Τραμπ παγκόσμια κατάσταση

Ο Λένιν έγραψε κάποτε ένα άρθρο με τίτλο «Εύφλεκτο Υλικό στη Διεθνή Πολιτική Σκηνή». Αλλά η ποσότητα εύφλεκτου υλικού στην παρούσα παγκόσμια κατάσταση είναι πολύ μεγαλύτερη από ότι θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ο Μπολσεβίκος ηγέτης. Όπου και να κοιτάξει κανείς υπάρχει αστάθεια και αναταραχές: η σύγκρουση μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, ο αιματηρός εμφύλιος πόλεμος στη Συρία, η σύγκρουση μεταξύ Ιράν, Ισραήλ και Σαουδικής Αραβίας, το ανεπίλυτο ζήτημα της Παλαιστίνης, και ο μακρόχρονος και εξίσου ανεπίλυτος πόλεμος στο Αφγανιστάν.

Σε αυτό το εκρηκτικό παγκόσμιο σκηνικό εισέρχεται κι ο Ντόναλντ Τραμπ. Η άνοδος του στην εξουσία έγινε δεκτή με απογοήτευση από τους βασικούς κύκλους του πολιτικού κατεστημένου, τόσο στις ΗΠΑ όσο και σε μια ευρύτερη διεθνή κλίμακα. Κατηγορείται ευρέως για την ολοένα βαθύτερη πολιτική και οικονομική κρίση παγκόσμια. Φυσικά, οι ισχυρισμοί αυτοί είναι υπερβολικοί. Η κρίση την οποία διανύουμε δεν είναι η δημιούργημα του κ. Τραμπ, ούτε κάποιου άλλου ατόμου. Είναι η εκδήλωση της οργανικής κρίσης ενός συστήματος που έχει φτάσει στα ιστορικά του όρια και βρίσκεται σε ένα πλήρες αδιέξοδο.

Ωστόσο, ο Μαρξισμός δεν έχει ποτέ αρνηθεί το ρόλο του ατόμου στην ιστορία. Αν και ο Τραμπ δεν δημιούργησε την κρίση, με τις ενέργειές του την έχει αναμφισβήτητα βαθύνει, προσδίδοντας σε αυτήν έναν ακόμα πιο ασταθή και απρόβλεπτο χαρακτήρα. Έχει διαταράξει την παγκόσμια τάξη και ακυρώσει συμφωνίες που είχαν επιτευχθεί με κόπο από τους αστούς διεθνώς ώστε να διατηρηθεί μια φαινομενική κανονικότητα.

Ο Ίαν Μπρέμερ, πρόεδρος του Ομίλου Ευρασία, λέει:
«Στο εσωτερικό, ο Πρόεδρος δεν είχε μεγάλο αντίκτυπο στην εφαρμοζόμενη πολιτική. Στις περισσότερες αλλαγές έχουν αντισταθεί τα «βαρίδια»: η γραφειοκρατία και το Κογκρέσο. Στο εξωτερικό, ο κόσμος ήδη κινούνταν σε μια αντίθετη κατεύθυνση από μια κατάσταση όπου ηγούνταν οι ΗΠΑ, όταν ο Τραμπ εκλέχτηκε στη κυβέρνηση. Αλλά ο ίδιος σπρώχνει το βράχο που ήδη κυλούσε στο λόφο

Όπως είναι φυσικό, ο κ. Τραμπ δε βλέπει τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο. Σε πρόσφατες ομιλίες του, καυχιόταν για την επιτυχία της εξωτερικής του πολιτικής:
«Δεν πρόκειται να ζητήσουμε συγνώμη για την Αμερική – πρόκειται να αντισταθούμε γι’ αυτήν. Χωρίς συγνώμες. Μας σέβονται ξανά. Ναι, η Αμερική επέστρεψε

Όταν μιλάει για την Αμερική, ο Ντόναλντ Τραμπ μιλάει στη πραγματικότητα για τον εαυτό του. Ακριβώς όπως πρέπει πάντα να είναι ο νικητής: ο μεγαλύτερος, ο πλουσιότερος, ο ισχυρότερος και ο καλύτερος, έτσι πρέπει να είναι και η χώρα που κυβερνά. Πριν από λίγο καιρό είπε σε δόκιμους στρατιωτικών σχολών στο στάδιο της Αννάπολης: «Η νίκη είναι ένα τόσο ωραία συναίσθημα, έτσι; Τίποτα δεν συγκρίνεται με τη νίκη. Πρέπει να κερδίζετε». Ο καθένας και οτιδήποτε βρίσκεται στο δρόμο του πρέπει να συντρίβεται αμείλικτα, με τον ίδιο τρόπο που συνέτριψε τους ανταγωνιστές του στον επιχειρηματικό κόσμο.

