Δημοτικές εκλογές

Ο χαρακτήρας της παρούσας ιστορικής περιόδου

Η βάση της ανάλυσής μας για τη παρούσα ιστορική περίοδο στην Ελλάδα, είναι η μαρξιστική ερμηνεία της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού. Όπως τονίζαμε στο κείμενο – πολιτική απόφαση του συνεδρίου μας του καλοκαιριού του 2016, «η κρίση στην Ελλάδα είναι οργανικό τμήμα της παγκόσμιας κρίσης του καπιταλισμού. Η παγκόσμια αυτή κρίση, είναι μια κλασσική κρίση υπερπαραγωγής (ή αλλιώς «υπερσυσσώρευσης») κεφαλαίων και εμπορευμάτων, που οφείλεται στην αντίφαση ανάμεσα στην τάση του καπιταλισμού για απεριόριστη ανάπτυξη της παραγωγής και στα στενά όρια που θέτει η ατομική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της παραγωγής εξαιτίας της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής [….]Η διαφαινόμενη από την έναρξη της παγκόσμιας κρίσης (σημ: το 2008) είσοδος του ευρωπαϊκού καπιταλισμού σε μια γενικά πτωτική πορεία, άρχισε να αποτυπώνεται στους πιο αδύναμους κρίκους» του, ένας από τους οποίους είναι και η Ελλάδα [….] Η τάση για συσσώρευση κρατικού χρέους είναι μια διαχρονική τάση για τον ελληνικό καπιταλισμό. Αντανακλά τη στρεβλή και καθυστερημένη του ανάπτυξη, συγκριτικά με τον βιομηχανικά προηγμένο καπιταλισμό της Δυτικής Ευρώπης. Ο δυσβάσταχτος και επαχθής εξωτερικός δανεισμός στάθηκε ιστορικά η αποφασιστική “καύσιμη ύλη” για την ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού, από τον τομέα των έργων υποδομής και γενικότερα των δημόσιων έργων, μέχρι και τη βιομηχανική παραγωγή. Καθόλου τυχαία όμως, αντανακλώντας την αποφασιστική επίδραση της εκάστοτε φάσης της παγκόσμιας οικονομίας, το ελληνικό κράτος έφθανε ιστορικά κοντά στη χρεοκοπία, αφού πρώτα είχε μεσολαβήσει το ξέσπασμα μιας σοβαρής παγκόσμιας κρίσης. Έτσι συνέβη και με τις δυο τελευταίες περιπτώσεις χρεοκοπίας του ελληνικού κράτους. Πριν από τη χρεοκοπία του 1932 επί πρωθυπουργίας Βενιζέλου, είχε μεσολαβήσει το “κραχ” του 1929 στην Αμερική, που έβαλε την παγκόσμια οικονομία στο τούνελ της «Μεγάλης Ύφεσης». Επίσης, πριν από την εκδήλωση της αδυναμίας εξυπηρέτησης του ελληνικού κρατικού χρέους τον Απρίλιο του 2010, είχε προηγηθεί η διεθνής κρίση του 2008 που, όπως και το 1929, από τις ΗΠΑ πέρασε στην Ευρώπη. […]Αν ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός το 2010 διήγαγε μια περίοδο άνθησης, τότε η Ελλάδα δεν θα αποκλειόταν από τις αγορές και δεν θα έφτανε στα Μνημόνια. Η πανευρωπαϊκή ύφεση του 2009, έφερε μέσα σε ένα χρόνο το χρέος του ελληνικού κράτους από το 112,9% στο 129,7% του ΑΕΠ (πηγή : Eurostat). Ανάλογα αυξητική ήταν η τάση για το χρέος όλων των κρατών της Ευρωζώνης. Τη μεγαλύτερη αύξηση επιτοκίων δανεισμού όμως, την είχε η Ελλάδα, γιατί αυτή ήταν η πιο αδύναμη παραγωγικά, εκείνη δηλαδή που θα δυσκολευόταν περισσότερο από τα υπόλοιπα κράτη της Ευρωζώνης να βγει από την ύφεση. Αυτή η αναμενόμενη τάση για αύξηση στα επιτόκια δανεισμού οξύνθηκε από τη διεθνή κερδοσκοπία με τα ελληνικά ομόλογα, που έκανε γρήγορα το δανεισμό του ελληνικού κράτους εντελώς απαγορευτικό, ξεκινώντας την εποχή των Μνημονίων.»

Στο κείμενο του προηγούμενου συνεδρίου μας (Δεκέμβριος 2017) τονίζαμε ότι η «Ελλάδα, μένοντας σταθερά στην “πρώτη γραμμή” του διεθνούς καπιταλιστικού αδιεξόδου ως ένας από τους πιο αδύναμους κρίκους του ανεπτυγμένου δυτικού καπιταλισμού, συνεχίζει να αποτελεί ιδιαίτερα πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη της προλεταριακής, σοσιαλιστικής επανάστασης» και διαπιστώναμε ότι η χώρα διανύει «μια ιστορική περίοδο κρίσης του αστικού καθεστώτος με αναπόφευκτες επαναστατικές συνέπειες, στην οποία έχει εισέλθει εδώ και σχεδόν μια δεκαετία». Αυτές οι εκτιμήσεις έναν χρόνο μετά παραμένουν απόλυτα επίκαιρες.

Μέσα στο γενικότερο πλαίσιο αυτής της περιόδου, τα περίπου 3 τελευταία χρόνια, σηματοδοτούν ένα διάλειμμα απουσίας μαζικών ταξικών αγώνων. Το διάλειμμα αυτό, όπως έχουμε επανειλημμένα εξηγήσει είναι απόλυτα φυσιολογικό και αναμενόμενο. Με προάγγελο τη μαθητική εξέγερση του 2008 και για έξι χρόνια, από τις αρχές του 2010 έως τον Φλεβάρη του 2016, η εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα έδωσαν μεγάλες ταξικές και πολιτικές μάχες (γενικές απεργίες 2010-2014, μαζικό κίνημα των πλατειών 2011, μαζική ώθηση του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία 2012-2015, κίνημα του προδομένου δημοψηφίσματος, μαζική 48 γενική απεργία ενάντια στην ψήφιση των μνημονιακών προαπαιτούμενων τον Φεβρουάριο του 2016). Χωρίς να διαθέτουν επαναστατική ηγεσία και μαζική επαναστατική οργάνωση και παλεύοντας υπό το βάρος των δεινών της ίδιας της κρίσης (μαζική ανεργία και απότομη φτωχοποίηση), οι εργατικές μάζες έκαναν ό,τι μπορούσαν για να αλλάξουν τη ζωή τους και την κοινωνία. Μόνο αμετανόητοι σεχταριστές – ουτοπιστές (και όχι οι επαναστάτες μαρξιστές) θα μπορούσαν να έχουν περισσότερες απαιτήσεις από την εργατική τάξη και τις χιλιάδες των απλών αγωνιστών του κινήματός της.

Όμως, προς έκπληξη εκατοντάδων χιλιάδων απλών αγωνιστών – αλλά όχι των επαναστατών μαρξιστών που εξηγούσαν επίμονα και υπομονετικά (κόντρα στο ρεύμα) την προδοτική φύση του ρεφορμισμού – η εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα προδόθηκαν από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, που καιροσκοπικά εκμεταλλεύτηκε τη ζωτική ανάγκη τους για μια λύση εξουσίας με σκοπό να κάνει καριέρα στον αστικό κρατικό μηχανισμό. Το καλοκαίρι του 2015 που εκτυλίχθηκε το δράμα της μεγάλης προδοσίας και του ανοικτού περάσματος των ηγετών του ΣΥΡΙΖΑ στην πλευρά της τρόικας και της ελληνικής άρχουσας τάξης, οι εργατικές μάζες δεν διέθεταν μια στοιχειωδώς αξιόπιστη εναλλακτική πολιτική λύση στ’ αριστερά. Η ηγεσία της ΛΑΕ, βουτηγμένη στους απαράδεκτους συμβιβασμούς και τις υποχωρήσεις της πρώτης θητείας της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ από τη μία πλευρά και ηγεσία του ΚΚΕ με την ακραία σεχταριστική πολιτική της από την άλλη, όχι μόνο δεν εμφανίζονταν ως βιώσιμη πολιτική λύση στα μάτια των μαζών, αλλά με την πολιτική τους, τις έσπρωξαν ακόμα πιο βαθειά στον βάλτο της απελπισίας και της απογοήτευσης. Αυτό το μεγάλο κενό ηγεσίας, σε συνδυασμό με την ίδια την κλιμάκωση της επίθεσης με το 3ο Μνημόνιο και την επίσημη επέκταση της άγριας λιτότητας για πολλές δεκαετίες, έφερε, απόλυτα φυσιολογικά, την παράλυση του εργατικού κινήματος και γενικότερα, έκαμψε αποφασιστικά τις μαχητικές διαθέσεις που αναπτύχθηκαν μέσα στις εργατικές μάζες τα προηγούμενα χρόνια.

Είναι ζωτική ανάγκη, κάθε αγωνιστής να μείνει μακριά από το δηλητήριο του πεσιμισμού και του κυνισμού που αφθονεί σήμερα στους χώρους που ζει, εργάζεται ή εκπαιδεύεται η εργατική τάξη και η νεολαία, ιδιαίτερα μέσα στις τάξεις της λεγόμενης πρωτοπορίας, δηλαδή των αγωνιστών που συμμετείχαν ενεργά στους μαζικούς ταξικούς και πολιτικούς αγώνες της περιόδου 2010-2015. Αυτό το στρώμα, σαν αποτέλεσμα της πολιτικής του εκπαίδευσης πάνω στις χρεοκοπημένες σε μεγάλο βαθμό ιδέες, μεθόδους και τακτικές που χαρακτηρίζουν τις αριστερές ηγεσίες, αλλά και τον αναρχικό – αντιεξουσιαστικό χώρο, «προσφέρει» απλόχερα σήμερα στο κίνημα μιζέρια, σύγχυση και αυταπάτες για τη μία ή την άλλη μικροαστική πανάκεια.

Δεν υπάρχει ο παραμικρός λόγος για πεσιμισμό: η τάξη μας έδωσε μάχες και τις έχασε, όχι γιατί ευθύνεται πολιτικά η ίδια, αλλά γιατί οι ρεφορμιστές απέδειξαν για άλλη μια φορά ποιοι είναι και γιατί οι δυνάμεις του επαναστατικού μαρξισμού είναι (κυρίως για ιστορικούς λόγους που έχουμε εξηγήσει σε παλιότερα κείμενά μας) εξαιρετικά αδύναμες. Έτσι περάσαμε σε μια φάση παράλυσης στο κίνημα. Αυτή τη φάση την ονομάζουμε «διάλειμμα», γιατί η φύση της γενικότερης ιστορικής περιόδου που διανύουμε δεν έχει αλλάξει. Συνεχίζει, όπως θα δείξουμε πιο αναλυτικά στη συνέχεια του κειμένου, να παράγει σε αφθονία τις αναγκαίες συνθήκες για μια επαναστατική κατάσταση. Ο ελληνικός καπιταλισμός δεν έχει ανακάμψει ουσιαστικά, οι προοπτικές του είναι εξαιρετικά δυσοίωνες, ενώ η εμπιστοσύνη των μαζών στο αστικό πολιτικό σύστημα, κάθε άλλο παρά έχει αποκατασταθεί και τα ριζοσπαστικά πολιτικά συμπεράσματα, παρά την παράλυση του κινήματος, συνεχίζουν να εξάγονται με αμείωτο ρυθμό από τα νεότερα και πιο φρέσκα στρώματα των εργατικών μαζών.

Η ακριβής χρονική διάρκεια του διαλείμματος για το οποίο μιλήσαμε πιο πάνω δεν μπορεί να προσδιοριστεί. Το μόνο βέβαιο είναι πως όταν θα ξανακινητοποιηθεί μαζικά η εργατική τάξη, διαθέτοντας την πρόσφατη πείρα από τη μεγάλη προδοσία του ρεφορμισμού, θα είναι πιο ανοικτή από ποτέ στις επαναστατικές μαρξιστικές ιδέες, αρκεί οι δυνάμεις του επαναστατικού μαρξισμού να έχουν γίνει στοιχειωδώς διακριτές, τουλάχιστον στα πιο πρωτοπόρα τμήματα της τάξης και της νεολαίας. Και ας τονιστεί: δεν μιλάμε για την παλιά, κατά κανόνα χρεοκοπημένη, κακο-εκπαιδευμένη και κυνική «πρωτοπορία», αλλά για την φρέσκια πρωτοπορία των επερχόμενων μαζικών κινημάτων της εργατικής τάξης και της νεολαίας.

Η κατάσταση και οι προοπτικές του ελληνικού καπιταλισμού

α. Ο καθοριστικός διεθνής παράγοντας

Η αύξηση του κόστους δανεισμού του ελληνικού κράτους αμέσως μετά την εμφάνιση της κρίσης στην Τουρκία και το ξέσπασμα της σύγκρουσης μεταξύ Κομισιόν και ιταλικής κυβέρνησης για το ύψος του κρατικού ελλείμματος, φανέρωσαν πόσο καθοριστικός παράγοντας είναι η κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας, αλλά και γενικότερα οι διεθνείς εξελίξεις και τάσεις, για την πορεία του ελληνικού καπιταλισμού. Δεν μπορεί κανείς να διατυπώσει σοβαρή εκτίμηση για τις ελληνικές προοπτικές χωρίς να ξεκινά από εκεί.

Σήμερα, 8 χρόνια μετά το πρώτο ελληνικό Μνημόνιο, έχουν αλλάξει ορισμένα πολύ σημαντικά στοιχεία στο διεθνές πεδίο. Η Ελλάδα δεν είναι πλέον η βασική εστία κινδύνου για τη σταθερότητα του ευρωπαϊκού καπιταλισμού. Το Brexit και το ιταλικό χρέος είναι παράγοντες που την έχουν κατά πολύ ξεπεράσει σε βαθμό επικινδυνότητας, ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο η αναβίωση του προστατευτισμού και η έναρξη ενός διεθνούς εμπορικού πολέμου με αφορμή την εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ μεταβάλλει μέρα με τη μέρα τα δεδομένα στην παγκόσμια οικονομία και τις διεθνείς σχέσεις σε σύγκριση με ό,τι ίσχυε στις αρχές τις δεκαετίας.

Το ενδιαφέρον για μια «ελληνική διάσωση», δηλαδή για την αποφυγή μιας κρατικής χρεοκοπίας της καπιταλιστικής Ελλάδας με ταυτόχρονη διατήρησή της στην Ευρωζώνη, είναι διεθνώς πιο μειωμένο από ποτέ. Στο πλαίσιο της καπιταλιστικής Ε.Ε, οι χαμηλοί ρυθμοί ανάπτυξης και ο φόβος για την άμεση προοπτική μιας ύφεσης βαθύτερης από εκείνης του 2008-09, έχουν κάνει τους Ευρωπαίους αστούς και ιδιαίτερα τους Γερμανούς και τους άλλους, λιγότερο χρεωμένους (ως προς τα κρατικά χρέη) Βορειοευρωπαίους αστούς, εξαιρετικά αρνητικούς στην προοπτική νέων, δαπανηρών για τους κρατικούς τους προϋπολογισμούς, «διασώσεων».

Οι Αμερικάνοι και οι υπόλοιποι δυτικοί ιμπεριαλιστές – όπως σε κάποιο βαθμό αποτυπώνεται από τη στάση του ΔΝΤ – δεν επιθυμούν καμία περαιτέρω ουσιαστική ανάμιξη στα οικονομικά προβλήματα της ΕΕ. Η Ελλάδα γι’ αυτούς είναι ένα ευρωπαϊκό – γερμανικό πρόβλημα, που το αξιοποιούν πολιτικά στον ανταγωνισμό τους με τους Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές. Τέλος, οι Κινέζοι και οι Ρώσοι καπιταλιστές, απέδειξαν έμπρακτα το καλοκαίρι του 2015 ότι δεν έχουν κανένα συμφέρον να αναλάβουν στον οποιονδήποτε βαθμό, την ευθύνη για την αναγκαία χρηματοδότηση του χρέους της Ελλάδας. Θέλουν τον ελληνικό καπιταλισμό μέσα στην Ευρωζώνη, ώστε να κάνουν πιο επικερδείς και ασφαλέστερες μπίζνες μαζί του και διαθέτοντας μια ορισμένη – όσο το δυνατό πιο ανέξοδη – επιρροή στην Ελλάδα, να την αξιοποιούν ως μέσο διαπραγμάτευσης με τις ισχυρότερες ευρωπαϊκές δυνάμεις.

Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την βέβαιη προοπτική μιας παγκόσμιας ύφεσης ακόμα βαθύτερης από εκείνη του 2008-09, σημαίνουν ότι τα διεθνή στηρίγματα του ελληνικού καπιταλισμού, οι αιτίες δηλαδή που επέβαλαν την πρωτοφανή, γιγαντιαία συνένωση δανειστών από τις βασικές δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις για τη διάσωση του ελληνικού κράτους (και των ελληνικών τραπεζών) από την ανοικτή χρεοκοπία και την έξοδο από την Ευρωζώνη, εκλείπουν. Αυτό αποτυπώνεται ανάγλυφα στη νέα πραγματικότητα του ελληνικού καπιταλισμού που ξεκίνησε επίσημα από τον περασμένο Αύγουστο: άγρια λιτότητα διαρκείας, που όμως δε συνοδεύεται από την τρόικα με κάποια δέσμευση για νέα δάνεια ή μια πραγματική ελάφρυνση του ελληνικού κρατικού χρέους.

