Λέον Τρότσκι

Η γλώσσα είναι το σπουδαιότερο όργανο σύνδεσης ανθρώπου με άνθρωπο και, κατά συνέπεια, σύνδεσης στην οικονομία. Γίνεται γλώσσα εθνική με’ τη νίκη της εμπορευματικής κυκλοφορίας που ενώνει το έθνος. Πάνω σ’ αυτή τη βάση θεμελιώνεται το εθνικό κράτος, σαν το πιο βολικό, πιο πλεονεκτικό και ομαλό πεδίο των καπιταλιστικών σχέσεων. Στη δυτική Ευρώπη η εποχή της διαμόρφωσης των αστικών εθνών, αν αφήσουμε κατά μέρος τον αγώνα των Κάτω Χωρών για την ανεξαρτησία και την τύχη της νησιώτικης Αγγλίας, άρχισε με τη μεγάλη Γαλλική Επανάσταση και ουσιαστικά ολοκληρώθηκε, πάνω–κάτω σ’ έναν αιώνα, με τη συγκρότηση της Γερμανικής Αυτοκρατορίας.

Όμως την περίοδο που το εθνικό κράτος στην Ευρώπη είχε πάει πια να απορροφάει τις παραγωγικές δυνάμεις και εξελισσότανε σε κράτος ιμπεριαλιστικό, στην Ανατολή –Περσία, Βαλκάνια, Κίνα, Ινδία– μόλις άρχιζε ή εποχή των εθνικοδημοκρατικών επαναστάσεων που η παρόρμησή τους είχε δοθεί από τη Ρωσική Επανάσταση του 1905. Ο Βαλκανικός Πόλεμος του 1912 αντιπροσώπευε την αποπεράτωση της διαμόρφωσης των εθνικών κρατών στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος που ακολούθησε, αποτελείωσε στο δρόμο του, στην Ευρώπη, το ασυμπλήρωτο έργο των εθνικών επαναστάσεων οδηγώντας στο διαμελισμό της Αυστρουγγαρίας, στη δημιουργία της ανεξάρτητης Πολωνίας και των μεθοριακών κρατών που αποσπάστηκαν από την Αυτοκρατορία των τσάρων.

Η Ρωσία είχε συγκροτηθεί όχι σαν Κράτος εθνικό, μα σαν κράτος πολυεθνικό. Αυτό ανταποκρινότανε στον καθυστερημένο χαραχτήρα της. Πάνω στη βάση μιας επεκτατικής γεωργικής οικονομίας και της χωρικής χειροτεχνίας, η εμπορευματική πρωτεύουσα αναπτυσσόταν όχι σε βάθος, όχι μεταποιώντας την παραγωγή, μα σε πλάτος, μεγαλώνοντας την ακτίνα των επιχειρήσεών της. Ο έμπορος, ο γαιοκτήμονας και ο δημόσιος υπάλληλος μετακινούνταν από το κέντρο στην περιφέρεια, ακολουθώντας τους χωρικούς που διασκορπίζονταν αναζητώντας παρθένες γαίες και φορολογικές απαλλαγές, διεισδύανε σε καινούργια εδάφη όπου βρίσκονταν φυλές ακόμα πιο καθυστερημένες. Η εξάπλωση του κράτους ήταν βασικά εξάπλωση μιας γεωργικής οικονομίας που, παρά τον πρωτογονισμό της, έδειχνε ανωτερότητα απέναντι στους νομάδες του Νότου και της Ανατολής. το καστικογραφειοκρατικό κράτος του διαμορφώθηκε πάνω σ’ αυτή την απέραντη και ολοένα διευρυνόμενη βάση έγινε αρκετά ισχυρό για να καθυποτάξει στη Δύση ορισμένα έθνη με ανώτερη κουλτούρα, όμως ανίκανα, από το μικρό πληθυσμό τους ή από μιαν εσωτερική κρίση, να υπερασπίσουνε την ανεξαρτησία τους (Πολωνία, Λιθουανία, Βαλτικές χώρες, Φιλανδία).

Στα εβδομήντα εκατομμύρια Μεγαλορώσους που αποτελούσαν το μαζικό κέντρο της χώρας προστέθηκαν βαθμιαία κάπου ενενήντα εκατομμύρια «αλλογενείς» που διαιρούνταν καθαρά σε δυο ομάδες: στους Δυτικούς, που ήταν ανώτεροι απ’ τους Μεγαλορώσους σε κουλτούρα και στους Ανατολικούς, που είχαν κατώτερο επίπεδο. Έτσι συγκροτήθηκε μια αυτοκρατορία όπου η κυρίαρχη εθνότητα αντιπροσώπευε μόνο το 43% του πληθυσμού, ενώ το 57% (απ’ όπου 17% Ουκρανοί, 6% Πολωνοί, 4,5% Λευκορώσοι) αναφέρονταν σε εθνότητες που διαφέρανε στο βαθμό της κουλτούρας τους και στην ανισότητα των δικαιωμάτων τους.

Οι αχόρταγες απαιτήσεις του κράτους και η ανέχεια της αγροτικής βάσης κάτω από τις κυρίαρχες τάξεις γεννούσαν τις πιο άγριες μορφές εκμετάλλευσης. Η εθνική καταπίεση στη Ρωσία ήταν άπειρα πιο κτηνώδικη απ’ ό,τι στα γειτονικά κράτη, όχι μόνο στη δυτική μα ακόμα και στην ανατολική μεθόριο. Ο μεγάλος αριθμός των αδικημένων εθνών και η οξύτητα της νομικής τους κατάστασης έδιναν στο εθνικό πρόβλημα στην τσαρική Ρωσία τεράστια εκρηκτική δύναμη.

Αν στα κράτη με εθνική ομοιογένεια η αστική επανάσταση ανάπτυσσε ισχυρές κεντρομόλες τάσεις, περνώντας κάτω από το έμβλημα της πάλης εναντίον του επιμερισμού όπως στη Γαλλία, είτε του εθνικού κατακερματισμού όπως στην Ιταλία και τη Γερμανία – στα ετερογενή κράτη, σαν την Τουρκία, τη Ρωσία, την Αυστρουγγαρία, η αργοπορημένη επανάσταση της μπουρζουαζίας εξαπέλυε, αντίθετα, φυγόκεντρες δυνάμεις. Παρά την ολοφάνερη αντίθεση ανάμεσα σ’ αυτά τα προτσέσα, εκφρασμένη με όρους της μηχανικής, η ιστορική τους αποστολή είναι ίδια στο μέτρο που και στις δυο περιπτώσεις πρόκειται να χρησιμοποιηθεί η εθνική ενότητα σαν σημαντική οικονομική δεξαμενή: χρειαζότανε γι’ αυτό να γίνει η ενότητα της Γερμανίας, χρειαζόταν αντίθετα να διαμελιστεί η Αυστρουγγαρία.

