Η κυβερνητική νίκη στο «πολυνομοσχέδιο», οι αστικοί σχεδιασμοί και η Αριστερά

polunomosxedio-aristera-ekselikseis

Σημείωση*

Η κυβέρνηση και η τρόικα κατάφεραν με συνοπτικές διαδικασίες και μικρές πολιτικές απώλειες, να περάσουν άλλο ένα αντιδραστικό «πολυνομοσχέδιο» από τη Βουλή. Το «πολυνομοσχέδιο» ικανοποίησε βασικές επιδιώξεις του κεφαλαίου σε βάρος των συμφερόντων της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Συρρίκνωσε τους μισθούς μέσα από την άμεση μείωση των «τριετιών» και την οριστική κατάργησή τους από το 2017 και μετά. Κατήργησε τα οικογενειακά επιδόματα. Περιέκοψε τις συντάξεις μειώνοντας τις εργοδοτικές εισφορές, καταργώντας μια σειρά πόρους για τα ασφαλιστικά ταμεία, εγκαταλείποντας στο έλεος της χρεοκοπίας τα επικουρικά ταμεία και δρομολογώντας την πλήρη κατάργηση των επικουρικών συντάξεων. Έτσι ουσιαστικά εγκαθίδρυσε ένα γενικευμένο καθεστώς μισθών και συντάξεων που θα ανέρχονται σε 500 και σε 360 ευρώ αντίστοιχα.

Ακόμα, το πολυνομοσχέδιο μείωσε τις αποζημιώσεις απόλυσης για τους δημόσιους υπαλλήλους και διεύρυνε το βάρβαρο θεσμό της ενοικίασης εργαζομένων για την εκτέλεση μεγάλων έργων. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με δημοσιεύματα του αστικού Τύπου, η κυβέρνηση σε συνεννόηση με την τρόικα προτίθεται να φέρει σύντομα προς ψήφιση νόμους για την απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων, για τη νομιμοποίηση του δικαιώματος των εργοδοτών στην ανταπεργία («λοκ άουτ») και για την παρεμπόδιση του δικαιώματος των εργαζόμενων στην απεργία.

Βασικοί ωφελημένοι από το νομοσχέδιο είναι οι μεγάλοι τραπεζίτες και οι επίδοξοι αγοραστές μετοχών των ελληνικών τραπεζών, καθώς στους πρώτους εξασφαλίζεται ότι θα διατηρήσουν τον έλεγχο των τραπεζών τους που προκλητικά χρηματοδοτούνται με κρατικά δάνεια, στους δεύτερους παρέχεται η δυνατότητα να κερδοσκοπήσουν αποκτώντας μετοχές σε τιμή πολύ κάτω από την πραγματική τους αξία, ενώ προκλητικά εξασφαλίζεται και το ακαταδίωκτο εκείνων που θα λάβουν την απόφαση να τους τις πουλήσουν! Τέλος, το νομοσχέδιο στηρίζει τα κέρδη των πολυεθνικών βιομηχανιών και αλυσίδων σούπερ μάρκετ, αναδιανέμοντας προς όφελός τους την «πίτα» στην αγορά των φαρμάκων και του γάλακτος.

Η κρίση όχι μόνο δεν τελειώνει αλλά βαθαίνει

Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η κρίση τελείωσε, τα Μνημόνια και τα σκληρά μέτρα είναι παρελθόν και ότι μπροστά μας έχουμε τάχα, μόνο την ανάπτυξη. Για άλλη μια φορά οι αστοί προσπαθούν να εξαπατήσουν το λαό.

Καμία από τις μεγάλες πληγές του ελληνικού καπιταλισμού δεν έχει κλείσει. Η ύφεση παραμένει βαθειά. Από το 2008 μέχρι σήμερα έχει χαθεί σχεδόν το 30% της παραγωγής και οι επενδύσεις έχουν μειωθεί κατά 58%! Αυτή την οικονομική καταστροφή που προκάλεσαν οι νόμοι του καπιταλισμού και οι πολιτικές διαχείρισής του, θα μπορούσε να την αναπληρώσει άμεσα και σε όφελος των εργαζόμενων μόνο ένα σοσιαλιστικό οικονομικό πλάνο, που θα στηρίζεται στον δημοκρατικό έλεγχο των εργαζόμενων και στην κοινωνικοποίηση της μεγάλης βιομηχανίας, των τραπεζών και των υπολοίπων βασικών μοχλών της οικονομίας. Ο καπιταλισμός σε συνθήκες διεθνούς οικονομικής αβεβαιότητας και ύφεσης στην Ευρωζώνη, το καλύτερο που μπορεί να «προσφέρει» στην ελληνική οικονομία είναι μια εύθραυστη ανάκαμψη, που θα συνοδεύεται από μαζική ανεργία, φτώχεια, κερδοσκοπία, υπερεκμετάλλευση και λιτότητα δίχως τέλος, υπό το βάρος τεράστιων χρεών.