Το ελληνικό κρατικό χρέος σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία που ανακοίνωσε η ΕΛΣΤΑΤ τον Οκτώβριο, έφθασε τα 323,378 δισ. ευρώ και στο
179,7% του ΑΕΠ. Τον Μάρτιο του 2010, πριν δηλαδή υπογραφούν τα Μνημόνια, το ελληνικό κρατικό χρέος ανερχόταν σε 310,3 δισ. ευρώ, σύμφωνα με το Δελτίο Δημοσίου Χρέους και στο 146% του ΑΕΠ της χώρας. Η λεγόμενη λύση για το χρέος που συμφωνήθηκε με την τρόικα το περασμένο καλοκαίρι, στην πραγματικότητα, είναι μια μετάθεση για μετά το έτος 2032 πληρωμών ύψους 96,6 δισ. ευρώ που θα έπρεπε να ξεκινήσουν το έτος 2023, αλλά με αυξημένα επιτόκια. Συνεπώς, δεν είναι καθόλου λύση. Το κρατικό χρέος παραμένει άθικτο και μάλιστα, με αυξημένο όγκο, λόγω των αυξημένων επιτοκίων και η καπιταλιστική Ελλάδα ωθείται στο εξής να το εξυπηρετεί κανονικά με «τις δικές τις δυνάμεις» (βλέπε τα υπερπλεονάσματα που προκύπτουν από τον ιδρώτα και το αίμα της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων), χωρίς να μπορεί να βγει για να δανειστεί στις αγορές με ένα συμφέρον επιτόκιο. Ο ελληνικός καπιταλισμός της Ευρωζώνης λοιπόν, είναι ένας μισοπεθαμένος ασθενής, που του τραβούν αργά, αλλά σταθερά «τα σωληνάκια».

β. Ο «φαύλος κύκλος» μπορεί να σπάσει μόνο με επαναστατικά μέσα

Η πείρα των τελευταίων χρόνων έχει δείξει το προφανές, αυτό που μπορεί να καταλάβει και τελευταίος κεϋνσιανός δημοσιολόγος. Οι στόχοι για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, δηλαδή οι στόχοι άγριας λιτότητας, που πηγάζουν από την υποχρέωση να εξυπηρετηθεί κανονικά το γιγάντιο ελληνικό κρατικό χρέος υπονομεύουν κάθε δυνατότητα για να επιτευχθεί η «ισχυρή ανάπτυξη» που απαιτείται για να εξυπηρετείται κανονικά το χρέος τα επόμενα χρόνια. Αλλά και αντιστρόφως, αυτά τα τόσο υψηλά πλεονάσματα δεν μπορούν να επιτευχθούν τα επόμενα χρόνια χωρίς «ισχυρή ανάπτυξη». Ο ελληνικός καπιταλισμός παραμένει διαρκώς εγκλωβισμένος στο «φαύλο κύκλο» χρέους – λιτότητας – ύφεσης.

Αυτός ο «φαύλος κύκλος» δεν μπορεί να σπάσει με κάποια εναλλακτική οικονομική πολιτική πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού, όπως συνεχίζουν να υποστηρίζουν οι κάθε λογής κεϋνσιανοί. Όπως σε έναν ορισμένο βαθμό δείχνει το ιταλικό παράδειγμα σήμερα, αν μια ελληνική αστική κυβέρνηση αποφάσιζε να κάνει «παροχές» χωρίς να λάβει μέτρα που θα αμφισβητούν την καπιταλιστική ιδιοκτησία, απλώς δηλαδή παραβιάζοντας τους «σιδερένιους» κοινοτικούς κανόνες για το ύψος των ελλειμμάτων, τότε αυτόματα τα ελληνικά ομόλογα θα πετάγονταν έξω από τις «αγορές» για πολλά χρόνια, η οικονομία θα βυθιζόταν σε ύφεση και αργά ή γρήγορα, θα ανακοίνωνε ανοικτή χρεοκοπία και αποδοχή της αδυναμίας παραμονής στο ευρώ. Αν δε, όπως επανειλημμένα έχουμε τονίσει, αυτή η κεϋνσιανή πολιτική συνοδευόταν και από μια ταυτόχρονη, εθελοντική έξοδο από το ευρώ με μια διαγραφή χρέους όπως προτείνουν ορισμένοι αριστεροί ρεφορμιστές, τότε οι όποιες κυβερνητικές «παροχές» αυτόματα θα ακυρώνονταν από τον υπερπληθωρισμό, που θα βύθιζε γενικότερα τη χώρα σε μια βαθειά ύφεση, δημιουργώντας την υλική βάση για μια νέα, ταχύτατη υπερχρέωση και χρεοκοπία.

Μόνο μια επαναστατική σοσιαλιστική, διεθνιστική πολιτική μπορεί να σπάσει τον «φαύλο» καπιταλιστικό κύκλο χρέους – λιτότητας – ύφεσης. Μια επαναστατική σοσιαλιστική κυβέρνηση, ταυτόχρονα με την άνοδό της στην εξουσία και πριν ακόμα λάβει το οποιοδήποτε μέτρο, θα απηύθυνε μια επαναστατική έκκληση στην εργατική τάξη της Ευρώπης και ολόκληρου του κόσμου. Μία επίμονη και αποφασιστική έκκληση για αλληλέγγυα δράση προς τις μαζικές οργανώσεις της εργατικής τάξης και της νεολαίας θα μπορούσε να εμποδίσει ή ακόμα και να ματαιώσει, την αντιδραστική επίθεση των ιμπεριαλιστών ενάντια στην επαναστατική Ελλάδα, κάτω από το βάρος του μεγάλου εσωτερικού πολιτικού κόστους. Μια τέτοια έκκληση, θα έτεινε αμέσως να διεθνοποιήσει το επαναστατικό κύμα, μετατρέποντας για τον διεθνή καπιταλισμό, το ελληνικό πρόβλημα χρέους σε πρόβλημα της ανάπτυξης μιας διεθνούς επανάστασης. Μπροστά σε αυτή τη θαρραλέα διεθνιστική πολιτική, κάθε «υπερήφανη», εθνική – πατριωτική εξωτερική πολιτική με άξονα την «μη ανάμιξη στα εσωτερικά ξένων κρατών», είναι μια γελοία φάρσα.

Έχοντας θωρακιστεί εξωτερικά με την ασπίδα της διεθνούς προλεταριακής δράσης, η επαναστατική σοσιαλιστική κυβέρνηση θα προχωρούσε πολύ γρήγορα, όχι μόνο στην πλήρη και οριστική διαγραφή του ληστρικού κρατικού χρέους, αλλά και στην εφαρμογή ενός προγράμματος εγκαθίδρυσης μιας κοινωνικοποιημένης, σχεδιασμένης οικονομίας. Έτσι οι επιπτώσεις από τη μαζική φυγή κεφαλαίων και τον υπερπληθωρισμό που θα συνόδευαν την αναπόφευκτη έξοδο από την Ευρωζώνη και την υιοθέτηση ενός νέου νομίσματος, θα μπορούσαν να περιοριστούν στο ελάχιστο, ενώ ταυτόχρονα οι μεγάλες θυσίες στις οποίες θα επιδιδόταν χωρίς φειδώ ο εργαζόμενος λαός νιώθοντας ότι είναι ο μοναδικός ιδιοκτήτης και κύριος της ελληνικής οικονομίας, όπως επίσης και τα έσοδα από τις πλουτοπαραγωγικές πηγές που σήμερα απομυζά η άρχουσα τάξη, θα μπορούσαν να διασφαλίσουν ένα μίνιμουμ αξιοπρεπούς διαβίωσης (με αναπόφευκτες ορισμένες, ακόμα και σοβαρές, ελλείψεις) για όλους τους εργαζόμενους, μέχρι η σοσιαλιστική επανάσταση να νικήσει σε περισσότερες χώρες και να σπάσει η αρχική απομόνωση της επαναστατικής σοσιαλιστικής Ελλάδας. Αυτός ο δρόμος, που πολύ συνοπτικά περιγράψαμε εδώ και που αναλυτικά εξηγούμε στο πρόγραμμά μας, είναι ο μόνος ρεαλιστικός δρόμος για «να βγει η Ελλάδα από τα Μνημόνια». Η υπεράσπιση οποιασδήποτε μορφής εξόδου από τα Μνημόνια πάνω σε καπιταλιστικό έδαφος, είναι απλώς κοροϊδία και αυταπάτη.

γ. Δημοσιονομική κατάσταση, επιτόκιο δανεισμού και «μαξιλάρι ρευστότητας»

Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι ο άμεσος στόχος του πρώτου Μνημονίου, ήταν να μειωθεί μέσα σε δύο χρόνια το επιτόκιο δανεισμού του ελληνικού κράτους, ώστε το τελευταίο να μπορεί να δανείζεται απρόσκοπτα και φτηνά από τις «αγορές». Όπως είναι γνωστό, όχι μόνο δεν κατακτήθηκε αυτός ο στόχος, αλλά από τότε, υπογράφτηκαν δύο ακόμα Μνημόνια (2012, 2015) και ένα Μνημόνιο διαρκείας (2017) που προβλέπει υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα λιτότητας μέχρι το 2060 (3,5% του ΑΕΠ μέχρι και το 2021 και 2% από το 2022 και μέχρι το 2060). Και ύστερα από όλα αυτά, αλλά και από την περιφανή «έξοδο από τα Μνημόνια» τον περασμένο Αύγουστο, το επιτόκιο δανεισμού του ελληνικού κράτους για το δεκαετές ομόλογο βρίσκεται σχεδόν στο 4,5%, είναι δηλαδή στα ίδια επίπεδα με τον Οκτώβριο του 2009, όταν η κυβέρνηση Παπανδρέου ανακοίνωνε το αληθινό κρατικό έλλειμμα κάνοντας ορατό το φάσμα των Μνημονίων! Το στοιχείο αυτό, δείχνει χαρακτηριστικά το ότι στην πραγματικότητα, η καπιταλιστική Ελλάδα, σε αντίθεση με την κυβερνητική προπαγάνδα, καθόλου δεν έχει βγει από τα Μνημόνια.

Η κυβέρνηση σπεύδει να κατευνάσει τις ανησυχίες από τη διατήρηση αυξημένων επιτοκίων δανεισμού του ελληνικού κράτους, επικαλούμενη το περίφημο «μαξιλάρι ρευστότητας». Αυτό είναι ένα συνολικό ποσό σχεδόν 30 δισ. ευρώ που προκύπτει από το άθροισμα των 4,3 δισ. που προήλθαν από την πώληση ομολόγων τον Φεβρουάριο του 2017 και το καλοκαίρι του ίδιου έτους (ενός 7ετούς και ενός 5ετούς αντίστοιχα), του 1,9 δισ. της προτελευταίας δόσης της τρόικας, των 15 δισ. της τελευταίας δόσης που εγκρίθηκε το φετινό καλοκαίρι και 5 – 6 ακόμα δισ. που είναι οι καταθέσεις των Δήμων και διαφόρων άλλων κρατικών οργανισμών.

Το γεγονός ότι το κράτος εξαιτίας του «μαξιλαριού» έχει μπροστά του, σύμφωνα πάντα με τους κυβερνητικούς υπολογισμούς, αρκετούς μήνες χωρίς χρηματοδοτικές ανάγκες (ακόμα και για 28 μήνες μιλούν τα πιο αισιόδοξα κυβερνητικά σενάρια), δεν θα κάνει τους ιδιώτες κερδοσκόπους δανειστές του ξαφνικά να αρχίσουν να ζητούν χαμηλότερα επιτόκια. Σε ένα κράτος που συνεχίζει να έχει ένα τεράστιο χρέος και να αποτελεί τον πιο αδύναμο από βιομηχανική, αλλά και χρηματοπιστωτική άποψη, κρίκο της Ευρωζώνης και συνεπώς, τον πιο ευαίσθητο σε κραδασμούς από την αστάθεια στην παγκόσμια οικονομία, κανένα «μαξιλάρι» ρευστότητας δεν αρκεί για να εξασφαλίσει χαμηλότοκο δανεισμό.

«Μα το μαξιλάρι αυτό», λένε οι κυβερνητικοί απολογητές, «μας επιτρέπει να μη βιαστούμε. Θα δανειστούμε όταν τα επιτόκια θα πέσουν». Ποιος όμως και τι μας διασφαλίζει ότι τα επιτόκια θα πέσουν και δεν θα ανέβουν κι άλλο; Αν για κάτι πρέπει να υπάρχει σιγουριά σχετικά με τα μελλοντικά επίπεδα των επιτοκίων δανεισμού του ελληνικού κράτους, είναι ότι αυτά θα ανέβουν. Η νέα διεθνής ύφεση βρίσκεται μπροστά μας και ο ελληνικός καπιταλισμός εμφανίζει επίμονα χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, ενώ δεν διαθέτει πλέον εγγυημένο δανεισμό από την τρόικα, όπως στο πρόσφατο παρελθόν. Όλα αυτά για όσους σκέφτονται στοιχειωδώς ορθολογικά, σημαίνουν ακριβότερο – κατά κανόνα – δανεισμό στο μέλλον.

Ωστόσο, η κυβερνητική σιγουριά για τη μεγάλη περίοδο διατήρησης του «μαξιλαριού», είναι μετέωρη. Η ελληνική άρχουσα τάξη ήδη πιέζει με δημόσιες τοποθετήσεις εκπροσώπων και απολογητών της, ώστε ένα μέρος από αυτό το «μαξιλάρι» να χρησιμοποιηθεί για διάφορες άμεσες ή έμμεσες κρατικές επιδοτήσεις κερδών, ενώ επίσης, από κοινού με την τρόικα επιθυμούν την «αξιοποίησή» του για μία ακόμα ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών. Ακόμα και αν η κυβέρνηση Τσίπρα, λόγω των λίγων μηνών απόστασης από τις εκλογές, δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσει πλήρως αυτά τα αστικά «αιτήματα», μία επόμενη «κεντροδεξιά» κυβέρνηση με νωπή εκλογική εντολή δεν θα έχει κανέναν ενδοιασμό να το πράξει.

Η βουλιμία άρχουσας τάξης και δανειστών για το «ματωμένο» υπερπλεόνασμα – «μαξιλάρι» δεν είναι ο καθοριστικός δημοσιονομικός κίνδυνος. Ο βασικός κίνδυνος για τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό τους επόμενους μήνες, όπως έχουμε επανειλημμένα τονίσει, είναι η αυξανόμενη φοροδοτική αδυναμία των εργατικών και φτωχών λαϊκών μαζών, που απειλεί βάσιμα το στόχο για πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% μέχρι και το 2022. Έτσι, σύμφωνα με τα επίσημα κυβερνητικά στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν στην «Καθημερινή» (18/12) οι απλήρωτοι φόροι αυξήθηκαν κατά περίπου ένα δισ. ευρώ τον Οκτώβριο σε σχέση με τον Σεπτέμβριο. Τα συνολικά χρέη προς την εφορία φτάνουν στα 103,36 δισ. ευρώ, ενώ εάν προστεθούν τα πρόστιμα και οι προσαυξήσεις, ξεπερνούν τα 185 δισ. ευρώ, δηλαδή είναι υψηλότερα από το ΑΕΠ της χώρας! Σύμφωνα με την ίδια πηγή, εκείνο που σώζει την δημοσιονομική κατάσταση είναι τα αυξημένα έσοδα από τον κατεξοχήν ταξικό, ΦΠΑ, με την αύξηση αυτή όμως να οφείλεται κυρίως στις μεγάλες τουριστικές ροές των καλοκαιρινών μηνών.

Αλλά οι καταθέσεις και οι κάθε λογής αποταμιεύσεις της συντριπτικής πλειονότητας της ελληνικής κοινωνίας «στερεύουν» και την ίδια στιγμή, το εισόδημά της, τείνει διαρκώς να συρρικνώνεται. Αργά ή γρήγορα, οι νέες, ήδη νομοθετημένες μειώσεις στις συντάξεις θα πρέπει να εφαρμοστούν και σε συνδυασμό με τη νέα μείωση του αφορολόγητου, θα επιτείνουν τη φοροδοτική αδυναμία. Όσο διατηρείται το σημερινό δυσβάσταχτο, μνημονιακό επίπεδο άμεσης και έμμεσης υπερφορολόγησης της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών μαζών, ένα «φοροδοτικό κραχ» είναι αναπόφευκτο.

Για να επιχειρήσει να το προλάβει ή να αντιμετωπίσει τις συνέπειές του, μια αστική κυβέρνηση αναπόφευκτα θα τείνει να χαλαρώσει λίγο τη φορολογική θηλιά και να επιτεθεί πιο αποφασιστικά στους κρατικούς υπαλλήλους με μαζικές απολύσεις, νέες μειώσεις μισθών και ιδιωτικοποιήσεις. Η σημαία της επόμενης αστικής κυβέρνησης θα είναι και πάλι οι περικοπές στο «σπάταλο κράτος» (δηλαδή στο εισόδημα των μη προνομιούχων εργαζόμενων στο κράτος). Αυτές όμως έχουν ένα όριο: τις ίδιες τις στοιχειώδεις λειτουργίες του αστικού κρατικού μηχανισμού, που ήδη απειλούνται μετά από πολλά έτη άγριας λιτότητας. Επιπρόσθετα, πρέπει να τονίσουμε ότι οι αληθινές κρατικές σπατάλες δεν είναι οι δαπάνες για τους χαμηλούς μισθούς της πλειονότητας των δημοσίων υπαλλήλων – που άλλωστε τροφοδοτούν σχεδόν αποκλειστικά την εγχώρια κατανάλωση – αλλά οι μεγάλες ποσότητες κρατικού χρήματος που δαπανώνται κάθε χρόνο για τόκους και εξοπλισμούς προς το εξωτερικό, για επιδοτήσεις, επικερδείς συμβάσεις ή παραγγελίες στους καπιταλιστές και φυσικά, για μίζες, υπερτιμολογήσεις και άλλα έξοδα διαφθοράς των υψηλόβαθμων κρατικών στελεχών. Αυτές τις αληθινές σπατάλες, ο καπιταλισμός είναι οργανικά ανίκανος να περικόψει. Συνεπώς, η υποχρέωσή του να τις εξυπηρετεί, θα κάνει αναπόφευκτο το «φοροδοτικό κραχ» (πάντα βέβαια υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξει μια διαγραφή μέρους έστω του κρατικού χρέους, το οποίο επιβάλει την υπερφορολόγηση) και η όποια φορολογική χαλάρωση γίνει από την επόμενη κυβέρνηση, απλώς θα επιβραδύνει την εμφάνισή του.

