«Σχέδιο διάσωσης»:Υποκρισία-πρόκληση-εξαπάτηση-Μέρος Β

eu.jpg

 

Βαθειά ύφεση και νέα μέτρα
Συνήθως οι πιο σοβαροί αστοί αναλυτές, παρ’ ότι τοποθετούνται από την αντίθετη σκοπιά, συμφωνούν με πολλά από τα συμπεράσματα των μαρξιστών. Ο ««Κεϋνσιανός»» νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτς ανέφερε στο «Κυριακάτικο Βήμα» (28/3) : «Το πρόβλημα της Ελλάδας εντάσσεται στο γενικό πλαίσιο της διεθνούς κρίσης και ειδικότερα της ύφεσης στην Ευρώπη. Η ανάκαμψη της χώρας, αλλά και η κατάσταση των δημοσίων οικονομικών της εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το τι συμβαίνει έξω από τα σύνορά της. Σε περιόδους οικονομικής κρίσης τα ελλείμματα των προϋπολογισμών εκτινάσσονται, ανεξάρτητα από το πόσο καλά διαχειρίστηκε μια χώρα τα δημοσιονομικά της μεγέθη προ της κρίσης..». Τα παραπάνω λόγια του διάσημου αστού οικονομολόγου, συνιστούν μια σαφή παραδοχή ότι η απειλή χρεοκοπίας της Ελλάδας είναι το αποτέλεσμα της διεθνούς κρίσης του καπιταλισμού. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η διαφθορά των υψηλόβαθμων διαχειριστών του καπιταλισμού δεν συνετέλεσε σημαντικά στην όξυνση του δημόσιου χρέους, η απειλή χρεοκοπίας της Ελλάδας, δεν οφείλεται στη δράση κάποιων διεφθαρμένων που έκλεψαν και πρέπει να «δώσουν πίσω τα κλεμμένα» κατά το σλόγκαν που κυριαρχεί αυτές τις μέρες στα αστικά ΜΜΕ, αλλά σε τελική ανάλυση αποτελεί το σύμπτωμα της οργανικής αδυναμίας του ελληνικού καπιταλισμού, σε συνθήκες μιας βαθειάς διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης.
Κάθε μέρα που περνά έρχονται στην επιφάνεια και νέα αποκαρδιωτικά στοιχεία για τον ελληνικό καπιταλισμό : σοβαρή πτώση των επενδύσεων, της κατανάλωσης και των εξαγωγών, αλλά και προβλέψεις από όλους τους διεθνείς οργανισμούς για βαθειά ύφεση, με πτώση του ΑΕΠ κατά 3-4% το 2010. Αυτά σε συνδυασμό με τον ακριβό δανεισμό, φέρνουν πιο κοντά τον εφιάλτη της εμφάνισης μιας «νέας Αργεντινής» μέσα στην Ευρωζώνη.
Η κρίση και η παρακμή του συστήματός τους, ωθεί τους αστούς στην πρωτοφανή κλιμάκωση της επίθεσης στο βιοτικό επίπεδο των μαζών. Τα λόγια του γερο-αντιδραστικού Κ. Μητσοτάκη εκφράζουν για μια ακόμα φορά γλαφυρά τον παρασιτισμό της άρχουσας τάξης: «Οι έλληνες πρέπει να φτωχύνουν» δήλωσε κυνικά στον τηλεοπτικό σταθμό «ΣΚΑΙ» πριν από μια εβδομάδα, επιβεβαιώνοντας αφοπλιστικά το πόσο οπισθοδρομικός είναι σήμερα ο καπιταλισμός και φανερώνοντας το τι επιφυλάσσει για τα εκατομμύρια των εργαζόμενων την επόμενη περίοδο.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, στα αστικά ΜΜΕ ο ξεθωριασμένος πια μύθος για την «ζωτική ανάγκη» περικοπών των μισθών και των συντάξεων που θα έκαναν τάχα τις αγορές να ρίξουν τα «spread» αρχίζει να αντικαθίσταται από την απαίτηση για «αναπτυξιακά μέτρα, ώστε να βγούμε από την ύφεση και να αυξηθούν τα φορολογικά έσοδα». Αυτά τα «αναπτυξιακά» μέτρα μεταφράζονται φυσικά, σε απελευθέρωση των απολύσεων, κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, δραστική μείωση των μισθών και στον ιδιωτικό τομέα, απόλυτη και πλήρη ασυδοσία των εργοδοτών στους χώρους εργασίας.
Όλα αυτά επιβεβαιώνουν την ακλόνητη και σταθερή πεποίθηση των μαρξιστών, ότι πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού δεν μπορεί να υπάρξει καμία διέξοδος από το σημερινό οικονομικό τέλμα προς όφελος της εργαζόμενης πλειοψηφίας. Ένας δρόμος υπάρχει για να βγουν οι εργαζόμενοι της χώρας από το σημερινό αδιέξοδο : η κοινωνικοποίηση των βασικών τομέων της οικονομίας στο πλαίσιο ενός κεντρικού δημοκρατικού οικονομικού σχεδιασμού, στην προοπτική της οικοδόμησης μιας Ενωμένης Σοσιαλιστικής Ευρώπης.