Το κρατικό χρέος παραμένει δυσβάσταχτο (178% του ΑΕΠ). Το πρόγραμμα της τρόικας λήγει το 2016 και η Ελλάδα έως το 2020 πρέπει να δαπανήσει συνολικά για το χρέος 82 δισ ευρώ. Οι στόχοι για τα πρωτογενή πλεονάσματα των επόμενων χρόνων σύμφωνα με το πρόγραμμα (1,6% φέτος, 3% του χρόνου και 4,5% το 2016) είναι αδύνατο να πιαστούν χωρίς νέα δημοσιονομικά μέτρα, δηλαδή χωρίς μαζικές απολύσεις, μειώσεις μισθών και συντάξεων, ιδιωτικοποιήσεις και κλεισίματα δημόσιων φορέων και υπηρεσιών (σχολεία, σχολές, νοσοκομεία, Δήμοι κλπ).

Η συμφωνία με την τρόικα δεν προβλέπει τίποτα για τη μείωση ή τη διευκόλυνση αποπληρωμής του ελληνικού χρέους. Αυτό που στην καλύτερη περίπτωση διασφαλίζει είναι ότι μέχρι το τέλος Μαΐου θα διατεθούν στην Ελλάδα από την Ευρωζώνη και το ΔΝΤ δόσεις ύψους 9,6 δισεκατομμυρίων ευρώ, ενώ το ίδιο διάστημα το ελληνικό κράτος θα πρέπει να δώσει στους δανειστές (ΕΚΤ και ιδιώτες) 9,8 δισεκατομμύρια…

Μόνο για φέτος το ελληνικό κράτος πρέπει να πληρώσει για το χρέος συνολικά 28,7 δισ. ευρώ. Οι προβλεπόμενες για φέτος δανειακές δόσεις της τρόικας – αν δοθούν στην ώρα τους – θα φέρουν στα ταμεία 23,7 δισεκατομμύρια. Το χρηματοδοτικό κενό λοιπόν θα ανέλθει σε 5 δισεκατομμύρια και μπορεί να αυξηθεί αν οι δόσεις καθυστερήσουν. Για την κάλυψη αυτού του κενού, καθώς και του αντίστοιχου του 2015 που αναμένεται να κυμανθεί σε ακόμα υψηλότερα επίπεδα, η τρόικα μέχρι στιγμής δεν έχει μιλήσει, μεταθέτοντας τις σχετικές αποφάσεις για μετά το καλοκαίρι.

Η «έξοδος στις αγορές», αν τελικά πραγματοποιηθεί θα είναι ακόμα πολύ ακριβή και περιορισμένη για να μπορεί να καλύψει το χρηματοδοτικό κενό, το οποίο θα πρέπει να καλυφθεί από την τρόικα, πιθανότατα με νέο δανεισμό που θα επιβαρύνει το χρέος. Για να συμβεί όμως αυτό, θα απαιτηθούν νέα Μνημόνια και νέα σκληρά μέτρα, πιθανότατα πριν ακόμα τελειώσει η φετινή χρονιά.

Και ασφαλώς δεν θα πρέπει να ξεχνάμε τις τράπεζες που έχουν τη δική τους «μαύρη τρύπα» που λέγεται «μη εξυπηρετούμενα δάνεια», τα οποία στο τέλος του έτους θα αγγίξουν το 40%.

Με τα κρατικά και τραπεζικά χρέη λοιπόν να αυξάνουν, τη φοροδοτική ικανότητα των εργαζόμενων και των μικροαστών να εξαντλείται και μέσα σ’ ένα αβέβαιο διεθνές οικονομικό περιβάλλον, η πραγματική προοπτική για τον ελληνικό καπιταλισμό τα επόμενα χρόνια παραμένει η ανοικτή χρεοκοπία και όχι η «επιστροφή στην ανάπτυξη» όπως ισχυρίζονται οι πολιτικοί απατεώνες Σαμαράς και Βενιζέλος.