Ο Λένιν είχε υπολογίσει σε εύθετο χρόνο τον αναπόφευκτο χαραχτήρα των φυγόκεντρων εθνικών κινημάτων στη Ρωσία και για χρόνια είχε παλέψει πεισματικά, ιδιαίτερα εναντίον της Ρόζας Λούξεμπουργκ, για την περίφημη παράγραφο 9 του παλιού προγράμματος του κόμματος, που διατύπωνε το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών, δηλαδή του πλήρους κρατικού αποχωρισμού τους. Μ’ αυτό, το μπολσεβίκικο κόμμα δεν επιφορτιζότανε καθόλου να κάνει σεπαρατιστική1 προπαγάνδα. Υποχρεωνότανε μόνο να αντιταχτεί με αδιαλλαξία σε κάθε λογής εθνική καταπίεση μαζί και στη συγκράτηση με τη βία αυτής ή εκείνης της εθνότητας μέσα στα όρια ενός κοινού κράτους. Μόνο απ’ αυτό το δρόμο το ρωσικό προλεταριάτο μπόρεσε βαθμιαία να κατακτήσει την εμπιστοσύνη των καταπιεζόμενων εθνοτήτων.

Μα αυτό δεν ήταν παρά μια πλευρά του ζητήματος. Η πολιτική του μπολσεβικισμού στον εθνικό τομέα είχε και μιαν άλλη όψη, φαινομενικά σ’ αντίφαση με την πρώτη, και που την συμπλήρωνε στην πραγματικότητα. Μέσα στα πλαίσια του κόμματος και γενικά των εργατικών οργανώσεων ο μπολσεβικισμός εφάρμοζε τον πιο αυστηρό συγκεντρωτισμό, παλεύοντας αδυσώπητα εναντίον κάθε εθνικιστικής μόλυνσης που θα μπορούσε να φέρει σε αντίθεση τους εργάτες ανάμεσά τους ή να τους διαιρέσει. Ενώ αρνιότανε ξεκάθαρα στο αστικό κράτος το δικαίωμα να επιβάλλει σε μιαν εθνική μειονότητα την αναγκαστική διαμονή ή ακόμα και την επίσημη γλώσσα, ο μπολσεβικισμός θεωρούσε σύγκαιρα χρέος του αληθινά ιερό να συνδέσει όσο γινότανε στενότερα, διαμέσου μιας θεληματικής ταξικής πειθαρχίας, τους εργαζόμενους από διάφορες εθνότητες σ’ ένα ενιαίο σύνολο. Έτσι απέκρουε απλά και καθαρά την εθνικοομοσπονδιακή αρχή διάρθρωσης του κόμματος. Μια επαναστατική οργάνωση δεν είναι το πρωτότυπο του μελλοντικού κράτους, δεν είναι παρά ένα όργανο για τη δημιουργία του. Το εργαλείο πρέπει να είναι κατάλληλο για την κατασκευή του προϊόντος, μα δεν πρέπει καθόλου να εξομοιώνεται μ’ αυτό. Μόνο μια συγκεντρωτική οργάνωση μπορεί να εξασφαλίσει την επιτυχία της επαναστατικής πάλης – και μάλιστα όταν πρόκειται να καταστρέψει τη συγκεντρωτική καταπίεση πάνω στα έθνη.

Η ανατροπή της μοναρχίας έπρεπε ολότελα αναγκαστικά να σημαίνει για τα καταπιεζόμενα έθνη της Ρωσίας και την εθνική τους επανάσταση. Εδώ φανερώθηκε, ωστόσο, κείνο που είχε παρουσιαστεί σε όλα τα άλλα πεδία του φεβρουαριανού καθεστώτος: η επίσημη δημοκρατία, δεσμευμένη απ’ την πολιτική της εξάρτηση απέναντι στην ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία, βρέθηκε ολότελα ανίκανη να χαλάσει τα παλιά δεσμά. Θεωρώντας αναμφισβήτητο δικαίωμά της να ρυθμίζει τις τύχες όλων των άλλων εθνών, εξακολουθούσε να προστατεύει με ζήλο τις πηγές πλούτου, δύναμης και επιρροής που έδιναν στη μεγαλορωσική μπουρζουαζία κυριαρχική θέση. Η συμφιλιωτική δημοκρατία ερμήνευε μόνο τις παραδόσεις της εθνικής πολιτικής του τσαρισμού στη γλώσσα της απελευθερωτικής ρητορικής: το ζήτημα ήταν τώρα να υπερασπίσουνε την ενότητα της επανάστασης. Μα ο συνασπισμός που διοικούσε είχε κι ένα άλλο επιχείρημα πιο σοβαρό: εκτιμήσεις που τις δικαιολογούσε η πολεμική περίοδος. Αυτό σημαίνει πως οι απελευθερωτικές προσπάθειες διαφόρων εθνοτήτων παρουσιάζονταν σαν έργο του αυστρογερμανικού επιτελείου. Κι εδώ επίσης το πρώτο βιολί το παίζαν οι καντέτοι, οι συμφιλιωτές ακομπανιάρανε.

Η καινούργια εξουσία δε μπορούσε, εννοείται, ν’ αφήσει άθιχτη την αποτροπιαστική αφθονία μεσαιωνικών προπηλακισμών σε βάρος των αλλογενών, έλπιζε όμως να περιοριστεί, και πάσχιζε να το κάνει, απλά και μόνο στην κατάργηση των εξαιρετικών νόμων εναντίον διαφόρων εθνών, δηλαδή στην εγκαθίδρυση μιας φαινομενικής ισότητας όλων των στοιχείων του πληθυσμού απέναντι στη γραφειοκρατία του μεγαλορωσικού κράτους.

Η τυπική ισότητα σε νομικά δικαιώματα ωφελούσε κυρίως τους Εβραίους: οι νόμοι που περιόριζαν τα δικαιώματά τους έφταναν τους εξακόσιους πενήντα. Εξάλλου σαν εθνότητα αποκλειστικά αστική κι από τις πιο διασκορπισμένες, οι Εβραίοι δε μπορούσαν να αξιώσουν όχι μόνο κρατική ανεξαρτησία μα ούτε και εδαφική αυτονομία. Οσοναφορά το σχέδιο της λεγόμενης «εθνικοπολιτιστικής αυτονομίας», που θα συνένωνε τους Εβραίους σ’ όλη την έκταση της χώρας γύρω από τα σχολεία και άλλα ιδρύματα, αυτή η αντιδραστική ουτοπία που διάφορες εβραϊκές ομάδες την είχαν δανειστεί από τον Αυστριακό θεωρητικό Όττο Μπάουερ, έλιωνε από την πρώτη κιόλας μέρα της ελευθερίας σαν κερί στον ήλιο.

Μα η επανάσταση είναι ίσα–ίσα επανάσταση γιατί δεν αρκείται σε ελεημοσύνες ούτε σε πληρωμές επί πιστώσει. Η κατάργηση των πια επαίσχυντων περιορισμών καθιέρωνε την τυπική ισονομία των πολιτών, ανεξάρτητα από εθνότητα· μα τόσο πιο ζωηρά ξαναφαινόταν η νομική ανισότητα των ίδιων των εθνών, αφήνοντάς τα σε μέγιστο μέρος στην κατάσταση παιδιών νόθων ή υιοθετημένων από το μεγαλορωσικό κράτος.

