένων.

Μεταγενέστερα διατάγματα επιβεβαιώνουν αυτή τη θέση, αφού οι διοικητικοί και οι κοινωνικοί θεσμοί στρέφουν την προσοχή τους κυρίως εναντίον όλων των παραγόντων που οδηγούν σ’ αυτήν καθώς και των συνεπειών της.

Ο Ποινικός Κώδικας προβλέπει την πιο σκληρή τιμωρία των ιδιοκτητών μπαρ (πορνείων), και των εμπόρων γυναικών που διευκολύνουν την πορνεία. Ο αγώνας κατά της πορνείας δεν είναι απλώς διοικητικό θέμα.

Τα πανρωσικά θεσμικά όργανα, καθώς και οι τοπικές επιτροπές καταπολέμησης της πορνείας, απαρτίζονται από αιρετούς των τοπικών διοικήσεων και από εκπροσώπους διαφόρων δημόσιων και επαγγελματικών οργανώσεων, ιδίως από γυναικείες οργανώσεις. Επιπλέον, τα συμβουλευτικά κέντρα για τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα (ΣΜΝ) διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην καταπολέμηση της πορνείας. Το εύρος και τα καθήκοντα αυτών των συμβουλευτικών κέντρων κυμαίνονται από την ιατρική αντιμετώπιση των ΣΜΝ μέχρι την ενημέρωση του κοινού για τη συσχέτιση μεταξύ της εξάπλωσης των ΣΜΝ και της αύξησης της πορνείας.

Για το σκοπό αυτό, τα συμβουλευτικά κέντρα συνεργάζονται με τους οργανισμούς για την αντιμετώπιση της πορνείας. Εφαρμόζουν μέτρα που σχετίζονται με την κοινωνική ενίσχυση και παρέχουν μια ευκαιρία σ’ αυτές τις ατυχείς γυναίκες να εγκαταλείψουν το δύσκολο επάγγελμά τους.

Ταυτόχρονα, η θεμελιώδης προσέγγιση της σοβιετικής νομοθεσίας σχετικά με τα σεξουαλικά ζητήματα του ατόμου είναι η μη παρέμβαση.

Γενικά όμως, όταν η ατομική ελευθερία στη σεξουαλική σφαίρα οδηγεί σε επικίνδυνες καταστάσεις για το κοινωνικό σύνολο, το σοβιετικό δικαστικό σύστημα προσπαθεί να παρεμβαίνει νομοθετικά.

Ομοίως, η σοβιετική δικαιοσύνη θέτει αυστηρούς νόμους εναντίον εκείνων που ενεργούν με βίαιο και εγωιστικό τρόπο απέναντι στα συμφέροντα του άλλου, στα πλαίσια της σεξουαλικής ζωής.

Επιπλέον, ο Ποινικός Κώδικας προβλέπει αυστηρές ποινές για όσους δεν ανταποκρίνονται στις αστικές τους υποχρεώσεις, όπως η μη καταβολή διατροφής και η παραμέληση των πατρικών καθηκόντων.

Ένα ειδικό μέρος του κώδικα επεξεργάζεται τα σεξουαλικά αδικήματα. Ως σεξουαλικό αδίκημα θεωρείται οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη με ένα παιδί. Η ποινή είναι φυλάκιση 3 έως 5 ετών.

Όσο πιο οδυνηρή μια σεξουαλική πράξη με ένα παιδί είναι, τόσο πιο σοβαρή θα είναι η τιμωρία από τα παραπάνω νομικά πλαίσια.

Ο Ποινικός Κώδικας προβλέπει αυστηρές ποινές για το βιασμό με φυσική ή ψυχολογική υποταγή, καθώς και για τον εξαναγκασμό μιας γυναίκας που βρίσκεται σε κατάσταση αδυναμίας, να προχωρήσει σε σεξουαλική επαφή, ιδιαίτερα αν εξαρτάται από τον θύτη εξαιτίας υλικής ή εργασιακής σχέσης. Την ίδια στιγμή ποινικά κολάσιμο αδίκημα θεωρείται κι η μόλυνση με σεξουαλική νόσο.

