ποσοτική χαλάρωση

[nextpage title=»Μέρος 1ο» ]

Σε αντίθεση με την πολιτική της εργατικής κυβέρνησης για περιορισμό των μισθών και μείωση των δαπανών, η ομάδα της Tribune προτείνει μια πολιτική επαναπληθωρισμού: μείωση των φόρων και αύξηση των δημοσίων δαπανών για την αναζωογόνηση της οικονομίας και την αύξηση της δουλειάς. Αυτή είναι η εναλλακτική πολιτική που προωθείται από το TUG και πολλούς ηγέτες των συνδικάτων. Όμως, μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού θα μπορούσε πράγματι μια πληθωριστική πολιτική να λύσει τα φλέγοντα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργάτες; Στο πρώτο από τα δύο άρθρα ο Τεντ Γκραντ αποδεικνύει ότι η «εναλλακτική λύση» της Tribune είναι μια ουτοπία.

Η αιτία που έχει οδηγήσει την καπιταλιστική τάξη στην υιοθέτηση της σκληρής πολιτικής που προωθείται από ανθρώπους σαν τον Κιθ Τζότζεφ, την Μάργκαρετ Θάτσερ και τους άλλους ηγέτες του συντηρητικού κόμματος και που υποστηρίζεται επίσης τώρα από το CBI (Σύνδεσμος Βιομηχάνων), δεν είναι απλά η απροθυμία της για συνεργασία. Το CBI, για παράδειγμα, προτείνει μια παραπέρα μείωση των κρατικών δαπανών της τάξης των 3 έως 5 δισεκατομμυρίων λιρών – ένα πρόγραμμα που αναμφίβολα θα επιχειρούσε να εφαρμόσει μια νέα κυβέρνηση των Τόρυδων.

Φυσικά, τα αποτελέσματα μιας τέτοιας πολιτικής δεν θα τα νοιώσουν ούτε οι καπιταλιστές, ούτε οι Τόρυδες υπηρέτες τους στο κοινοβούλιο, οι ίδιοι ή οι οικογένειες τους. Αυτοί έχουν ιδιωτική εκπαίδευση, ιδιωτική ασφάλιση, ιδιωτική υγειονομική και νοσοκομειακή περίθαλψη. Γι’ αυτό, αντιμέτωποι με την κρίση του συστήματός τους, είναι διατεθειμένοι να κατεδαφίσουν το προηγούμενο «κράτος πρόνοιας».

Η πίεση που ασκούν οι καπιταλιστές στους εργατικούς ηγέτες, είναι η αιτία που τους έχει αναγκάσει να εφαρμόσουν περιοριστικά μέτρα.

Ο λόγος που η άρχουσα τάξη διάλεξε το δρόμο του «ταξικού πολέμου» – της άγριας μείωσης του βιοτικού επιπέδου – είναι ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος για την επιβίωση του καπιταλισμού. Όπως εξηγούν οι Μαρξιστές, μόνο η κατανόηση της λειτουργίας του κοινωνικού συστήματος ως όλο μπορεί να ερμηνεύσει το σύνολο των εξελίξεων που συμβαίνουν στις μέρες μας.

Η αιτία που οι καπιταλιστές είναι αδιάλλακτοι σε σχέση με τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, είναι πως από τότε μέχρι σήμερα υπήρξε μια τεράστια πτώση του ποσοστού κέρδους. Το CBI διαμαρτύρεται ότι φέτος το ποσοστό κέρδους είναι μόνο 3%. Κατά τη δεκαετία του ’50, το ποσοστό κέρδους στην πραγματικότητα έφτασε το 35%.

Βέβαια, αυτή η πτώση στο ποσοστό του κέρδους οφείλεται στη μεγάλη επέκταση της βιομηχανίας. Το γεγονός ότι οι καπιταλιστές πρέπει να ξοδεύουν όλο και περισσότερα σε ό,τι ο Μαρξ ονόμασε «σταθερό κεφάλαιο», δηλαδή σε μηχανήματα, κτίρια κλπ., σημαίνει ότι η αναλογία του «σταθερού» προς το «μεταβλητό» κεφάλαιο (δηλαδή οι μισθοί που πληρώνονται στην εργατική τάξη) έχει αυξηθεί σοβαρά στη διάρκεια των τελευταίων λίγων δεκαετιών.

Οι καπιταλιστές δε βγάζουν κέρδος, όταν επενδύουν σε μηχανές και κτίρια. Το μόνο κέρδος που μπορούν να αποκτήσουν είναι από την υπερεργασία – δηλαδή την απλήρωτη εργασία της εργατικής τάξης. Αυτό απέδειξαν οι έρευνες του Μαρξ για το καπιταλιστικό σύστημα. Οι καπιταλιστές είναι αιμοχαρείς και κτηνώδεις όταν υπερασπίζονται τον θεό του κέρδους.

Αυτές ακριβώς οι δυσκολίες εξηγούν γιατί οι καπιταλιστές έχουν κρατήσει τη στάση που έχουν κρατήσει στο ζήτημα της μείωσης των κρατικών δαπανών και της παραπέρα μείωσης του μεριδίου που παίρνει η εργατική τάξη από τον πλούτο που παράγει. Τους δυσαρεστεί ακόμα και το άθλιο ποσό φόρου που πληρώνουν σήμερα, και απαιτούν όλο και περισσότερες επιχορηγήσεις για τους βιομήχανους.

