Ο Μαρξ για τους αγρότες: «η επαναστατικοποίηση της πιο στάσιμης τάξης»

Το παρακάτω κείμενο είναι απόσπασμα από το έργο του Καρλ Μαρξ "Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία 1848-1850". Σε αυτό ο Μαρξ, με σημείο αναφοράς τα γεγονότα στη Γαλλία που οδήγησαν στην άνοδο του Λουδοβίκου Βοναπάρτη στην εξουσία, αναλύει τη φύση της εκμετάλλευσης που υφίσταται ο αγρότης από το μεγάλο κεφάλαιο και την πορεία που τον οδηγεί στη ρήξη μαζί του, στην οποία οδηγείται μέσα από τη διάψευση των αυταπατών για το αστικό καθεστώς."...Βλέπει κανείς ότι η εκμετάλλευση τους δεν διαφέρει παρά στη μορφή από την εκμετάλλευση του βιομηχανικού προλεταριάτου. Ο εκμεταλλευτής είναι ο ίδιος: το κεφάλαιο. Οι ξεχωριστοί κεφαλαιοκράτες εκμεταλλεύονται τους ξεχωριστούς αγρότες με την υποθήκη και την τοκογλυφία. Η κεφαλαιοκρατική τάξη εκμεταλλεύεται την αγροτική τάξη με τους κρατικούς φόρους. Ο τίτλος ιδιοκτησίας του αγρότη είναι το μαγικό μέσο, που με αυτό, το κεφάλαιο τον κρατά κάτω από τη γοητεία του, το πρόσχημα, που με αυτό το διεγείρει ενάντια στο βιομηχανικό προλεταριάτο. Μόνο η πτώση του κεφαλαίου μπορεί να σηκώσει τον αγρότη. Μόνο μια αντικεφαλαιοκρατική, μια προλεταριακή κυβέρνηση μπορεί να σπάσει την οικονομική του αθλιότητα, τον κοινωνικό του εξευτελισμό..."

…Ο πληθυσμός της υπαίθρου – πάνω από τα δυο τρίτα όλου του γαλλικού πληθυσμού – αποτελείται στο μεγαλύτερο μέρος του από τους λεγόμενους ελεύθερους ιδιοκτήτες γης. Η πρώτη γενιά, που η επανάσταση του 1789 την απελευθέρωσε δωρεάν από τα φεουδαρχικά βάρη της, δεν είχε πληρώσει αντίτιμο για τη γη. Οι επόμενες όμως γενιές πλήρωναν, με τη μορφή της τιμής της γης, αυτό που οι μισο-δουλοπάροικοι πρόγονοί τους πλήρωναν με τη μορφή της γαιοπροσόδου, της δεκάτης, των αγγαρειών κλπ. Κι όσο από τη μια μεριά αύξανε ο πληθυσμός, τόσο περισσότερο από την άλλη μεριά μεγάλωνε το κομμάτιασμα της γης και τόσο η τιμή των κομματιών της γης γινόταν ακριβότερη, γιατί μαζί με τη στενότητά τους αύξανε και η ζήτησή τους. Μα, στην αναλογία που ανέβαινε η τιμή που πλήρωνε ο αγρότης για το κομμάτι γης, είτε το αγόραζε απευθείας, είτε του το λογάριαζαν οι συγκληρονόμοι του σαν κεφάλαιο, στην ίδια αναλογία μεγάλωνε αναγκαστικά και η υπερχρέωση του αγρότη, δηλαδή η υποθήκη. Γιατί το δικαίωμα του πιστωτή πάνω στη γη ονομάζεται υποθήκη, ενεχυρογραμμάτιο πάνω στη γη. Κι όπως πάνω στο μεσαιωνικό χτήμα συσσωρεύονταν τα προνόμια, έτσι πάνω στο σύγχρονο κομμάτι της γης συσσωρεύονται οι υποθήκες.

Από την άλλη μεριά: στο καθεστώς του κομματιάσματος η γη είναι για τους ιδιοκτήτες της ένα απλό όργανο παραγωγής. Στο βαθμό λοιπόν που κομματιάζεται η γη, στον ίδιο βαθμό ελαττώνεται και η γονιμότητά της. Η χρησιμοποίηση μηχανών στη γη, ο καταμερισμός της δουλειάς, τα μεγάλα εγγειοβελτιωτικά έργα, όπως η κατασκευή αποχετευτικών και αρδευτικών διωρύγων κλπ, γίνονται όλο και πιο αδύνατα, ενώ τα μη παραγωγικά έξοδα καλλιέργειας αυξάνουν στην ίδια αναλογία με το κομμάτιασμα αυτού του ίδιου του οργάνου παραγωγής. Κι όλα αυτά, άσχετα με το αν ο μικρός κληρούχος έχει ή όχι κεφάλαιο. Όσο όμως μεγαλώνει το κομμάτιασμα της γης, τόσο περισσότερο το κομματάκι της γης αποτελεί μαζί με τα πανάθλια εφόδιά του το μοναδικό κεφάλαιο του μικρού αγρότη, τόσο περισσότερο σταματά η επένδυση κεφαλαίων στη γη, τόσο περισσότερο λείπουν από το μικρό αγρότη η γη, τα χρήματα και η μόρφωση, για να μπορεί να εφαρμόζει τις προόδους της γεωπονίας και τόσο περισσότερο πάει προς τα πίσω η καλλιέργεια της γης.