Αλλά για να κερδίσει η Αμερική, οι άλλοι θα πρέπει να χάσουν. Δεν χρησιμοποίησε ακριβώς τις λέξεις αυτές, αλλά αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα όλων όσων λέει και κάνει. Ο Τραμπ δεν ενδιαφέρεται να συνεργαστεί με τους συμμάχους του που τους οποίους θεωρεί εμπόδια στην ελευθερία δράσης του. Με τη μονοδιάστατη επιδίωξη της πολιτικής «Η Αμερική Πρώτα», ο Τραμπ έχει υπονομεύσει τις σχέσεις των ΗΠΑ με μακροχρόνιους συμμάχους τους. Σε διεθνές επίπεδο, οι ΗΠΑ βρίσκονται τώρα πιο απομονωμένες από οποιαδήποτε άλλη στιγμή του τελευταίου μισού αιώνα.

Τι σημαίνει «Ντόναλντ Τραμπ»;

Η ιδεολογία του Τραμπ «Η Αμερική Πρώτα» έχει πολλές ομοιότητες με αυτή των απομονωτιστών προέδρων του παρελθόντος. Αλλά αυτοί τουλάχιστον προσπάθησαν να κρύψουν την πραγματική φύση της πολιτικής τους, καλύπτοντας τη γύμνια της κάτω από το σεβαστό πέπλο της δημοκρατίας. Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν ενδιαφέρεται για πέπλα, σεβασμό ή δημοκρατία. Δεν επιχειρεί να αποκρύψει τον θαυμασμό του για δικτάτορες όπως ο Αμπντέλ Φατάχ Ελ-Σισί ή ακόμη και για τον Βλαντιμίρ Πούτιν. Κατά βάθος, ζηλεύει την ελευθερία δράσης που έχουν και αναρωτιέται γιατί οι περιορισμοί της αστικής δημοκρατίας κρατάνε συνεχώς τα χέρια του δεμένα.

Ο Ντόναλντ Τραμπ εκφράζει ανοιχτά την επιθετική φύση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Εκφοβίζει και εκβιάζει, χωρίς ντροπή, άλλες χώρες συμπεριλαμβανομένων των παραδοσιακών συμμάχων των ΗΠΑ. Καυχιέται για την απεριόριστη δύναμη του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και δεν διστάζει να ταπεινώσει ακόμα και τους καλύτερους φίλους του. Λέει ανοιχτά αυτό που οι προηγούμενοι ψιθύριζαν στις σκοτεινές γωνίες του Οβάλ Γραφείου, του Υπουργείου Εξωτερικών και του Πενταγώνου. Αυτή είναι η κύρια αμαρτία του, και κάτι για το οποίο το κατεστημένο της Ουάσιγκτον δεν μπορεί να τον συγχωρήσει.

Ωστόσο, υπάρχει άπλετη υποκρισία στην κριτική του Τραμπ από τους αστούς αντιπάλους του. Είναι η πολιτική που ακολουθεί ο Τραμπ, τόσο διαφορετική από αυτή που ακολούθησαν στο παρελθόν ο Τρούμαν, ο Αϊζενχάουερ, ο Κένεντι, ο Νίξον, ο Ρίγκαν ή ο Μπους; Είναι ποιοτικά διαφορετική από αυτή που ακολούθησε ο Μπάρακ Ομπάμα; Αν θυμηθούμε τις εγκληματικές δραστηριότητες του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στο Βιετνάμ, τη Γουατεμάλα, τη Χιλή, τη Νικαράγουα, την Ινδονησία, τη Κούβα και το Ιράκ, γίνεται αμέσως φανερό ότι η βία, η εξαπάτηση και η βαρβαρότητα ήταν πάντα χαρακτηριστικά της ιμπεριαλιστικής πολιτικής των ΗΠΑ.

Η διαφορά είναι ότι η πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ είναι πιο ανοικτή και κυνική (κάποιος θα μπορούσε ίσως να πει και ειλικρινής) σε σχέση με τους υποκριτές προκατόχους του, που συμπεριφέρονταν με αρκετά όμοιο τρόπο με τον Γκλούκεστερ, στον Ερρίκο τον 6ο του Σαίξπηρ:

«Γιατί, μπορώ να γελάω, και να σκοτώνω ενώ γελάω,
Μπορώ να κλαίω με «ικανοποίηση» για αυτό που θλίβει τη καρδιά μου,
Και να βρέχω τα μάγουλα μου με ψεύτικα δάκρια,
Και να προσαρμόζω το πρόσωπο μου σε όλες τις καταστάσεις
(Ερρίκος ο 6ος, Μέρος 3ο, Σκηνή 3η)

Εδώ δεν είναι το μέρος για να μπούμε σε μια βαθιά ψυχολογική ανάλυση – ένα πεδίο στο οποίο ο γράφων δεν είναι ειδικός. Αλλά είναι δύσκολο να αντισταθεί κανείς από το συμπέρασμα ότι η εμμονή του [Τραμπ] για εξουσία υποκρύπτει σε κάποιο βαθμό μια μη ισορροπημένη ψυχή. Η ομοιότητα μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ, του πολιτικού και του Ντόναλντ Τραμπ, του κερδοσκόπου, αποτέλεσε αντικείμενο ευρείας συζήτησης. Η φιλοσοφία «πατάω επί πτωμάτων» του Τραμπ, του πολιτικού, είναι άμεση συνέπεια των νόμων της καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς. Ο Ντόναλντ Τραμπ, με την προσωπικότητα, την ψυχολογία και τα ένστικτά του, αντικατοπτρίζει απόλυτα την πραγματική φύση της τάξης που αντιπροσωπεύει με τον δικό του αμίμητο τρόπο.