Το γεγονός ότι δεν μπορούν να σταθούν στα πόδια τους, είναι μια ένδειξη για το πόσο παρασιτικός έχει γίνει ο μονοπωλιακός καπιταλισμός κατά τη διάρκεια των τελευταίων πέντε ή έξι δεκαετιών. Βασίζονται στη βοήθεια από το κράτος. Είναι εκατομμυριούχοι παράσιτα και ζητιάνοι. Γιατί το εργατικό κίνημα θα πρέπει να αποδεχτεί αυτή την τερατώδη κατάσταση;

Όποια μέτρα κι αν υιοθετηθούν από το κράτος, καμία λύση δε θα δοθεί στα προβλήματα της βρετανικής καπιταλιστικής κοινωνίας και ακόμα λιγότερο στα προβλήματα των εργαζομένων, όσο τα μονοπώλια διατηρούν τον έλεγχο στα εννέα δέκατα της παραγωγικής βιομηχανίας.

Ούτε τα πληθωριστικά ελλείμματα στις κρατικές δαπάνες, ούτε οι περικοπές στις κρατικές δαπάνες και ο αποπληθωρισμός μπορούν να τα λύσουν.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο μόνος τρόπος για την εξυπηρέτηση των αναγκών και των συμφερόντων των εργαζομένων, βρίσκεται στο μετασχηματισμό της κοινωνίας. Ο Μαρξ πολύ πριν είχε εξηγήσει ότι ένα κοινωνικό σύστημα αντικαθίσταται από ένα άλλο όταν πλέον δεν μπορεί να αναπτύξει τις παραγωγικές δυνάμεις, δηλαδή τα μέσα της ζωής, την κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στη φύση.

Όταν ένα κοινωνικό σύστημα γίνεται εμπόδιο στην ανάπτυξη των δυνάμεων της επιστήμης, της μηχανικής, της τεχνικής, όπως έχει αρχίσει τώρα να συμβαίνει με το καπιταλιστικό σύστημα, σημαίνει η αρχή του τέλους γι’ αυτό το κοινωνικό σύστημα. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι σε παγκόσμια κλίμακα η παραγωγική ικανότητα της βιομηχανίας μπορεί να χρησιμοποιηθεί σήμερα στην Αμερική, κατά τη διάρκεια της «ανάκαμψης», μόνο κατά το 85% και στην περίπτωση της Βρετανίας μόνο κατά το 80%.

Το απεργιακό κύμα που απειλεί να κατακλείσει την Βρετανία αυτόν το χειμώνα παίρνοντας τη σκυτάλη από τις διενέξεις των εργατών στην αυτοκινητοβιομηχανία, την απεργία των αρτοποιών και πολλές άλλες «μικρές» απεργίες, φανερώνει τη διάθεση των οργανωμένων εργατών στην Βρετανία. Αυτή αναπτύχθηκε μέσα από την εμπειρία που απέκτησαν τα τρία τελευταία χρόνια.

Έχουν αντιληφθεί την απάτη των επιχειρημάτων της δεξιάς πτέρυγας των Εργατικών ηγετών που υποστηρίζουν ότι «σφίγγοντας το ζωνάρι» και αποδεχόμενοι χαμηλούς μισθούς και γελοίες αυξήσεις, μπορούν να καταπολεμήσουν τον πληθωρισμό.

Οι περικοπές στο βιοτικό επίπεδο έχουν φτάσει σ’ ένα σημείο που η εργατική τάξη δεν είναι πια διατεθειμένη να τις δεχτεί. Η πλήρης χρεωκοπία της θέσης του Βρετανικού καπιταλισμού και πάνω σ’ αυτή τη βάση οι ιδέες που προωθούν οι Κάλαχαν, Χήλυ και οι άλλοι ηγέτες της δεξιάς πτέρυγας του Εργατικού Κόμματος, οι οποίες έχουν βοηθήσει τις μεγάλες επιχειρήσεις να αποκομίσουν τεράστια κέρδη σε βάρος των εργατών, έχουν οδηγήσει τα πιο προχωρημένα στρώματα της εργατικής τάξης στο εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα στην αναζήτηση μιας διαφορετικής λύσης στα προβλήματα τους.

Μέσα σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα η «Tribune» παρουσίασε (στην έκδοση της 14 Οκτώβρη) τη θέση της για αύξηση 1 δις λιρών στις δημόσιες δαπάνες.

Προωθώντας ένα, όπως φαντάζεται, μετριοπαθές και ρεαλιστικό πρόγραμμα, η «Tribune» ισχυρίζεται ότι μια αύξηση στις κρατικές δαπάνες πάνω σ’ αυτές τις γραμμές, θα οδηγούσε τελικά στη δημιουργία 235.000 νέων θέσεων εργασίας.

Αυτό το αίτημα είναι εξαιρετικά μετριοπαθές αν λάβουμε υπόψη ότι η μείωση στις κρατικές δαπάνες κατά τη διετία 1975–1976 ήταν 8 δις λίρες. Οι υγειονομικές και κοινωνικές υπηρεσίες, οι μεταφορές, καθώς και άλλες κρατικές και δημοτικές υπηρεσίες, έχουν υπονομευτεί σαν αποτέλεσμα των περικοπών.

Με αυτά τα δεδομένα, ακόμα και μια αύξηση της τάξης του 1 δις λιρών θα ήταν τελείως ασήμαντη σε σχέση με το μέγεθος των προβλημάτων που αντιμετωπίζει το Βρετανικό κράτος και με τα οποία έρχεται αντιμέτωπη η εργατική τάξη.