Τέλος, τα καθαρά έσοδα ελαττώνονται στην ίδια αναλογία που μεγαλώνει η ακαθάριστη κατανάλωση, στην ίδια αναλογία που η ιδιοκτησία καρά ολόκληρη την οικογένεια του αγρότη μακριά από άλλες ασχολίες, η ιδιοκτησία που ωστόσο δεν είναι ικανή να τη ζήσει. Στο μέτρο λοιπόν που αυξάνει ο πληθυσμός, και μαζί μ’ αυτόν το κομμάτιασμα της γης, στο ίδιο μέτρο γίνεται ακριβότερο το όργανο της παραγωγής, η γη, κι ελαττώνεται η γονιμότητα της, στο ίδιο μέτρο παρακμάζει η γεωργία και καταχρεώνεται ο αγρότης. Και κείνο που ήταν αποτέλεσμα, γίνεται με τη σειρά του η αιτία. Η κάθε, γενιά αφήνει πίσω της την ερχόμενη πιο βαθιά βουτηγμένη στα χρέη, η κάθε καινούργια γενιά ξεκινά κάτω από πιο δυσμενείς και πιο βαριούς όρους, η υποθήκευση γεννά την υποθήκευση, κι όταν για τον αγρότη γίνεται αδύνατο να προσφέρει με το κομμάτι της γης του ένα ενέχυρο για καινούργια χρέη, δηλαδή να το επιβαρύνει με νέες υποθήκες, πέφτει απευθείας στα χέρια του τοκογλύφου και οι τοκογλυφικοί τόκοι γίνονται ακόμα πιο υπέρογκοι.

Έτσι ο Γάλλος αγρότης έφτασε στο σημείο να παραχωρεί στον κεφαλαιοκράτη, με τη μορφή των τόκων για τις δεσμευτικές υποθήκες της γης, με τη μορφή των τόκων για τις μη ενυπόθηκες προκαταβολές του τοκογλύφου, όχι μονάχα τη γαιοπρόσοδο, όχι μονάχα το βιομηχανικό κέρδος, με μια λέξη όχι μονάχα ολόκληρο το καθαρό κέρδος, αλλά ακόμα κι ένα μέρος του μισθού εργασίας και να κατρακυλάει στο επίπεδο Ιρλανδού ενοικιαστή της γης κι όλα αυτά με το πρόσχημα ότι είναι ατομικός ιδιοκτήτης.

Η πορεία αυτή επιταχύνθηκε στη Γαλλία με τη συνεχή αύξηση του φορολογικού βάρους και με τα δικαστικά έξοδα, που τα προκαλούσαν εν μέρει άμεσα οι ίδιες οι διατυπώσεις με τις οποίες η γαλλική νομοθεσία περιβάλλει την ιδιοκτησία της γης, εν μέρει οι αναρίθμητες μικροσυγκρούσεις ανάμεσα στους ιδιοκτήτες των κομματιών γης που συνορεύουν και διασταυρώνονται απ’ όλες τις μεριές, εν μέρει η δικομανία των αγροτών για τους οποίους η απόλαυση της ιδιοκτησίας περιορίζεται στη φανατική υπεράσπιση της φανταστικής ιδιοκτησίας, του δικαιώματος της ιδιοκτησίας.

Σύμφωνα με τη στατιστική έκθεση του 1840, το ακαθάριστο προϊόν του γαλλικού εδάφους ήταν 5.237.178.000 φράγκα, απ’ αυτά, 3.552.000.000 φράγκα πηγαίνουν στα έξοδα καλλιέργειας, μαζί και στην κατανάλωση των δουλευτάδων. Μένει ένα καθαρό προϊόν από 1.685.178.000 φράγκα, από τα οποία τα 550 εκατομμύρια πρέπει να αφαιρεθούν για τους τόκους υποθηκών, 100 εκατομμύρια για δικαστικούς υπαλλήλους, 350 εκατομμύρια για φόρους και 107 εκατομμύρια για δικαιώματα πρωτοκόλλου, τέλη χαρτοσήμου, φόρους υποθήκης κλπ. Μένει λοιπόν το 1/3 του καθαρού προϊόντος, 578 εκατομμύρια. Αν αυτό το μοιράσουμε κατά κάτοικο, τότε δεν αναλογούν ούτε 25 φράγκα καθαρό προϊόν στον καθένα. Φυσικά ούτε η μη ενυπόθηκη τοκογλυφία, ούτε τα έξοδα για τους δικηγόρους κλπ, μπαίνουν σε αυτόν τον υπολογισμό.