Η οικονομία της αγοράς είναι μια ζούγκλα στην οποία τα άγρια θηρία στρέφονται το ένα ενάντια στο άλλο. Είναι ζήτημα επιβίωσης των ισχυρότερων. Δεν υπάρχει περιθώριο για ηθική ή συναίσθημα. Πρόκειται απλώς για ζήτημα ζωής ή θανάτου. Οποιοδήποτε έλεος απέναντι στους ανταγωνιστές σου, είναι ένδειξη αδυναμίας. Και η αδυναμία στη ζούγκλα είναι ένας σίγουρος τρόπος να καταλήξει κάποιος νεκρός.

Εάν αυτό φαίνεται τρελό, είναι μια τρέλα που προέρχεται άμεσα από ένα τρελό κοινωνικοοικονομικό σύστημα. Η χαμογελαστή μάσκα της δημοκρατίας έχει γλιστρήσει για να αποκαλύψει το πραγματικό, άσχημο πρόσωπο του αμερικάνικου καπιταλισμού και της άμεσης συνέπειας του, του ιμπεριαλισμού. Αυτό είναι το σχολείο στο οποίο ανατράφηκε ο Ντόναλντ Τραμπ από τα πρώτα του χρόνια και το οποίο έχει διαμορφώσει βαθιά τη στάση του απέναντι στη ζωή, την πολιτική και τον κόσμο γενικότερα. Η ακόρεστη δίψα για την επιτυχία που τον οδήγησε σε επιτυχίες στο χώρο της αγοράς μετατράπηκε σε μια καθολική φιλοδοξία για πολιτική εξουσία.

Οι βασικές αρχές της αγοράς είναι βαθιά θαμμένες στο υποσυνείδητό του και διαμορφώνουν κάθε σκέψη και δράση του. Απότομος, γεμάτος άγνοια, στενόμυαλος, άπληστος, εγωιστικός και εντελώς αδιάφορος για τις συνέπειες των πράξεων του στις ζωές των άλλων: είναι η απόλυτη ενσάρκωση του πνεύματος του καπιταλισμού. Ο Ντόναλντ Τραμπ αποτελεί μια σύνοψη του συστήματος, της εγγενούς του ανηθικότητας και της βαρβαρότητάς του. Είναι η απόλυτη και καθαρότερη έκφρασή του.

Ως άνθρωπος χωρίς ιδιαίτερες αρχές ή ιδεολογία, ο Τραμπ έχει περιορισμένη γνώση της ιστορίας και κακή αντίληψη πάνω στις διεθνείς σχέσεις. Η προσέγγισή του απέναντι στα παγκόσμια θέματα βασίζεται αποκλειστικά στον προεδρικό έλεγχο. Αυτός ο ακραίος μονομανής δυσπιστεί για τους θεσμούς της εξωτερικής πολιτικής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας και των μυστικών υπηρεσιών. Αυτό είναι ένα κοινό του με τον Ρίτσαρντ Νίξον, έναν τύπο προέδρου που του μοιάζει πολύ. Τους έχει απορρίψει επειδή «τον αντιμετώπιζαν ως τίποτα» προτού εκλεγεί και από τότε τον έχουν «κυνηγήσει» και «καταδιώξει».

Αυτό είναι κάτι, που το υπερβολικό εγώ του, δεν θα μπορούσε να αντέξει ποτέ. Ως εκ τούτου, αγνοώντας τους «εμπειρογνώμονες», πιστεύει ότι μπορεί να ελέγξει τον κόσμο από τη κορυφή του Πύργου Τραμπ. Σε μια πρόσφατη ομιλία που έδωσε προς ένα κοινό με υποστηρικτές του, ο Πρόεδρος φάνηκε φανερά απογοητευμένος για την άδικη αυτή απόρριψη του. Σε μια συγκέντρωση κατά τη διάρκεια μιας καμπάνιας του στη Μινεσότα, καυχήθηκε για τα χρήματά του και τη νοημοσύνη του, διερωτώμενος γιατί δεν θεωρείται ανάμεσα στην «ελίτ» παρά το χαρτοφυλάκιο ακινήτων του:

«Αποκαλούν συνεχώς την άλλη πλευρά σαν την «ελίτ». Γιατί είναι όμως αυτοί η ελίτ; Έχω ένα πολύ καλύτερο διαμέρισμα από αυτούς», είπε ο πρόεδρος των ΗΠΑ. «Είμαι πιο έξυπνος από αυτούς. Πιο πλούσιος από αυτούς. Έγινα πρόεδρος, ενώ αυτοί όχι. Και εκπροσωπώ τον καλύτερο, εξυπνότερο, πιο πιστό λαό (!) στη Γη – οι ελεεινοί το θυμούνται αυτό