δ. Προς ισχυρή ανάκαμψη;

Θεωρητικά, η μόνη λύση για να εξυπηρετεί κανονικά ο ελληνικός καπιταλισμός τα χρέη που δημιούργησε και να διατηρήσει τη θέση του μέσα στην Ευρωζώνη, είναι η έναρξη μιας πορείας ισχυρής και πολύχρονης ανάκαμψης, η οποία προϋποθέτει ένα μεγάλο κύμα επενδύσεων. Δικαιολογούν όμως οι υπάρχουσες οικονομικές τάσεις μια τέτοια προοπτική; Η απάντηση είναι αρνητική. Ας δούμε το γιατί.

Τυπικά, αυτή τη στιγμή, η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε μια φάση ανάκαμψης. Μετά από 10 συνεχή χρόνια ύφεσης, το 2017 το ελληνικό ΑΕΠ γνώρισε ανάπτυξη 1,5% (πηγή: ΕΛΣΤΑΤ), ενώ όλες οι εκτιμήσεις τρόικας και κυβέρνησης για τη φετινή χρονιά, κάνουν λόγο για ένα επίπεδο ανάπτυξης κοντά στο 2%. Το γεγονός ότι εμφανίστηκε στην ελληνική οικονομία ανάκαμψη, είναι απολύτως φυσιολογικό. Καμία καπιταλιστική οικονομία δεν μπορεί να γνωρίζει συρρίκνωση για πάντα. Στην πραγματικότητα, η έλευση της ανάκαμψης άργησε εντυπωσιακά πολύ. Το ότι μια αναπτυγμένη καπιταλιστική χώρα της Δύσης όπως η Ελλάδα, βυθίστηκε για 10 συνεχή χρόνια σε ύφεση στη σημερινή εποχή των τρομακτικών τεχνολογικών δυνατοτήτων και της υπεραφθονίας διαθέσιμων – και μάλιστα πολύ υψηλά καταρτισμένων – εργατικών χεριών, αποδεικνύει περίτρανα το πόσο αντιδραστικό έχει γίνει πλέον το καπιταλιστικό σύστημα.

Ποιες είναι οι αιτίες αυτής της ανάκαμψης και ποιος ο χαρακτήρας της; Πρόκειται για μια ανάκαμψη που οφείλεται κυρίως στην αύξηση της τουριστικής κίνησης ως αποτέλεσμα της γενικευμένης αστάθειας στην Τουρκία και του πολεμικού εφιάλτη που κυριάρχησε μετά την ήττα της επανάστασης στον αραβικό κόσμο. Σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση της ανάκαμψης διαδραμάτισε ασφαλώς η σχετική καθυστέρηση του ερχομού μιας νέας ύφεσης στην παγκόσμια οικονομία, καθώς και το διάλειμμα σχετικής πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας που εξασφάλισε για τον ελληνικό καπιταλισμό με την προδοσία της το καλοκαίρι του 2015 η κλίκα του Τσίπρα.

Η παρούσα ανάκαμψη είναι εξαιρετικά αναιμική. Με δεδομένο ότι το ελληνικό ΑΕΠ, από 249,9 δισ. ευρώ που είχε φθάσει στα τέλη του 2008, με βάση τα πιο πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, βρίσκεται σήμερα στα 187,1 δισ. ευρώ, είναι δηλαδή κατά 25% μικρότερο από την περίοδο έναρξης της κρίσης, η ανάκαμψη αυτή αξίζει προς το παρόν να χαρακτηριστεί «αναλαμπή».

Ο αναιμικός χαρακτήρας της ανάκαμψης αντανακλάται στο καθόλου ικανοποιητικό επίπεδο των επενδύσεων, οι οποίες πάντα αποτελούν τη φυσική ατμομηχανή κάθε ισχυρής ανάκαμψης. Χαρακτηριστικά, στην «Έκθεση 2018 για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση» που παρουσίασε στις 25/10 το ΙΝΕ -ΓΣΕΕ, έκανε λόγο για «λανθασμένες ή υπεραισιόδοξες εκτιμήσεις περί επενδυτικού σοκ και εξωστρεφούς μετασχηματισμού της οικονομίας» και τόνισε ότι «η ελπίδα για γρήγορη βιώσιμη ανάπτυξη, θα απαιτούσε διπλασιασμό του όγκου των επιχειρηματικών επενδύσεων τα επόμενα 2 έτη, ώστε αυτές να προσεγγίσουν το 11%-12% του ΑΕΠ, ή μέση ετήσια αύξηση των καθαρών εξαγωγών κατά 3 δισ. ευρώ την περίοδο 2019-2022». «Ωστόσο», συμπλήρωσε, «ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν φαίνεται σήμερα ρεαλιστικό, δεδομένης της παραγωγικής ανεπάρκειας και της επενδυτικής αδράνειας των εγχώριων επιχειρήσεων».

Αφήνοντας κατά μέρος τις επικοινωνιακές κυβερνητικές φανφάρες για «επενδυτικά σοκ» κ.τ.λ, οι καπιταλιστές κάνουν τους δικούς τους, ψυχρούς, κερδοσκοπικούς υπολογισμούς. Όπως έδειξε το πρόσφατο παράδειγμα της ισχυρής τσιμεντοβιομηχανίας «ΤΙΤΑΝ», ολοένα και περισσότεροι από αυτούς εξετάζουν το ενδεχόμενο να μεταφέρουν την έδρα τους σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, για να έχουν καλύτερη και ταχύτερη πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση, αλλά και χαμηλότερη φορολογία σε σύγκριση με την Ελλάδα. Η καπιταλιστική Ελλάδα, λόγω κρατικής υπερχρέωσης, είναι υποχρεωμένη να διαθέτει ορισμένους από τους υψηλότερους φορολογικούς συντελεστές για τις επιχειρήσεις στην Ευρώπη και τους υψηλότερους στα Βαλκάνια. Φθάνουν το 39,65% (συντελεστές κερδών και μερισμάτων), όταν στη Βουλγαρία ανέρχονται στο 10%, ενώ στην Κύπρο στο 12,5% (και 0% για τους μη Κυπρίους μετόχους που διαμένουν στην Κύπρο!).

Στον αναιμικό χαρακτήρα της ανάκαμψης συμβάλει σε σημαντικό βαθμό η προβληματική κατάσταση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Η κατάρρευση της χρηματιστηριακής αξίας των ελληνικών τραπεζών τον περασμένο Οκτώβριο, ανέδειξε το γεγονός ότι οι ελληνικές τράπεζες, παρά τις 3 συνεχόμενες «ανακεφαλαιοποιήσεις», συνεχίζουν να είναι ουσιαστικά χρεοκοπημένες. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (δάνεια που δεν εξυπηρετούνται τουλάχιστον για 90 ημέρες) παραμένουν σε πολύ υψηλά επίπεδα και η αξία τους ανέρχεται σήμερα σε 88,2 δισ. ευρώ. Υπό άλλες συνθήκες, χωρίς τον τρόμο για την άμεση απειλή ενός πανευρωπαϊκού ντόμινο, οι ελληνικές τράπεζες θα είχαν χρεοκοπήσει εδώ και χρόνια. Ιδιαίτερα ανησυχητική σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδας, είναι η πολύ αργή μείωση των «κόκκινων» στεγαστικών δανείων που ανέρχονται σε 27,5 δισ. Ευρώ, με το 30% αυτών να βρίσκεται σε καθεστώς αίτησης για υπαγωγή σε νομική προστασία, στον γνωστό ως νόμο Κατσέλη. Αυτό εξηγεί την αυξανόμενη στοχοποίηση αυτού του νόμου από τους τραπεζίτες και την τρόικα, αλλά και την επιθετική κλιμάκωση των πλειστηριασμών και την αυξανόμενη κρατική τρομοκρατία ενάντια στους ακτιβισμούς που γίνονται για την παρεμπόδισή τους.

Η προβληματική κατάσταση των τραπεζών προκαλεί μεγάλη ανησυχία στους κύκλους της άρχουσας τάξης, σε σημείο που να προκαλεί δημόσιες ενδο-αστικές αντιπαραθέσεις. Έτσι, στις 7/10/2018, με αφορμή της απαξίωση των τραπεζικών μετοχών στο χρηματιστήριο, η «Καθημερινή» έγραφε στο κύριο άρθρο της. «Ο ελληνικός λαός βλέπει τις τράπεζες να δοκιμάζονται για μία ακόμη φορά, γνωρίζοντας πως έχει πληρώσει ακριβά την ανακεφαλαιοποίησή τους. Δικαιούται να έχει απαντήσεις σε ορισμένα ερωτήματα. Πλήρωσαν μεγάλοι επιχειρηματίες τα δάνεια που πήραν ώστε να μπουν στις αυξήσεις κεφαλαίου διαφόρων τραπεζών; Εντοπίσθηκαν περιπτώσεις όπου χρήματα από τραπεζικά δάνεια έφυγαν από εταιρικούς λογαριασμούς και μπήκαν σε προσωπικούς; Έχουν εξαντληθεί τα περιθώρια ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων από επιχειρηματίες που χρεοκόπησαν τις εταιρείες τους αλλά παραμένουν οικονομικά εύρωστοι; Οι απαντήσεις έχουν καθυστερήσει πολύ και η κοινή γνώμη θέλει να ξέρει το γιατί». Αυτό που ενδιαφέρει την «Κ» φυσικά, δεν είναι οι θυσίες του ελληνικού λαού, αλλά η σταθερότητα του ελληνικού καπιταλισμού, που απειλείται από το γεμάτο ζημιές τραπεζικό του σύστημα. Και αυτό στο οποίο στοχεύει με τέτοια δημοσιεύματα είναι να απενοχοποιήσει το σύστημα της για αυτές τις ζημιές και να τις «φορτώσει» σε μεμονωμένους, «κακούς επιχειρηματίες».

Ωστόσο, ούτε τα επικοινωνιακά ξόρκια για τους κακούς επιχειρηματίες, ούτε και η κλιμάκωση των πλειστηριασμών, απαξιωμένων πλέον, κατοικιών μπορούν να σώσουν τις ελληνικές τράπεζες. Το κρίσιμο ζήτημα είναι ο μεγάλος όγκος των «κόκκινων δανείων». Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων στην Ελλάδα είναι στο 40% του συνόλου και είναι μακράν το υψηλότερο στην Ευρώπη, υψηλότερο ακόμα και από εκείνο της Ιταλίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο σχετικός κανόνας της ΕΕ κάνει λόγο για ένα ποσοστό που πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ 1% και 5%! Οι ελληνικές τράπεζες αναπόφευκτα θα χρειαστούν νέα «ανακεφαλαιοποίηση», με την προοπτική ενός κουρέματος καταθέσεων να επανέρχεται στο προσκήνιο. Η πραγματοποίηση αυτής της προοπτικής, σε συνδυασμό με την επίσης αναπόφευκτη επιδείνωση της ικανότητας εξυπηρέτησης του κρατικού χρέους, θα επιδράσει εκρηκτικά στην κοινωνική και πολιτική κατάσταση της χώρας.

Γενικότερα, ανακεφαλαιώνοντας, πρέπει να τονίσουμε ότι οι προοπτικές του ελληνικού καπιταλισμού παραμένουν εξαιρετικά δυσοίωνες, σε όλα τα βασικά πεδία. Η παγκόσμια οικονομία, με το βέβαιο ενδεχόμενο μιας νέας ύφεσης δεν μπορεί να δώσει αξιόλογες επενδυτικές ή εξαγωγικές «ανάσες» στον ελληνικό καπιταλισμό, ενώ η εμφάνιση αυτής της ύφεσης θα βάλει όρια στην παρούσα άνοδο της τουριστική κίνησης που τροφοδοτεί την αναιμική του ανάκαμψη. Η τάση για προστατευτισμό που αναπτύσσεται πάνω στο έδαφος του εμπορικού πολέμου μεταξύ των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων δεν ευνοεί νέες δαπανηρές «διασώσεις». Και σ’ αυτά θα πρέπει να προσθέσει κανείς την έλλειψη εμπιστοσύνης από την πλευρά του διεθνούς κεφαλαίου, των «αγορών», στον καταχρεωμένο ελληνικό καπιταλισμό. Οι αρνητικοί αυτοί διεθνείς παράγοντες, συνδυάζονται με το υπέρογκο κρατικό χρέος που ρίχνει διαρκώς τη σκιά του πάνω από τις τύχες του ελληνικού καπιταλισμού, με την υπερφόρτωση των ελληνικών τραπεζών με «κόκκινα δάνεια», με την καταρρέουσα φοροδοτική ικανότητα των μαζών που απειλεί τα σημερινά υπερπλεονάσματα και με τον αναιμικό χαρακτήρα της παρούσας ανάκαμψης δημιουργώντας μια ακατανίκητη τάση προς την ανοικτή χρεοκοπία και την έξοδο από το ευρώ.

Η μορφή των γεγονότων που θα ενσαρκώσουν την εμφάνιση αυτής της αναπόφευκτης κατάληξης και η ακριβής χρονική διάρκεια της σημερινής μεταβατικής φάσης προς αυτήν, δεν μπορούν να προβλεφθούν. Είναι σίγουρο ότι η ταξική πάλη και η πολιτική κατάσταση θα παίξουν αποφασιστικό ρόλο στον ρυθμό εξέλιξης της όλης διαδικασίας. Η παράταση για 1-2 χρόνια αυτής της αναιμικής έστω, ανάκαμψης, θα μπορούσε να προκαλέσει ένα νέο κύμα οικονομικών αγώνων, που όμως θα υπονομεύσουν την προοπτική της, καθώς βασική αιτία για την ίδια την ύπαρξή της είναι η υποχώρηση του μεγάλου ταξικού, αντιμνημονιακού κινήματος της περιόδου 2010-2015. Επίσης, η έναρξη ενός νέου κύκλου πολιτικής αστάθειας ως αποτέλεσμα μιας πιθανής αδυναμίας σχηματισμού ισχυρής κοινοβουλευτικά αστικής κυβέρνησης και απανωτών εκλογικών αναμετρήσεων τα επόμενα χρόνια, θα ξανακάνει τον πολιτικό παράγοντα και πάλι καθοριστικό για την ανάδειξη των οικονομικών αδιεξόδων του ελληνικού καπιταλισμού.

Ο περασμένος Αύγουστος θα αποδειχθεί ένα κρίσιμο σημείο στην πορεία του ελληνικού καπιταλισμού. Όχι γιατί σηματοδότησε την έξοδο της Ελλάδας από τα Μνημόνια, όπως ψευδώς ισχυρίζεται η κυβέρνηση, αλλά γιατί αφήνοντάς την χωρίς εξασφαλισμένη χρηματοδότηση σηματοδότησε την αρχή της αντίστροφης μέτρησης για την επανεμφάνιση του φάσματος της χρεοκοπίας και της εξόδου από το ευρώ. Η αναπόφευκτη αδυναμία εξυπηρέτησης κρατικών και τραπεζικών χρεών πάνω στο έδαφος μιας νέας ύφεσης και μάλιστα στις πολύ πιθανές συνθήκες αναζωπύρωσης του προβλήματος του χρέους για ολόκληρο τον ευρωπαϊκό Νότο, θα εμφανίσει ως μόνη και καλύτερη λύση για όλους τους Ευρωπαίους αστούς, συμπεριλαμβανομένων των Ελλήνων, τη συναινετική έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ, μόνης ή μαζί και με άλλα υπερχρεωμένα κράτη, ώστε να απαλλαγεί η καπιταλιστική Ευρωζώνη από τον πιο αδύναμο κρίκο της και να τονωθεί παράλληλα με ένα νέο νόμισμα η κερδοφορία της ελληνικής άρχουσας τάξης. Η έξοδος αυτή, παρότι για να έχει νόημα θα πρέπει να περιλαμβάνει το κούρεμα του μέρους του χρέους που δεν μπορεί να αποπληρωθεί από την Ελλάδα, θα σημάνει την έναρξη μιας ακόμα πιο σκληρής επίθεση στο βιωτικό επίπεδο των εργατικών μαζών. Αυτή είναι η βασική οικονομική προοπτική του ελληνικού καπιταλισμού και τα δεινά που συμπεριλαμβάνει για την εργατική τάξη της Ελλάδας μπορούν να ματαιωθούν μόνο από μια νικηφόρα σοσιαλιστική επανάσταση.