Το ερώτημα που αμέσως γεννιέται είναι, γιατί σ’ όλες τις χώρες του καπιταλισμού – Αμερική, Σουηδία, Γαλλία, Βρετανία – απορρίπτονται αυτές οι Κεϋνσιανές ιδέες – ότι δηλαδή μέσω των κρατικών δαπανών και της χρηματοδότησης ελλειμμάτων, μπορούν να επιλυθούν τα προβλήματα της καπιταλιστικής αγοράς; Γιατί το υπουργείο Οικονομικών, ο Κάλαχαν, ο Χήλυ και οι άλλοι ηγέτες του Εργατικού Κόμματος – ή όταν έρθει η σειρά τους, οι Τόρυδες – γιατί να είναι υπέρ της περικοπής των κρατικών δαπανών, εάν με μέτρα αύξησης των κρατικών δαπανών θα ήταν δυνατό να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η άρχουσα τάξη, αλλά και ο βρετανικός λαός ταυτόχρονα; Η ιδέα ότι η άρχουσα τάξη δεν καταλαβαίνει πώς να διαχειριστεί τον καπιταλισμό, ότι η άρχουσα τάξη δεν καταλαβαίνει τα δικά της συμφέροντα, είναι αξιολύπητη.

Αυτή είναι η εμπειρία από τα τελευταία 25 χρόνια που έχει περίτρανα αποδείξει για την άρχουσα τάξη – ότι οι Μαρξιστές έχουν πάντα υποστηρίξει – ότι ο Κεϋνσιανισμός – δηλαδή το μόνιμο οικονομικό έλλειμμα πάνω από μια περίοδο – αντί να λύνει τα προβλήματα του καπιταλισμού, στην πραγματικότητα τα μεγαλώνει.

Ένας από τους κύριους λόγους για την έκρηξη του πληθωρισμού σ’ ολόκληρο τον κόσμο κατά τη διάρκεια των τελευταίων τριών δεκαετιών ήταν ακριβώς τα μόνιμα οικονομικά ελλείμματα από τη μεριά των καπιταλιστικών κυβερνήσεων. Η Κεϋνσιανή αυταπάτη έχει διαλυθεί τελείως για όλους τους σοβαρούς καπιταλιστές πολιτικούς και για όλους τους σοβαρούς αστούς οικονομολόγους.

Οι Τριμπιουνιστές σωστά έχουν επιτεθεί κατά των «μονεταριστών», των θεωριών του Φρήτμαν και άλλων αντιπροσώπων του καπιταλισμού. Υπάρχουν οι θεωρίες που έχουν γίνει δεκτές από τους Τόρυδες σαν βάση για την κυβερνητική πολιτική τους στο μέλλον. Οι θεωρίες τους στην πραγματικότητα είναι οι θεωρίες του αποπληθωρισμού, της περικοπής των κρατικών δαπανών, της συγκράτησης των μισθών με τρόπο που να εγγυάται την αξία των χαρτονομισμάτων. Με αυτά τα μέσα ελπίζουν να βάλουν τέρμα στον πληθωρισμό.

Όπως σωστά σημειώθηκε από τους Τριμπιουνιστές και τους συνδικαλιστές ηγέτες, αυτό θα σήμαινε μαζική ανεργία, θα σήμαινε μια κατάρρευση της αγοράς, θα σήμαινε ανείπωτη αθλιότητα και κατάπτωση της εργατικής τάξης στη Βρετανία. Αυτή η «θεραπεία» είναι ακόμα χειρότερη από την αρρώστια.

Όλα αυτά είναι εντελώς αλήθεια, αλλά η συνέχιση στο δρόμο του οικονομικού ελλείμματος, θα σήμαινε αναπόφευκτα αύξηση του πληθωρισμού στο επίπεδο των χωρών της Λατινικής Αμερικής, κι αν συνεχιζόταν σε ακόμα χειρότερο.

Γι αυτό η άρχουσα τάξη έχει εγκαταλείψει εντελώς τις αυταπάτες του Κεϋνσιανισμού, ότι είναι δυνατό να λυθούν τα προβλήματα των καπιταλιστικών οικονομιών με την αύξηση των κρατικών δαπανών.

Οι Τριμπιουνιστές απαντούν στα επιχειρήματα των Μαρξιστών κατηγορώντας τους ότι είναι «μονεταριστές». Στην πραγματικότητα για όλα αυτά οι Μαρξιστές αναλύουν τον τρόπο λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος και αναγνωρίζουν ότι στη βάση του καπιταλισμού κάθε αύξηση στον αριθμό τεμαχίων χαρτιού (χαρτονομίσματα) ή των λιρών στην κυκλοφορία, χωρίς αντίκρισμα αγαθών ή χρυσού, θα σήμαινε αναπόφευκτα μια αύξηση στον πληθωρισμό.

Η ιδέα ότι αυτή η στοιχειώδης πρόταση των οικονομολόγων, όχι και των μαρξιστών οικονομολόγων, είναι «μονεταρισμός» είναι γελοία. Ο Καρλ Μαρξ έγραφε περισσότερο από 150 χρόνια πριν: «Αν η ποσότητα των εκδιδομένων χρημάτων γίνει διπλάσια από αυτή που πρέπει να είναι, τότε στην πραγματικότητα μια λίρα θα ήταν χρήμα φτιαγμένο, όχι από ένα τέταρτο μιας ουγγιάς, αλλά από ένα όγδοο μιας ουγγιάς χρυσού. Το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο αν γινόταν μια αλλαγή στη λειτουργία του χρυσού σαν μέτρο των τιμών. Εκείνες οι αξίες που πριν λίγο εκφράστηκαν με την τιμή μιας λίρας, τώρα θα εκφράζονταν με την τιμή δύο λιρών».

Αφήνοντας κατά μέρος την αναφορά για το ρόλο του χρυσού, που δεν χρειάζεται να τον αναλύσουμε σε τούτο το άρθρο, είναι φανερό θεωρώντας την οικονομία σαν ένα σύνολο ότι, αν η ποσότητα των χαρτονομισμάτων που θα κάλυπτε το ποσό των παραγόμενων προϊόντων, ήταν ένα εκατομμύριο και αν το κράτος αύξανε τα χαρτονομίσματα που προορίζονταν για την κυκλοφορία σε δύο εκατομμύρια, αυτό θα σήμαινε διπλασιασμό των τιμών.