Η ισοπολιτεία δεν έδινε τίποτα στους Φιλανδούς που ζητούσαν όχι ισότητα με τους Ρώσους μα την απόσπασή τους από τη Ρωσία. Δεν πρόσφερνε τίποτα στους Ουκρανούς που πρωτύτερα δεν είχαν γνωρίσει κανέναν περιορισμό γιατί τους είχαν με τη βία ανακηρύξει Ρώσους. Δεν άλλαζε τίποτα από την κατάσταση των Λεττονών και των Εσθονών που συνθλίβονταν από τη γερμανική έγγεια ιδιοκτησία και από τη ρωσογερμανική πόλη. Δεν ανακούφιζε σε τίποτα τη μοίρα των καθυστερημένων λαών και φυλών της Ασίας, που διατηρούνταν στο χαμηλότερο επίπεδο της έλλειψης νομικών δικαιωμάτων όχι με περιορισμούς μα με τις αλυσίδες της οικονομικής και πολιτιστικής δουλοπαροικίας. Όλα αυτά τα ζητήματα ο φιλελευθεροσυμφιλιωτικός συνασπισμός δεν ήθελε καν να τα θέσει. Το δημοκρατικό κράτος παράμενε πάντα το κράτος του Μεγαλορώσου δημόσιου λειτουργού που δεν είχε διάθεση να παραχωρήσει τη θέση του σε κανένα.

Όσο η επανάσταση κέρδιζε μάζες πιο βαθιές στην περιφέρεια, τόσο γινότανε πιο φανερό πως η επίσημη γλώσσα ήταν εκεί κάτω η γλώσσα των κυρίαρχων τάξεων. Το καθεστώς της τυπικής δημοκρατίας, με την ελευθερία τύπου και συγκέντρωσης, αναγκάζει τις καθυστερημένες και καταπιεζόμενες εθνότητες να νιώσουν ακόμα πιο οδυνηρά πόσο ήτανε στερημένες από τα πιο στοιχειώδη μέσα πολιτιστικής ανάπτυξης: δικά τους σχολεία, δικά τους δικαστήρια, δική τους δημοσιοϋπαλληλία. Οι παραπομπές στη μελλοντική Συντακτική Συνέλευση ήταν μόνο εξοργιστικές: γιατί στα τέλος–τέλος στη Συντακτική θα κυριαρχούσαν τα ίδια κόμματα που είχαν σχηματίσει την προσωρινή κυβέρνηση και εξακολουθούσαν να διατηρούν τις παραδόσεις των εκρωσιστών, επισημαίνοντας με τραχύτητα το όριο πέρα απ’ το οποίο οι άρχουσες τάξεις δεν ήθελαν να προχωρήσουν.

Η Φιλανδία έγινε μονομιάς αγκίδα στο σώμα του φεβρουαριανού καθεστώτος. Ύστερα από την οξύτητα του αγροτικού ζητήματος που αφορούσε στην Φιλανδία τους τορππάρι, δηλαδή τους καταδυναστευόμενους μικροεκμισθωτές, οι βιομηχανικοί εργάτες που αντιπροσώπευαν συνολικά τα δεκατέσσερα στα εκατό του πληθυσμού έσερναν ξοπίσω τους το χωριό. Το φιλανδικό Σέιμ2 βρέθηκε να είναι το μόνο κοινοβούλιο στον κόσμο όπου οι σοσιαλδημοκράτες είχαν πάρει την πλειοψηφία: 103 σε 200 βουλευτικές έδρες. Αφού ανακήρυξε με το νόμο της 5 Ιούνη το Σέιμ κυρίαρχο, έξω από τα ζητήματα που αφορούσαν το στρατό και την εξωτερική πολιτική, η φιλανδική σοσιαλδημοκρατία απευθύνθηκε στα «αδελφά κόμματα της Ρωσίας» για νά ‘χει την υποστήριξή τους. Βρέθηκε πως η αίτηση είχε ολότελα λαθεμένη διεύθυνση. Η κυβέρνηση στην αρχή παραμέρισε αφήνοντας ελευθερία δράσης στα «αδελφά κόμματα». Μια αντιπροσωπεία που είχε έρθει για κατήχηση, με επικεφαλής τον Τσχέιτζε, γύρισε από το Έλσινγκφορς άπραχτη. Τότε οι σοσιαλιστές υπουργοί της Πετρούπολης: Κερένσκι, Τσερνόβ, Σκομπέλεβ, Τσερετέλλι, αποφάσισαν να διαλύσουν με τη βία τη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Έλσινγκφορς. Ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, ο μοναρχικός Λουκόμσκι, προειδοποιούσε τις πολιτικές αρχές και τον πληθυσμό της Φιλανδίας ότι σε περίπτωση οποιασδήποτε εκδήλωσης εναντίον του ρωσικού στρατού, «οι πόλεις τους και σε πρώτη γραμμή το Έλσινγκφορς θα ερημώνονταν». Αφού προλείανε έτσι το έδαφος, η κυβέρνηση, μ’ ένα επίσημο μανιφέστο, που ακόμα και το ύφος τον έμοιαζε κλεμένο από τη μοναρχία, κήρυξε τη διάλυση του Σέιμ και τη μέρα που άρχιζε η επίθεση έβαλε στις πόρτες του φιλανδικού κοινοβούλιου Ρώσους στρατιώτες αποσπασμένους απ’ το μέτωπο. Έτσι οι επαναστατικές μάζες της Ρωσίας, στο δρόμο προς τον Οκτώβρη, πήραν ένα πολύ καλό μάθημα για το πόσο συμβατική αξία έχουν οι αρχές της δημοκρατίας στην πάλη των ταξικών δυνάμεων.

Μπροστά στο εθνικιστικό αφηνίασμα των κυβερνώντων τα επαναστατικά στρατεύματα στη Φιλανδία κράτησαν αξιοπρεπή στάση. Το περιφερειακό συνέδριο των σοβιέτ που συνήλθε στο Έλσινγκφορς το πρώτο δεκαπενθήμερο του Σεπτέμβρη, διακήρυξε: «Αν η φιλανδική δημοκρατία κρίνει αναγκαίο να ξανασυγκαλέσει το Σέιμ, κάθε απόπειρα εναντίον μιας τέτοιας απόφασης θα θεωρηθεί από το συνέδριο σαν αντεπαναστατική πράξη». Ήταν μια προσφορά για άμεση στρατιωτική βοήθεια. Μα η φιλανδική σοσιαλδημοκρατία όπου κυριαρχούσαν οι συμφιλιωτικές τάσεις δεν ήταν έτοιμη να μπει στο δρόμο της εξέγερσης. Οι καινούργιες εκλογές που γίνανε κάτω από την απειλή μιας καινούργιας διάλυσης, εξασφαλίσανε στα αστικά κόμματα, πού σε συμφωνία μαζί τους η κυβέρνηση είχε διαλύσει το Σέιμ, μια μικρή πλειοψηφία: 108 στις 200 έδρες.