Αυτή είναι η φωνή ενός πικραμένου νεόπλουτου που τον έχουν διώξει στην πόρτα μιας αποκλειστικής λέσχης που επιδιώκει να ενταχθεί. Το μίσος του για το «ίδρυμα της Ουάσιγκτον» προκαλείται σε μεγάλο βαθμό από τα αισθήματα φθόνου και δυσαρέσκειας. Αντιπροσωπεύει ακριβώς τα ίδια ταξικά συμφέροντα, μόνο, κατά την άποψή του, τα αντιπροσωπεύει πολύ πιο αποτελεσματικά από τους αδύναμους φιλελεύθερους του Δημοκρατικού Κόμματος ή των Ρεπουμπλικάνων. Ωστόσο, η μοναδική ιδιοφυΐα του δεν βρίσκει την αναγνώριση που του αξίζει. Έχοντας εκλεγεί Πρόεδρος της πιο ισχυρής χώρας στη γη, δεν καταλαβαίνει γιατί η πόρτα της λέσχης είναι ακόμα κλειστή για αυτόν.

Η συμφωνία με το Ιράν

Κανένα ζήτημα δεν απεικονίζει καλύτερα τη οπτική του Τραμπ για τον κόσμο από την διάλυση της συμφωνίας του 2015 με το Ιράν. Μετά από δύο χρόνια έντονων διπλωματικών κινήσεων, η Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες, μαζί με την Κίνα και τη Ρωσία, παζάρεψαν και διαπραγματεύτηκαν, και τελικά κατάφεραν να πάρουν σημαντικές παραχωρήσεις από την Τεχεράνη, η οποία ακολούθως εφάρμοσε τους όρους της συμφωνίας σχολαστικά. Αν μπορούσαμε να πούμε ότι κάποιος παραβίασε τους όρους, δεν ήταν οι Ιρανοί αλλά οι Αμερικανοί – και αυτό συνέβαινε ακόμα και κάτω από τον Ομπάμα.

Η συμφωνία αυτή είχε χαιρετιστεί ως η σημαντικότερη συμφωνία οπλικού περιορισμού για τουλάχιστον τα τελευταία 25 χρόνια. Για τον Πρόεδρο Ομπάμα, η συμφωνία που καταργούσε τις κυρώσεις εναντίον του Ιράν με αντάλλαγμα εγγυήσεις ότι δε θα ανέπτυσσε πυρηνικά όπλα ήταν μια στιγμή «ιστορικής κατανόησης». Αλλά για τον Ντόναλντ Τραμπ, ήταν «νομίζω η χειρότερη συμφωνία που έχω δει να διαπραγματεύεται». Είχε πει ότι η κατάργηση της θα ήταν η «νούμερο 1» προτεραιότητά του, αλλά δεν είχε διευκρινίσει τι ήθελε να κάνει.

Στην ταινία «Ο Νονός», ο Μάρλον Μπράντο είχε πει τα περίφημα λόγια: «Θα του κάνω μια προσφορά που δεν θα μπορεί να αρνηθεί». Ο Πρόεδρος Τραμπ έκανε στο Ιράν μια προσφορά που γνώριζε ότι δεν μπορούσε να δεχτεί. Όχι μόνο κατηγόρησε ψευδώς την Τεχεράνη για μη συμμόρφωση με την πυρηνική συμφωνία, αλλά ζήτησε επίσης να περιορίσει τις ενέργειές της στη Μέση Ανατολή, ειδικά στον πόλεμο στη Συρία. Αυτά τα ζητήματα είχαν αγνοηθεί σκόπιμα από την αρχική συμφωνία ακριβώς επειδή θα την είχαν καταστήσει αδύνατη.

Ο Ντόναλντ Τραμπ πήρε ξεκάθαρα την πλευρά της Σαουδικής Αραβίας και του Ισραήλ – των δύο πιο αντιδραστικών καθεστώτων στη Μέση Ανατολή – στη σύγκρουση με το Ιράν. Με αυτόν τον τρόπο, ρίχνει λάδι στη φωτιά που μαίνεται σε ολόκληρη τη περιοχή. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες που διαπραγματεύθηκαν με πολύ κόπο τη συμφωνία με το Ιράν παρακολουθούν με τρόμο.

Λίγο πριν την απόρριψη της συμφωνίας, ο πρόεδρος εξέδωσε μια αυστηρή προειδοποίηση. Το Ιράν «θα πληρώσει όπως λίγες χώρες έχουν πληρώσει ποτέ». Ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν Αγιατολάχ Αλί Χομεϊνί απάντησε απροκάλυπτα: «Αν τη σκίσουν, θα τη κάψουμε». Οι δύο χώρες βρίσκονται τώρα σε κατάσταση ανοικτής σύγκρουσης, οι συνέπειες της οποίας είναι δύσκολο να προβλεφθούν. Αλλά όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα, σίγουρα δεν θα είναι ειρηνικό.