Μ’ αυτήν την έννοια, τα επιχειρήματα της Θάτσερ και του Κέιθ Τζόζεφ και τα επιχειρήματα των δεξιών ηγετών του Εργατικού Κόμματος είναι τελείως σωστά: το οικονομικό έλλειμμα και το τύπωμα νέων νομισμάτων οδηγεί αναπόφευκτα στον πληθωρισμό.

Βέβαια δεν βλέπουν την άλλη πλευρά της αντίθεσης. Τις συνέπειες της αποπληθωριστικής πολιτικής που εφαρμόζουν. Όσον αφορά την εργατική τάξη, ούτε ο πληθωρισμός, ούτε ο αποπληθωρισμός μπορούν να λύσουν τα προβλήματα που αντιμετωπίζει. Αυτό το δίλημμα είναι σαν την εκλογή μεταξύ κρεμάσματος ή του καψίματος.

Όσον αφορά τους Τριμπιουνιστές, το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι δεν καταλαβαίνουν το καπιταλιστικό σύστημα σαν ένα σύστημα παραγωγής. Ο καπιταλισμός λειτουργεί από το γεγονός ότι η υπεραξία, η απλήρωτη εργασία της εργατικής τάξης, είναι το κέρδος της καπιταλιστικής τάξης.

Αυτό δημιουργεί ένα δίλημμα για τους καπιταλιστές με την έννοια ότι αυτοί οι ίδιοι ξοδεύουν για τον εαυτό τους στην πολυτέλεια και την δαπανηρή σπατάλη, μόνο ένα μικρό μέρος από το κέρδος που αποκομίζουν. Το μεγαλύτερο μέρος του κέρδους ή της υπεραξίας που προέρχεται από την εργασία της εργατικής τάξης επαναεπενδύεται στην βιομηχανία, το εμπόριο τον τουρισμό, σε επενδύσεις στο εξωτερικό, ή σε άλλες μορφές καπιταλιστικών επενδύσεων.

Ένα από τα πιο πολυσυζητημένα σημεία στο άρθρο της «Τρίμπιουν» που επανειλημμένα έχει τονιστεί από το «Militant» είναι το γεγονός, ότι τα μεγάλα μονοπώλια στην Βρετανία, οι μεγάλες εταιρείες δεν πληρώνουν σχεδόν καθόλου φόρο. Αυτό γίνεται εξ αιτίας των απαλλαγών, των πολύ σπάταλων απαλλαγών, που δόθηκαν από την κυβέρνηση για να τους παρακινήσει να κάνουν επενδύσεις. Επί πλέον ο φόρος των εταιρειών, όπως όλοι οι άλλοι φόροι που επιβλήθηκαν για να χτυπούν τους πλούσιους και τα μονοπώλια, έχει στην πράξη χιλιάδες και χιλιάδες παραθυράκια, που μέσα από αυτά τα μονοπώλια έχουν καταφέρει την μείωση των φόρων σε πολύ μικρές ποσότητες στα τελευταία 2- 3 φορολογικά χρόνια.

Έχει γίνει τέτοιο σκάνδαλο που ακόμα και σοβαρές εφημερίδες των καπιταλιστών, όπως η «Sunday Times» έχουν ασχοληθεί μ’ αυτό, σχολιάζοντας ότι μέσα από τα φορολογικά «παραθυράκια» και μέσα από τις απειράριθμες απαλλαγές, οι εταιρείες δεν πληρώνουν σχεδόν καθόλου φόρο. Γι αυτό η φόρμουλα που υιοθετήθηκε από τους Τριμπιουνιστές, Στιουαρτ Χόλαν και Παλ Ορμεραντ για «φορολογική απαλλαγή μόνο στη βάση αποδεδειγμένης ανάγκης» είναι μια αφελής φόρμουλα. Αν με την «αποδεδειγμένη ανάγκη» εννοούν την ανάγκη του ατόμου, τότε θα αναφέρονταν ακριβώς όπως η εθνική βοήθεια δίνεται στην βάση των αναγκών, μόνο έτσι με τον ίδιο τρόπο έχουμε πάντα υποστηρίξει ότι, όταν οι βιομηχανίες εθνικοποιούνται η αποζημίωση να δίνεται στη βάση της ανάγκης μόνο. Η φόρμουλα της «Τρίμπιουν» είναι τόσο μπερδεμένη, που δεν είναι καθαρό που στοχεύει. Αντίθετα, αυτό που φαίνεται σαν σκοπός της, είναι ότι «οι χωλές χήνες» του καπιταλισμού, οι καπιταλιστικές εταιρείες που έχουν προβλήματα αντί να εθνικοποιούνται, στην πραγματικότητα θα επιχορηγούνται, όπως έχει γίνει και κάτω από τις Συντηρητικές και Εργατικές κυβερνήσεις στις τελευταίες δύο ή τρεις δεκαετίες.

Ο φόρος του 52% που έχει προταθεί πάνω στα κέρδη, θα ήταν ένα βήμα μπροστά σε σύγκριση με τη σημερινή κατάσταση, όμως δεν μπαίνει στις ρίζες του προβλήματος. Τα ο παραπέρα σημείο, ότι με το πάγωμα των τιμών για τους επόμενους 12 ως 18 μήνες θα εξοικονομούνταν 3 000 εκατομμύρια λίρες και θα αποτελούσε ένα επιχείρημα ενάντια στις αυξήσεις των μισθών όπως λέει το άρθρο της «Τρίμπιουν» δεν κρατά νερό.