Τώρα όμως μπαίνουν σε πρώτη γραμμή ζητήματα εσωτερικά που σ’ αυτή την Ελβετία του Βορρά, αυτή τη χώρα με τα γρανιτένια βουνά και τους τσιγκούνηδες ιδιοκτήτες, οδηγούν άφευκτα στον εμφύλιο πόλεμο. Η φιλανδική μπουρζουαζία προετοιμάζει μισοανοιχτά τα στρατιωτικά της στελέχη. Σύγκαιρα συγκροτούνται οι μυστικοί πυρήνες της Κόκκινης Φρουράς. Η μπουρζουαζία, για νά ‘χει όπλα και εκπαιδευτές, απευθύνεται στη Σουηδία και στη Γερμανία. Οι εργάτες βρίσκουν στήριγμα στους Ρώσους στρατιώτες. Σύγκαιρα μέσα στους αστικούς κύκλους που χτες ακόμα ήταν διατεθειμένοι να συνεννοηθούν με την Πετρούπολη, δυναμώνει το κίνημα για ολοκληρωτικό αποχωρισμό απ’ τη Ρωσία. Η κυβερνητική εφημερίδα Χονβουντστατσμπλάντετ έγραφε: «Ο ρωσικός λαός έχει καταληφθεί από αναρχική μανία… δεν οφείλουμε μ’ αυτούς τους όρους… να αποσπασθούμε όσο το δυνατό απ’ αυτό το χάος;» Η προσωρινή κυβέρνηση είδε πως ήταν αναγκασμένη να χάνει παραχωρήσεις χωρίς να περιμένει τη Συντακτική: στις 23 Οκτώβρη υιοθετήθηκε μια διάταξη «αρχής» για την ανεξαρτησία της Φιλανδίας, εκτός από τις στρατιωτικές υποθέσεις και τις εξωτερικές σχέσεις. Μα η «ανεξαρτησία» που έρχονταν από τα χέρια του Κερένσκι δεν άξιζε τώρα πια μεγάλα πράγματα: δεν απόμεναν πια παρά δυο μέρες ως την πτώση του.

Μια άλλη αγκίδα, πολύ πιο βαθιά μπηγμένη, ήταν η Ουκρανία. Στις αρχές Ιούνη ο Κερένσκι είχε απαγορέψει το συνέδριο του στρατού της Ουκρανίας που το είχε συγκαλέσει η Ράντα3. Οι Ουκρανοί δεν ενδόσανε. για να περισώσει την πρόσοψη της κυβέρνησης ο Κερένσκι νομιμοποίησε το συνέδριο με καθυστέρηση, στέλνοντας ένα πομπώδικο τηλεγράφημα που οι σύνεδροι το άκουσαν με γέλια πολύ λίγο ευλαβικά. Το πικρό μάθημα δεν εμπόδισε τον Κερένσκι να απαγορέψει, τρεις βδομάδες αργότερα, το συνέδριο των μουσουλμάνων στρατιωτικών στη Μόσχα. Η δημοκρατική κυβέρνηση έμοιαζε να βιάζεται να υποβάλλει στα δυσαρεστημένα έθνη την ιδέα: δε θα πάρετε παρά κείνο που θα αποσπάσετε.

Στο πρώτο Ουνιβέρσαλ που εκδόθηχε στις 10 του Ιούνη, η Ράντα, κατηγορώντας την Πετρούπολη ότι αντιτάσσεται στην εθνική αυτονομία, διακήρυχνε: «Από δω και μπρος θα φτιάχνουμε οι ίδιοι τη ζωή μας». Οι καντέτοι χαρακτήριζαν τους Ουκρανούς ηγήτορες σαν πράκτορες της Γερμανίας. Οι συμφιλιωτές απευθύνανε στους Ουκρανούς αισθηματικές παραινέσεις. Η προσωρινή κυβέρνηση έστειλε στο Κίεβο μιαν αντιπροσωπεία. Μέσα στην υπερθερμασμένη ατμόσφαιρα της Ουκρανίας ο Κερένσκι, ο Τσερετέλλι και ο Τερεστσένκο βρέθηκαν αναγκασμένοι να κάνουν μερικά βήματα προς την κατεύθυνση της Ράντα. Ύστερα όμως από την Ιουλιανή συντριβή των εργατοστρατιωτών η κυβέρνηση γύρισε όμοια το τιμόνι δεξιά και στο ουκρανικό ζήτημα. Στις 5 Αυγούστου η Ράντα, με συντριπτική πλειοψηφία, κατηγόρησε την προσωρινή κυβέρνηση ότι, «όντας διαποτισμένη από τις ιμπεριαλιστικές τάσεις της ρωσικής μπουρζουαζίας», είχε παραβιάσει τη σύμβαση της 3 Ιούλη. «Όταν η κυβέρνηση χρειάστηκε να πληρώσει μια συναλλαγματική –έγραφε ο Βιννιτσένκο, αρχηγός της ουκρανικής εξουσίας– βρέθηκε ότι αυτή η προσωρινή κυβέρνηση… ήταν ένας μικροαπατεώνας που με τις λωποδυσίες του ήθελε να ταχτοποιήσει ένα μεγάλο ιστορικό ζήτημα». Αυτή η ελάχιστα διφορούμενη γλώσσα δείχνει αρκετά καθαρά ποιο ήταν το κύρος της κυβέρνησης ακόμα και σε κύκλους που θά ‘πρεπε πολιτικά να της είναι αρκετά κοντινοί γιατί στο τέλος–τέλος ο συμφιλιωτής Βιννιτσένκο δε διέφερε από το Κερένσκι παρά όσο διαφέρει ένας αμελητέος μυθιστοριογράφος από ένα μέτριο δικηγόρο.

Να πούμε την αλήθεια το Σεπτέμβρη η κυβέρνηση δημοσίεψε, τέλος, μια πράξη που αναγνώριζε στις εθνότητες της Ρωσίας – στα πλαίσια που θα καθορίζονταν από τη Συντακτική– το δικαίωμα «αυτοδιάθεσης». Όμως αυτή η συναλλαγματική βγαλμένη χωρίς καμιάν εγγύηση για το μέλλον και που περιέκλεινε μέσα της αντιφάσεις, εξαιρετικά ακαθόριστη στο σύνολο, εκτός από τις επιφυλάξεις που βρισκόνταν εκεί, δεν ενέπνεε εμπιστοσύνη σε κανένα: οι πράξεις της προσωρινής κυβέρνησης ξεφώνιζαν κιόλας εναντίον της.