 

Οι φόβοι των αστών και το κενό πολιτικής λύσης από την Αριστερά

Οι αστοί έχοντας ήδη την εμπειρία 2 μεγάλων γενικών απεργιών, πίσω από το «πέπλο» των απατηλών πρωτοσέλιδων και της επίσημης θριαμβολογίας των καναλιών για το «σχέδιο διάσωσης» της Ελλάδας από την Ε.Ε, στην πραγματικότητα συνειδητοποιούν ότι η κατάσταση είναι πολύ σοβαρή και ότι η απόπειρά τους να τσακίσουν το βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης για να σώσουν τον ελληνικό καπιταλισμό, αναπόφευκτα θα τους φέρει αντιμέτωπους με πρωτοφανείς αντιδράσεις από την πλευρά των εργαζόμενων.

Ο παλαίμαχος, επιφανής εκπρόσωπος του αστικού δημοσιογραφικού κόσμου Στάμος Ζούλας, έγραφε χαρακτηριστικά στην «Καθημερινή» στις 28/3 : «Ας υποθέσουμε, λοιπόν, πως η κυβέρνηση μέσα στους αμέσως επόμενους μήνες καταρρεύσει, εξαιτίας της επαπειλούμενης «κοινωνικής αναταραχής», αδυνατώντας να εφαρμόσει το Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Προφανώς η χώρα θα εξωθηθεί σε εκλογές, μέσα σε μια χαοτική κατάσταση, αφού η μόλις ολιγόμηνη λαϊκή εντολή θα έχει ακυρωθεί…». Και μόνο η αναφορά σε αυτό το υποθετικό σενάριο «χάους», αντανακλά ξεκάθαρα την έλλειψη πολιτικής αυτοπεποίθησης που χαρακτηρίζει τους αστούς και τον φόβο τους για τις πιθανές επαναστατικές συνέπειες που θα έχουν στη συνείδηση των μαζών τα ανελέητα και απανωτά χτυπήματα στο επίπεδο της ζωής τους.

Ένα ακόμα πιο σημαντικό στοιχείο όμως, προκύπτει στη συνέχεια του σεναρίου που παραθέτει ο αρθρογράφος : «..Το ΠΑΣΟΚ είναι βέβαιον πως θα ζητήσει ανανέωση της εντολής και μάλιστα με διευρυμένη -έναντι της σημερινής- πλειοψηφία, προκειμένου να επιχειρήσει ξανά την εφαρμογή του προγράμματός του. Και το πιθανότερο είναι να τη λάβει. Πρώτον, διότι θα έχει ανατραπεί με συνθήκες μιας βιαίας αντιδράσεως των πάσης φύσεως «θιγομένων», για την οποία, όπως διαπιστώνεται και από τις δημοσκοπήσεις, η πλειονότητα των Ελλήνων πιστεύει ότι όχι μόνον δεν καταλήγει πουθενά, αλλά και πως οδηγεί τη χώρα σε ολοκληρωτική καταστροφή. Και δεύτερον, διότι υπό τις υφιστάμενες συνθήκες η Ν.Δ. θα ήταν εξωπραγματικό να προσδοκά την επάνοδό της στην εξουσία. Εκτός του νωπού καταλογισμού της κυβερνητικής της αποτυχίας, πιθανότατα θα προστεθεί και η κατηγορία ότι στην πραγματικότητα αρνήθηκε να «βάλει πλάτη» για την αντιμετώπιση της κρίσεως. Συνεπώς το μόνον βέβαιον είναι πως το επανεκλεγόμενο ΠΑΣΟΚ θα υποχρεωθεί να αναβαθμίσει τα σημερινά σκληρά μέτρα σε εξοντωτικά για όλους μας, εξαιτίας της παρατάσεως και της κορυφώσεως της κρίσεως. Αντίστοιχα τα κόμματα της Αριστεράς, με την καλύτερη γι’ αυτά εκδοχή, θα περιορισθούν σε ορισμένα ψιχία εκλογικής ενισχύσεως…». Πέρα από την καθαρή παραδοχή της απόλυτης αδυναμίας του παραδοσιακού κόμματος της τάξης του, της Ν.Δ, ο αστός Ζούλας, εμφανίζεται απόλυτα βέβαιος για την αδυναμία της Αριστεράς να επωφεληθεί ουσιαστικά από την φθορά των κυβερνητικών διαχειριστών του καπιταλισμού. Αν από αυτά τα λόγια παραμερίσουμε την αστική υπεροψία, μπορούμε καθαρά να διαπιστώσουμε μια πικρή πραγματικότητα : η Αριστερά και η πολιτική της δεν ανησυχούν σοβαρά τους αστούς, στην πιο κρίσιμη φάση για το σύστημά τους τα τελευταία 30 χρόνια.