Το νούμερο των 3 000 εκατομμυρίων λιρών δίνεται με βάση ότι οι εταιρείες ανεβάζουν τις τιμές τους 8 ως 8,5% σαν αποζημίωση για τον πληθωρισμό κατά τη διάρκεια του επόμενου χρόνου. Προτείνεται γι αυτό το επιχείρημα ότι με το χαμήλωμα των τιμών οι πωλήσεις θα αυξάνονταν και έτσι οι καπιταλιστές θα έπαιρναν πίσω τα χρήματα τους που θα έχαναν από το πάγωμα των τιμών. Αλλά αυτό είναι παραμύθι!

Οι καπιταλιστές δεν παράγουν αγαθά με σκοπό να τα πουλούν. Οι καπιταλιστές παράγουν αγαθά για να αποκομίζουν κέρδη και αν κοβόταν 8% από τις τιμές που ζητούν, αυτό θα σήμαινε μια μείωση στα κέρδη. Αν πουλούν περισσότερα προϊόντα με βάση αυτή τη μείωση στις τιμές, αυτό θα σήμαινε μια παραπέρα ελάττωση στα κέρδη που θα περίμεναν να πραγματοποιήσουν. Ήδη το CBI έχει απειλήσει ότι, αν υπάρξει ένα πάγωμα των τιμών θα σταματούσε να επενδύει, που όπως και να ‘χει, οι επενδύσεις τους δεν έχουν ανέβει πάρα πολύ! Χωρίς αμφιβολία όμως κάτω από αυτές τις συνθήκες η Εργατική κυβέρνηση θα ήταν αντιμέτωπη με το σαμποτάζ του κεφαλαίου και απειλούνταν από το CBI πριν τις εκλογές.

Ο ίδιος ο Ουίλσον, στα απομνημονεύματά του έγραφε για την Εργατική κυβέρνηση του 1964- 70 για το σαμποτάζ του κεφαλαίου με το οποίο αντιμετωπίστηκε η κυβέρνηση. Ένα απειλούμενο σαμποτάζ επενδύσεων αν η Εργατική κυβέρνηση δεν συμμορφωνόταν στις απαιτήσεις των μονοπωλίων. Και από τη σκοπιά της άρχουσας τάξης, δεν υπάρχει άλλος τρόπος με τον οποίο μπορούσαν να δράσουν.

Όλο το υλικό των Τριμπιουνιστών έχει μια βασική αδυναμία, στο ότι δεν βλέπει ότι η κοινωνία είναι διαιρεμένη σε δύο απόλυτα ανταγωνιστικές τάξεις, με εχθρικά συμφέροντα και εχθρικές ανάγκες, ότι αυτός είναι ο τρόπος που απαρτίζεται η καπιταλιστική κοινωνία.

Η κατάσταση τώρα είναι ότι το κέρδος των καπιταλιστών μπορεί να αποκτηθεί μόνο από τη μείωση του μεριδίου της εργατικής τάξης από τον πλούτο που παράγει. Αυτό μας εξηγεί γιατί οι καπιταλιστές δεν ενδιαφέρονται μόνο για ψηλότερες τιμές. Ενδιαφέρονται μόνο για την μεγιστοποίηση των κερδών.

Όλες οι προσπάθειες να αποφύγουν τους πραγματικούς ταξικούς ανταγωνισμούς στην κοινωνία περιπλέκουν τους Τριμπιουνιστές σε μια σπασμωδική αντίφαση εκτός των άλλων. Στην ουσία προτείνουν ότι τα μονοπώλια θα έπρεπε να πιεστούν. Το «Militant» καλεί πάντοτε για ενεργητική δράση ενάντια στα μονοπώλια,. Αλλά το να προσπαθούν να περιορίσουν τις τιμές με διατάγματα θα ήταν σαν να προσπαθούν να σταματήσουν μια μπουλντόζα με ένα φτερό ξεσκονίσματος.

Όσο ελέγχει τα μέσα παραγωγής, όλα τα μέσα της ζωής, όλα τα μέσα που παράγουν τις μηχανές, τις τροφές και τα αναγκαία αγαθά, η άρχουσα τάξη έχει χιλιάδες τρόπους για να αποφύγει τις ενέργειες από την πλευρά των Εργατικών κυβερνήσεων.

[/nextpage]

[nextpage title=»Μέρος 2ο» ]

Η «ποσοτική χαλάρωση» όπως αποκαλούν οι απολογητές του καπιταλισμού το τύπωμα χρήματος, από ότι φαίνεται είναι η μόνη πολιτική που απέμεινε στην αστική τάξη σε αυτούς τους καιρούς της βαθιάς οικονομικής κρίσης. Η φορολογία στον πλούτο, η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής κ.α, είναι επίσης πολύ δημοφιλείς μεταξύ των αριστερών ρεφορμιστών σήμερα. Αλλά δεν υπάρχει τίποτα νέο σε αυτό. Το 1978 ο Τεντ Γκραντ απάντησε στους ρεφορμιστές της εποχής στο Εργατικό Κόμμα οι οποίοι συσπειρώνονταν γύρω από την εφημερίδα «Τρίμπιουν», αποδεικνύοντας πως κανένα από αυτά τα μέτρα δεν αγγίζει τη ρίζα του προβλήματος.

Στην πρώτη σελίδα της έκδοσής της στις 13 Οκτώβρη 1978 η «Τρίμπιουν» έχει τίτλο: «1.000 εκατομμύρια λίρες μείωση των φόρων δημιουργεί 39.000 νέες θέσεις εργασίας – 1.000 εκατομμύρια λίρες στις δημόσιες δαπάνες δημιουργούν 235.000».