Στις 2 του Σεπτέμβρη η Γερουσία, κείνη η ίδια που είχε αρνηθεί να δεχτεί στις συνεδριάσεις της καινούργια μέλη χωρίς την παλιά στολή, αποφάσισε να απορρίψει την έκδοση μιας οδηγίας επικυρωμένης απ’ την κυβέρνηση, που απευθυνόταν στη γενική γραμματεία της Ουκρανίας, δηλαδή στην κυβέρνηση του Κίεβου. Αιτιολογία: δεν υπάρχει νόμος για τη γραμματεία και άρα δεν το μπορούν να στείλουν οδηγίες σ’ έναν παράνομο θεσμό. Οι επιφανείς νομομαθείς δεν αποκρύπτανε ότι η ίδια η συμφωνία της κυβέρνησης με τη Ράντα αποτελούσε σφετερισμό πάνω στα δικαιώματα της Συντακτικής: οι πιο άκαμπτοι θιασώτες της καθαρής δημοκρατίας βρίσκονταν τώρα με το μέρος των γερουσιαστών του τσάρου. Δείχνοντας τόση γενναιότητα, οι αντιπολιτευόμενοι της δεξιάς δε διακινδύνευαν απολύτως τίποτα: ήξεραν πως η αντιπολίτευσή τους θά ‘ταν ολότελα στο γούστο των Ιθυνόντων. Όσο κι αν η ρωσική μπουρζουαζία έστεργε ακόμα ν’ αναγνωρίσει κάποιαν ανεξαρτησία στη Φιλανδία, που είχε αδύναμους οικονομικούς δεσμούς με τη Ρωσία, δε μπορούσε με κανένα τρόπο να συγκατατεθεί στην «αυτονομία» του σταριού της Ουκρανίας, του κάρβουνου του Ντονέτς και του σιδηρομεταλλεύματος του Κριβορόγκ.

Στις 19 Οκτώβρη ο Κερένσκι παράγγειλε τηλεγραφικά στους γενικούς γραμματείς της Ουκρανίας «να έλθουν επειγόντως στην Πετρούπολη για προσωπικές εξηγήσεις» γύρω από την εγκληματική ζύμωσή τους υπέρ μιας ουκρανικής Συντακτικής Συνέλευσης. Σύγκαιρα η εισαγγελία του Κίεβου είχε κληθεί ν’ ανοίξει ανάκριση εναντίον της Ράντα. Μα οι κεραυνοί που εκτοξεύονταν εναντίον της Ουκρανίας φόβιζαν τόσο λίγο όσο ευφραίνανε οι αβρότητες απέναντι στη Φιλανδία.

Οι Ουκρανοί συμφιλιωτές στο μεταξύ ένιωθαν ακόμα άπειρα πιο σταθεροί από τα μεγάλα ξαδέρφια τους της Πετρούπολης. Ανεξάρτητα από την ευνοϊκή ατμόσφαιρα που περιέβαλλε την πάλη τους για τα εθνικά δίκαια, η σχετική σταθερότητα των μικροαστικών κομμάτων της Ουκρανίας, καθώς και άλλων καταπιεζόμενων εθνών, είχε οικονομικοκοινωνικές ρίζες που μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει με μια λέξη: καθυστερημένες. Παρά τη γοργή βιομηχανική ανάπτυξη των λεκανοπεδίων του Ντονέτς και του Κριβορόγκ, η Ουκρανία στο σύνολό της εξακολουθούσε να σέρνεται πίσω από τη Μεγαλορωσία, το ουκρανικό προλεταριάτο ήταν λιγότερο ομοιογενές και ατσαλωμένο, το μπολσεβίκικο κόμμα παράμενε αδύναμο ποσοτικά όσο και ποιοτικά, αποσπώνταν αργά από τους μενσεβίκους, δεν ξεχώριζε χαλά τα πολιτικά πράγματα, ιδιαίτερα στον εθνικά τομέα. Ακόμα και στη βιομηχανική ανατολική Ουκρανία, η περιφερειακή συνδιάσκεψη των σοβιέτ στα μέσα του Οκτώβρη έδινε ακόμα μια μικρή πλειοψηφία στους συμφιλιωτές.

Η ουκρανική μπουρζουαζία ήταν σχετικά ακόμα πιο αδύναμη. μια από τις αιτίες της κοινωνικής αστάθειας της ρωσικής μπουρζουαζίας παρμένης στο σύνολό της βρισκόταν, όπως θα θυμόμαστε, σε τούτο, ότι το πιο ισχυρό τμήμα της αποτελούνταν από ξένους που δε ζούσαν καν στη Ρωσία. Στην περιφέρεια αυτό το γεγονός μπερδευόταν μ’ ένα άλλο όχι μικρότερης σπουδαιότητας: η μπουρζουαζία της χώρας, του εσωτερικού, ανήκε σ’ ένα άλλο έθνος από την κύρια μάζα του λαού.

Ο πληθυσμός των πόλεων στην περιφέρεια ξεχώριζε ολότελα με την εθνική τον σύνθεση από τον πληθυσμό των χωριών. Στην Ουκρανία και στη Λευκορωσία ο γαιοκτήμονας, ο καπιταλιστής, ο δικηγόρος, ο δημοσιογράφος είναι Μεγαλορώσος, Πολωνός, Εβραίος, ξένος· ενώ ο πληθυσμός στους κάμπους είναι εξολοκλήρου ουκρανικός, μεγαλορωσικός. Στις βαλτικές χώρες οι πόλεις ήταν εστίες της γερμανικής, ρωσικής και εβραϊκής μπουρζουαζίας. Το χωριό ήταν ολάκερο λεττονιχό και εσθονικό. Στις πόλεις της Γεωργίας κυριαρχούσε ο ρωσικός και αρμενικός πληθυσμός, όπως και στο τουρκμενικό Αζερμπαϊτζάν. Χωρισμένοι από την κύρια μάζα του λαού όχι μόνο με το επίπεδο ζωής και τα ήθη, μα και τη γλώσσα, ακριβώς όπως οι Άγγλοι στην Ινδία· προσκολλημένοι στο γραφειοκρατικό μηχανισμό για την υπεράσπιση των κτημάτων τους και των εισοδημάτων τους δεμένοι αδιάσπαστα με τις κυρίαρχες τάξεις ολόκληρης της χώρας, οι ευγενείς γαιοκτήμονες, οι βιομήχανοι και οι έμποροι της περιφέρειας συγκέντρωναν γύρω τους ένα στενό κύκλο από υπάλληλους δημόσιους και ιδιωτικούς, δασκάλους, γιατρούς, δικηγόρους, δημοσιογράφους, ως ένα μέρος και εργάτες, όλους Ρώσους, μεταβάλλοντας τις πόλεις σε εστίες εκρωσισμού και αποικισμού.

