Ο ρόλος της εργασίας στην εξανθρώπιση του πιθήκου

Δημοσιεύουμε σήμερα μια άκρως ενδιαφέρουσα συνοπτική παρουσίαση των συμπερασμάτων, που περιέχονται στο κείμενο του Φρίντριχ Ένγκελς «Ο ρόλος της εργασίας στην εξανθρώπιση του πιθήκου», γραμμένη από τον Βρετανό μαρξιστή και μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού «Socialist Appeal» σ. Ρόμπ Σιούελ.

Η μπροσούρα του Ένγκελς, «Ο ρόλος της εργασίας στην εξανθρώπιση του πιθήκου», γραμμένη το 1876 και δημοσιευμένη 20 χρόνια αργότερα, περιέχει πολλές καταπληκτικές εμβαθύνσεις στη θεωρία τις ανθρώπινης εξέλιξης.

Ο Ένγκελς, έχοντας στη διάθεσή του μόνο ελάχιστα απολιθώματα ή ενδείξεις, κατάφερε να προτείνει μια σταθερή και συνεπή εξήγηση της εξέλιξης του ανθρώπου που προχωρούσε μπροστά από τις τότε σύγχρονες επιστημονικές αντιλήψεις, επειδή εφάρμοσε τη μέθοδο του διαλεκτικού υλισμού. Αυτή η ερμηνεία παραμένει ως σήμερα ο κύριος μοχλός της μαρξιστικής αντίληψης της εξέλιξης του ανθρώπου.

Μια εξέταση της εργασίας του, στο φως των σύγχρονων επιστημονικών κατακτήσεων και θεωριών, μπορεί ίσως να ανατρέψει αυτή ή εκείνη τη δευτερεύουσα λεπτομέρεια της δουλειάς του Ένγκελς, αλλά θα δείξει πως το γενικό περιεχόμενο των επιχειρημάτων του ήταν σωστό. Με άλλα λόγια, η μπροσούρα αυτή παραμένει ένα εκπληκτικό παράδειγμα της διαλεκτικής μεθόδου.

Διαλεκτικός υλισμός

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς κατέληξαν στην ίδια φιλοσοφική μέθοδο – στο διαλεκτικό υλισμό – αν και από διαφορετικούς δρόμους. Η αντίληψή τους ήταν υλιστική, με την έννοια πως θεωρούσαν πως όλα τα φυσικά φαινόμενα και η κοινωνική εξέλιξη βασίζονταν, σε τελική ανάλυση, στις υλιστικές εξελικτικές διαδικασίες και όχι σε πνευματικές ή μεταφυσικές (ιδεαλιστικές) αιτίες. Την ίδια στιγμή, θεώρησαν πως η κοινωνία και η φύση βρίσκονται σε μια σταθερή διαδικασία διαλεκτικής αλλαγής, που σημαίνει αλλαγές μέσα από αντιθέσεις. Τα πάντα βρίσκονται σε κατάσταση κίνησης, γεννιούνται και εξαφανίζονται.

Και οι δύο, ο Μαρξ και ο Ένγκελς, εφάρμοσαν τη φιλοσοφική τους μέθοδο, ειδικά στις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις, στον ιστορικό υλισμό. Το βασικότερο έργο του Μαρξ, το Κεφάλαιο, αποκάλυψε τους γενικούς νόμους της κίνησης του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά οι δύο μεγάλοι ιδρυτές του επιστημονικού σοσιαλισμού προσπαθούσαν να εξηγήσουν πως ο καπιταλισμός είναι μόνο ένα απλό στάδιο στην κοινωνική εξέλιξη. Όπως ακριβώς το καπιταλιστικό σύστημα γεννήθηκε σαν το αποτέλεσμα των κοινωνικών δυνάμεων και των αντιθέσεων της φεουδαρχικής κοινωνίας, έτσι θα ανατραπεί από τις αντιθέσεις που μεταφέρει μέσα του, για να αντικατασταθεί από μια σοσιαλιστική κοινωνία.

Η έμφαση που έδωσαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς στη μεταβατική φύση του καπιταλισμού, τους οδήγησε αναπόφευκτα σε μια εξέταση των προ-καπιταλιστικών κοινωνιών. Προσπάθησαν να αποδείξουν πως η μέθοδος του ιστορικού υλισμού, όπως ακριβώς είχε αποκαλύψει τους εσωτερικούς μηχανισμούς και νόμους του καπιταλισμού, έτσι θα μπορούσε να εφαρμοστεί και σε προηγούμενες κοινωνίες, αποκαλύπτοντας τους δικούς τους ειδικούς νόμους της κοινωνικής εξέλιξης.

Προχωρώντας ακόμα βαθύτερα προσπάθησαν επίσης να χρησιμοποιήσουν σύγχρονες επιστημονικές μελέτες για να δείξουν τη γενικότερη αξία και εφαρμογή του διαλεκτικού υλισμού, σαν μια παγκόσμια αντίληψη του σύμπαντος. Όπως εξηγεί ο Ένγκελς στη Διαλεκτική της Φύσης, «…είναι ακριβώς η διαλεκτική, που αποτελεί την πιο σπουδαία μορφή σκέψης για τις φυσικές επιστήμες σήμερα, αφού από μόνη της προσφέρει την αναλογία και, συνεπώς, τη μέθοδο για την εξήγηση των επαναστατικών εξελικτικών διαδικασιών που εμφανίζονται στη φύση, των γενικών αλληλεξαρτήσεων και των μεταβάσεων από το ένα πεδίο έρευνας στο άλλο».