Η κατάσταση της εργατικής τάξης και η απάτη της «εξόδου από τα Μνημόνια»

Ακούγοντας την χωρίς προηγούμενο στην ελληνική αστική δημοκρατία, απατηλή κυβερνητική ρητορική σχετικά με την κατάσταση του ελληνικού καπιταλισμού και το λαϊκό βιοτικό επίπεδο στο πλαίσιο του «αφηγήματος» της εξόδου από τα Μνημόνια, οι απλοί, καθημερινοί άνθρωποι της εργατικής τάξης χαμογελούν ειρωνικά. Η κυβέρνηση μιλά για έξοδο από τα Μνημόνια, την ώρα που συνεχίζουν να βρίσκονται σε ισχύ σχεδόν 900 μνημονιακοί νόμοι και ενώ είναι η ίδια που συνυπέγραψε το 2017 τη σκληρή εποπτεία από τους πιστωτές και πρωτογενή πλεονάσματα λιτότητας μέχρι το 2060. Όταν η επίσημη ανεργία είναι σήμερα κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες μεγαλύτερη από την περίοδο έναρξης των Μνημονίων (19,1% έναντι 9,5% το 2009), ενώ στους νέους είναι μεγαλύτερη κατά σχεδόν 18 μονάδες (43,2% έναντι 25,8% το 2009), χωρίς να υπολογίζονται οι εκατοντάδες χιλιάδες νέοι που μετανάστευσαν για μια καλύτερη τύχη στο εξωτερικό (πηγή: ΕΛΣΤΑΤ). Όταν, ενώ το ποσοστό των ανθρώπων που βρίσκονταν κάτω από τα όρια της φτώχειας το 2009 ήταν στο 14,43%, σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Εργασίας, σήμερα αυτό το ποσοστό έχει αγγίξει το 48% και περιλαμβάνει πλέον 5,1 εκατομμύρια ανθρώπους, που ζουν με λιγότερα από 382 ευρώ το μήνα, δηλαδή στο όριο φτώχειας σύμφωνα με την ΕΕ. Και όταν μέσα σ’ αυτούς, 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι ζουν με λιγότερο από 182 ευρώ το μήνα!

Η κυβέρνηση των (πρώην) ρεφορμιστών καριεριστών μιλά για «ξέφωτο από το μνημονιακό τούνελ», όταν το βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης παραμένει συντετριμμένο, με έναν στους τρεις μισθωτούς (περίπου 657.000 σε σύνολο 2,2 εκατομμυρίων) να εργάζεται με μερική απασχόληση και μισθό κάτω από το όριο της φτώχειας, στα 327 ευρώ «καθαρά», πιο χαμηλά ακόμα και από το επίδομα ανεργίας (360 ευρώ). Όταν, τέλος, με τις νέες περικοπές που έχουν ήδη ψηφιστεί στις συντάξεις από το 2019, η μέση σύνταξη αναμένεται να φθάσει στα 450 ευρώ και όταν για τους εργαζόμενους και τους συνταξιούχους, η επίσης ήδη νομοθετημένη νέα μείωση του αφορολογήτου ορίου θα φέρει και μείωση στο ετήσιο εισόδημά τους που θα μπορούσε να φτάσει και το ύψος των τριών μηνιαίων αποδοχών.

Η παρούσα αναιμική ανάκαμψη δεν έχει επιφέρει καμία ουσιαστική βελτίωση στο βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το 55% των νέων θέσεων εργασίας είναι θέσεις μερικής απασχόλησης, με μισθούς που δεν επαρκούν ούτε για δύο εβδομάδες αξιοπρεπούς (ατομικής) διαβίωσης. Ωστόσο, αν η ανάκαμψη διαρκέσει για ένα-δυο χρόνια ακόμα, θα έχει θετική επίδραση στο εργατικό κίνημα. Και μόνο η ανάκτηση της επαφής με την παραγωγή για δεκάδες χιλιάδων εργατών που μπήκαν ξανά στη δουλειά μετά από πολύχρονο βάλτωμα στην ανεργία, θα δώσει νέα ώθηση στο κίνημα. Αναπόφευκτα τα πληβειακά αυτά στρώματα εργατών θα αρχίσουν να διεκδικούν τη βελτίωση των άθλιων όρων εργασίας τους και να αναζητούν για το σκοπό αυτό, τη μόνη εφικτή λύση, δηλαδή τον δρόμο της συλλογικής διεκδίκησης. Αυτή η διεργασία θα τείνει να εκφραστεί με την ενίσχυση των πιο ριζοσπαστικών και μαχητικών συνδικαλιστικών δυνάμεων στους εργατικούς χώρους, με την αναζωογόνηση «νεκρών» σωματείων και τη δημιουργία νέων εκεί που δεν υπάρχουν.

Γενικότερα, η διατήρηση της ανάκαμψης για ένα διάστημα θα αναζωογονήσει τις μαχητικές διαθέσεις και στις πλατύτερες μάζες της τάξης. Η απειλή της ανεργίας θα πάψει να φαντάζει τόσο άμεση και αυτό το γεγονός θα δώσει περισσότερη αυτοπεποίθηση στους εργάτες. Επιπλέον, η αίσθηση ότι η δουλειά των εργατών αποφέρει πλέον πολύ μεγαλύτερα κέρδη στα αφεντικά χωρίς καμία εισοδηματική βελτίωση για τους ίδιους σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο της ύφεσης, θα «πυροδοτήσει» τη διάθεση να πάρουν πίσω, μέρος έστω, από όσα έχασαν στην περίοδο της ύφεσης.

Η παρούσα φάση της ταξικής πάλης

Στα προηγούμενα κείμενα συνεδρίων μας, που γράφτηκαν κατά τις παραμονές ή στον «απόηχο» της προσέγγισης της ελληνικής κοινωνίας σε μια ανοικτά επαναστατική κατάσταση, παραθέσαμε ενδελεχώς τους όρους για την επαναστατική κατάσταση όπως τους προσδιόρισαν οι κλασικοί του μαρξισμού, εξετάζοντας τον βαθμό ή τη δυνατότητα άμεσης εμφάνισής τους στην ελληνική πραγματικότητα. Σήμερα, παρότι ακόμα και για έναν μακρινό παρατηρητή της ελληνικής κοινωνίας είναι προφανές ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για την ύπαρξη μιας επαναστατικής ή και μιας άμεσα προεπαναστατικής κατάστασης (με την έννοια της γρήγορης και έκδηλης ωρίμανσης στοιχείων μιας επαναστατικής κατάστασης), έχει ωστόσο σημασία να εξετάσουμε και πάλι τους όρους έναν προς έναν. Γιατί η βάση των εκτιμήσεών μας για τις προοπτικές δεν είναι τα εφήμερα, τρέχοντα φαινόμενα και γεγονότα, αλλά η άποψη για τη γενικότερη ιστορική περίοδο που διανύουμε, που είναι «μια ιστορική περίοδος κρίσης του αστικού καθεστώτος με αναπόφευκτες επαναστατικές συνέπειες» (Πολιτικό κείμενο συνεδρίου ΚΤ, Δεκέμβριος 2017) και γιατί η εκδήλωση αυτών των συνεπειών, δεν θα πρέπει να μας «πιάσει στον ύπνο», αλλά να μας βρει έτοιμους για δράση, ώστε να τις αξιοποιήσουμε στο έπακρο για το χτίσιμο των δυνάμεων του επαναστατικού μαρξισμού.

Στον αναγκαίο υποκειμενικό όρο για μια επαναστατική κατάσταση, δηλαδή την αποφασιστικότητα της εργατικής τάξης να μπει μαζικά στο προσκήνιο και να κάνει θυσίες στον αγώνα για την αλλαγή της κοινωνίας, έχουμε ήδη αναφερθεί. Σήμερα, η διάθεση αυτή όχι μόνο δεν εμφανίζεται γύρω μας, αλλά το εργατικό κίνημα έχει παραλύσει, για τους λόγους που ήδη έχουμε εξηγήσει αναλυτικά. Ωστόσο, πάνω στο έδαφος διεργασιών που θα συντελεστούν αναπόφευκτα στο πεδίο των αντικειμενικών όρων που απαιτούνται σύμφωνα με τους κλασσικούς για την εμφάνιση μιας επαναστατικής κατάστασης, το σημερινό διάλειμμα παράλυσης του κινήματος, αναπόφευκτα θα τελειώσει και θα το διαδεχθεί μια φάση επαναστατικών εκρήξεων.

Ας εξετάσουμε έναν – έναν αυτούς τους αντικειμενικούς όρους, αξιολογώντας τους στη βάση της σημερινής πραγματικότητας:

1ος. Κατάρρευση παραγωγικών δυνάμεων με μεγάλη μείωση εισοδημάτων, γιγάντωση και μονιμοποίηση της ανεργίας. Όπως προαναφέραμε, η κατάρρευση των παραγωγικών δυνάμεων στην Ελλάδα της κρίσης, παρότι τεράστια σε μέγεθος, έχει προσωρινά ανακοπεί. Ωστόσο, όπως επίσης εκτιμήσαμε, η ανάκαμψη είναι πολύ αναιμική και όλα τα βασικά προβλήματα του ελληνικού καπιταλισμού παραμένουν άλυτα και οξυμένα, οπότε η σύντομη επανεμφάνιση αυτού του όρου στο προσκήνιο είναι αυτό που θα πρέπει να αναμένουμε.

2ος. Ή άρχουσα τάξη δεν μπορεί να κυβερνά με τον παλιό τρόπο, αυξάνει την καταπίεση της τεράστιας κοινωνικής πλειοψηφίας. Και σε αυτό το πεδίο έχουμε ένα προσωρινό διάλειμμα, Η απουσία πίεσης από μαζικά κινήματα, έχει επιστρέψει στους μηχανισμούς καταστολής του αστικού κράτους να «πάρουν ανάσες» μετά από 5,5 χρόνια έντονης ταξικής σύγκρουσης, ενώ με τη βοήθεια της κυβέρνησης των προθύμων (πρώην) ρεφορμιστών επιχειρείται να δημιουργηθεί συστηματικά η αυταπάτη του εκδημοκρατισμού του (παρασιτικού και αυταρχικού από τη φύση του) κρατικού μηχανισμού. Ωστόσο, οι αντιδραστικές αλλαγές που έγιναν την τελευταία δεκαετία σε μια σειρά πεδίων των δημοκρατικών δικαιωμάτων, από τις συλλογικές συμβάσεις έως το πανεπιστημιακό άσυλο, σε συνδυασμό με την δημόσια αποκάλυψη των στενών σχέσεων αστυνομίας και νεοναζί μετά τη δολοφονία Φύσα, αντανακλούν την ετοιμότητα της αστικής τάξης, όταν χρειαστεί, να πάψει να κυβερνά με τον παλιό, δημοκρατικοφανή τρόπο και να αυξήσει την καταπίεση.

3ος. Όλες οι εχθρικές προς το επαναστατικό προλεταριάτο ταξικές δυνάμεις έχουν εξασθενήσει από έναν αγώνα μεταξύ τους και έχουν διασπαστεί. Οι συγκρούσεις και οι διασπάσεις που έχουν εμφανιστεί στο αστικό πολιτικό στρατόπεδο πιο έντονα από τον ερχομό της κρίσης και μετά, μαίνονται χωρίς διακοπή. Τόσο η ΝΔ, όσο και το νέο σχήμα της Κεντροαριστεράς, ακόμα και ο χώρος της άκρας ή φασιστικής δεξιάς, σπαράσσονται από όλων των ειδών τις εσωτερικές συγκρούσεις. Η αστική κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ και επιτελικά κέντρα της ελληνικής άρχουσας τάξης όπως οι ηγετική κύκλοι της ΤτΕ, η ηγεσία του ΣΕΒ και η βασική μερίδα του αστικού Τύπου, επίσης έχουν κατά διαστήματα πολύ τεταμένες σχέσεις. Ωστόσο, χωρίς την πίεση από ένα ισχυρό κίνημα των εργατικών μαζών, αυτές οι συγκρούσεις δεν έχουν ακόμα πάρει μια οξεία μορφή, πάνω σε σοβαρά, στρατηγικά για τον ελληνικό καπιταλισμό ζητήματα, όπως πχ. η συνέχιση της παραμονής στο ευρώ, οι διεθνείς συμμαχίες του ελληνικού καπιταλισμού, η διατήρηση ή όχι της σημερινής, «δημοκρατικής» μορφής του καθεστώτος.

4ος. Η μικροαστική δημοκρατία (ρεφορμιστές) έχει ξεσκεπαστεί αρκετά, ρεζιλευτεί και έχει χρεοκοπήσει. Σε ότι αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ, τον μαζικότερο εκπρόσωπο αυτού του πολιτικού ρεύματος σήμερα, στη συνείδηση ενός μεγάλου τμήματος των εργατικών μαζών και της νεολαίας η πραγματοποίηση του πιο πάνω όρου έχει συμβεί σε κάποιο βαθμό από το καλοκαίρι του 2015. Ωστόσο, από τα σχετικά γκάλοπ φαίνεται ότι σε ορισμένα τμήματα των μαζών, λόγω της απουσίας μιας ορατής λύσης εξουσίας από τ’ αριστερά, αλλά και της μεγάλης αναξιοπιστίας του παραδοσιακού αστικού πολιτικού στρατοπέδου, ο ΣΥΡΙΖΑ διατηρεί ακόμα μια ορισμένη, αν και παθητική και εκλογικού χαρακτήρα, υποστήριξη.

5ος. Μια πολιτική κρίση πανεθνικής κλίμακας που θα δημιουργήσει ένα ρήγμα στη συνείδηση της κοινωνίας και θα τραβήξει στην πολιτική τις μάζες, εξασθενώντας την κυβέρνηση και κάνοντας δυνατή τη γρήγορη επαναστατική ανατροπή της. Η κρίση αυτή δεν υπάρχει σήμερα. Ωστόσο, μια πιθανότατη αδυναμία εξυπηρέτησης του τεράστιου κρατικού χρέους και αντιμετώπισης των μεγάλων τραπεζικών ζημιών την επόμενη περίοδο πάνω στο έδαφος μιας νέας ύφεσης και στο περιβάλλον των μεγάλων αναταράξεων στην παγκόσμια οικονομία, αναπόφευκτα θα φέρει την καπιταλιστική Ελλάδα στο φάσμα μιας τέτοιας κρίσης.

6ος. Η δυσαρέσκεια των ενδιάμεσων στρωμάτων μετατρέπεται σε διάθεση να υποστηρίξουν τολμηρή επαναστατική πρωτοβουλία από την πλευρά του προλεταριάτου. Η πείρα από την περίοδο πριν την εμφάνιση του σημερινού διαλείμματος στην ταξική πάλη, έδειξε ότι τόσο η μεγάλη δυσαρέσκεια των μικροαστών, όσο και η διάθεσή τους να υποστηρίξουν επαναστατικές πρωτοβουλίες, ήταν αυξημένα. Ωστόσο, η απουσία τολμηρών επαναστατικών πρωτοβουλιών από την πλευρά του προλεταριάτου σήμερα για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει, μετατρέπει αυτή τη διάθεση σε πολιτική σύγχυση και αναμονή.

Το συμπέρασμα που βγάζουμε από την εξέταση του βαθμού στον οποίο ισχύουν ή αναμένονται να εκδηλωθούν αυτοί οι αντικειμενικοί όροι για μια επαναστατική κατάσταση είναι ότι δεν έχουμε μια ποιοτική μεταβολή σε σχέση με ό,τι ισχύει από το 2015 και μετά. Παρά την παράλυση του κινήματος, το «εύφλεκτο υλικό» για μια επαναστατική κατάσταση συνεχίζει να υπάρχει άφθονο και στην οικονομία και στη συνείδηση των μαζών. Μια αναπόφευκτη απότομη μεταβολή στην πολύ εύθραυστη οικονομική βάση του ελληνικού καπιταλισμού, θα πυροδοτήσει μια μεγάλη πολιτική κρίση εθνικής εμβέλειας ικανή να ξαναβγάλει τις εργατικές μάζες στους δρόμους. Τα γεγονότα αυτά μπορούν να ξεσπάσουν ανά πάσα στιγμή τους επόμενους μήνες και οι δυνάμεις του επαναστατικού μαρξισμού θα πρέπει να είναι από οργανωτική και πολιτική άποψη σε θέση να τα αξιοποιήσουν για το χτίσιμο μια μαζικής τάσης μέσα στο εργατικό κίνημα και τη νεολαία.

Η κατάσταση και οι προοπτικές του εργατικού κινήματος

Στη σημερινή, απόλυτα φυσιολογική όπως εξηγήσαμε, παράλυση του εργατικού κινήματος, δεν πρέπει να βλέπουμε μόνο τη μειωμένη διάθεση του κινήματος για αγώνα. Η παράλυση εντείνεται και παρατείνεται από την πολιτική και τις μεθόδους των συνδικαλιστικών ηγεσιών του κινήματος, συμπεριλαμβανομένων των αριστερών.