Καταλαβαίνει κανείς ποια είναι η κατάσταση των Γάλλων αγροτών όταν η Δημοκρατία είχε προσθέσει κι άλλα καινούρια βάρη στα παλιά. Βλέπει κανείς ότι η εκμετάλλευση τους δεν διαφέρει παρά στη μορφή από την εκμετάλλευση του βιομηχανικού προλεταριάτου. Ο εκμεταλλευτής είναι ο ίδιος: το κεφάλαιο. Οι ξεχωριστοί κεφαλαιοκράτες εκμεταλλεύονται τους ξεχωριστούς αγρότες με την υποθήκη και την τοκογλυφία. Η κεφαλαιοκρατική τάξη εκμεταλλεύεται την αγροτική τάξη με τους κρατικούς φόρους. Ο τίτλος ιδιοκτησίας του αγρότη είναι το μαγικό μέσο, που με αυτό, το κεφάλαιο τον κρατά κάτω από τη γοητεία του, το πρόσχημα, που με αυτό το διεγείρει ενάντια στο βιομηχανικό προλεταριάτο. Μόνο η πτώση του κεφαλαίου μπορεί να σηκώσει τον αγρότη. Μόνο μια αντικεφαλαιοκρατική, μια προλεταριακή κυβέρνηση μπορεί να σπάσει την οικονομική του αθλιότητα, τον κοινωνικό του εξευτελισμό. Η συνταγματική δημοκρατία είναι η δικτατορία των ενωμένων εκμεταλλευτών. Η σοσιαλδημοκρατική, η κόκκινη δημοκρατία, είναι η δικτατορία των συμμάχων του. Και η ζυγαριά ανεβαίνει ή κατεβαίνει ανάλογα με τις ψήφους που ο αγρότης ρίχνει στην κάλπη. Ο ίδιος πρέπει να αποφασίσει για την τύχη του. Έτσι μιλούσαν οι σοσιαλιστές σε φυλλάδια, σε εγκόλπια και άλλα ημερολόγια, σε προκηρύξεις κάθε λογής.

Η γλώσσα αυτή του έγινε πιο κατανοητή χάρη στα αντίθετα γραφτά του κόμματος της τάξεως που επίσης με τη σειρά του στράφηκε σ’ αυτόν και με τη χοντροκομμένη υπερβολή, με τη χτηνώδικη ερμηνεία και παρουσίαση των προθέσεων και ιδεών των σοσιαλιστών, άγγιζε τη λεπτή χορδή του χωρικού και υπερερέθιζε τη μεγάλη του όρεξη για τον απαγορευμένο καρπό. Αλλά η πιο κατανοητή γλώσσα ήταν η πείρα που είχε κερδίσει η αγροτική τάξη με τη χρήση του δικαιώματος ψήφου, και οι απογοητεύσεις που δοκίμαζε τη μια ύστερα από την άλλη, με επαναστατική ταχύτητα.

Οι επαναστάσεις είναι οι ατμομηχανές της ιστορίας. Η βαθμιαία μεταστροφή των αγροτών εκδηλώθηκε με διάφορα συμπτώματα. Φάνηκε κιόλας στις εκλογές για τη νομοθετική συνέλευση, φάνηκε στην κατάσταση πολιορκίας, των πέντε νομών που συνορεύουν με τη Λυόν, φάνηκε λίγους μήνες ύστερα από τις 13 του Ιούνη στην εκλογή ενός ορεινού στη θέση του πρώην προέδρου της «μοναδικής στα χρονικά βουλής» (Chambre introuvable) από το νομό της Ζιρόντ, φάνηκε στις 20 του Δεκέμβρη 1849 στην εκλογή ενός κόκκινου στη θέση ενός νομιμόφρονα βουλευτή που πέθανε στο νομό Ντυ Γκαρ, σ’ αυτή τη γη της επαγγελίας των νομιμοφρόνων, σ’ αυτό το θέατρο των πιο φοβερών κακουργημάτων ενάντια στους δημοκρατικούς στα 1794 και 1795, στο κέντρο αυτό της λευκής τρομοκρατίας στα 1815, όπου σκοτώθηκαν δημόσια φιλελεύθεροι και διαμαρτυρόμενοι. Αυτή η επαναστατικοποίηση της πιο στάσιμης τάξης εκδηλώνεται ολοφάνερα ύστερα από την επαναφορά του φόρου του κρασιού. Τα κυβερνητικά μέτρα και οι νόμοι του Γενάρη και του Φλεβάρη του 1850 στρέφονται σχεδόν αποκλειστικά ενάντια στους νομούς και στους αγρότες. Αυτό είναι και η πιο τρανή απόδειξη της προόδου τους…

Από το βιβλίο Καρλ Μαρξ «Ιστορικά Έργα» – Εκδόσεις Αναγνωστίδη