Οι σημειώσεις του Μαρξ και του Ένγκελς πάνω στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες χρησιμοποιήθηκαν από τον Ένγκελς στην εργασία του «Η καταγωγή της Οικογένειας, της Ατομικής ιδιοκτησίας και του Κράτους», που δημοσιεύτηκε 100 χρόνια πριν. Οι προσωπικές σημειώσεις και τα δοκίμια του Ένγκελς πάνω στις σχέσεις μεταξύ της επιστήμης και του διαλεκτικού υλισμού δημοσιεύτηκαν μόλις το 1924, σχεδόν 30 χρόνια μετά το θάνατο του, στη Διαλεκτική της Φύσης.

Υπήρχε συνεπώς μια φυσική γέφυρα που ένωνε τις ιδέες του Μαρξ και του Ένγκελς σε πολιτικά ζητήματα και το ενδιαφέρον του Ένγκελς για την ανθρωπολογία και την προέλευση της ανθρωπότητας. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς είχαν θεωρήσει τη δαρβινική θεωρία της Φυσικής Επιλογής σαν τον θρίαμβο του υλισμού, επειδή έβαζε μια επιστημονική βάση στην ανάπτυξη του ανθρώπου από «κατώτερα» ζώα. Μετά τον Δαρβίνο, οι αντιλήψεις για την προέλευση του ανθρώπινου είδους μπορούσαν να βασιστούν σταθερά πάνω στις φυσικές επιστήμες και όχι στη θεολογία ή τη μεταφυσική.

Κοινωνικό ζώο

Αλλά ενώ ο Δαρβίνος έδωσε έμφαση στις υλικές ομοιότητες μεταξύ του ζωικού βασιλείου και του Homo Sapiens (του σύγχρονου ανθρώπου), ο Ένγκελς επικεντρώθηκε στις διαφορές. Το ανθρώπινο είδος, αν και ήταν το αποτέλεσμα των υλικών εξελικτικών διαδικασιών του ζωικού κόσμου, είναι παρ’ όλα αυτά ένα μοναδικό κοινωνικό ζώο. Χωρίς ποτέ να εγκαταλείπουν τη σταθερή βάση του υλισμού, ο Μαρξ και ο Ένγκελς προσπάθησαν να εξηγήσουν τον τρόπο, με τον οποίο οι ποσοτικές επαναστατικές αλλαγές, που συνέβησαν στους πιθήκους, δημιούργησαν ένα ποιοτικά διαφορετικό είδος, ένα μοναδικό, σκεπτόμενο, κοινωνικό ζώο. Ο άνθρωπος, εξήγησε ο Ένγκελς, ήταν το μόνο ζώο που χρησιμοποίησε την εργασία – μια συνειδητή αλληλεπίδραση με τη φύση, που προκαλούσε σκόπιμα αλλαγές στη φύση προς όφελος του Ανθρώπου, αλλά άλλαζε και τον ίδιο τον άνθρωπο μέσα από την ίδια διαδικασία.

Η κεντρική ιδέα του δοκιμίου του Ένγκελς για το ρόλο της εργασίας ήταν να δείξει πως η ανθρώπινη εργασία και η κοινωνική οργάνωση δεν ήταν τόσο το αποτέλεσμα, όσο η αιτία της ανάπτυξης του ανθρώπινου χεριού και του μυαλού, εκείνων δηλαδή των ικανοτήτων που γενικά χρησιμοποιούνται, για να χαρακτηρίσουν τις ανθρώπινες ομοιότητες. Ο Ένγκελς εξήγησε ότι «η εργασία είναι η θεμελιώδης βασική συνθήκη για την ανθρώπινη ύπαρξη, αφού έπαιξε ένα τέτοιο ρόλο που, με μια έννοια, μπορούμε να πούμε πως η εργασία δημιούργησε τον ίδιο τον άνθρωπο». Η αντίληψη του Ένγκελς βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση με εκείνους, οι οποίοι έβλεπαν την ανθρώπινη εξέλιξη μέσα από τον «πολιτισμό», σαν μια διαδικασία που υποκινούνταν από ιδέες και σκέψεις.

Ο Ένγκελς παραπονέθηκε ότι «όλη η ουσία για το άμεσα πλεονεκτήματα του πολιτισμού αποδόθηκε στο μυαλό, στην ανάπτυξη και τη δραστηριότητα του νου. Οι άνθρωποι συνήθισαν να ερμηνεύουν τις ενέργειές τους με τις σκέψεις τους αντί με τις ανάγκες τους… ακόμα και οι πιο υλιστές φυσικοί επιστήμονες της δαρβινικής σχολής είναι ανίκανοι να σχηματίσουν την οποιαδήποτε καθαρή ιδέα για την προέλευση του ανθρώπου, επειδή, κάτω από την ιδεολογική επιρροή της κυρίαρχης αντίληψης, δεν μπορούν να αναγνωρίσουν το ρόλο που έπαιξε η εργασία σε αυτή τη διαδικασία».