Στα χρόνια των Μνημονίων συντελέστηκε στα συνδικάτα μια αξιοσημείωτη στροφή στ’ αριστερά. Οι δυνάμεις της Αριστεράς έχουν αναπτύξει την επιρροή τους, ιδιαίτερα σε 2 συνδικαλιστικά κέντρα – κλειδιά για το ελληνικό εργατικό κίνημα: το Εργατικό Κέντρο Αθήνας (Ε.Κ.Α) και την ΑΔΕΔΥ. Όμως αυτό το γεγονός δεν έχει αποτυπωθεί με θετικά αποτελέσματα στην πορεία του εργατικού κινήματος. Τι θα έπρεπε να γίνει και δεν έγινε;

Αμέσως μετά την ήττα του 2015, η συνδικαλιστική Αριστερά θα έπρεπε να διεξάγει μια εκστρατεία υπομονετικής εξήγησης των αιτιών της ήττας μέσα στα συνδικάτα και ευρύτερα στους εργατικού χώρους. Αυτή η εκστρατεία θα ήταν πολύτιμη σε μια φάση που απλωνόταν μέσα στο κίνημα η σύγχυση και η απογοήτευση. Παρέχοντας μια σοβαρή και ξεκάθαρη εξήγηση για την ήττα και ζητώντας για το σκοπό αυτό την διοργάνωση μιας πλατιάς συζήτησης μέσα στα συνδικάτα που θα έπρεπε να καταλήξει σε ένα δημοκρατικό συνέδριο ίδρυσης μιας ενιαίας Γενικής συνομοσπονδίας σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα το οποίο θα εξέλεγε μια νέα ηγεσία, η συνδικαλιστική Αριστερά θα μπορούσε να κρατήσει ένα στρώμα των αγωνιστών του κινήματος μακριά από τον κυνισμό και την επικίνδυνη αντίληψη που ενδημεί στις εργατικές γραμμές μετά από τέτοιες ήττες ότι «φταίνε οι ίδιοι οι εργάτες για τη μοίρα τους, επειδή δεν αγωνίστηκαν αρκετά».

Η απουσία μιας τέτοιας καμπάνιας εδραίωσε την απογοήτευση και τον κυνισμό στα συνδικάτα, ευνοώντας τη διάχυση πρόσθετης πολιτικής σύγχυσης μέσα στην εργατική τάξη από το συνδικαλισμένο της τμήμα. Η συνδικαλιστική Αριστερά, όχι μόνο δεν υιοθέτησε την παραπάνω στάση, αλλά κλιμάκωσε την παλιά αποτυχημένη της τακτική. Η ηγεσία του ΠΑΜΕ (πρακτικά η ηγεσία του ΚΚΕ) αρνούμενη να αναγνωρίσει την επαναστατική δυναμική του κινήματος κατά την περίοδο 2010-2015 για να μην αναλάβει τις πολιτικές της ευθύνες έναντι της εργατικής τάξης, συνέχισε μετά την ήττα ακόμα πιο έντονα στον δρόμο των συμβολικών, κομματικών κινητοποιήσεων. Έτσι, ανά τακτά χρονικά διαστήματα αναγγέλλει πομπωδώς την έναρξη «μεγάλων μαχών», πάντα βέβαια με αποσπασματικά αιτήματα και για επιμέρους ζητήματα. Και μετά από μία – δύο συγκεντρώσεις με τη συμμετοχή των εργατών του κόμματος και ενός στενού τους περίγυρου, κανένας δεν μαθαίνει τι απέγινε με την τύχη των «μεγάλων μαχών». Οι «κινητοποιήσεις» αυτές, είχαν και έχουν καθαρά επικοινωνιακό χαρακτήρα και πρακτικά χρησιμεύουν μόνο για τις ανάγκες διατήρησης ενός αγωνιστικού προφίλ από την κομματική ηγεσία.

Οι συνδικαλιστικές δυνάμεις της ΛΑΕ, έχοντας στο εσωτερικό τους ένα συμπαγές γραφειοκρατικό τμήμα που αρνείται να σπάσει από τις φιλοκυβερνητικές συνδικαλιστικές δυνάμεις, εμφανίζουν μια εικόνα αναξιοπιστίας στα μάτια των εργατών, η οποία τείνει να συρρικνώνει την ήδη περιορισμένη τους επιρροή, την ώρα που είναι ήδη στιγματισμένες από τη συμμετοχή της πολιτικής τους ηγεσίας στην πρώτη θητεία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ τέλος, ωθούμενες από την ακραία σεχταριστική γραμμή του ΝΑΡ, αρνούνται να διαχωρίσουν την απεργοσπαστική ηγεσία της Γενικής Συνομοσπονδίας από τα ίδια τα συνδικάτα, μιλούν γενικώς για «εργοδοτική ΓΣΕΕ», ταυτίζοντας εγκληματικά στη συνείδηση ενός τμήματος της πρωτοπορίας τα μαζικά συνδικάτα με την εργοδοσία και έχουν ήδη αρχίσει να προπαγανδίζουν χωριστές, «ταξικές» κινητοποιήσεις με τη συμμετοχή λιγοστών σωματείων, όπως οι σταλινικοί συνδικαλιστές του ΚΚΕ κάνουν 20 χρόνια τώρα. Αντί να διεξάγουν υπομονετική δουλειά για τη μαχητική αναγέννηση των συνδικάτων με τη συμμετοχή νέων εργατών, προχωρούν στον εύκολο δρόμο της διάσπασης από το κύριο σώμα της συνδικαλισμένης εργατικής τάξης ορισμένων – λιγοστών – σωματείων που ελέγχουν. Παρότι αυτή η τακτική εφαρμόζεται στο όνομα της «ταξικής ανεξαρτησίας» των συνδικάτων, στην πραγματικότητα, το μόνο που πετυχαίνει είναι να αφήνει ανενόχλητη τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, με τελικό ωφελημένο την εργοδοσία.

Καμία αγωνιστική αναγέννηση δεν μπορεί να προκύψει από αυτού τους είδους τις πρωτοβουλίες της υπάρχουσας συνδικαλιστικής Αριστεράς. Στην πραγματικότητα, όταν το εργατικό κίνημα θα μπει ξανά μαζικά στο προσκήνιο, οι δυνάμεις αυτές θα εκπλαγούν και θα τείνουν να παραμεριστούν από αυτή την είσοδο, η οποία θα τους βρει εντελώς απροετοίμαστους.

Ωστόσο, η αριστερή στροφή στα συνδικάτα δεν πρόκειται να σταματήσει. Οι εργάτες δεν βλέπουν καμία διέξοδο στους συνδικαλιστικούς αγώνες λόγω της μεγάλης έκτασης της επίθεσης που δέχονται από την αρχή της κρίσης και από ταξικό ένστικτο, χωρίς να είναι συνειδητά επαναστάτες, καταλαβαίνουν ότι αυτή μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με πολιτικό αγώνα. Αυτό το συμπέρασμα αντανακλά τις πολιτικές διεργασίες που λαμβάνουν χώρα στη συνείδηση της τάξης και οδηγούν τμήματά της, ιδίως τα πιο φρέσκα και τα πιο σκληρά εκμεταλλευόμενα, σε ριζοσπαστικά συμπεράσματα, παρά την απουσία μαζικών αγώνων. Από αυτές τις διεργασίες, σε επίπεδο εκλογικών συσχετισμών στα συνδικάτα, παρά τη χρεοκοπία των τακτικών τους και εξαιτίας της έλλειψης άλλης εναλλακτικής λύσης, αναπόφευκτα ωφελημένες θα συνεχίζουν να βγαίνουν οι δυνάμεις της συνδικαλιστικής Αριστεράς.

Φοιτητές και μαθητές

Όπως σημειώσαμε στο κείμενο του προηγούμενου συνεδρίου μας, για τους μαθητές και τους φοιτητές «μέσα σε μια κατάσταση διαρκών και ανελέητων περικοπών των κάθε είδους κοινωνικών δαπανών» οι αγώνες με εκπαιδευτικά αιτήματα μοιάζουν «μια υπόθεση χαμένη εξαρχής». Ωστόσο, όσο η πραγματικότητα στην κοινωνία και την πολιτική δεν παρέχει στους νέους της εκπαίδευσης την απαραίτητη αφορμή για να εκφράσουν τη συσσωρευμένη οργή τους για το μέλλον εγγυημένης υπερεκμετάλλευσης, μαζικής ανεργίας ή μετανάστευσης που τους επιφυλάσσει ο καπιταλισμός, ένα αντιδραστικό εκπαιδευτικό νομοσχέδιο μπορεί να παράσχει αυτή την αφορμή.

Στην παρούσα φάση, οι μαθητές, ως το στρώμα της νεολαίας που έχει τη λιγότερη φθορά από τις ήττες του παρελθόντος και που σε σύγκριση με τους φοιτητές δεν έχει στον ίδιο βαθμό επικεντρωμένο το βλέμμα του στην προοπτική μιας μετανάστευσης, έχουν πιο ριζοσπαστικές διαθέσεις. Αυτό φάνηκε στα πρώτα συλλαλητήρια που διοργανώθηκαν το Φθινόπωρο ενάντια στο «νόμο Γαβρόγλου», στα οποία συμμετείχε ένας αξιόλογος αριθμός μαθητών, παρότι στα σχολεία δεν υπήρχαν καταλήψεις. Στις κινητοποιήσεις αυτές φάνηκε ξεκάθαρα ότι υπάρχει η «πρώτη ύλη» για ένα μαζικό μαθητικό κίνημα.

Αν οι δυνάμεις της ΚΝΕ που ανέλαβαν να «συντονίσουν» το κίνημα (στην πραγματικότητα να το ελέγξουν) έριχναν το σύνθημα για κλιμάκωση μέσα από τη δημιουργία επιτροπών αγώνα σε κάθε σχολείο και το δημοκρατικό του συντονισμό ανά πόλη και πανελλαδικά, σήμερα ήδη θα μιλούσαμε για ένα μαζικό κίνημα σε εξέλιξη, που θα μπορούσε να γίνει σημαντικός παράγοντας στις εξελίξεις. Θα σηματοδοτούσε επίσημα την αγωνιστική αφύπνιση της νεολαίας, δίνοντάς της ένα μαχητικό σημείο αναφοράς μετά από πολλά χρόνια. Θα κέντριζε το φοιτητικό κίνημα, βγάζοντας ένα μεγάλο μέρος των δυνάμεών του από τη μόνιμη παθητικότητα των τελευταίων χρόνων. Θα προκαλούσε τη μαζική συμπάθεια της εργατικής τάξης και θα τόνωνε την ψυχολογία της και την εμπιστοσύνη σε ένα αγωνιστικό μέλλον. Θα αποκάλυπτε τη μεγάλη αδυναμία της κυβέρνησης και θα επιτάχυνε τη φθορά της, φέρνοντας παράλληλα σε αμηχανία την αντιδραστική ΝΔ και τις άλλες αστικές πολιτικές δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης της επιχειρησιακά και οργανωτικά άτακτα υποχωρούσας το τελευταίο διάστημα, Χρυσής Αυγής. Με λίγα λόγια, θα μπορούσε να αρχίσει την αλλαγή του αρνητικού για την εργατική τάξη συσχετισμού δύναμης, σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.

Αντί για τη σωστή παραπάνω τακτική όμως, οι ηγέτες της ΚΝΕ με τη γραφειοκρατική τους στάση έπνιξαν το κίνημα, πριν ακόμα αυτό προλάβει να γεννηθεί. Στις διαδηλώσεις αντιμετώπισαν τους αγωνιστές μαθητές σαν κοπάδι από πρόβατα, προπηλακίζοντας ή εμποδίζοντας ακόμα και με φυσική βία τους μαθητές από άλλες πολιτικές τάσεις και οργανώσεις να εκφράσουν την άποψή τους μέσα στο κίνημα. Ως τυφλή αντίδραση σε αυτές τις απαράδεκτες μεθόδους είχαμε τις γνωστές, τυχοδιωκτικές πρακτικές των αναρχικών, που συμπλήρωσαν τις γραφειοκρατικές τακτικές της ΚΝΕ με χουλιγκανισμό και αντικειμενικά, λειτούργησαν προβοκατόρικα, δυσφημώντας το κίνημα και συντελώντας επίσης στο πνίξιμο του την ώρα που γεννιόταν.

Ανεξάρτητα από την όποια κατάληξη των φετινών μαθητικών κινητοποιήσεων, αυτές έχουν ήδη αποδείξει ότι στους μαθητές (όπως και στους πολύ κοντινούς ηλικιακά σε εκείνους, πρωτοετείς φοιτητές) υπάρχει πολύ εύφορο έδαφος για τη διάδοση των επαναστατικών μαρξιστικών ιδεών. Αυτό είναι το τμήμα των μελλοντικών εργατών που θα πρωτοστατήσει στην επερχόμενη επανάσταση. Όσους περισσότερους από αυτούς τους νέους οργανώσουμε σήμερα στον αγώνα για το σοσιαλισμό, τόσο πιο στέρεες ρίζες θα αποκτήσουμε μέσα σ’ αυτήν.

Κυβέρνηση και άρχουσα τάξη, η Συμφωνία των Πρεσπών και οι συντάξεις

Όπως τονίζαμε στο κείμενο του προηγούμενου συνεδρίου μας, «ο μόνος λόγος για τον οποίο κρατήθηκε η κυβέρνηση στην εξουσία ως τώρα, διατηρώντας τη συνοχή των κοινοβουλευτικών της ομάδων, είναι η απουσία ισχυρής πίεσης από τις εργατικές μάζες στους δρόμους». Είναι η παράταση της παράλυσης του εργατικού κινήματος και συνολικά των εργατικών μαζών η αιτία που εξασφάλισε μακροημέρευση σε αυτή την κυβέρνηση, κάνοντάς την, τη μακροβιότερη της εποχής των Μνημονίων.

Αυτός ο μακρός κυβερνητικός βίος στην υπηρεσία του ελληνικού καπιταλισμού, τόνωσε τους δεσμούς της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ με την ελληνική άρχουσα τάξη, αλλά και τον Δυτικό ιμπεριαλισμό (ΕΕ – Γερμανία και ΗΠΑ). Ήδη ο Αλέξης Τσίπρας έχει σε πολλές περιπτώσεις εισπράξει την αναγνώριση για τον ρόλο έπαιξε στην υπηρεσία του ελληνικού καπιταλισμού, αλλά και της διεθνούς καπιταλιστικής σταθερότητας, με άρθρα και σχόλια επιφανών αστών, ακόμα και με διεθνή βραβεία. Ωστόσο, είναι πια ευρέως εδραιωμένη στους κόλπους της αστικής τάξης η πεποίθηση ότι η κυβέρνηση αυτή έχει κλείσει τον κύκλο της. Οι υψηλοί στόχοι για πρωτογενή πλεονάσματα που θα κρατήσουν την Ελλάδα στην Ευρωζώνη και θα επιτρέψουν την κανονική εξυπηρέτηση του χρέους, επιβάλουν μια κυβέρνηση που να είναι σε θέση να εφαρμόσει αποφασιστικά μια πολιτική δραστικών περικοπών δαπανών και μαζικών απολύσεων. Αυτή δεν μπορεί να είναι η σημερινή, πολιτικά και κοινοβουλευτικά φθαρμένη, συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ, η οποία μάλιστα, όπως θεωρεί η άρχουσα τάξη, με τη δημαγωγική «παροχολογία της» απειλεί να ανοίξει την όρεξη των εργατικών μαζών για διεκδικήσεις, αλλά μόνο μια κεντροδεξιά κυβέρνηση με κορμό τη ΝΔ και με νωπή εκλογική εντολή.

Το βασικό τμήμα της ελληνικής άρχουσας τάξης, χωρίς να διεξάγει έναν ανοικτό πόλεμο που θα μπορούσε να προκαλέσει αχρείαστη πολιτική αποσταθεροποίηση, με διάφορους τρόπους (τοποθετήσεις ΣΕΒ, ελεγχόμενη πίεση από τα ΜΜΕ κ.λπ) έχει στείλει εδώ και μήνες στην κυβέρνηση το μήνυμα να επισπεύσει το βίο της. Ωστόσο, οι Τσίπρας, Καμένος και οι κλίκες τους μανουβράρουν διαρκώς για να παρατείνουν την παραμονή τους στην κυβέρνηση. Η πιο πρόσφατη από αυτές τις μανούβρες είναι η απόπειρα αξιοποίησης της ανάγκης του Δυτικού ιμπεριαλισμού (αλλά και της ελληνικής άρχουσας τάξης) για μια άμεση επίλυση του ζητήματος του ονόματος της Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Ο Δυτικός ιμπεριαλισμός βιάζεται να εντάξει τη Δημοκρατία της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ, ως αντίβαρο στη ρωσική επιρροή στα Βαλκάνια, ενώ και οι Έλληνες αστοί επιθυμούν την αξιοποίηση αυτής της συγκυρίας για να απαλλαγούν από ένα «αγκάθι» (που δημιούργησαν οι ίδιοι με την εθνικιστική – ιμπεριαλιστική επίδειξη δύναμης από την πλευρά τους έναντι της αδύναμης, γειτονικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας) στις σχέσεις τους με τον Δυτικό ιμπεριαλισμό. Αντιλαμβανόμενοι αυτές τις απαιτήσεις του Δυτικού ιμπεριαλισμού και τις ελληνικής αστικής τάξης, οι καριερίστες της κλίκας Τσίπρα «πρόταξαν» τα στήθη τους για να πουλήσουν εκδούλευση και στους δύο, προωθώντας τη συμφωνία των Πρεσπών ως όχημα για να παρατείνουν την παραμονή τους στην εξουσία.

Η στάση των Ελλήνων αστών έναντι της Συμφωνίας των Πρεσπών δείχνει για άλλη μια φορά το πόσο βαθιά αντιδραστικοί και υποκριτές είναι. Η συμφωνία των Πρεσπών, αντικειμενικά συνιστά μια αξιοπρεπέστατη λύση για την ελληνική άρχουσα τάξη, αφού της αναγνωρίζει το δικαίωμα της επέμβασης στο πως θα ονομάζεται ένα άλλο κράτος. Ωστόσο η συμφωνία κάνει και παραχωρήσεις στην άλλη πλευρά, με τη μορφή της αναγνώρισης του Μακεδονικού έθνους και της Μακεδονικής γλώσσας, που πεισματικά οι διαχρονικά αντιδραστικοί καταπιεστές των σλαβικής καταγωγής μακεδονικών πληθυσμών Έλληνες αστοί αρνούνταν να αναγνωρίσουν, ενώ και η παραχώρηση, έστω με γεωγραφικό προσδιορισμό, του ονόματος «Μακεδονία», αντιφάσκει με την πολυετή εθνικιστική εκστρατεία ενάντια στις «αλυτρωτικές βλέψεις των Σκοπίων». Έτσι οι Έλληνες αστοί, συνεπείς με την υποκριτική φύση τους είναι υποχρεωμένοι, παρότι ευνοημένοι από τη Συμφωνία, να τηρήσουν από ορισμένες «αποστάσεις» έως και μια (προκλητικά ψεύτικη) ανοικτά εχθρική στάση απέναντί της.