Αυτό που σημειώνουν με ικανοποίηση οι αστοί για την Αριστερά, δυστυχώς το διαπιστώνουν με πίκρα και απογοήτευση και οι εργαζόμενοι : οι ηγεσίες της Αριστεράς δεν έχουν πείσει ότι διαθέτουν μια συγκεκριμένη πολιτική λύση, ικανή να δώσει διέξοδο στις εργατικές μάζες από την κρίση καπιταλισμού. Αυτή η εντύπωση δεν αποτελεί μια «παρεξήγηση» που στηρίζεται στην άγνοια των θέσεων του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ για την κρίση. Δεν είναι ένα επικοινωνιακό πρόβλημα που συνδέεται με τον τρόπο της προπαγάνδισης των θέσεων της Αριστεράς. Είναι ένα πολιτικό ζήτημα. Οι πολιτικές θέσεις των ηγεσιών της Αριστεράς είναι τραγικά ανεπαρκείς.

Η ηγεσία που ΚΚΕ που πλειοδοτεί σε επικλήσεις του σοσιαλισμού, αδυνατεί να  προβάλει συνθήματα και διεκδικήσεις που θα συνδέσουν το σημερινό κίνημα με την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού. Στην καθημερινή προπαγάνδα της, η κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και η «εργατική-λαϊκή εξουσία» (βλέπε το λόγο της Αλέκας Παπαρήγα στη Βουλή στις 22/3) εμφανίζονται σαν μια δίκαιη, αλλά μακρινή και ανεπίκαιρη υπόθεση, που δεν συνδέεται με τα σημερινά αγωνιστικά καθήκοντα των μαζών.

Αντί να κάνει «αιχμές» στην παρέμβασή της στο εργατικό κίνημα τις διεκδικήσεις για εκτεταμένες εθνικοποιήσεις και εργατικό έλεγχο, η ηγεσία του ΚΚΕ προωθεί αφηρημένα συνθήματα όπως το «να χρεοκοπήσει η πλουτοκρατία και όχι ο λαός». Αντί με μέσο μια ταξική, διεθνιστική γλώσσα να συγκρουστεί με την πατριωτική υστερία μέσα από την οποία οι αστοί προσπαθούν να αποπροσανατολίσουν την εργατική τάξη, τοποθετείται έναντι της ΕΕ από τη σκοπιά της υπεράσπισης ενός εθνικού δρόμου φιλολαϊκής ανάπτυξης. Ακόμα χειρότερα, σε μια εποχή που αποκαλύπτεται στις μάζες ο αντιδραστικός ρόλος της άρχουσας τάξης, δεν διστάζει να προσχωρήσει ανοιχτά στη μικροαστική πατριωτική ρητορική υπεράσπισης της «χώρας και των συνόρων», μιλώντας με ανησυχία για τις συνέπειες της κρίσης στα λεγόμενα «εθνικά μας θέματα»  : «…Και κοιτάξτε να δείτε εδώ τι σημαίνει: Οτι η άμυνα της χώρας συρρικνώνεται μαζί και η προστασία των συνόρων. Δηλαδή, μέχρι τον 25ο παράλληλο και δεν πάει πιο αριστερά. Και εδώ είναι σοβαρό. Δεν είναι απλώς εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων. Εδώ πρόκειται για υπονόμευση της αμυντικής ικανότητας της χώρας…» (από τον ίδιο λόγο της Αλέκας Παπαρήγα).