Η ιδεαλιστική αντίληψη της προέλευσης τις ανθρωπότητας βρήκε την έκφρασή της στους επιστημονικούς κύκλους, στη γενικότερη θεωρία πως το ανθρώπινο είδος ανέπτυξε ένα μεγάλο εγκέφαλο πριν από την ανάπτυξη του χεριού και πριν γίνει δίποδο ζώο, (δηλαδή πριν περπατήσει όρθιο). Υπνωτισμένοι από τις απορίες της κοινωνίας, οι επιστήμονες των ημερών του Ένγκελς (και αργότερα) υποβάθμισαν τα πιο εκπληκτικά επιτεύγματα του εργαζόμενου χεριού.

  Ο ρόλος της εργασίας

Με σχεδόν πλήρη έλλειψη της οποιασδήποτε έμμεσης ή άμεσης επιστημονικής απόδειξης, και χρησιμοποιώντας μόνο τη μέθοδο του διαλεκτικού υλισμού, ο Ένγκελς μπόρεσε να δείξει πως οι «αποδεκτές» επιστημονικές θεωρίες της ανθρώπινης εξέλιξης ήταν λαθεμένες. Το δοκίμιό του εξηγεί πώς η όρθια στάση και ο διποδισμός του πρωτόγονου ανθρώπου απελευθέρωσε τα χέρια και η χρησιμοποίησή τους οδήγησε σε παραπέρα προσαρμογή και ανάπτυξη του χεριού, έτσι που το χέρι ήταν ταυτόχρονα το «όργανο» και το «δημιούργημα» της εργασίας.

Η συνειδητή αλληλεπίδραση του ανθρώπου με τη φύση – που άλλαξε την ίδια στιγμή και τους δύο­ – ήταν μια ενεργή εξελικτική διαδικασία, σε αντίθεση με τις αλληλεπιδράσεις των υπολοίπων ζώων με τη φύση, οι οποίες είναι εντελώς παθητικές. Ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που ασχολήθηκε με την εργασία.

«Τα ζώα, με μια ευρύτερη εύνοια, έχουν επίσης εργαλεία, αλλά μόνο σαν προεκτάσεις του σώματός τους… μόνο ο άνθρωπος πέτυχε να βάλει τη σφραγίδα του στη φύση…», έγραφε ο Ένγκελς. Αλλά η χρήση και η κατασκευή των εργαλείων, εξήγησε ο Ένγκελς, αύξησε επίσης τη χρησιμότητα και τη σκοπιμότητα της κοινής δραστηριότητας, της κοινωνικής εργασίας. Η κατασκευή εργαλείων και η κοινωνική εργασία έβαλαν μαζί το ζήτημα της αναγκαιότητας της γλώσσας και της ομιλίας.

«Πρώτα έρχεται η εργασία και μετά, μαζί με αυτήν, η άρθρωση του λόγου – αυτά ήταν τα δύο θεμελιώδη κίνητρα κάτω από την επίδραση των οποίων ο εγκέφαλος του πιθήκου βαθμιαία εξελίχθηκε σε αυτόν του ανθρώπου».

Η παραπέρα εξέλιξη του εγκεφάλου θα αλληλεπιδρούσε βέβαια με τις εργασιακές διαδικασίες και τις κοινωνικές εξελίξεις για να δημιουργήσουν μεγαλύτερη ικανότητα για ομιλία, αμφισβήτηση, δικαιοσύνη και αφηρημένη σκέψη. Οι συσσωρευμένες συνέπειες αυτών των διαδικασιών αλληλεπίδρασης οδήγησαν στη δημιουργία του ανθρώπου.

«Μέσα από τη συνδυασμένη λειτουργία των χεριών, των οργάνων λόγου και του εγκεφάλου, όχι μόνο σε κάθε άτομο ξεχωριστά αλλά και γενικά στην κοινωνία, τα ανθρώπινα όντα έγιναν ικανά να εκτελούν πιο σύνθετες λειτουργίες…»

Η κοινωνική συσσώρευση γνώσης, ικανότητας και επιδεξιότητας σήμανε πως όλα αυτά μπορούσαν να περάσουν μέσο του λόγου από τη μια γενιά στην επόμενη. Έτσι, δρομολογήθηκε συνεπώς η πολιτιστική εξέλιξη.

Μια επανεξέταση των ιδεών του Ένγκελς, στο φως των συγχρόνων ανακαλύψεων, αποδεικνύει την αξία τους. Εάν ο Ένγκελς ζούσε σήμερα, αναμφίβολα θα βυθιζόταν στο πλήθος των λεπτομερειών, των γεγονότων και της σύγχρονης γνώσης, και αφού θα τα μελετούσε με σχολαστικό τρόπο θα ξανάγραφε το «Ρόλο της εργασίας στη ενανθρώπιση του πιθήκου», με τις ίδιες θεμελιώδεις ιδέες.