Και δεν αναφερόμαστε φυσικά μόνο στους κατ’ επάγγελμα πατριώτες, ακροδεξιούς ή φασίστες πολιτικούς και δημοσιογράφους και τους αστικούς πολιτικούς τους φορείς, από την Χρυσή Αυγή, τη νεόκοπη «Ελληνική Λύση» ή το ΛΑΟΣ του Καρατζαφέρη μέχρι τις ακροδεξιές οργανώσεις και τους εκπροσώπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, δυνάμεις που με εξαίρεση σε κάποιο βαθμό την τελευταία, δεν διαδραματίζουν αποφασιστικό πολιτικό ρόλο στο αστικό πολιτικό στρατόπεδο. Ο ίδιος ο κορμός του αστικού πολιτικού στρατοπέδου, δηλαδή η Ν.Δ και η Κεντροαριστερά (ΚΙΝΑΛ κ.λπ), αποδεικνύοντας πόσο κάλπικος είναι ο «φιλελευθερισμός» του, αντιτάχθηκε δημόσια στη Συμφωνία των Πρεσπών (πλην του θνησιγενούς «Ποταμιού»), για τους λόγους που εξηγήσαμε πιο πάνω.

Φυσικά, από την αστική, πατριωτική υποκρισία δεν μπορούσαν να εξαιρεθούν οι ΑΝΕΛ. Μετά την «κωλοτούμπα» των ΑΝΕΛ στα Μνημόνια, μία ακόμα στο «Σκοπιανό» θα σημάνει τον οριστικό πολιτικό τους θάνατο. Λόγω όμως του καθοριστικού τους ρόλου στην κυβερνητική κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η συμφωνία των Πρεσπών μετατράπηκε σε ζήτημα – κλειδί για τον χρόνο παραμονής της κυβέρνησης στην εξουσία. Η τελευταία ελπίδα του Καμμένου ήταν να μπλοκαριστεί η συμφωνία στη Δημοκρατία της Μακεδονίας. Ωστόσο, η συγκέντρωση του απαραίτητου αριθμού ψήφων στη μακεδονική Βουλή, μετά το αμφιλεγόμενο αποτέλεσμα του σχετικού δημοψηφίσματος, δείχνει ότι στις αρχές του χρόνου η πίεση θα περάσει στην Αθήνα, με το πιθανότερο ενδεχόμενο να είναι η διακοπή του βίου της συγκυβέρνησης και η προσφυγή στις κάλπες, ειδικά εάν έχει παραχωρηθεί από τους δανειστές μια παράταση στη μη εφαρμογή της νομοθετημένης μείωσης των συντάξεων.

Ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιεί η κυβέρνηση (και ιδιαίτερα η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ) το ζήτημα της μείωσης των συντάξεων (και του αφορολογήτου), ενώ είναι η ίδια που τα έχει ψηφίσει στη Βουλή, αποπνέει (όπως άλλωστε και το σύνολο της πολιτικής της) τις αναθυμιάσεις ενός προχωρημένου, οριστικού πολιτικού εκφυλισμού. Εκλιπαρώντας τους δανειστές – από τους οποίους υποτίθεται ότι απελευθερώθηκε η χώρα τον περασμένο Αύγουστο – για μια αναβολή της εφαρμογής της μείωσης των συντάξεων με ολοφάνερο σκοπό τα εκλογικά οφέλη, η αδίστακτη κλίκα Τσίπρα αντιμετωπίζει τους συνταξιούχους και τις εκατοντάδες χιλιάδες των υπολοίπων ανθρώπων του φτωχού λαού που εξαρτώνται από τις συντάξεις τους, σαν ψάρια έτοιμα να τσιμπήσουν το δόλωμα. Φυσικά, αν οι υποκριτικοί «φίλοι των συνταξιούχων» ήθελαν να αποτρέψουν τις μειώσεις συντάξεων θα αντιστέκονταν στις πιέσεις της τρόικας και δεν θα τις ψήφιζαν ή αν άλλαζαν έντιμα (όσο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τους ίδιους αυτός ο χαρακτηρισμός) άποψη θα έφερναν ένα νέο νόμο για να τις καταργήσουν.

Η ίδια κυνικά δημαγωγική στάση εκφράζεται στα λεγόμενα αντίμετρα, που η κυβέρνηση φέρεται έτοιμη να φέρει προς ψήφιση τις μέρες που γράφεται αυτό το κείμενο. Τα «μερίσματα» που περιλαμβάνουν τα μέτρα αυτά, δεν μπορούν να λογίζονται ως προοδευτικά και φιλολαϊκά, καθώς στηρίζονται σε μια χοντροκομμένη εξαπάτηση του εργαζόμενου λαού. Συνιστούν επιστροφή ενός πολύ μικρού τμήματος από το σύνολο όσων βίαια έχουν περικοπεί ή εισπραχθεί στο βωμό της επίτευξης των υπερπλεονασμάτων για πάντα και από όλους τους εργαζόμενους, σε πολύ συγκεκριμένες και εντελώς εξαθλιωμένες πληθυσμιακές ομάδες και όχι για πάντα, αλλά για μία φορά. Αυτές δεν είναι πραγματικές παροχές ή μεταρρυθμίσεις σοσιαλδημοκρατικού χαρακτήρα. Δεν μεταβιβάζουν εισόδημα από την αστική τάξη προς τους εργάτες και τους φτωχούς, αλλά από εργάτες «απλώς» εξαθλιωμένους προς εργάτες ακραία εξαθλιωμένους. Δεν τονώνουν την αυτοπεποίθηση των εργατικών μαζών, αλλά τις ταπεινώνουν και τις εξευτελίζουν.

Οι ερχόμενες εκλογές από ταξική σκοπιά, τα αστικά και τα εργατικά κόμματα

Σύμφωνα με την αντίληψη του μαρξισμού, οι εκλογές στην αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία αποτελούν σε τελική ανάλυση, μέσο μαζικής εξαπάτησης του λαού από την άρχουσα τάξη. Ωστόσο αυτή η θέση δεν εξαντλεί το ζήτημα. Οι μαρξιστές δεν αρκούνται μόνο στο να επαναλαμβάνουν γενικά αξιώματα, αλλά εξετάζουν το πως αυτά νοηματοδοτούνται στην εκάστοτε συγκυρία της ταξικής πάλης και από τη σκοπιά του θεμελιώδους πολιτικού καθήκοντος να κερδηθούν οι μάζες στο σκοπό της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Όπως τονίζαμε στο κείμενο του προηγούμενου συνεδρίου μας, οι ερχόμενες εκλογές θα έχουν μεγάλη σημασία για την εργατική τάξη και το κίνημά της, γιατί «στις σημερινές συνθήκες απογοήτευσης και παράλυσης του εργατικού κινήματος, θα προσφέρουν μια πολύτιμη ευκαιρία για την αρχή της ανατροπής του αρνητικού ταξικού συσχετισμού δύναμης που δημιούργησε σε βάρος της εργατικής τάξης η προδοσία του καλοκαιριού του 2015 και για μια σημαντική αλλαγή στην ψυχολογία των εργατικών μαζών και της νεολαίας, με την ανάδειξη στο προσκήνιο μιας νέας πολιτικής ελπίδας». Εξηγούσαμε επίσης όμως, ότι όλα αυτά θα συμβούν μόνο αν ενισχυθεί αποφασιστικά το μοναδικό μαζικό εργατικό κόμμα που συμβολίζει στα μάτια των μαζών μια ριζικά διαφορετική πολιτική λύση, δηλαδή το ΚΚΕ, καταλαμβάνοντας έστω την τρίτη εκλογική θέση, ξεπερνώντας τη ναζιστική Χρυσή Αυγή και το καθεστωτικό, διεφθαρμένο «Κίνημα Αλλαγής».

Η εκτίμηση αυτή για τον χαρακτήρα των ερχόμενων εκλογών, συνεχίζει να ισχύει πλήρως. Η συνέχιση της παράλυσης του εργατικού κινήματος κατά τους μήνες που μεσολάβησαν από το προηγούμενο συνέδριό μας, προσδίδει στις εκλογές αυτές ακόμα πιο μεγάλη σημασία για το ηθικό και την προοπτική του αγώνα της εργατικής τάξης. Φυσικά, το ΚΚΕ εξαιτίας της παθητικής-σεχταριστικής πολιτικής της ηγεσίας του, όπως αναμενόταν, δεν έχει δημιουργήσει ένα αξιόλογο εκλογικό ρεύμα στην κοινωνία. Ωστόσο, στ’ αριστερά του, όχι μόνο δεν έχει αναδειχθεί καμία άλλη δύναμη που θα μπορούσε να παίξει τον δικό του επιθυμητό ρόλο, αλλά αντίθετα, οι υπάρχοντες εξωκοινοβουλευτικοί αριστεροί σχηματισμοί διανύουν περίοδο σοβαρής κρίσης και αυξανόμενης περιθωριοποίησης.

Η ΛΑΕ, το θνησιγενές μετωπικό σχήμα του γερασμένου και χωρίς ρίζες στην εργατική τάξη, Αριστερού Ρεύματος, όπως χαρακτηριστικά αποτυπώθηκε στην πρόσφατη εμφάνιση του Π. Λαφαζάνη σε φασιστικό κανάλι, χώνεται όλο και πιο βαθιά στο βούρκο του εθνικισμού και εγκαταλείπεται από τους περισσότερους από τους αριστερούς αγωνιστές που παρέμειναν στις γραμμές της τα προηγούμενα χρόνια. Οι μεμονωμένες μαχητικές παρεμποδίσεις πλειστηριασμών από τα στελέχη της, ούτε συνιστούν «κίνημα», ούτε πολύ περισσότερο αρκούν για να βάλουν τη ΛΑΕ στη Βουλή. Όποια κι είναι η εκλογική της επίδοση τελικά, το ουσιαστικό ζήτημα είναι ότι η ΛΑΕ δεν φαίνεται να μπορεί να μακροημερεύσει και δεν μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο ούτε στους ταξικούς αγώνες, ούτε στις πολιτικές εξελίξεις.

Το ίδιο δυσοίωνες είναι και οι προοπτικές για το πολιτικό μέτωπο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Σχεδόν μια δεκαετία μετά τη δημιουργία της και μέσα στις πιο ευνοϊκές συνθήκες της καπιταλιστικής κρίσης, των μαζικών ταξικών αγώνων και της αποκάλυψης του προδοτικού ρόλου του ρεφορμισμού, η τακτική της επιδίωξης της δημιουργίας μαζικών αντικαπιταλιστικών φορέων δια της συνένωσης μικρών οργανώσεων έχει πια αποδείξει επαρκώς τη χρεοκοπία της. Τόσο εκλογικά, όσο και από την άποψη της επιρροής στην εργατική τάξη και τη νεολαία, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ συνεχίζει να μην εμφανίζει ίχνος προοπτικής μαζικότητας, να μην παίζει κανέναν ουσιαστικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις. Εάν όμως, αντίθετα, οι οργανωμένες δυνάμεις της είχαν συμμετάσχει με μια ενιαία μαρξιστική πολιτική στον κρίσιμο εσωκομματικό αγώνα που διεξήχθη στον ΣΥΡΙΖΑ την τριετία 2012-2015, τότε χωρίς κανένα ίχνος υπερβολής, θα μπορούσε ακόμα και να έχει αποφευχθεί η ήττα και οι πολιτικές εξελίξεις να ήταν εντελώς διαφορετικές. Με αυτή την έννοια, η εργατική τάξη πλήρωσε ακριβά το μικροαστικό – σεχταριστικό δόγμα της «διαφύλαξης του οργανωτικής ανεξαρτησίας των επαναστατών από τους ρεφορμιστές».

Σε συνθήκες αναμονής των εκλογών από μήνα σε μήνα και κατανοώντας τη μεγάλη σημασία της εκλογικής μάχης, μια αληθινά λενινιστική ηγεσία στο ΚΚΕ θα προετοίμαζε το κόμμα και την εργατική τάξη από τώρα. Θα διαμόρφωνε ένα πολιτικό πρόγραμμα για μια εργατική λύση εξουσίας με εκλαϊκευμένη μορφή και θα ξεκινούσε από τώρα τον εκλογικό αγώνα σε κάθε γειτονιά και εργατικό χώρο, ζητώντας τη συστράτευση των εργατών. Δεν υπάρχει ίχνος κοινοβουλευτικού κρετινισμού σε μια τέτοια τακτική. Ο σκοπός δεν θα ήταν η απόκτηση λίγων παραπάνω εδρών στο κοινοβούλιο, αλλά η προπαγάνδιση του επαναστατικού προγράμματος και η οργάνωση και κινητοποίηση της εργατικής τάξης και της νεολαίας, σε επίπεδο εργατικού χώρου, γειτονιάς και σε μεγάλες, κεντρικές πολιτικές συγκεντρώσεις για μια πολιτική νίκη που θα μπορούσε να αρχίζει να αλλάζει τον ίδιο τον ταξικό συσχετισμό δύναμης. Αρκεί ο καθένας να συγκρίνει αυτή την τολμηρή επαναστατική δουλειά γύρω από τις εκλογές με την παρούσα οπορτουνιστική τακτική της διοργάνωσης κομματικών συγκεντρώσεων, που μασκαρεύονται ως συνδικαλιστικές. Η μη υιοθέτηση αυτής της επαναστατική τακτικής είναι που αφήνει περιθώριο στα αστικά κόμματα και στον ΣΥΡΙΖΑ να δημαγωγούν εκλογικά χωρίς ισχυρό αντίπαλο.

Όπως έχουμε επανειλημμένα τονίσει, η ηγεσία του ΚΚΕ τα προηγούμενα δέκα χρόνια, θα μπορούσε να αναπτύξει την επιρροή του κόμματος και να το μεταβάλει σε μια δύναμη ικανή να δώσει λύση στο πρόβλημα της εξουσίας. Αλλά αυτό τελικά δεν συνέβη, λόγω του σεχταριστικού της συντηρητισμού. Χρειάστηκε η απότομη αποκάλυψη της προδοτικής φύσης της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ το καλοκαίρι του 2015 για να διασωθεί η επιρροή του ΚΚΕ στην εργατική τάξη, που απειλήθηκε από την επίδειξη ακραίου σεχταρισμού στα γεγονότα του δημοψηφίσματος.

Όπως εκτιμήσαμε στο κείμενο του προηγούμενου συνεδρίου μας, μια, έστω και μικρή, εκλογική άνοδος του ΚΚΕ θα είναι αναπόφευκτη, καθώς ένα τμήμα των μαζών θα επιβραβεύσει εκλογικά το κόμμα για τις προειδοποιήσεις του σχετικά με τον ρόλο του ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο, αυτή η άνοδος, ειδικά εάν συνοδευτεί για μια ακόμα φορά από την μη είσοδο άλλων αριστερών σχημάτων στη Βουλή, θα τροφοδοτήσει έναν ανανεωμένο ενδιαφέρον της εργατικής τάξης και της νεολαίας για το ΚΚΕ, ως το μοναδικό βιώσιμο αριστερό κόμμα. Αυτό θα σηματοδοτήσει και ένα αυξημένο ενδιαφέρον ιδιαίτερα για την αριστερή στροφή στο πρόγραμμα του κόμματος και για τη θεαματική αναθεώρηση επίσης προς τ΄ αριστερά που εμφανίζεται στην ανάλυση για την Ιστορία του, στοιχεία που αποκαλούνται «τροτσκισμός» από τους ορθόδοξους, «λαικομετωπικούς» σταλινικούς. Η συζήτηση γι’ αυτά τα ζητήματα θα απλωθεί περισσότερο μέσα στο κίνημα και θα δώσει τη δυνατότητα στις δυνάμεις του αληθινού τροτσκισμού να διαδώσουν τις ιδέες τους ευκολότερα σε χιλιάδες αγωνιστές του κόμματος και της ΚΝΕ.

Ήδη όπως έχουμε σημειώσει, οι αγωνιστές αυτοί, ακούγοντας τις διαρκείς «επικρίσεις» από εξωκομματικούς σταλινικούς για τροτσκισμό, σπρώχνονται έμμεσα να μάθουν για τον Τρότσκι και τις ιδέες του. Ακόμα σημαντικότερο όμως, είναι το ότι στην αναπόφευκτη επερχόμενη άνοδο των ταξικών αγώνων, οι αγωνιστές αυτοί θα ζητήσουν η νέα αντικαπιταλιστική γραμμή του κομματικού προγράμματος, αλλά και τα νέα σωστά συμπεράσματα για τα μαθήματα από τις επαναστατικές ήττες του παρελθόντος, να εφαρμοστούν στην πράξη, με έναν πραγματικό αγώνα για την εξουσία. Σε εκείνη λοιπόν τη μελλοντική φάση της τρέχουσας ιστορικής περιόδου, κάθε ένδειξη ότι οι ηγέτες του κόμματος δεν αναλαμβάνουν τα καθήκοντα που απορρέουν από την ίδια την κομματική γραμμή – κάτι απόλυτα αναμενόμενο σύμφωνα με όσα οι ίδιοι έχουν δείξει στο πρόσφατο παρελθόν – θα μετατραπεί σε αφορμή για την εμφάνιση πολιτικών τάσεων μέσα στο κόμμα, ανοικτών στον γνήσιο επαναστατικό μαρξισμό.