Αλλά και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, όπως χαρακτηριστικά έδειξε η απόφαση της Γραμματείας του στις 15/3 (http://syriza.gr/press/anakoinoseis/apofasi-grammateias-syriza-15-03-2010 ), με τη συναίνεση των ηγεσιών όλων των συνιστωσών, διατυπώνει εξαιρετικά ανεπαρκείς πολιτικές θέσεις. Σε μια περίοδο κατά την οποία οι πλατειές μάζες εξοργίζονται με τον σκανδαλώδη, ληστρικό ρόλο των τραπεζών, η Γραμματεία μιλάει διστακτικά και αφηρημένα για την «προοπτική» εθνικοποίησης των τραπεζών, χωρίς να προβάλει το αίτημα για εθνικοποίηση των τραπεζών σαν μια επείγουσα αναγκαιότητα σήμερα για να αντιμετωπιστούν αποφασιστικά οι επιπτώσεις της κρίσης, αποφεύγοντας να το «ζυμώσει» πλατειά και να το προωθήσει στις γενικές απεργίες και τις άλλες κινητοποιήσεις του εργατικού κινήματος.

Ενάμισι χρόνο μετά την βύθιση της Ελλάδας στην ύφεση κι ενώ η χώρα βρίσκεται στο κατώφλι της χρεοκοπίας, η Γραμματεία δηλώνει στους εργαζόμενους ότι δεν έχει απάντηση για το ζήτημα του χρέους και με χαρακτηριστική απάθεια αναφέρει ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει επειγόντως να βαθύνει τη συζήτηση για μια αριστερή ριζοσπαστική απάντηση στο θεμελιώδες ζήτημα της αντιμετώπισης του χρέους», χωρίς να μπαίνει στον κόπο να αναφέρει στους εργαζόμενους πότε επιτέλους θα λήξει αυτή η συζήτηση. Έτσι καλεί τους εργαζόμενους να αρκεστούν στην απόλυτα αόριστη θέση της «επαναδιαπραγμάτευσης του χρέους», που θα μπορούσαν κάλλιστα να συνυπογράψουν και τα κόμματα της αστικής Δεξιάς, αρνούμενη να υιοθετήσει το ζωτικό και ξεκάθαρο αίτημα της παύσης αποπληρωμής των τοκογλυφικών δανείων. Ταυτόχρονα, οι «αιχμές» πάλης που αποφάσισε – για μια ακόμα φορά χωρίς τη στοιχειώδη συζήτησή τους στη βάση του ΣΥΡΙΖΑ – περιορίζονται στο αίτημα επανακρατικοποίησης των ΔΕΚΟ υπό κάποιο απροσδιόριστο «κοινωνικό και δημόσιο έλεγχο», χωρίς να προβάλλεται η διεκδίκηση για εθνικοποίηση κάτω από εργατικό έλεγχο των μεγάλων επιχειρήσεων που κλείνουν ή απολύουν, που θα μπορούσε να δώσει διέξοδο στον αγώνα χιλιάδων απολυμένων εργατών και να απαντήσει συγκεκριμένα στο πρόβλημα της σωτηρίας της παραγωγικής βάσης της χώρας από τις τυφλές δυνάμεις του καπιταλιστικού κέρδους. Τέλος, στην ίδια, χαρακτηριστική πρόσφατη απόφαση της Γραμματείας, γίνεται ολοφάνερη πια η απόσυρση από το προσκήνιο της διεκδίκησης του «35ώρου-5νθημέρου-7ώρου» για την αντιμετώπιση της ανεργίας, αλλά και η ατολμία έναντι ακόμα και αυτού του ευρύτατα πλέον αναγνωρισμένου παρασιτικού ρόλου της Εκκλησίας, για την αμύθητη περιουσία της οποίας προτείνεται απλά η «φορολόγηση», αντί για την πλήρη δήμευση και κοινωνικοποίησή της.

Το κενό πολιτικής απάντησης από την Αριστερά, συνδυάζεται – κύρια με την ευθύνη της ηγεσίας του ΚΚΕ – με την παντελή απουσία κοινής δράσης των μαζικών της φορέων, που αν υπήρχε θα μπορούσε να θέσει τις βάσεις για την μελλοντική εκλογή μιας συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΚΚΕ με σοσιαλιστικό πρόγραμμα.

Αυτή η πολιτική λύση που θα μπορούσε να ενθουσιάσει και να ξαναδώσει ελπίδα στους εργαζόμενους, αποτελεί το μόνο δρόμο για να απεγκλωβιστεί η χώρα από την ασφυκτική θηλιά των ντόπιων και ξένων επιτελείων του κεφαλαίου. Αυτό είναι και το μοναδικό αληθινό σχέδιο διάσωσης για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα της Ελλάδας και για την πραγματοποίησή του πρέπει να παλέψουν υπομονετικά και επίμονα οι χιλιάδες αγωνιστές της Αριστεράς σήμερα.