Κρίση στο αστικό πολιτικό στρατόπεδο

Η κυβέρνηση νίκησε στη μάχη του «πολυνομοσχεδίου» αναδεικνύοντας όμως μια εικόνα σοβαρής κρίσης, καθώς έφθασε να απολαμβάνει της στήριξης μόνο 151 βουλευτών, από τους 178 που τη στήριζαν ένα χρόνο πριν. Όμως η προσφυγή σε εθνικές εκλογές δεν πρόκειται να συμβεί όσο στα γκάλοπ η ΝΔ εμφανίζεται δεύτερη ή έστω πρώτη με οριακή διαφορά από τον ΣΥΡΙΖΑ και όσο στο κοινοβούλιο υπάρχουν πρόθυμοι βουλευτές – «μαξιλάρια» για τη στήριξη της κυβέρνησης, όπως οι Ψαριανός, Οικονόμου και κάποιοι «ανεξάρτητοι» συνάδελφοί τους.

Ο πολιτικός προβληματισμός των αστών διαρκώς αυξάνεται, καθώς εκτός από το αδύναμο σε απήχηση πλέον παραδοσιακό τους κόμμα, βλέπουν και τους συγγενείς του στην κεντροαριστερά, το ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ σε ακόμα πιο βαθειά κρίση, ενώ το «Ποτάμι» που συνεχίζει να φουσκώνει δημοσκοπικά σαν αποτέλεσμα του επικοινωνιακού θορύβου των ΜΜΕ, αλλά και της πολιτικής σύγχυσης των μικροαστικών μαζών, είναι ένα μετέωρο κομματικό μόρφωμα που δεν μπορεί να υπολογιστεί από τώρα σαν ένα ισχυρό μελλοντικό κυβερνητικό στήριγμα.

Αυτό που δίνει πολιτική ανάσα στην άρχουσα τάξη είναι η στασιμότητα της απήχησης του ΣΥΡΙΖΑ, που όπως έχουμε επανειλημμένα τονίσει οφείλεται στη δεξιά, σοσιαλδημοκρατική στροφή της ηγεσίας του. Αλλά με δεδομένη την κλιμάκωση της επίθεσης στο βιοτικό επίπεδο των μαζών, η αστική τάξη θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποφύγει τη συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ ως βασική πολιτική δύναμη σε ένα κυβερνητικό σχήμα μετά τις εθνικές εκλογές.

Έτσι με δεδομένη την επιλογή της κυβέρνησης να παρατείνει με κάθε μέσο το βίο της στην εξουσία, για την ανατροπή της απαιτείται μια αποφασιστική κινητοποίηση της εργατικής τάξης και της νεολαίας με επικεφαλής τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ.

Γιατί ο «κόσμος» δεν κινητοποιείται;

Γιατί όμως ο «κόσμος» δεν ανταποκρίνεται στα καλέσματα των αριστερών κομμάτων και των συνδικάτων ; Το ερώτημα αυτό βρίσκεται στα χείλη κάθε αγωνιστή της Αριστεράς το τελευταίο διάστημα. Η απάντηση είναι απλή. Μετά από απανωτές ήττες γενικών απεργιών και δεκάδων μεμονωμένων κινητοποιήσεων, η εργατική τάξη έχει χάσει την εμπιστοσύνη της στις μαζικές τις οργανώσεις, τις ηγεσίες τους και τα καλέσματά τους . Ο λόγος είναι ότι δεν είδε τις ηγεσίες των συνδικάτων και των κομμάτων της Αριστεράς αποφασισμένες να αξιοποιήσουν την παρατεταμένη τα προηγούμενα χρόνια μαζική διάθεση για αγώνα και να κλιμακώσουν τη μάχη μέχρι την ανατροπή της κυβέρνησης.

Οι εργαζόμενοι και η νεολαία παλεύουν με τις επιπτώσεις της μεγαλύτερης μεταπολεμικής καπιταλιστικής κρίσης. Χωρίς ένα σχέδιο και μια ξεκάθαρη πρόταση ανατροπής δεν είναι διατεθειμένοι να συμμετάσχουν σε πορείες και συγκεντρώσεις που καλούνται συμβολικά και χωρίς νικηφόρα προοπτική από τις μαζικές οργανώσεις. Στρέφονται για να αναζητήσουν λύση στο πολιτικό – εκλογικό πεδίο και αν αυτή δεν τους δοθεί, τότε θα «εκραγούν» ξανά όπως συνέβη το 2011, ταρακουνώντας τις μαζικές οργανώσεις και σπρώχνοντας τις στη λήψη πιο μαχητικών και αποφασιστικών πρωτοβουλιών αγώνα.

Είναι προκλητικός και αποπροσανατολιστικός ο ισχυρισμός των ηγεσιών της Αριστεράς και των συνδικάτων ότι ο «κόσμος δεν θέλει να αγωνιστεί». Ο «κόσμος» θέλησε, αγωνίστηκε, αλλά οι ηγεσίες δεν έκαναν το καθήκον τους, με αποτέλεσμα προσωρινά να απογοητευθεί και να κουραστεί.