Στο προηγούμενο συνέδριο επαναλάβαμε την εκτίμησή μας για την ταξική φύση του ΣΎΡΙΖΑ, γράφοντας ότι από τη σκοπιά της εκλογικής του επιρροής, παραμένει εργατικό κόμμα, χωρίς όμως ισχυρές ρίζες στις μάζες της εργατικής τάξης και ότι βρίσκεται σε μια ταχύτατη πορεία, ανάλογου με το ΠΑΣΟΚ, αστικού εκφυλισμού. Αυτό που μπορούμε τώρα να προσθέσουμε είναι ότι ένα χρόνο μετά, ο αστικός εκφυλισμός του ΣΥΡΙΖΑ βάθυνε περισσότερο, ενώ οι όποιοι δεσμοί με την εργατική τάξη έγιναν ακόμα πιο αδύναμοι. Το ζήτημα της ταξικής του φύσης όμως, πρέπει να προσεγγίζεται, όχι αφηρημένα, αλλά από τη σκοπιά της πρακτικής του σημασίας για την ταξική πάλη.

Σε τελική ανάλυση, το μόνο που ενδιαφέρει από αυτή τη σκοπιά, είναι το αν υπάρχει προοπτική ένα αξιόλογο τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ να περάσει στον ταξικό αγώνα με το πλευρό της εργατική τάξης και να εμφανιστεί σε κάποιο στάδιο ανοικτό στις ιδέες του επαναστατικού μαρξισμού. Παρότι στην ιστορία της ταξικής πάλης και των μαζικών οργανώσεων μπορούμε να συναντήσουμε όλων των ειδών τις μεταμορφώσεις, αυτό το ενδεχόμενο με δεδομένα τα πολιτικά γεγονότα των τελευταίων 3,5 χρόνων, πρέπει να αποκλειστεί. Έτσι, κάθε περαιτέρω συζήτηση για την «ταξική φύση» του ΣΥΡΙΖΑ έξω από αυτή την πρακτική της σημασία, είναι μια σχολαστική συζήτηση, η οποία σε συνθήκες πιστής υλοποίησης του προγράμματος της άρχουσας τάξης από την ηγεσία του στην κυβέρνηση, μπορεί μόνο να προκαλέσει περιττή σύγχυση για τις ιδέες και την πολιτική μας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα παραμείνει στο μέλλον ως έχει, χωρίς κρίσεις και διασπάσεις. Το πιθανότερο ενδεχόμενο του περάσματος του ΣΥΡΙΖΑ στην αντιπολίτευση μετά τις εκλογές, θα αφαιρέσει τη «συγκολλητική ουσία» της επαφής με τον κρατικό μηχανισμό, θα αυξήσει την εσωκομματική γκρίνια και θα επιτείνει την αποστέωση του κομματικού μηχανισμού, ξεκινώντας μια πορεία προσωποπαγών διασπάσεων και πλήρους μετατροπής του κόμματος σε κάποιο στάδιο, σε ένα αστικό, κεντροαριστερό απολίθωμα.

Παρ’ όλα αυτά, βραχυπρόθεσμα, ένα ικανοποιητικό εκλογικό αποτέλεσμα για τον ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί καθόλου να αποκλειστεί. Λόγω της μεγάλης και διαρκούς κρίσης αναξιοπιστίας της Ν.Δ και συνολικά του αστικού πολιτικού στρατοπέδου, αλλά ταυτόχρονα και εξαιτίας της απουσίας μιας άμεσης εναλλακτικής λύσης εξουσίας από τ’ αριστερά, κύρια ένα τμήμα εργαζομένων που διατήρησαν τις θέσεις εργασίας τους μέσα στην κρίση, με κορμό τους δημοσίους υπαλλήλους ή εκείνων που βρήκαν μία άθλια έστω, θέση εργασίας τον τελευταίο 1,5 χρόνο «ανάκαμψης», θα ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ με τη λογική του «μικρότερου κακού». Αλλά, παρά τα κατανοητά της κίνητρα, αυτή αντικειμενικά είναι μια λαθεμένη από ταξική σκοπιά εκλογική στάση, με δεδομένο τον ραγδαίο αστικό εκφυλισμό του ΣΥΡΙΖΑ, την απουσία μιας πραγματικής και ισχυρής αριστερής πτέρυγας στις γραμμές του και την ταυτόχρονη ύπαρξη στ’ αριστερά του, ενός μαζικού ΚΚΕ.

Περνώντας στο δίχως ριζοσπαστικές αριστερές ταμπέλες αστικό στρατόπεδο, το πολυδιαφημισμένο για ευνόητους λόγους από τα αστικά ΜΜΕ, Κίνημα Αλλαγής (ΚΙΝΑΛ), από τα πρώτα του βήματα σπαράσσεται από προσωποκεντρικές συγκρούσεις μηχανισμών, φανερώνοντας τη χαώδη του απόσταση από τα προβλήματα και τα αιτήματα των εργατικών μαζών. Η διαφαινόμενη επιβίωσή του στον πολιτικό χάρτη ως κοινοβουλευτικός φορέας δεν θα οφείλεται στη ύπαρξη οποιουδήποτε λαϊκού ρεύματος υποστήριξης, αλλά θα αντανακλά τους παλιούς πελατειακούς δεσμούς του ΠΑΣΟΚ με ορισμένα, πρώην προνομιούχα στρώματα δημοσίων υπαλλήλων. Αλλά αυτό το είδος της κοινωνικής βάσης αποτελεί εγγύηση πολιτικής περιθωριοποίησης, τα επόμενα χρόνια. Η πολύ πιθανή συμμετοχή του ΚΙΝΑΛ σε μια μελλοντική κυβέρνηση με κορμό τη Ν.Δ. θα φέρει πιο κοντά αυτή την προοπτική.

Η «καμπάνα» μιας τέτοιας περιθωριοποίησης έχει ήδη ηχήσει για την ΕΚ του Λεβέντη και τους ΑΝΕΛ, εξαιτίας της έμμεσης ή άμεσης ταύτισής τους με τις σκληρές μνημονιακές πολιτικές. Πιθανότατα, οι ερχόμενες εκλογές να είναι και οι τελευταίες στις οποίες θα έχουν ανεξάρτητη συμμετοχή, αν και ειδικά για τους ΑΝΕΛ που υφίστανται μεγαλύτερη απαξίωση λόγω της συμμετοχής τους στην κυβέρνηση, ακόμα και η ανεξάρτητη κάθοδος σε αυτές τις εκλογές δεν είναι καθόλου σίγουρη. Και οι δύο, τυχοδιωκτικοί αυτοί αστικοί σχηματισμοί δεν προβλέπεται να μπορούν να διαδραματίσουν αξιοσημείωτο ρόλο στο μέλλον μέσα στο αστικό πολιτικό στρατόπεδο.

Η νεοναζιστική Χρυσή Αυγή (ΧΑ) έχει εδώ και 5 χρόνια πάψει να παρουσιάζει ανοδική δυναμική στις δημοσκοπήσεις. Η έκδηλη αποκάλυψη των εγκληματικών της μεθόδων μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, σε έναν βαθμό από την ίδια την αστική τάξη που φοβήθηκε για τις επαναστατικές επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει στη συνείδηση της νεολαίας η κλιμακούμενη δράση της, συνετέλεσε στο να μην μπορεί να αναδειχθεί σε βασικό εκλογικό εκφραστή της δυσαρέσκειας των τσακισμένων ή λουμπενοποιημένων μικροαστών και των πολιτικά καθυστερημένων εργατικών μαζών.

Ακόμα χειρότερα και σε πλήρη αντίθεση με την πολιτική της φύση και τα αληθινά της σχέδια, η ΧΑ έχει σχεδόν διαλυθεί οργανωτικά και επιχειρησιακά. Αρκούσε η παραπομπή σε δίκη μερικών στελεχών της για να τρέψει σε άτακτη φυγή την πλειονότητα των μελών που απέκτησε κατά την εκρηκτική της άνοδο το 2012, να οδηγήσει σε μαζικό κλείσιμο των γραφείων της σε όλη τη χώρα και να θάψει για πάντα τα όνειρα για τη δημιουργία ενός μαζικού αντιδραστικού κινήματος που θα τσάκιζε τις μαζικές οργανώσεις της εργατικής και της νεολαίας, στόχος που αποτελεί την πεμπτουσία του φασισμού. Ωστόσο, αν και επιχειρησιακά και οργανωτικά διαλυμένη, η ΧΑ διατηρεί μια αρκετά ανθεκτική απήχηση στα χτυπημένα από την κρίση μικροαστικά στρώματα της πόλης και της υπαίθρου, λόγω της κατάρρευσης της εμπιστοσύνης στα αστικά κόμματα και την αστική δημοκρατία. Η απήχηση αυτή, την κάνει αντικειμενικά έναν αξιοσημείωτο παράγοντα στις εξελίξεις μέσα στο ευρύτερο αστικό πολιτικό στρατόπεδο.

Το ακριβές μέγεθος του ρόλου που θα διαδραματίσει η ΧΑ το επόμενο διάστημα θα εξαρτηθεί από την έκβαση της δίκης για τη δολοφονία του Π. Φύσσα. Όπως σημειώναμε στο κείμενο του προηγούμενου συνεδρίου μια πιθανή καταδικαστική απόφαση θα πιέσει πολύ την απήχησή της. Όμως οι κοινωνικές και πολιτικές αιτίες που έχουν δημιουργήσει την παρούσα απήχησή της θα συνεχίσουν να υφίστανται. Έτσι, στο βαθμό που η ΧΑ θα μείνει έξω από την συμμετοχή ή την υποστήριξη των μελλοντικών αστικών κυβερνήσεων (είτε με την σημερινή της μορφή, είτε με μια άλλη η οποία θα επιβληθεί αναγκαστικά από το γεγονός μιας καταδικαστικής απόφασης), η απήχησή της θα τείνει να ξαναγνωρίσει αυξητικές τάσεις, χωρίς αυτό όμως να σημαίνει, όπως επανειλημμένα έχουμε εξηγήσει, ότι θα μπορεί να φτιάξει ένα μαζικό φασιστικό κίνημα, λόγω των αντικειμενικά αρνητικών ταξικών συσχετισμών για ένα τέτοιο εγχείρημα.

Αυτή η αδυναμία καθόλου δεν σημαίνει πως το εργατικό κίνημα και η πρωτοπόρα νεολαία έχουν μπροστά τους ένα μέλλον απαλλαγμένο από την οργανωμένη φασιστική βία. Στη μελλοντική φάση ανόδου των ταξικών αγώνων, οι νεοναζί κάτω από την καθοδήγηση των υποκριτικά σημερινών διωκτών τους, δηλαδή του κράτους και του κεφαλαίου, θα αναδιοργανωθούν επιχειρησιακά για να τρομοκρατήσουν το κίνημα. Αυτή η προοπτική επιβάλλει τη συνειδητοποίηση της ζωτικής ανάγκης για τη δημιουργία ενιαιομετωπικών ομάδων αυτοάμυνας, που θα υπάγονται στον έλεγχο των μαζικών οργανώσεων, κατάλληλα εξοπλισμένων για να προλαμβάνουν, να αποτρέπουν και να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τη φασιστική βία.

Η «νέα» ΝΔ του Μητσοτάκη, συνεχίζει να μη δημιουργεί ένα ισχυρό ρεύμα υποστήριξης μέσα στην παραδοσιακή της εκλογική βάση, τα μικροαστικά στρώματα. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της μεγάλης αναξιοπιστίας που έχει πλέον στις τάξεις τους λόγω της υποστήριξης και της κυβερνητικής εφαρμογής των Μνημονίων, αλλά και εξαιτίας της διαρκούς αποκάλυψης σκανδάλων, σχετικών με τον αμαρτωλό βίο που διήγαγαν οι ηγέτες της στον κρατικό μηχανισμό, την ώρα που οι λαός στέναζε από τα Μνημόνια.

Η απουσία ενός τέτοιου ισχυρού κοινωνικού ρεύματος, σημαίνει πρακτικά ότι οι ελπίδες της άρχουσας τάξης για μια αυτοδυναμία της Ν.Δ επενδύονται στη μεγάλη αποχή. Και επειδή τα επίπεδα αποχής στα γκάλοπ συνεχίζουν να είναι αυξημένα, το ίδιο αυξημένες είναι και οι πιθανότητες για μια αυτοδυναμία της ΝΔ ή για μια ανεμπόδιστη συγκρότηση συμμαχικής κυβέρνησης ΝΔ – Κεντροαριστεράς. Μετά το σχηματισμό μιας τέτοιας κυβέρνησης οι εξελίξεις θα τείνουν να τρέξουν πιο γρήγορα. Οι στόχοι για υψηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα, σε συνδυασμό με τη βούληση της ΝΔ να μειώσει τους φόρους για την τάξη της, θα φέρει την επίθεση σε ολόκληρα τμήματα εργαζόμενων στο κράτος, με μαζικές απολύσεις. Μέσα από αυτόν τον τρόπο, ταυτόχρονα θα επιχειρηθεί να εξοντωθούν ισχυρά συνδικάτα, όπως εκείνο των εργατών στους ΟΤΑ.

Αυτή η επίθεση, αναπόφευκτα θα τείνει να θέσει οριστικά τέλος στην «κοινωνική ειρήνη» της περιόδου Τσίπρα. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας μια αυτόματη διαδικασία ξεσπάσματος μαζικών αγώνων με το που θα ξεκινήσει αυτή η επίθεση. Το πιθανότερο είναι να μεσολαβήσει ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, ώστε να αρχίζουν να δίνουν «τον τόνο» μέσα στο κίνημα τα πιο φρέσκα και λιγότερο απελπισμένα τμήματα, αλλά και για να συνειδητοποιήσουν τα παλιότερα ότι δεν υπάρχει καμία άλλη λύση έξω από τον αγώνα.

Η κεντρική εκτίμηση που κάναμε στο κείμενο του προηγούμενου συνεδρίου μας για τις γενικές πολιτικές προοπτικές διατηρεί όλη της την αξία και γι’ αυτό, είναι σκόπιμο να την επαναλάβουμε και στο παρών κείμενο: «Μέσα σε μια κατάσταση σφοδρής επίθεσης στην εργατική τάξη που θα την ξαναβγάλει μαζικά στους δρόμους, αλλά και αυξανόμενης οικονομικής αβεβαιότητας με την απουσία ενός δανειακού προγράμματος δεκάδων δισ, η ΝΔ και όσα άλλα κόμματα μπουν στην κυβέρνησή της, θα γνωρίσουν αναπόφευκτα βαθιές κρίσεις και διασπάσεις. Στην πολύ πιθανή, όπως εξηγήσαμε περίπτωση να τεθεί τα επόμενα χρόνια από τις εξελίξεις ως άμεσο ζήτημα το Grexit, η απόπειρα σχηματισμού μιας οικουμενικής κυβέρνησης θα είναι αναπόφευκτη. Αυτή η εξέλιξη θα κάνει την αστική τάξη να αναγκαστεί να κάψει γρήγορα όλα τα πολιτικά της χαρτιά, δημιουργώντας τις πολιτικές προϋποθέσεις για μια μαζική στροφή σε όποιο μαζικό εργατικό κόμμα μείνει εκτός αυτής της κυβέρνησης (πιθανότατα το ΚΚΕ)».

Ελληνοτουρκικές σχέσεις

Ο χρόνος που κλείνει ήταν ένα διάστημα σοβαρής όξυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων, με προσέγγιση πολύ κοντά σε «θερμά επεισόδια», σε όλα τα πεδία που ξεδιπλώνεται ο ανταγωνισμός της ελληνικής και τουρκικής αστικής τάξης, στο Αιγαίο, την Κύπρο και τη Θράκη. Αυτή η όξυνση εκφράστηκε εντονότερα με την αιχμαλώτιση των 2 Ελλήνων στρατιωτικών, με την κλιμάκωση των εναέριων αναχαιτίσεων, τη διεξαγωγή στρατιωτικών ασκήσεων στο Αιγαίο και την πολεμική ένταση στα ανοικτά της Κύπρου γύρω από τις γεωτρήσεις για τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων. Η αιτία για αυτή την όξυνση βρίσκεται στη νέα φάση που εισήλθε ο διαχρονικός ανταγωνισμός Ελλήνων και Τούρκων καπιταλιστών για εδάφη και πλουτοπαραγωγικές πηγές στην ευρύτερη περιοχή, πάνω στη βάση των πιέσεων που υφίστανται οι δυο άρχουσες τάξεις από την κρίση και την νέα σχέση δυνάμεων που αναδεικνύεται ανάμεσα στους ισχυρούς ιμπεριαλιστές στην ευρύτερη περιοχή, αλλά και παγκόσμια.