Το χωριό μπορούσε να μην το προσέχει κανείς όσο σώπαινε. Ωστόσο ακόμα κι όταν άρχισε να υψώνει τη φωνή με ολοένα και μεγαλύτερη ανυπομονησία, η πόλη αντιστεκότανε με πείσμα, υπερασπίζοντας την προνομιακή της θέση. Ο δημόσιος υπάλληλος, ο έμπορος, ο δικηγόρος έμαθαν γρήγορα να καμουφλάρουνε την πάλη τους για τη διατήρηση των στρατηγικών υψωμάτων της οικονομίας και της κουλτούρας κάτω από μιαν αλαζονική καταδίκη το αφυπνισμένου «σωβινισμού». Η προσπάθεια του κυρίαρχου έθνους να διατηρήσει το στάτους κβο χρωματίζεται συχνά από υπερεθνικισμό, το ίδιο όπως η προσπάθεια μιας νικήτριας χώρας να διατηρήσει τη λεία της παίρνει τη μορφή του πατσιφισμού. Έτσι ο Μακντόναλντ απέναντι στο Γκάντι νιώθει διεθνιστής. Έτσι η ώθηση των Αυστριακών προς τη Γερμανία φαίνεται στον Πουανκαρέ σαν προσβολή για τα γαλλικό πατσιφισμό.

«Οι άνθρωποι που ζουν στις πόλεις της Ουκρανίας –έγραφε το Μάη η αντιπροσωπεία της Ράντα του Κιέβου στην προσωρινή κυβέρνηση– βλέπουν μπροστά τους τους εκρωσισμένους δρόμους αυτών των πόλεων… ξεχνούν ολότελα ότι αυτές οι πόλεις δεν είναι παρά νησίδες μέσα στη θάλασσα ολόκληρου του ουκρανινού λαού». Όταν η Ρόζα Λούξεμπουργκ σε μια πολεμική γύρω από το πρόγραμμα της Οκτωβριανής Επανάστασης, που δημοσιεύτηκε ύστερα από το θάνατό της, υποστήριζε ότι ο ουκρανικός εθνικισμός, που ήταν πρωτύτερα απλή «ψυχαγωγία» μιας δωδεκάδας μικροαστών διανοούμενων, είχε φουσκώσει τεχνητά χάρη στο προζύμι της μπολσεβίκικης φόρμουλας για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών, έπεσε, αν και είχε το πνεύμα ξάστερο, σ’ ένα πολύ βαρύ ιστορικό λάθος: η αγροτιά, της Ουκρανίας δεν είχε διατυπώσει στο παρελθόν εθνικές διεκδικήσεις για το λόγο ότι γενικά δεν είχε υψωθεί ως την πολιτική. Η κύρια αξία της εξέγερσης του Φλεβάρη, ας βάλουμε η μοναδική, όμως ολότελα αρκετή, συνίσταται ίσα–ίσα σε τούτο, ότι έδωσε, τέλος, τη δυνατότητα στις καταπιεζόμενες τάξεις και έθνη της Ρωσίας να μιλήσουν φωναχτά. Η πολιτική αφύπνιση της αγροτιάς δε μπορούσε ωστόσο να γίνει αλλιώς παρά με το γυρισμό στη μητρική γλώσσα και όλα τα επακόλουθα που απορρέανε απ’ αυτό, σχετικά με το σχολείο, το δικαστήριο, την αυτοδιοίκηση. Ν’ αντιταχτείς σ’ αυτό θά ‘ταν σα να επιχειρείς να ξαναφέρεις την αγροτιά στην ανυπαρξία.

Η εθνική ετερογένεια ανάμεσα στην πόλη και το χωριό γινόταν οδυνηρά αισθητή και στα σοβιέτ που ήταν κυρίως οργανώσεις των πόλεων. Κάτω από τη διεύθυνση των συμφιλιωτικών κομμάτων τα σοβιέτ προσποιούνταν διαρκώς πως αγνοούν τα εθνικά ενδιαφέροντα του αυτόχθονα πληθυσμού. Εδώ βρισκόταν μια από τις αιτίες της αδυναμίας των σοβιέτ στην Ουκρανία. Τα σοβιέτ της Ρίγας και του Ρεβάλ ξεχνούσαν τα συμφέροντα των Λεττονών και των Εσθονών. Το συμφιλιωτικό σοβιέτ του Μπακού παραμελούσε τα συμφέροντα ενός πληθυσμού κυρίως τουρκμενικού. Κάτω από ένα. ψεύτικο έμβλημα διεθνισμού, τα σοβιέτ κάνανε συχνά αγώνα εναντίον του ουκρανικού ή μουσουλμανικού αμυντικού εθνικισμού καμουφλάροντας τον καταπιεστικό εκρωσισμό που ασκούνταν από τις πόλεις. Θα περάσει ακόμα πολύς καιρός, ακόμα και κάτω από την κυριαρχία των μπολσεβίκων, ώσπου να μάθουν τα σοβιέτ της περιφέρειας να μιλάνε τη γλώσσα του χωριού.

Η πρωτόγονη κατάστασή τους, οικονομική και πολιτιστική, δεν επέτρεπε γενικά στους σιβηριανούς αλλογενείς τους τσακισμένους από τις φυσικές συνθήκες και την εκμετάλλευση ν’ ανέβουν στο επίπεδο όπου αρχίζουν οι εθνικές διεκδικήσεις. Η βότκα, η εφορία και η καταναγκαστική ορθοδοξία ήταν από αιώνες οι κύριοι μοχλοί της κρατικής εξουσίας. Την αρρώστια που οι Ιταλοί αποκαλούσαν γαλλική5 και οι Γάλλοι ναπολιτάνικη, οι σιβηριανοί λαοί την έλεγαν ρωσική: αυτό δείχνει από ποια πηγή έρχονταν τα σπέρματα του πολιτισμού. Η Φεβρουαριανή Επανάσταση δεν έφτασε ως έχει. Οι κυνηγοί και οι οδηγοί ταράνδων στις πολικές απεραντοσύνες θα χρειαστεί να περιμένουν ακόμα πολύ ώσπου νά ‘ρθει ή αυγή.

Οι πληθυσμοί και οι φυλές στο Βόλγα, στο βόρειο Καύκασο, στην Κεντρική Ασία, αφυπνισμένοι για πρώτη φορά με την εξέγερση του Φλεβάρη από μια προϊστορική διαβίωση, δε γνώριζαν ακόμα ούτε εθνική μπουρζουαζία ούτε προλεταριάτο. Πάνω από την αγροτοποιμενική μάζα αποσπώνταν, από τα ανώτερα στρώματα, μια λεπτή πέτσα διανοούμενοι. Προτού υψωθεί σε πρόγραμμα εθνικής αυτοδιοίκησης, η πάλη διεξαγόταν γύρω απ’ τα ζητήματα ενός αλφάβητου που θα τό ‘θελαν δικό τους, ενός δικού τους δάσκαλου – καμιά φορά ενός… δικού τους παπά. Κείνα τα υπερκαταπιεζόμενα όντα θα διαπίστωναν μέσα από πείρα πικρή πως οι μορφωμένοι πάτρωνες του κράτους δε θα τους επιτρέπανε ν’ ανέβουν μόνοι τους. Καθυστερημένοι ανάμεσα σ’ όλα τ’ άλλα, βρίσκονταν αναγκασμένοι να ζητήσουν σύμμαχο στην πιο επαναστατική τάξη. Έτσι, με τα αριστερά στοιχεία της νεαρής διανόησής τους, οι Βοτιάκοι, οι Τσουβάσοι, οι Ζυριάνοι, οι φυλές του Ταγκεστάν και του Τουρκεστάν άρχισαν ν’ ανοίγουν δρόμους προς τους μπολσεβίκους.