Σε περιστάσεις όπως αυτές, οι ηγεσίες αντί να κρύβονται πίσω από τις πρόσκαιρες διαθέσεις των μαζών, πρέπει να κάνουν την αυτοκριτική τους και να αλλάξουν τη στάση τους. Αυτό ασφαλώς ποτέ δεν πρόκειται να συμβεί από τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, που συνειδητά όλα αυτά τα χρόνια προσπαθεί να εκτονώσει τους αγώνες και να τους οδηγήσει στο αδιέξοδο. Όμως οι ηγεσίες του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ, που ισχυρίζονται ότι θέλουν ειλικρινά να συμβάλουν στο σταμάτημα της επίθεσης στους εργαζόμενους, θα πρέπει να αλλάξουν ριζικά τη δική τους στάση. Θα πρέπει άμεσα να δημιουργήσουν ένα ενιαίο μέτωπο των δύο κομμάτων και των δυνάμεών τους στα συνδικάτα και τη νεολαία, με σκοπό την αγωνιστική αφύπνιση του εργατικού κινήματος και της νεολαίας, πάνω στη βάση ενός σχεδίου για αγώνα διαρκείας ως την ανατροπή της κυβέρνησης. Στις σημερινές συνθήκες, ο πρώτος σταθμός είναι η κρίσιμη πολιτική μάχη των διπλών εκλογών του Μαΐου.

Μαζική ψήφος στην Αριστερά και ενωτική σοσιαλιστική λύση εξουσίας

Οι διπλές εκλογές του Μαΐου είναι ευκαιρία για μια αποφασιστική ρεβάνς από τον ταξικό αντίπαλο. Αν το αστικό πολιτικό στρατόπεδο συντριβεί και ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ επικρατήσουν σε Δήμους, Περιφέρειες και Ευρωβουλή η κυβέρνηση θα χάσει κάθε νομιμοποίηση παραμονής στην εξουσία και η αγωνιστική αντεπίθεση του εργατικού κινήματος και της νεολαίας θα μπορούσε να επιτευχθεί αμέσως μετά, με όπλο το ανεβασμένο ηθικό από την αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών.

Οι ηγεσίες του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ θα έπρεπε ήδη να έχουν ενώσει τις δυνάμεις τους, προπαγανδίζοντας ισχυρά μέσα στις μάζες τη λύση μιας σοσιαλιστικής συγκυβέρνησης που θα ανατρέψει τα Μνημόνια και τον καπιταλισμό. Όμως η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ αντί να απευθύνει ένα σαφές κάλεσμα στο ΚΚΕ προτίμησε να στρέψει το ενδιαφέρον της σε αναζήτηση συμμάχων στο «μεσαίο χώρο» (Βουδούρης κ.α), ενώ η ηγεσία του ΚΚΕ επανεπιβεβαίωσε την σεχταριστική της τακτική ταυτίζοντας τον ΣΥΡΙΖΑ με τα κόμματα της άρχουσας τάξης. Αντί να χτίζουν γέφυρες ενότητας οι ηγεσίες με τη στάση τους χωρίζουν και απογοητεύουν τα εκατομμύρια των εργαζόμενων και των νέων που προσανατολίζονται στην Αριστερά.

Έστω και την ύστατη αυτή στιγμή, πράξεις όπως η δέσμευση για αλληλοϋποστήριξη στο δεύτερο γύρο των τοπικών εκλογών θα μπορούσαν να αποδειχτούν πολύτιμες στον αγώνα για να ηττηθούν τα κόμματα και οι ηγεσίες του κεφαλαίου. Οι αγωνιστές της βάσης και των δύο κομμάτων θα πρέπει να πιέσουν αποφασιστικά προς αυτή την κατεύθυνση.

Η Κομμουνιστική Τάση του ΣΥΡΙΖΑ καλεί κάθε αριστερό αγωνιστή να κινητοποιηθεί στον αγώνα για μια μεγάλη νίκη της Αριστεράς και στις δύο εκλογικές μάχες του Μαΐου, γιατί μόνο έτσι μπορεί να ανοίξει ο δρόμος για να ανατραπεί η κυβέρνηση Σαμαρά και να εκλεγεί μια αριστερή κυβέρνηση που θα εφαρμόσει το πρόγραμμα των αναγκών της εργατικής τάξης και του φτωχού λαού, δηλαδή ένα επαναστατικό σοσιαλιστικό πρόγραμμα.

* Το άρθρο αυτό γράφτηκε πριν αποκαλυφθεί η συνομιλία Μπαλτάκου – Κασιδιάρη.