Ωστόσο, η νομοθεσία δεν παρεμβαίνει σε καμία σεξουαλική σχέση μεταξύ δύο ενήλικων ατόμων που δεν είναι εξαναγκαστική και η οποία δεν περιλαμβάνει στοιχεία πίεσης. Η σεξουαλική επαφή αυτού του είδους αντιμετωπίζεται ως ζήτημα ιδιωτικού ενδιαφέροντος των εμπλεκόμενων προσώπων. Επομένως, το ζήτημα της δημόσιας ηθικής δεν έχει σημασία για τη νομοθεσία.

Οι πράξεις ομοφυλοφιλίας, σοδομισμού και οποιωνδήποτε άλλων μορφών σεξουαλικής ευχαρίστησης έχουν την ίδια νομική κατάσταση με τα προαναφερθέντα. Ενώ η ευρωπαϊκή νομοθεσία ορίζει όλα αυτά ως παραβίαση της δημόσιας ηθικής, η σοβιετική νομοθεσία δεν κάνει καμία διάκριση μεταξύ της ομοφυλοφιλίας και της αποκαλούμενης «φυσικής» συνουσίας. Όλες οι μορφές συνουσίας αντιμετωπίζονται ως προσωπικό ζήτημα. Η ποινική δίωξη εφαρμόζεται μόνο σε περιπτώσεις βίας, κατάχρησης ή παραβίασης των συμφερόντων των άλλων.

Αυτές είναι οι βασικές προθέσεις της επανάστασης σχετικά με τη σεξουαλικότητα του ατόμου. Αυτή η επαναστατική νομοθεσία αντικατοπτρίζει τη σεξουαλική επανάσταση όπως εξελίχθηκε στην πραγματική ζωή.

Οι εχθροί αυτής της νέας κοινωνίας εφευρίσκουν μύθους και ψέματα σχετικά με την επικράτηση ενός ελεύθερου, άγριου και ασύδοτου έρωτα, την “κοινωνικοποίηση” των γυναικών και παρόμοιες ανοησίες και προσπαθούν να τις εξαπλώσουν σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Μετά από όλα αυτά που έχουν περιγραφεί εδώ, είναι προφανές πόσο ηλίθιες και ψευδείς είναι τέτοιου είδους ειδήσεις. Η παρατήρηση της πραγματικής ζωής μάς διδάσκει ακριβώς το αντίθετο.

Έχει αναφερθεί προηγουμένως ότι οι συζυγικές σχέσεις έχουν βιώσει μια εσωτερική ενοποίηση και, σ’ αυτό το σημείο αξίζει να αναφέρουμε για τις σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ των εφήβων.

Αμέσως μετά τη μεγάλη επαναστατική έκρηξη που έζησε η Σοβιετική Ρωσία, η σεξουαλική ζωή των νέων αποτέλεσε ζήτημα ιδιαίτερης ανησυχίας. Έφερε πίσω τις αναμνήσεις του 1905, και της πικρής εμπειρίας του αναστοχασμού σε σχέση με τη σεξουαλική αυτοπραγμάτωση της νεολαίας – της αστικής και της λεγόμενης μορφωμένης νεολαίας ειδικότερα – σε περιόδους ενίσχυσης της αντίδρασης.

Συγκεκριμένα, η ζωή των διανοούμενων και ιδιαίτερα της νεολαίας, κατά τη διάρκεια της αντίδρασης γέμισε με πορνογραφική λογοτεχνία, όπως η «Shanin» του Arzibashev, και σεξουαλικούς κύκλους και συλλόγους στους οποίους θα μπορούσε κάποιος να απελευθερώσει απερίσκεπτα τη σεξουαλικότητά του.