Ο προορισμός των αποικιακών κτήσεων, ιδιαίτερα στην Κεντρική Ασία, μεταβλήθηκε με την οικονομική εξέλιξη του κέντρου το όποιο, ύστερα από την άμεση και ανοιχτή ληστεία, κυρίως την εμπορική ληστεία, πέρασε σε μεθόδους καλύτερα μεταμφιεσμένες, μετατρέποντας τους Ασιάτες χωρικούς σε προμηθευτές πρώτων βιομηχανικών υλών, κυρίως μπαμπακιού. Η ιεραρχικά οργανωμένη εκμετάλλευση, συνδυάζοντας τη βαρβαρότητα του καπιταλισμού με τα βάρβαρα πατριαρχικά ήθη, διατηρούσε με επιτυχία τους ασιατικούς λαούς σε κατάσταση έσχατης εθνικής ταπείνωσης. Το φεβρουαριανό καθεστώς είχε εδώ αφήσει όλα τα πράγματα στην παλιά κατάσταση.

Οι καλύτερες γαίες που τις είχαν διαρπάξει, κάτω από το τσαρικό καθεστώς, από τους Μπασκίρους, τους Μπουριάτες, τους Κιρκάσιους και άλλους νομάδες, εξακολουθούσαν να παραμένουν στα χέρια των ευγενών γαιοκτημόνων και των εύπορων Ρώσων χωρικών, που ήταν διασκορπισμένοι σε αποικιακές οάσεις ανάμεσα στο ντόπιο πληθυσμό. Η αφύπνιση του πνεύματος εθνικής ανεξαρτησίας σήμαινε εδώ πριν απ’ όλα αγώνα εναντίον των αποικιστών που δημιουργούσαν ένα τεχνητό κομμάτιασμα και καταδικάζανε τους νομάδες στην πείνα και στο μαρασμό. Από το άλλο μέρος οι παρείσακτοι υπεράσπιζαν με λύσσα εναντίον του «σεπαρατισμού» των Ασιατών την ενότητα της Ρωσίας, δηλαδή τη ληστρική τους ασυδοσία. Το μίσος των αποίκων απέναντι στο κίνημα των ντόπιων, έπαιρνε ζωολογικές μορφές. στην Υπερβαϊκαλία προετοίμαζαν βιαστικά πογκρόμ ενάντια στους Μπουριάτες, κάτω από τη διεύθυνση των μαρτιάτικων σοσιαλεπαναστατών που αντιπροσωπεύονταν από κοινοτικούς γραφιάδες και υπαξιωματικούς που είχανε γυρίσει από το μέτωπο.

Στην προσπάθειά τους να διατηρήσουν όσο γινόταν πιότερο καιρό την παλιά τάξη, όλοι οι εκμεταλλευτές και οι φορείς βίας στις αποικισμένες περιοχές επικαλούνταν από κει και πέρα τα κυριαρχικά δικαιώματα της Συντακτικής Συνέλευσης: αυτή τη φρασεολογία τους την πρόσφερε η προσωρινή κυβέρνηση που έβρισκε σ’ αυτούς το καλύτερο στήριγμά της. Από το άλλο μέρος οι προνομιούχες κορυφές των καταπιεζόμενων λαών αναφέρονταν ολοένα και πιο συχνά στο όνομα της Συντακτικής Συνέλευσης. Ακόμα και οι ιμάμηδες της μουσουλμανικής θρησκείας που είχαν υψώσει πάνω στους ορεινούς πληθυσμούς και τις αφυπνισμένες φυλές του βόρειου Καύκασου το πράσινο λάβαρο του Κορανίου, σ’ όλες τις περιπτώσεις όπου η πίεση από τα κάτω τους έφερνε σε δύσκολη θέση, επιμένανε πάνω στην ανάγκη της αναβολής «ως τη Συντακτική». Αυτό κατάντησε το σύνθημα των συντηρητικών, της αντίδρασης, των άπληστων συμφερόντων και προνομίων σε όλα τα τμήματα της χώρας. Έκκληση στη Συντακτική Συνέλευση σήμαινε: αναβολή και χρονοτριβή. Χρονοτριβή σήμαινε: συγκέντρωση των δυνάμεων και πνίξιμο της επανάστασης.

Η διεύθυνση έπεφτε ωστόσο στα χέρια των εκκλησιαστικών αρχών και της φεουδαλικής αριστοκρατίας μόνο τους πρώτους καιρούς, μόνο στους καθυστερημένους λαούς, σχεδόν αποκλειστικά στους Μουσουλμάνους. Γενικά το εθνικό κίνημα στους κάμπους είχε φυσικά επικεφαλής του δασκάλους, κοινοτικούς γραφιάδες, μικροϋπαλλήλους και αξιωματικούς κι ως ένα μέρος εμπόρους. Παράπλευρα με τη ρωσική η εκρωσισμένη ιντελιγκέντσια6, ανάμεσα στα πιο ρωμαλέα και εύπορα στοιχεία στις περιφερειακές πόλεις κατάφερε να συγκροτηθεί ένα άλλο στρώμα πιο νεανικό, στενά δεμένο από τις ρίζες του με το χωριό, που δεν είχε βρει θέση στο τραπέζι του κεφαλαίου και φυσικά είχε επιφορτιστεί με την πολιτική εκπροσώπηση των εθνικών συμφερόντων, ως ένα μέρος και κοινωνικών, των βαθιών μαζών της αγροτιάς.

Μ’ όλο που αντιτάσσονταν με εχθρότητα στους Ρώσους συμφιλιωτές πάνω στη γραμμή των εθνικών διεκδικήσεων, οι συμφιλιωτές της περιφέρειας άνηκαν στον ίδιο βασικό τύπο κι ακόμα έφερναν συχνά τις ίδιες ονομασίες. Οι σοσιαλεπαναστάτες και οι σοσιαλδημοκράτες της Ουκρανίας, οι μενσεβίκοι της Γεωργίας και της Λεττονίας, οι τρουντόβικοι της Λιθουανίας προσπαθούσαν, το ίδιο όπως και οι ομώνυμοί τους Μεγαλορώσοι, να κρατήσουνε την επανάσταση στα πλαίσια του αστικού καθεστώτος. Μα η έσχατη αδυναμία της ντόπιας μπουρζουαζίας ανάγκαζε εδώ τους μενσεβίκους και τους σοσιαλεπαναστάτες ν’ αρνούνται το συνασπισμό και να παίρνουν στα χέρια τους την κρατική εξουσία. Αναγκασμένοι στον τομέα του αγροτικού και εργατικού ζητήματος να τραβήξουν πέρα από την κεντρική εξουσία, οι συμφιλιωτές της περιφέρειας κέρδιζαν πολύ με το να δείχνονται στο στρατό και στη χώρα αντίπαλοι της προσωρινής κυβέρνησης συνασπισμού. Όλα αυτά ήταν αρκετά, αν όχι να δημιουργήσουν διαφορετικά πεπρωμένα ανάμεσα στους Μεγαλορώσους συμφιλιωτές και τους συμφιλιωτές της περιφέρειας, τουλάχιστο να καθορίσουν τη διαφορά ρυθμών στην άνοδό τους και στην πτώση τους.