Το κύριο άρθρο, που βάζει την θέση και που υποστηρίζεται από την Τρίμπιουν και από ένα αριθμό φημισμένων συνδικαλιστών ηγετών, βασίστηκε στις προτάσεις του Στιούαρτ Χόλαντ και του Πωλ Όρμεραντ.

Οι προτάσεις τους συνοπτικά είναι οι εξής:

1. Η αξία των 1 000 εκατομμυρίων λιρών των επιπλέον δημοσίων δαπανών, μπορούσε να δημιουργήσει 235 000 θέσεις εργασίας μέσα σ’ ένα χρόνο συγκρινόμενες μόνο με 39 000 που δημιουργήθηκαν από την εφαρμοζόμενη κυβερνητική πολιτική, εάν αυτή ήταν να μειωθούν οι φόροι στο ίδιο ποσό.

2. Τα χρήματα για την αύξηση των δημοσίων δαπανών θα μπορούσαν να εξοικονομηθούν από ένα αποτελεσματικό φόρο στις μεγάλες επιχειρήσεις που τώρα δεν πληρώνουν σχεδόν καθόλου φόρο.

3. Υπάρχει μια περίπτωση για πάγωμα των τιμών των 30 κορυφαίων εταιρειών.

Την περασμένη βδομάδα (στο προηγούμενο μέρος του άρθρου) ο Τεντ Γκραντ απόδειξε ότι αυτές οι προτάσεις δεν έπαιρναν καθόλου υπόψη τους τον πραγματικό χαρακτήρα του καπιταλιστικού συστήματος.

Η τωρινή οικονομική πολιτική της Εργατικής κυβέρνησης δεν είναι απλώς το αποτέλεσμα της έλλειψης κατανόησης των λαθών. Επειδή οι Εργατικοί ηγέτες προσπαθούν να κινηθούν μέσα στα υπάρχοντα οικονομικά πλαίσια, έχουν αναγκαστεί κάτω από την πίεση των μεγάλων επιχειρήσεων να εφαρμόσουν πολιτικές του καπιταλισμού σε περίοδο κρίσης – πολιτικές υπαγορευμένες από την λογική του συστήματος και των αντιφάσεων του.

Ο Κεϋνσιανισμός, (με την κρατική χρηματοδότηση της οικονομίας), έχει τόσο δυσφημιστεί που ακόμα και η ηγεσία των Κεϋνσιανιστών οικονομολόγων και η κεϋνσιανή «Τρίμπιουν» δεν προτείνουν για τη σημερινή εποχή ελλειμματικούς προϋπολογισμούς, αλλά προσπαθούν να βρουν άλλους τρόπους, βάζοντας φόρους στην άρχουσα τάξη και στους πλούσιους για εξοικονόμηση και χρησιμοποίηση του χρήματος σε όφελος των εργαζομένων.

«Υπολογίζουν» λέει η «Τρίμπιουν» στηριζόμενη στα επιχειρήματα του Χόλαντ και Πωλ Όρμεραντ, «ότι από την φορολόγηση που μπορούν να πληρώσουν σήμερα ονομαστικό ποσοστό 52%, θα μπορούσε να αποδώσει ένα πλεόνασμα 3 000 εκατομμυρίων λιρών από τον νόμιμο τομέα».

Στην πραγματικότητα όλα αυτά τα μέτρα μπορούν να καταστρατηγηθούν από τα μονοπώλια όσο έχουν την εξουσία και τον έλεγχο της οικονομίας στα χέρια τους.

Από το παρελθόν οι «Τριμπιουνιστές» και το αυτοαποκαλούμενο Κομμουνιστικό Κόμμα, έχουν προωθήσει τη θέση ότι μέσα από την υποτίμηση θα ήταν δυνατόν να ξεπεραστούν όλες οι δυσκολίες που έχει στις παγκόσμιες αγορές ο Βρετανικός καπιταλισμός, στην πώληση των προϊόντων του. Αλλά η εμπειρία των υποτιμήσεων της τελευταίας δεκαετίας διαψεύδουν με συντριπτικό τρόπο ιδιαίτερα αυτή τη θέση.

Η τελευταία πτώση της τιμής στη λίρα γύρω στο 40% κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων χρόνων, θα έπρεπε να έχει σαν αποτέλεσμα μια σοβαρή αύξηση στις πωλήσεις των βρετανικών προϊόντων στις παγκόσμιες αγορές, τουλάχιστον για μια μικρή περίοδο μέχρι την αναπόφευκτη αύξηση των τιμών που απορρίπτει τα πλεονεκτήματα. Αντί γι αυτό υπήρξε μια περιορισμένη αύξηση, το λιγότερο από 0,5% στο μερίδιο του βρετανικού καπιταλισμού στις παγκόσμιες αγορές. Γιατί έγινε αυτό;

Έγινε γιατί τα 100 βρετανικά μονοπώλια, που ελέγχουν το 80% της αγοράς των προϊόντων που πουλήθηκαν στο εξωτερικό το χρησιμοποίησαν σαν μέσο για να πλουτίσουν οι ιδιοκτήτες. Κατά τη φημισμένη φράση του Χηθ «με ένα χάδι» ανέβασαν τις τιμές 40% για να πλουτίσουν οι ίδιοι με χιλιάδες εκατομμύρια λίρες.

Γενικά η πτώση της λίρας κατάφερε να αδυνατίσει τη θέση του βρετανικού καπιταλισμού.

Η τιμή των βιομηχανικών προϊόντων που εισάγει η Βρετανία ανέβηκα αρκετά ψηλά, πράγμα που ανέβασε ψηλότερα τον πληθωρισμό. Επίσης η τιμή των τροφίμων και των πρώτων υλών αυξήθηκε στη ίδια έκταση. Η άρχουσα τάξη στην Βρετανία σ’ εκείνη ιδιαίτερα την περίοδο ευνοήθηκε, με την έννοια, ότι οι τιμές δεν ανέβαιναν στον ίδιο ρυθμό με την υποτίμηση της λίρας εξ αιτίας της γενικής πτώσης των τιμών των τροφίμων και των εμπορευμάτων στην παγκόσμια αγορά.