Ποια ήταν η κατάσταση στη Ρωσία κατά την περίοδο της Οκτωβριανής Επανάστασης και κατά τον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε και ποια ήταν η κατάσταση της ρωσικής νεολαίας κατά τη μεταβατική περίοδο προς στην περίοδο ειρηνικής οικοδόμησης μιας νέας κοινωνίας;

Ο ερωτισμός και η σεξουαλικότητα ήταν μάλλον έννοιες που είχαν τεθεί στο περιθώριο κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Η νεολαία ζούσε και ανέπνεε για τη μεγάλη επαναστατική ιδέα και απορροφήθηκε από το επαναστατικό πνεύμα της περιόδου. Κατά τη διάρκεια των πιο ήρεμων ετών της ανασυγκρότησης, υπήρχε ο φόβος ότι η νεολαία – η οποία είχε ηρεμήσει και αποστασιοποιηθεί πια – θα ακολουθήσει ένα μονοπάτι ασύδοτου ερωτισμού, όπως βίωσε το έτος 1905.

Ωστόσο, αυτό δεν συνέβη. Το παθιασμένο έργο οργάνωσης της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής ήταν η «πνευματική τροφή» της νεολαίας, ιδιαίτερα της γυναικείας νεολαίας.

Βάσει των εμπειριών από τη Σοβιετική Ρωσία, θα υποστήριζα ότι υπήρξε μια διαδικασία σεξουαλικής αποστασιοποίησης μεταξύ των γυναικών. Η διαδικασία της κοινωνικής απελευθέρωσης και η ενσωμάτωσή των γυναικών σε μια διαδικασία μετάβασης από “απλό θηλυκό” σε ένα πραγματικό ανθρώπινο πλάσμα με σημαντική θέση στην κοινωνία αντικατέστησε προσωρινά τη σεξουαλική τους επιθυμία.

Από τώρα και στο εξής, βασική δραστηριότητα θα είναι η σεξουαλική εκπαίδευση των νέων. Η εκπαίδευση είναι πάντα το πρώτο βήμα σε μια διαδικασία δημιουργίας νέων κοινωνικών συμβάσεων και μιας νέας ζωής.

Τα ζητήματα της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης είναι πάντα επίκαιρο ζήτημα στη Σοβιετική Ρωσία και σύντομα πρόκειται να αποτελέσουν θέμα των πιο ζωντανών συζητήσεων στο Πανρωσικό συνέδριο των Σοβιέτ.

Η ανατροφή υγειών ανθρώπων, πολιτών της μελλοντικής κοινωνίας των οποίων οι φυσικές επιθυμίες θα είναι πλήρως συγχρονισμένες με τα μεγάλα κοινωνικά καθήκοντα που βρίσκονται μπροστά τους, θα είναι το βασικό καθήκον της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στη Ρωσία. Επομένως, πρέπει να ενθαρρύνεται κάθε δημιουργικό στοιχείο στις φυσικές επιθυμίες και να αφαιρεθεί οτιδήποτε έχει επιζήμιες και βλαβερές επιπτώσεις στην προσωπική ανάπτυξη ενός μέλους της συλλογικής ομάδας.

Μια κοινωνία βασισμένη σ’ αυτές τις αρχές θα είναι μια κοινωνία αρμονίας και αγάπης για τη ζωή. Σήμερα, έχουμε ήδη δει την απελευθέρωση της αγάπης από όλους τους πολιτικούς και οικονομικούς περιορισμούς. Η ελεύθερη αγάπη στη Ρωσία δεν είναι ένα είδος αχαλίνωτης και άγριας αυτοπραγμάτωσης, αλλά μάλλον μια σχέση ανάμεσα σε δύο ελεύθερους και ανεξάρτητους ανθρώπους.

Γερμανική μετάφραση από τη Stephanie Theilhaber, 1925, Δημοσιεύθηκε από τον Δρ Felix A. Theilhaber – 1925

Μετάφραση: Θωμάς Γεωργίου, Σοφία Ππακωνσταντίνου, Ηλίας Κυρούσης