Η γεωργιανή σοσιαλδημοκρατία όχι μόνο έσερνε πίσω της τη φτωχή αγροτιά της μικρής Γεωργίας, μα είχε και την απαίτηση, όχι χωρίς κάποια επιτυχία, να διευθύνει το κίνημα της «επαναστατικής δημοκρατίας» σ’ ολόκληρη τη Ρωσία. Τους πρώτους μήνες της επανάστασης οι κορυφές της γεωργιανής ιντελιγκέντσιας έβλεπαν τη Γεωργία όχι σαν εθνική πατρίδα, μα σαν Γιρόνδη7, σαν μιαν ευλογημένη επαρχία του Νότου που είχε κληθεί να προμηθέψει αρχηγούς για ολόκληρη τη χώρα. Στην Εθνική Συνδιάσκεψη της Μόσχας, ένας από τους πιο επιφανείς Γεωργιανούς μενσεβίκους, ο Τσχενκέλι, καυχήθηκε ότι οι Γεωργιανοί, ακόμα και κάτω από το τσαρικό καθεστώς, στις καλές όσο και στις κακές μέρες, διακήρυχναν: «Μοναδική πατρίδα είναι η Ρωσία». «Τι να πούμε για το γεωργιανό έθνος; –ρωτούσε ο ίδιος ο Τσχεννκέλι, ένα μήνα κατόπι, στη Δημοκρατική Συνδιάσκεψη– είναι ολόκληρο στην υπηρεσία της μεγάλης Ρωσικής Επανάστασης». Και πραγματικά: οι Γεωργιανοί συμφιλιωτές όσο ναι οι Εβραίοι ήταν πάντα «στην υπηρεσία» της μεγαλορωσικής γραφειοκρατίας όταν χρειαζότανε να μετριάσουν ή να χαλιναγωγήσουν τις εθνικές διεκδικήσεις διαφόρων περιοχών.

Αυτό συνεχίστηκε, ωστόσο, ίσα–ίσα όσο οι Γεωργιανοί σοσιαλδημοκράτες διατηρούσαν την ελπίδα να κρατήσουνε την επανάσταση στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας. Στο μέτρο που εμφανιζόταν ο κίνδυνος μιας νίκης των μαζών που διευθύνονταν από το μπολσεβικισμό, η γεωργιανή σοσιαλδημοκρατία χαλάρωνε τους δεσμούς της με τους Ρώσους συμφιλιωτές και προσκολλιόταν ολοένα και πιο στενά στα αντιδραστικά στοιχεία της ίδιας της Γεωργίας. Τη στιγμή της νίκης των σοβιέτ, οι Γεωργιανοί θιασώτες μιας και αδιαίρετης Ρωσίας γίνονται κήρυκες του σεπαρατισμού και δείχνουν στους άλλους λαούς της Υπερκαυκασίας τα κίτρινα σκυλόδοντα του σωβινισμού.

Το αναπόφευκτο εθνικό καμουφλάρισμα των κοινωνικών ανταγωνισμών, που άλλωστε ήταν γενικά λιγότερο αναπτυγμένο στην περιφέρεια, εξηγεί αρκετά γιατί η Οκτωβριανή Επανάσταση θα συναντούσε στα περισσότερα καταπιεζόμενα έθνη αντίσταση μεγαλύτερη απ’ ό,τι στην κεντρική Ρωσία. Σ’ αντάλλαγμα όμως η εθνική πάλη από μόνη της τράνταζε αλύπητα το φεβρουαριανό καθεστώς, δημιουργώντας για την επανάσταση στο κέντρο μια πολιτική περιφέρεια αρκετά ευνοϊκή.

Στις περιπτώσεις που συμπέφτανε με ταξικές αντιθέσεις, οι εθνικοί ανταγωνισμοί έπαιρναν οξύτητα εξαιρετική. Η προαιώνια πάλη ανάμεσα στη λεττονική αγροτιά και τους Γερμανούς βαρώνους έσπρωξε στις αρχές του πολέμου πολλές χιλιάδες Λεττονούς εργαζόμενους να καταταχτούν εθελοντικά στο στρατό. Τα συντάγματα των τουφεκιοφόρων που αποτελούνταν από Λεττονούς μεροκαματιάρηδες και χωρικούς λογίζονταν από τα καλύτερα στο μέτωπο. Ωστόσο το Μάη αποφαίνονταν κιόλας υπέρ της εξουσίας των σοβιέτ. Ο εθνικισμός βρέθηκε να είναι μόνο το περικάλυμμα ενός ανώριμου μπολσεβικισμού. Ανάλογο προτσέσο ξετυλιγόταν και στην Εσθονία.

Στη Λευκορωσία με τους Πολωνούς ή εκπολωνισμένους γαιοκτήμονες, τον εβραϊκό πληθυσμό στις πόλεις και στις κωμοπόλεις, καθώς και τη ρωσική δημοσιοϋπαλληλία – η διπλά και τριπλά καταπιεζόμενη αγροτιά, κάτω από την επίδραση του κοντινού μετώπου, κατεύθυνε κιόλας πριν από τον Οκτώβρη το εθνικοκοινωνικό ξεσήκωμά της στο ρεύμα του μπολσεβικισμού. Στις εκλογές για τη Συντακτική Συνέλευση η συντριπτική μάζα των χωρικών της Λευκορωσίας θα ψηφίσει υπέρ των μπολσεβίκων.

Όλα αυτά τα προτσέσα όπου η αφυπνισμένη εθνική αξιοπρέπεια συνδυαζόταν με την κοινωνική αγανάχτηση, άλλοτε συγκρατώντας την, άλλοτε σπρώχνοντάς την μπροστά, βρίσκανε στον υπέρτατο βαθμό τη ζωντανή τους έκφραση στο στρατό όπου δημιουργούνταν πυρετικά εθνικά συντάγματα, άλλοτε πατροναρισμένα, άλλοτε ανεκτά, άλλοτε κατατρεγμένα από την κεντρική εξουσία, ανάλογα με τη στάση τους απέναντι στον πόλεμο και τους μπολσεβίκους, μα που στο σύνολό τους στρέφονταν ολοένα και πιο εχθρικά ενάντια. στην Πετρούπολη.

Πηγή : Elaliberta.gr

 

 

Κοινοποιήστε