Με την ευκαιρία να πούμε ότι αυτός είναι ένας από τους λόγους που ο πληθωρισμός έχει κρατηθεί χαμηλά στη διάρκεια των δύο τελευταίων χρόνων. Είναι μύθος ότι αυτό έγινε επειδή οι μισθοί έχουν κρατηθεί χαμηλά. Ο κύριος λόγος έχει γίνει η πτώση στην τιμή των προϊόντων που εισήχθηκαν από το εξωτερικό, βιομηχανικά προϊόντα, τροφές και πρώτες ύλες.

Τα μέτρα της Εργατικής Κυβέρνησης, που μείωσε τις κρατικές δαπάνες και συγκράτησε χαμηλά τους μισθούς των εργατών, αναμφίβολα είχαν σαν συνέπεια, την πτώση της ζήτησης και κάτω από τις συνθήκες της περιορισμένης ζήτησης τα μονοπώλια δεν μπόρεσαν να αυξήσουν τις τιμές τους σε μεγάλο ποσοστό. Γι αυτό η πτώση του πληθωρισμού δεν οφείλεται καθόλου στην περικοπή των κρατικών δαπανών και στη μείωση του βιοτικού επιπέδου των εργατών (δηλαδή στους πραγματικούς μισθούς των εργατών). Οφείλεται στο γεγονός ότι δεν ήταν δυνατόν να αυξηθούν περισσότερο οι τιμές. Αν και είναι φυσικά αλήθεια ότι με τη μείωση των κρατικών δαπανών και κατά συνέπεια τη μείωση των ελλειμμάτων, βελτιώνεται μια από τις κύριες αιτίες του πληθωρισμού.

Το πραγματικό ζήτημα που πρέπει να συζητηθεί είναι ότι παρά την χρυσοφόρα ανάπτυξη των κερδών εξ αιτίας της συγκράτησης των μισθών, που οι εργάτες και οι συνδικαλιστές ηγέτες αποδέχτηκαν σαν ένα προσωρινό μέτρο με σκοπό να μπει τέλος στον πληθωρισμό και παρόλο που τα κέρδη της μεταποιητικής βιομηχανίας έφτασαν πάνω από 6.400 εκατομμύρια λίρες στον τελευταίο χρόνο δεν υπήρξε καμιά αποφασιστική αύξηση στις επενδύσεις. Και αυτό παρά τις επί πλέον επιχορηγήσεις και τα φορολογικά προνόμια που υπολογίζονται σε 4.000 εκατομμύρια λίρες το χρόνο.

Είναι μια πλήρης καταδίκη του καπιταλιστικού συστήματος στη Βρετανία και ένα επιχείρημα ότι η ρυθμιστική δυνατότητα των μεγάλων επιχειρήσεων πάνω στην οικονομία θα πρέπει να τελειώσει, ότι έχουν αποτύχει εντελώς στο ρόλο τους. Οι πραγματικές επενδύσεις στη μεταποιητική βιομηχανία, δηλαδή η παραγωγή πραγματικού πλούτου στην Βρετανία το 1978 δεν ήταν πολύ μεγαλύτερη από το 1970. Αυτό, (δηλαδή το μέγεθος του 1970) με τη σειρά του δεν ήταν πολύ μεγαλύτερο απ’ ότι ήταν του 1950. Αυτό σημαίνει, ότι η Βρετανία στη βάση του καπιταλισμού πέφτει όλο και χαμηλότερα από τους ανταγωνιστές της στο εξωτερικό. Όπως καυχήθηκε ο Ζισκάρ ντ’ Εστέν , η Γαλλία έχει ήδη ξεπεράσει την Βρετανία σαν βιομηχανικό έθνος. Η Κίνα έχει ξεπεράσει την Βρετανία, η Ινδία έχει μεγαλύτερη βιομηχανία από την Βρετανία και από το 1980 αν η σημερινή διαδικασία συνεχιστεί η Βρετανία θα πέσει πιο χαμηλά ακόμα και από την Ιταλία.

Βέβαια, το «Militant» είναι υπέρ της αύξησης των κρατικών δαπανών για να εξαλειφτεί η ανεργία. Όχι μόνο με ένα φτωχό ποσόν 1 000 εκατομμυρίων λιρών, αλλά μ’ ένα συνολικό πρόγραμμα χρήσιμων δημοσίων έργων, μ’ ένα πρόγραμμα μαζικών κατασκευών από κατοικίες, δρόμους, σχολεία, νοσοκομεία, στην βάση ενός σχεδίου για την πλήρη εξάλειψη της ανεργίας. Γι αυτό αγωνιζόμαστε για 35ωρη βδομάδα δουλειάς. Αυτό το μέτρο θα μείωνε αυτόματα την ανεργία στο μισό – από 500.000 έως 750.000, σύμφωνα με διάφορες εκτιμήσεις. (Η ανεργία σήμερα στην Βρετανία έχει ξεπεράσει τα 2.000.000 ανέργους. Σ.Μ.)

Τα επιχειρήματα της «Τρίμπιουν» για μια μικρή αύξηση 1 000 εκατομμυρίου λιρών στις κρατικές δαπάνες μοιάζουν σαν ένα άνθρωπο που στέκεται μπροστά από μια χιονοστιβάδα και για να την σταματήσει μετακινεί μόνο μερικές πέτρες στο μονοπάτι, φανταζόμενη ότι αυτό θα λύσει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η οικονομία και οι εργαζόμενοι στην Βρετανία.