Η Μέση Ανατολή

Ο Τραμπ έχει επίσης κάποιες πολύ συγκεκριμένες ιδέες για το πώς θα εδραιωθεί η ειρήνη στη Μέση Ανατολή. Έχει μεταφέρει την αμερικανική πρεσβεία στην Ιερουσαλήμ – μια πράξη που όσον αφορά τους Παλαιστινίους ισοδυναμεί με το να κυματίζει ένα κόκκινο κουρέλι μπροστά από έναν ταύρο. Οι διπλωμάτες διεθνώς είδαν στην κίνηση αυτή, σαν το τέλος, παρά την αρχή, μιας ειρηνικής διαδικασίας στη Μέση Ανατολή.

Από την σκοπιά της συνηθισμένης διπλωματίας, μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να αποτελέσει χρήσιμο διαπραγματευτικό χαρτί για την απόσπαση παραχωρήσεων από τους Ισραηλινούς. Το λιγότερο, θα έπρεπε να τους είχε ζητηθεί να σταματήσουν την προκλητική πολιτική τους να επεκτείνουν τους εβραϊκούς οικισμούς στην Παλαιστινιακή γη. Αλλά ο Ντόναλντ Τραμπ, αυτός ο ειδικός στις διαπραγματεύσεις, δεν ζήτησε καμία παραχώρηση από τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου, και αυτός που δεν ζητά κάτι, δεν παίρνει και κάτι. Κατά συνέπεια, οι Ισραηλινοί αισθάνονται πιο σίγουροι από ποτέ να συνεχίσουν τις προκλήσεις τους, αναπτύσσοντας έτσι την παλαιστινιακή δυσαρέσκεια και δημιουργώντας τις ιδανικές συνθήκες για μια πυρκαγιά στην περιοχή.

Ο Πρόεδρος Ομπάμα εξελέγη για να σταματήσει τους πολέμους της Αμερικής στο Ιράκ και το Αφγανιστάν και ήταν εξαιρετικά απρόθυμος να εμπλακεί σε ακόμη μια σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Για το λόγο αυτό, απέρριψε στρατιωτική δράση στη Συρία, τουλάχιστον ανοιχτά και άμεσα. Για να καλύψει τα νώτα της, η κυβέρνηση Ομπάμα περιορίστηκε στη χρηματοδότηση και ενίσχυση «μετριοπαθών συριακών ανταρτών» και σε διπλωματικούς ελιγμούς με στόχο την εξασφάλιση της αποχώρησης του Προέδρου Ασάντ.

Ο Ντόναλντ Τραμπ ήταν επίσης αντίθετος με αμερικανική στρατιωτική δράση στη Συρία, ζητώντας μεγαλύτερη εστίαση στην εσωτερική πολιτική. Το 2013, σχολίασε στο τουίτερ: «Ξεχάστε τη Συρία και κάντε την Αμερική πάλι σπουδαία!». Παρά το γεγονός αυτό, τον Απρίλιο του τρέχοντος έτους διέταξε εκτόξευση αμερικανικών πυραύλων εναντίον αεροπορικής βάσης της συριακής κυβέρνησης, χρησιμοποιώντας σαν δικαιολογία μια υποτιθέμενη χημική επίθεση, για την οποία κατηγορήθηκε η συριακή κυβέρνηση. «Αυτή η επίθεση ενάντια σε παιδιά με επηρέασε ιδιαίτερα», είπε.

Αυτή η πυραυλική επίθεση, ήταν η πρώτη φορά που οι ΗΠΑ στόχευσαν άμεσα το συριακό καθεστώς από τότε που ξεκίνησε η σύγκρουση. Ήταν μια εκπληκτική πολιτική στροφή για έναν ηγέτη που προηγουμένως είχε εστιάσει στον απομονωτισμό. Λίγες μέρες αργότερα η διοίκηση Τραμπ, τέντωσε τους στρατιωτικούς της μύες για άλλη μια φορά, αυτή τη φορά χτυπώντας μαχητές του Ισλαμικού Κράτους στο Αφγανιστάν με ένα όπλο, γνωστό ως «μητέρα όλων των βόμβων» ή MOΤB, που ποτέ ως τότε δεν είχε χρησιμοποιηθεί σε μάχη από τις ΗΠΑ.

Με μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες στα χαρτιά, οι ΗΠΑ εμφανίζονται – τουλάχιστον για την ώρα – να ακολουθούν έναν πιο επιθετικό ρόλο στις ξένες συγκρούσεις. Μέχρι στιγμής, ο Τραμπ έχει απασχολήσει επιπλέον 6,162 στρατιώτες στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ και στη Συρία. Πώς συμβιβάζεται αυτό με το γνωστό απομονωτικό πρόγραμμα του Ντόναλντ Τραμπ; Η απάντηση είναι πολύ απλή. Δε συμβιβάζεται. Και ο Τραμπ αναζητά σαφώς έναν τρόπο να λύσει αυτήν την ατυχή αντίφαση. Το κλειδί για αυτό είναι η παράξενη και αντιφατική του στάση απέναντι στη Ρωσία, η οποία και ο επόμενος σταθμός μας.