Τόσο ο ελληνικός, όσο και ο τουρκικός καπιταλισμός και οι ιμπεριαλιστικοί τους ρόλοι στην περιοχή έχουν αποδυναμωθεί, ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης, που αρχικά έπληξε αποφασιστικά την Ελλάδα και πλέον έχει περάσει με διαφορετική μορφή στην Τουρκία. Οι δύο άρχουσες τάξεις κινούνται με διαφορετικό τρόπο για να προωθήσουν τα συμφέροντά τους στην περιοχή. Η ελληνική, μη αρκούμενη στην «άσφαιρη» διπλωματική υποστήριξη της ΕΕ, για να αισθανθεί ασφάλεια προσδένεται πιο σφιχτά στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, ενώ η τουρκική, αντιμέτωπη με μια πιο πολύπλοκη εσωτερική κατάσταση λόγω του χρόνιου κουρδικού εθνικού ζητήματος, μανουβράρει διαρκώς και απότομα ανάμεσα στις βασικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Σημείο καμπής για την τουρκική εξωτερική πολιτική ήταν η καιροσκοπική υποστήριξη των Κούρδων ανταρτών από τις ΗΠΑ στη Συρία τα προηγούμενα χρόνια, που οδήγησε τον Ερντογάν να απαντήσει με σύσφιξη σχέσεων με τη Ρωσία και με ανεξάρτητες στρατιωτικές επιχειρήσεις. Οι μανούβρες της Τουρκίας πήραν περισσότερο ακανόνιστο και σπασμωδικό χαρακτήρα εξαιτίας των χειρισμών του απρόβλεπτου βοναπάρτη Ερντογάν, ο οποίος λόγω αυτών, έκανε την Τουρκία έναν πιο ασταθή και αμφίβολο σύμμαχο για τον Δυτικό ιμπεριαλισμό, σε σύγκριση με την Ελλάδα.

Πως διαμορφώνεται όμως συγκεκριμένα, η ελληνοτουρκική σύγκρουση στα διάφορα πεδία; Στη Θράκη δεν έχουμε κάτι καινούριο, καθώς στη διαχρονική, «νομότυπη» εθνική καταπίεση της τουρκικής μειονότητας από το ελληνικό κράτος, το τουρκικό απαντά με τη δράση πρακτόρων, που με πολιτικό ή θρησκευτικό μανδύα επιχειρούν με το δικό τους τρόπο να εμποδίσουν την ανάπτυξη κοινής ταξικής συνείδησης και δράσης από την πλευρά των Ελλήνων και «μειονοτικών» εργατών της περιοχής ενάντια στις άρχουσες τάξεις.

Στο Αιγαίο, τα ασφυκτικά πλαίσια που επέβαλε για την Τουρκία το συνοριακό στάτους κβο που προέκυψε τον προηγούμενο αιώνα, από τη φύση τους αποτελούν μια μόνιμη εστία τριβής μεταξύ των δυο αρχουσών τάξεων. Παρότι η Τουρκία έχει πάγιες διεκδικήσεις στο Αιγαίο, εδαφικές, στον αέρα και τον υποθαλάσσιο χώρο, ένας πόλεμος εκεί θα αποτελούσε από στρατιωτική άποψη ένα τεράστιο ρίσκο, με αμφίβολα και μικρά αποτελέσματα. Για το σκοπό αυτό, το τουρκικό κράτος συντηρεί την ένταση στο Αιγαίο ως μοχλό πίεσης για άλλα ανοικτά ζητήματα στις σχέσεις με την Ελλάδα, την ΕΕ και τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Ωστόσο πρέπει να τονιστεί, ότι σε αντίθεση με τους ελληνικούς εθνικιστικούς μύθους, την αποφασιστική ευθύνη για τη συντήρηση της έντασης στο Αιγαίο την έχει το ελληνικό κράτος, με την κατά παράβαση των διεθνών Συνθηκών διατήρηση στρατιωτικών δυνάμεων στα νησιά, σε απόσταση βολής από τα τουρκικά παράλια.

Στην Κύπρο και συγκεκριμένα στον υποθαλάσσιο χώρο της, συγκεντρώνεται σήμερα το μεγαλύτερο ενδιαφέρον της Τουρκικής αστικής τάξης, σε ότι αφορά πάντα τα ζητήματα στα οποία άμεσα ή έμμεσα εμπλέκεται η ελληνική άρχουσα τάξη. Εδώ ο τουρκικός καπιταλισμός, αποκλεισμένος από τις διακρατικές συμφωνίες για την αξιοποίηση των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων της περιοχής, έχει υποστεί μια ισχυρή ταπείνωση και απόλυτα φυσιολογικά, «βρυχάται», απειλώντας με στρατιωτική απάντηση. Το πρόβλημα είναι ότι τον βασικό ρόλο στις γεωτρήσεις και τα συμβόλαια των υδρογονανθράκων έχουν μεγάλες αμερικάνικες και ευρωπαϊκές πολυεθνικές και έτσι τα περιθώρια απειλών και ελιγμών από την πλευρά της Τουρκίας είναι εξαιρετικά περιορισμένα.

Από την πλευρά της καπιταλιστικής Ελλάδας, κάθε σοβαρή, επιθετική στρατιωτική ενέργεια, στην παρούσα φάση, θα πρέπει να αποκλειστεί, όχι γιατί η ελληνική άρχουσα τάξη διακατέχεται από «φιλειρηνικά αισθήματα», αλλά γιατί δεν έχει κανένα συμφέρον από κάτι τέτοιο. Στη σημερινή φάση υπερχρέωσης, ξεπεσμού και ανοικτής κηδεμονίας από τον Δυτικό ιμπεριαλισμό, ο ελληνικός καπιταλισμός δεν έχει κανένα περιθώριο για ανάληψη ανεξάρτητων από εκείνον, επιθετικών ενεργειών. Και τόσο ο αμερικάνικος, όσο και ο ευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός, το τελευταίο πράγμα που θα επιθυμούσαν σήμερα εν μέσω μιας μόνιμα ασταθούς κατάστασης στην παγκόσμια οικονομία και με ένα σκηνικό μόνιμης πολεμικής αναταραχής στη Μέση Ανατολή, είναι ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος.

Από την πλευρά της τουρκικής αστικής τάξης όμως, η πρόκληση ενός «θερμού επεισοδίου» με την Ελλάδα, δηλαδή μια σύντομης ανταλλαγής πυρών, συνοδευόμενης από μια γενικευμένη και αυξημένη πολεμική ετοιμότητα, είναι πιθανή, αλλά η έναρξη κανονικών πολεμικών επιχειρήσεων είναι κάτι που στην παρούσα φάση θα πρέπει να αποκλειστεί. Ο λόγος είναι ότι η Τουρκία στην πραγματικότητα χρησιμοποιεί την απειλή να λύσει στρατιωτικά τις διαφορές της με την Ελλάδα ως διαπραγματευτικό χαρτί για να αποσπάσει εύνοια από τον δυτικό και ιδιαίτερα τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό σε άλλα ζωτικότερα για τον τουρκικό καπιταλισμό πεδία, όπως είναι το κουρδικό ζήτημα στην Βόρεια Συρία και η στήριξη της καταρρέουσας τουρκικής οικονομίας.

Συμπεραίνουμε λοιπόν, ότι στα «ελληνοτουρκικά», στην παρούσα φάση, τον καθοριστικό ρόλο δεν παίζει αυτός καθ’ αυτός ο διαχρονικός ανταγωνισμός των δυο αστικών τάξεων, αλλά το πως αυτός συνδέεται με τη σχέση τους με τον Δυτικό, ιδιαίτερα τον αμερικάνικο, ιμπεριαλισμό. Μια κανονική πολεμική σύρραξη διαρκείας τώρα δεν εξυπηρετεί καμία από τις δύο άρχουσες τάξεις. Ένας τέτοιος πόλεμος θα μπορούσε να προκύψει μόνο αν σε κάποια από τις δύο χώρες προέκυπτε ένα ανοικτά βοναπαρτιστικό καθεστώς, μετά από μια αποφασιστική ήττα του προλεταριάτου. Ένα τέτοιο καθεστώς, ωθούμενο από την ανάγκη για μια «εθνική επιτυχία» ώστε να εδραιώσει τη θέση του, θα ήταν ικανό να αρχίσει έναν τέτοιο πόλεμο με την οποιαδήποτε αφορμή και σε οποιοδήποτε από τα πεδία της ελληνοτουρκικής σύγκρουσης.

Παρ’ όλα αυτά, και η χωρίς έναν πραγματικό πόλεμο τρέχουσα παρατεταμένη όξυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και η συνεχής προσέγγιση σε «θερμά επεισόδια», έχει ένα διαρκές αντιδραστικό αποτέλεσμα και στις δύο χώρες. Διατηρεί σε υψηλά επίπεδα τον εθνικισμό στις μικροαστικές και καθυστερημένες εργατικές μάζες και απορροφά με παρασιτικό τρόπο τρομακτικά ποσά από τους κρατικούς προϋπολογισμούς. Η μόνη δύναμη που μπορεί να βάλει τέλος σε αυτή την αδιέξοδη κατάσταση είναι η αλληλέγγυα επαναστατική πάλη της ελληνικής και τουρκικής εργατικής τάξης για την εργατική εξουσία και το σοσιαλισμό στις δύο χώρες, τα Βαλκάνια, την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή.

Προοπτικές για τη σοσιαλιστική επανάσταση

Η φάση που διανύουμε τα 3 τελευταία χρόνια μέσα στη γενικότερη ιστορική περίοδο βαθιάς κρίσης και αυξημένης αστάθειας του ελληνικού καπιταλισμού, φαινομενικά είναι μακριά από μια επαναστατική κατάσταση. Αλλά όπως εξηγήσαμε, αυτό ισχύει μόνο φαινομενικά. Στην φύση και στην κοινωνία οι ίδιες αιτίες παράγουν ίδια αποτελέσματα. Η βαθιά κρίση του ελληνικού καπιταλισμού, ως τμήμα της ιστορικής κρίσης του ευρωπαϊκού και του παγκόσμιου καπιταλισμού, ήταν η αιτία για τα μεγάλα κινήματα της προηγούμενης φάσης. Τα στοιχεία και τα δεδομένα δείχνουν ότι η κρίση όχι μόνο δεν ξεπεράστηκε αλλά κινείται προς ένα νέο, βαθύτερο στάδιο. Αυτό σημαίνει ότι ακόμα μεγαλύτεροι ταξικοί αγώνες βρίσκονται μπροστά μας.

Οι μαρξιστές οφείλουν να έχουν μία ιστορική και όχι μία εφήμερη, δημοσιογραφική ματιά στα γεγονότα. Τα κινήματα και η ριζοσπαστικοποίηση των ετών 2010-16, μας έβαλαν σε μια νέα ιστορική περίοδο. Αυτή όμως, δεν έπεσε ξαφνικά από τον ουρανό. Η εναλλαγή περιόδων στην Ιστορία, είναι μια διαλεκτική διαδικασία. Δεν γίνεται μέσα από «παρθενογεννέσεις». Το νέο ενυπάρχει έντονα στο παλιό για ένα διάστημα.

Έτσι λοιπόν, από μια πλατύτερη ιστορική ματιά, η αιτία για την οποία τα κινήματα του 2010-16 δεν έφτασαν στο σημείο μιας ανοικτής επαναστατικής αμφισβήτησης της αστικής εξουσίας, βρίσκεται σε μια επιζήμια κληρονομιά από την προηγούμενη σχετικά μακρά ιστορική περίοδο υποχώρησης και δεξιάς στροφής (1985-2008), που είχε διεθνώς αλλά και στην Ελλάδα, ως υλική βάση την παράταση της μεταπολεμικής ανάκαμψης και τη νίκη της καπιταλιστικής αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ και την Ανατολική Ευρώπη. Η επιζήμια αυτή κληρονομιά δεν είναι άλλη από τις υπάρχουσες πολιτικές και συνδικαλιστικές ηγεσίες της εργατικής τάξης, οι οποίες ανδρώθηκαν και εκπαιδευτήκαν κατά την προηγούμενη ιστορική περίοδο μέσα στο οπορτουνιστικό περιβάλλον των κορυφών των μαζικών ρεφορμιστικών οργανώσεων, συνδικαλιστικών, σοσιαλδημοκρατικών και σταλινικών.

Το ίδιο το σημερινό διάλειμμα παράλυσης του κινήματος είναι το τίμημα της διείσδυσης της παλιάς περιόδου μέσα στη νέα, με Δούρειο ίππο αυτές τις παλιές οπορτουνιστικές, σοσιαλδημοκρατικές ή σταλινικές, εργατικές ηγεσίες. Το κεντρικό ιστορικό ζητούμενο για την υπόθεση της νίκης της σοσιαλιστικής επανάστασης είναι η κατάλληλη επαναστατική ηγεσία. Όμως μέχρι οι δυνάμεις του επαναστατικού μαρξισμού με τη μαζική τους ανάπτυξη να δώσουν λύση σε αυτό το πρόβλημα, δεν πρόκειται να υπάρξει έλλειψη σε κινήματα και επαναστατικές εκρήξεις των εργατικών μαζών και της νεολαίας. Τα γεγονότα του 2010-2016, θα αποδειχθούν απλά ο προάγγελος των επαναστατικών γεγονότων που βρίσκονται μπροστά μας.

Οι πιο σοβαροί εκπρόσωποι της άρχουσας τάξης καταλαβαίνουν ότι η σημερινή παράλυση του κινήματος είναι ένα εντελώς προσωρινό φαινόμενο, ότι τα επαναστατικά συμπεράσματα συνεχίζουν να εξάγονται, παρά την φαινομενική ηρεμία και συνιστούν στην τάξη τους εγρήγορση. Έγραφε ενδεικτικά ο διευθυντής της «Καθημερινής», Αλέξης Παπαχελάς στις 21/10, σε άρθρο του στην εφημερίδα, υπό τον τίτλο «Πειθώ και πυγμή» : «Η χώρα μοιάζει, εδώ και λίγα χρόνια, σαν να έχουμε όλοι μας πάρει μία μεγάλη δόση βάλιουμ. Τίποτα δεν μας κάνει εντύπωση και όλα τα χωνεύουμε στο τέλος. Πρώτη φορά το παρατηρήσαμε έντονα στα capital controls του 2015….Το βάλιουμ δούλεψε και μετά, με τις περικοπές που ακολούθησαν και τις μεταρρυθμίσεις που επιβλήθηκαν από το νεότερο μνημόνιο. Απορούσαν και οι ξένοι πώς περνάνε τόσα πράγματα χωρίς να ανοίγει μύτη. Ακόμη και οι συνήθεις μπαχαλάκηδες έμοιαζαν να βρίσκονται έως πρόσφατα σε καταστολή. Πολλά από τα κλασικά μεταπολιτευτικά αντανακλαστικά έπεσαν σε λήθαργο. Η Αθήνα δεν καιγόταν κάθε εβδομάδα και οι παρεμβάσεις τους είχαν ένα σχεδόν προβλέψιμο, ημιθεσμικό χαρακτήρα. Πολλοί αναρωτιούνται, εντός και εκτός Ελλάδος, αν η επήρεια του ηρεμιστικού θα περάσει μόλις φύγει αυτή η κυβέρνηση. Καλό ερώτημα…Η εμπειρία των τελευταίων ετών έχει οδηγήσει τους πολίτες, που πίστεψαν σε ένα αμιγώς αντισυστημικό όραμα ή ψέμα, σε άλλες, πιο ακραίες κατευθύνσεις. Μπορεί να πάνε πολύ δεξιά, μπορεί και πολύ αριστερά. Το διεθνές περιβάλλον πριμοδοτεί τις ακραίες συμπεριφορές, όχι τις μετριοπαθείς ρεαλιστικές προσεγγίσεις. Η επικρατούσα ρητορική στην Ευρώπη αλλά και στις ΗΠΑ είναι ακραία, συγκρουσιακή, θυμίζει ΣΥΡΙΖΑ του 2008. Καθώς λοιπόν το βάλιουμ φεύγει σιγά σιγά από τον οργανισμό μας, θα δούμε πώς θα αντιδράσει η ελληνική κοινωνία στην επόμενη φάση. Θα χρειασθεί ένας πολύ δύσκολος συνδυασμός πειθούς και πυγμής για να μην μπούμε σε μια περίοδο ανεξέλεγκτων εξελίξεων.»
Ο

αρθρογράφος λέει προσεκτικά αυτό που σκέφτεται το πιο διορατικό τμήμα της τάξης του. Στις επερχόμενες επαναστατικές θύελλες, για να διατηρηθεί αλώβητο το αστικό καθεστώς δεν αρκεί μόνο η «πειθώς», δηλαδή η αστική δημοκρατία. Θα απαιτηθεί και «πυγμή», δηλαδή οι κλασικές μέθοδοι της κρατικής καταπίεσης, οι μέθοδοι ενός βοναπαρτιστικού καθεστώτος. Η Ιστορία όμως έχει αποδείξει ότι όταν «οι πολίτες», δηλαδή οι μάζες της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, αρχίζουν να κινούνται προς «ακραίες κατευθύνσεις», δηλαδή μπαίνουν ενεργά, επαναστατικά, στο κοινωνικό και πολιτικό προσκήνιο παίρνοντας τη μοίρα στα δικά τους χέρια, τότε καμία καταπιεστική δύναμη, καμία επίδειξη «πυγμής», δεν μπορεί να τις σταματήσει.

Η «πρώτη ύλη» λοιπόν για την επερχόμενη σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα υπάρχει και θα συνεχίσει να υπάρχει πιο άφθονη. Είναι πολιτικό μας καθήκον, χτίζοντας με ενθουσιασμό και αφοσίωση σήμερα τις δυνάμεις του επαναστατικού μαρξισμού να δείξουμε στην εργατική τάξη τον μόνο δρόμο προς την πρόοδο και την ευημερία, το δρόμο της νικηφόρας σοσιαλιστικής επανάστασης. Και αναλογιζόμενοι το μέγεθος και την ποσότητα των δεινών που αυτός ο δρόμος θα αποτρέψει για εκατομμύρια ανθρώπους, το προαναφερθέν πολιτικό καθήκον μετασχηματίζεται σε υπέρτατο, ηθικό καθήκον.

Αθήνα- Δεκέμβριος 2018