Οι Μαρξιστές δεν μπορούν να υποστηρίζουν αποπληθωριστικές ή επαναπληθωριστικές πολιτικές, αλλά μόνο σοσιαλιστικές πολιτικές.

Όμως το άρθρο της πρώτης σελίδας της «Τρίμπιουν» είναι ένα τέλειο παράδειγμα της άρνησης των Τριμπιουνιστών να κατανοήσουν τα πραγματικά ζητήματα και να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα με ένα «ρεαλιστικό» τρόπο.

Δεν υπάρχει καμιά πλήρης λύση στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι εκτός από την εθνικοποίηση των 200 μονοπωλίων, των τραπεζών και των ασφαλιστικών εταιρειών και την δημιουργία ενός σχεδίου παραγωγής κάτω από τον έλεγχο και τη διοίκηση των εργατών. Δεν είναι μόνο αυτή ή εκείνη η όψη του καπιταλιστικού συστήματος που έχει πάει στραβά. Το πρόβλημα των εργαζομένων είναι ολόκληρο το κοινωνικό σύστημα του καπιταλισμού.

Το πρόβλημα με την δεξιά πτέρυγα του Εργατικού Κόμματος, με τους καπιταλιστές τους ίδιους και την Τριμπιουνιστική πτέρυγα του Εργατικού Κόμματος, είναι ότι δεν σκέπτονται με βάση τη θεωρία και τους νόμους του καπιταλιστικού συστήματος.

Αυτοί δεν σκέπτονται στη βάση του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος. Σκέπτονται τελείως εμπειρικά, στη των ξαφνικών γεγονότων που αντιμετωπίζουν και είναι εντελώς ανίκανοι να επεξεργαστούν τα αποτελέσματα που θα έχουν τα μέτρα που προτείνουν, ακόμα και αν τα είχαν μπροστά τους. Είδαμε για παράδειγμα το αποτέλεσμα των μέτρων του Αλιέντε στη Χιλή, που είχαν σαν αποτέλεσμα μια έκρηξη του πληθωρισμού στη Χιλή. Αυτή ήταν κατάληξη της προσπάθειας να λυθούν τα προβλήματα των εργαζομένων μέσα στα πλαίσια του συστήματος.

Αν οι παραγωγικές δυνάμεις χρησιμοποιούνταν σε όλη τους τη δυναμικότητα, αυτό θα σήμαινε μια αύξηση κατά 50% στην παραγωγή. Οι ανάγκες των εργαζομένων θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν. Αντίθετα από αυτό, τώρα έχουμε την πολύ μικρή παραγωγή ατσαλιού των 17 εκατομμυρίων τόνων αυτό το χρόνο. Τον περασμένο χρόνο επίσης η παραγωγή ατσαλιού ήταν μόνο λίγο παρ πάνω από 17 εκατομμύρια τόνους (17,4). Ακόμα στο 1970, ο Βρετανικός καπιταλισμός παρήγαγε 27 εκατομμύρια τόνους ατσαλιού.

Και το ατσάλι είναι ένας δείκτης της βιομηχανικής δυναμικότητας της οικονομίας. Τα πιο πολλά αγαθά που παράγονται περιέχουν χρήση του ατσαλιού.

Οι αρχικοί σκοποί του καπιταλισμού ήταν να αυξήσει την παραγωγή του ατσαλιού σε 40 εκατομμύρια τόνους μέσα στη δεκαετία του ’80. Αυτό μετά από έντονες διακυμάνσεις εγκαταλείφτηκε και έχουμε τώρα την άθλια κατάσταση όπου το παραγόμενο ατσάλι που αναλογεί στο κατά κεφαλή του πληθυσμού, δεν είναι περισσότερο από το 1929 ένα χρόνο πριν την μεγάλη κρίση της προπολεμικής περιόδου.

Η εργατική τάξη δεν θα επιτρέψει την καταναγκαστική μείωση του βιοτικού της επιπέδου, προς όφελος μια μάταιης προσπάθειας για τη διατήρηση του καπιταλιστικού συστήματος.

Οι ανάγκες της εργατικής τάξης απαιτούν να γίνει 35ωρη βδομάδα εργασίας χωρίς μείωση των αποδοχών για να εξαλειφτεί η ανεργία και το λιγότερο ο μικρότερος μισθός να γίνει 70 λίρες, όχι μόνο για κείνους που δουλεύουν, αλλά για το σύνολο του πληθυσμού, τους άνεργους, τους άρρωστους και τους συνταξιούχους.

Κάθε οικογένεια θα πρέπει να έχει το λιγότερο ένα εισόδημα από 70 λίρες την βδομάδα.

Οι παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας στη σημερινή εποχή είναι αρκετά αναπτυγμένες για να γίνουν αυτά εξ ολοκλήρου δυνατά. Εάν αυτό δεν πραγματοποιείται σήμερα, αυτό γίνεται εξ αιτίας των αντιθέσεων του καπιταλιστικού συστήματος.

Γι αυτό το εργατικό κίνημα πρέπει να αγωνίζεται για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος στις γραμμές που έχει προταθεί. Αν ο καπιταλισμός δεν μπορεί να προσφέρει ένα ελάχιστο ανεκτό βιοτικό επίπεδο για τις μάζες του λαού, τότε είναι καιρός να πούμε ότι ο εργαζόμενος λαός δεν μπορεί να ανεχτεί τον καπιταλισμό και θα παλέψει για μια ολοκληρωτική αλλαγή του συστήματος, για ένα σοσιαλιστικό κοινωνικό σύστημα, για μια δημοκρατική σοσιαλιστική οργάνωση της κοινωνίας.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Militant στο τεύχος Νοεμβρίου 1978

[/nextpage]