Ο Τραμπ, το ΝΑΤΟ και η Ρωσία

Η επιθετική ιμπεριαλιστική συμμαχία που χαρακτηρίζεται εσφαλμένα ως Οργανισμός Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ) αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής για περισσότερα από 60 χρόνια. Ο βασικός λόγος ύπαρξής του ήταν να αντιμετωπίσει την υποτιθέμενη απειλή από τη Σοβιετική Ένωση. Λίγο πριν την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, ο Αμερικανός πρόεδρος Ρόναλντ Ρίγκαν κατέληξε σε συμφωνία με τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ ότι η Μόσχα θα πρέπει να λήξει το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, και μετά, η Δύση θα καταργήσει το ΝΑΤΟ.

Το Σύμφωνο της Βαρσοβίας καταργήθηκε, το ΝΑΤΟ όμως όχι. Ωστόσο, η Δύση έδωσε επανειλημμένες διαβεβαιώσεις στους Ρώσους ότι το ΝΑΤΟ δεν θα προσπαθούσε να εξαπλωθεί στα ανατολικά, δεχόμενο ως μέλη κράτη που προηγουμένως συμμετείχαν στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας, όπως η Πολωνία και τα κράτη της Βαλτικής. Το ΝΑΤΟ όμως έκανε ακριβώς το αντίθετο. Στη συνέχεια συνέχισε να επιχειρεί να κυκλώσει τη Ρωσία με μια ομάδα πρώην σοβιετικών δημοκρατιών που πλέον στρέφονταν πιο κοντά στις ΗΠΑ και στο ΝΑΤΟ. Αυτό οδήγησε σε μια στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ Ρωσίας και Γεωργίας και, στη συνέχεια, στη σύγκρουση για την Ουκρανία.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η Ρωσία στην ουσία κινήθηκε αμυντικά, ενώ οι επιτιθέμενοι ήταν το ΝΑΤΟ και ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός. Παρόλα αυτά, τα Δυτικά μέσα ενημέρωσης διαστρέβλωσαν την αλήθεια, ξεκινώντας μια θορυβώδη εκστρατεία ενάντια στη «Ρωσική επιθετικότητα».

Σαν πεπεισμένος απομονωτιστής, υποκινούμενος κι από μια βαθιά ψυχολογική δυσπιστία ενάντια σε όλες τις υπερεθνικές οργανώσεις, ο Τραμπ δεν εμπιστεύεται το ΝΑΤΟ, στο οποίο επιτέθηκε και στην εκλογική του εκστρατεία ως «παρωχημένο», κατηγορώντας τα μέλη του ότι είναι αχάριστοι σύμμαχοι που επωφελούνται από την πλούσια γενναιοδωρία των ΗΠΑ. Ο υπουργός Άμυνας Τζέιμς Μάττις προειδοποίησε ότι η Ουάσιγκτον θα «μετριάσει τη δέσμευσή της» αν τα μέλη δεν ανταποκρίνονται στο αίτημα του αφεντικού του, να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες στο 2% του ΑΕΠ τους.

Ο κ. Τραμπ ισχυρίστηκε ότι η σκληρή του στάση οδήγησε στο να «μπουν χρήματα», αν και οι αναλυτές επισημαίνουν ότι οι χώρες ήδη ήταν σε κατεύθυνση αύξησης των συνεισφορών τους βάσει συμφωνίας του 2014. Αλλά η απαίτηση για περαιτέρω οικονομικές θυσίες από τους Ευρωπαίους συμμάχους του σε μια εποχή που αγωνίζονται να αντιμετωπίσουν τα τεράστια ελλείμματα που δημιούργησε η τραπεζική κρίση του 2008 ήταν σαν να τρίβει το αλάτι σε ανοιχτό τραύμα.

Τον Απρίλιο, κατά τη διάρκεια κοινής συνέντευξης Τύπου, ο επικεφαλής του ΝΑΤΟ Γιένς Στόλτενμπεργκ υποκλίθηκε μπροστά στον πρόεδρο των ΗΠΑ, ευχαριστώντας τον για την προσοχή του στο θέμα. «Όλοι βλέπουμε τα αποτελέσματα της έντονης προσοχής σας στην κατανομή των βαρών στη συμμαχία», του είπε. Έμοιαζε με έναν άνθρωπο ο οποίος, αφού τον έχουν φτύσει στο πρόσωπό, το σκουπίζει και λέει: «ευχαριστώ πολύ».

Ο κ. Στόλτενμπεργκ είναι γνωστός για την ρητορική του εναντίον του Βλαντιμίρ Πούτιν και του Κρεμλίνου, αν και τα σκληρά του λόγια δεν έχουν μέχρι στιγμής συνοδευτεί κι από ανάλογη στρατιωτική δράση. Και η δουλική του απεύθυνση απέναντι στο Μεγάλο Αφεντικό του από την άλλη μεριά του Ατλαντικού, γεννά υποψίες ότι η συμπεριφορά του στο πεδίο της μάχης δεν θα είναι τόσο γενναία όσο θα μας έκαναν να πιστέψουμε οι ομιλίες του.

Εν τω μεταξύ, ο κ. Τραμπ άλλαξε γνώμη. Τώρα λέει ότι το ΝΑΤΟ «δεν είναι πλέον παρωχημένο». Γιατί; Ο Τραμπ είναι γνωστό ότι είναι απρόβλεπτος, αλλά αυτή η στροφή είναι δύσκολο να τη καταλάβει κανείς. Είπε ότι η απειλή της τρομοκρατίας είχε υπογραμμίσει τη σημασία της συμμαχίας. Αλλά αυτή η απειλή είναι υπαρκτή για μεγάλο χρονικό διάστημα, και επομένως δεν μπορεί να είναι ο λόγος αυτής της εκπληκτικής στροφής.

Ο Πρόεδρος έγινε πολύ περισσότερο συγκεκριμένος όταν κάλεσε τα μέλη του ΝΑΤΟ να κάνουν περισσότερα για να βοηθήσουν τους «εταίρους» του στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν. Σε αυτό το σημείο, η ομίχλη αρχίζει να καθαρίζει κάπως. Δεν είναι μυστικό ότι ο Τραμπ επιθυμεί να αποσύρει αμερικανικά στρατεύματα από το Ιράκ, το Αφγανιστάν και τη Συρία. Αλλά οι δαπανηρές και αιματηρές συγκρούσεις στις χώρες αυτές αποδεικνύονται ενοχλητικά επίμονες.

Πώς θα λυθεί αυτό το πρόβλημα; Πανεύκολα. Με τον ίδιο τρόπο που τα μέλη του ΝΑΤΟ πρέπει να αναγκαστούν να πληρώσουν περισσότερα μετρητά, πρέπει να πεισθούν με κάποιο τρόπο να στείλουν τους νέους τους, άνδρες και γυναίκες, να πεθάνουν στις ερήμους της Μέσης Ανατολής και της Κεντρικής Ασίας, ανακουφίζοντας έτσι τους νέους από τις Ηνωμένες Πολιτείες από μια παρόμοια οδυνηρή υποχρέωση. Μόνο για το λόγο αυτό, έχει καταστεί πλέον σαφές, ακόμη και στον κάπως συγκεχυμένο εγκέφαλο του Ντόναλντ Τραμπ, ότι το ΝΑΤΟ μπορεί να μην είναι και τόσο κακό τελικά.

Όμως, παράλληλα με τις πονηρές κινήσεις του γύρω από το ΝΑΤΟ, ο Τραμπ εξέπληξε εκ νέου τον κόσμο, ανακοινώνοντας την πρόθεσή του να πραγματοποιήσει σύνοδο κορυφής με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας των ΗΠΑ, ο κ. Τραμπ επαίνεσε τον Πούτιν ως ισχυρό ηγέτη, με τον οποίο θα ήθελε να έχει καλές σχέσεις. Αυτό ήταν πριν αρχίσουν οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών το κυνήγι μαγισσών εναντίον του Τραμπ, κατηγορώντας τη Ρωσία ότι παρενέβει στην προεκλογική εκστρατεία των ΗΠΑ.

Ο ισχυρισμός ότι η Ρωσία παρενέβει στην προεκλογική εκστρατεία μπορεί να είναι, ή και να μην είναι, αλήθεια. Ωστόσο, πολλές χώρες, και κυρίως οι ΗΠΑ, παρεμβαίνουν συνεχώς, με ηλεκτρονικές επιθέσεις, παρακολούθηση τηλεφώνων κτλ, στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων εθνών – συμπεριλαμβανομένων και των «συμμάχων» τους, όπως διαπίστωσε ενοχλημένη η Άνγκελα Μέρκελ. Αλλά το να υποστηρίξει κανείς ότι το Κρεμλίνο καθόρισε τις ψήφους εκατομμυρίων Αμερικανών πολιτών είναι ακραία παιδαριώδες.

Αυτό που είναι άνευ προηγουμένου, είναι ότι ένας Αμερικανός Πρόεδρος έχει βρεθεί σε μια ανοιχτή δημόσια αντιπαράθεση με τη CIA και με όλες τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών. Οι μυστικές υπηρεσίες υποτίθεται ακριβώς ότι είναι μυστικές και βρίσκονται στην καρδιά του αστικού κράτους. Ωστόσο, είναι τελείως ανήκουστο, οι υπηρεσίες αυτές να συγκρούονται δημόσια με τον Πρόεδρο, προσπαθώντας ανοιχτά να τον υπονομεύσουν και να τον απομακρύνουν από το αξίωμα του.

Για να αντιμετωπίσει τις επανειλημμένες κατηγορίες σχετικά με τους ισχυρισμούς περί δεσμών της κυβέρνησης του με τη Ρωσία, ο Τραμπ αναγκάστηκε να αλλάξει πορεία. Τώρα είπε ότι ήθελε να ξεκινήσει εμπιστευόμενος τον Πρόεδρο Πούτιν, αλλά προειδοποίησε ότι αυτό «ίσως να μην διαρκέσει καθόλου». Και φαίνεται ότι δεν κράτησε. Ο Τραμπ συνέχισε να λέει ότι οι ΗΠΑ «μπορεί να βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα σχέσεων με τη Ρωσία». Είπε ότι θα ήταν «φανταστικό» εάν τα έθνη βελτίωναν τους δεσμούς τους, αλλά την ίδια στιγμή προειδοποίησε ότι «ίσως και να έχει τα αντίθετα αποτελέσματα».

Είναι αρκετά χαρακτηριστικό αυτού του ανθρώπου να κάνει «ακριβώς το αντίθετο» από αυτό που όλοι περίμεναν. Στη κορύφωση του σαματά γύρω από την υποτιθέμενη δηλητηρίαση ενός πρώην Ρώσου πράκτορα στο Σαλίσμπουρι, ο Τραμπ αναγκάστηκε (αρκετά απρόθυμα) να συμμετάσχει στην θορυβώδη αντι-Ρωσική χορωδία που οργάνωσε η CIA σε συνεργασία με τους φίλους της στη Βρετανία MI5. Ήταν πλέον φανερό, ότι το σχέδιό του για μια συμφωνία με τον Πούτιν ήταν τελικά καταδικασμένο. Ωστόσο τα φαινόμενα πολύ συχνά απατούν, και στην περίπτωση του Ντόναλντ Τραμπ, συνήθως έτσι συμβαίνει.

Ακριβώς εκείνη την εποχή, έγραψα ένα άρθρο στο οποίο εξέφρασα σοβαρές αμφιβολίες για την ευστάθεια των κατηγοριών για συμμετοχή της Ρωσίας στην υπόθεση του Σαλίσμπουρι. Εκεί εξέφρασα την πεποίθησή μου ότι στο εγγύς μέλλον ο Ντόναλντ Τραμπ θα έκανε μια νέα στροφή και θα συναντιόταν με τον Πούτιν. Φαίνεται πως τα επόμενα γεγονότα με δικαίωσαν. Έγραψα ότι ο Μπόρις Τζόνσον και το υπόλοιπο αντι-Ρωσικό πλήθος θα έπρεπε να μασάνε τα λόγια τους, και τους ευχήθηκα καλή όρεξη. Το ίδιο ακριβώς λέω και σήμερα.

Η ιδέα μιας συμφωνίας με τη Ρωσία έχει πραγματικά νόημα από την άποψη των συμφερόντων του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Στην περίπτωση αυτή, τα ένστικτα του Ντόναλντ Τραμπ συμφωνούν με τα συμφέροντα αυτά, πολύ περισσότερο από την υστερική χορωδία της αντι-Ρωσικής προπαγάνδας που προέρχεται από τη CIA και τη MI5. Τα βασικά ένστικτα του Τραμπ είναι απομονωτικά. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο θέλει να βγάλει τα αμερικανικά στρατεύματα από τη Συρία. Αλλά για να το κάνει αυτό χρειάζεται μια συμφωνία με τους Ρώσους. Αυτός είναι ένας ισχυρός παράγοντας στην απόφασή του να συναντηθεί με τον Πούτιν.

Είναι αυτονόητο ότι η εξωτερική πολιτική τόσο του Ντόναλντ Τραμπ όσο και του Βλαντιμίρ Πούτιν αντανακλά τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης της Ρωσίας και της Αμερικής. Τίποτα προοδευτικό δεν μπορεί να αναμένεται από καμία από αυτές. Ωστόσο, η θορυβώδης αντι-Ρωσική εκστρατεία που οργανώθηκε από τους πιο αντιδραστικούς πολεμιστές του Ψυχρού Πολέμου στις ΗΠΑ και στη Βρετανία δεν έχει επίσης κανένα κομμάτι προοδευτικού περιεχομένου σε αυτήν.

Η εργατική τάξη πρέπει να εναντιωθεί στον Ντόναλντ Τραμπ, αλλά από τη δική της ανεξάρτητη, ταξική σκοπιά. Σε καμία περίπτωση, δε πρέπει η Αριστερά στην Αμερική να ξεγελαστεί ώστε να συμμαχήσει με τους Δημοκρατικούς, για τους οποίους, πίσω από την αντίθεση τους στον Τραμπ, κρύβεται μια κυνική ιδιοτέλεια και στη τελική η υπεράσπιση του καπιταλισμού και ιμπεριαλισμού.

Σε τελική ανάλυση, υπερασπίζονται ακριβώς τα ίδια ταξικά συμφέροντα. Η βασική τους ένσταση απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ είναι ότι είναι αυτός, κι όχι εκείνοι, που εφαρμόζει την αντιδραστική αυτή πολιτική. Ο πραγματικός τους στόχος είναι να υπηρετήσουν τους καπιταλιστές και ιμπεριαλιστές πιο αποτελεσματικά από τον τωρινό ένοικο του Λευκού Οίκου. Η εργατική τάξη δε μπορεί να δείχνει καμία συμπάθεια για τον στόχο αυτό.

Άλαν Γουντς
Μετάφραση από την ιστοσελίδα www.marxist.com: Μάριος Καλομενόπουλος, Σοφία Παπακωνσταντίνου

Συνεχίζεται