Κατάρρευση της ΕΣΣΔ: πώς αληθινά επέδρασε στον νεαρό Αλέξη
Οι σχετικά ψυχρές και διπλωματικές περιγραφές του συγγραφέα για τα σημαντικά πολιτικά γεγονότα της περιόδου της νιότης του συνεχίζονται. Αυτή τη φορά, στο επίκεντρο βρίσκεται το ίδιο το σημαντικότερο ιστορικό γεγονός της μεταπολεμικής περιόδου, δηλαδή η κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Σχετικά με αυτό το κολοσσιαίας σημασίας γεγονός λοιπόν, ο Αλέξης Τσίπρας περιορίζεται να γράψει μονάχα τα ακόλουθα: «Το τυπικό και δραματικό τέλος της Σοβιετικής Ένωσης το παρακολουθήσαμε από τους τηλεοπτικούς δέκτες μας το απόγευμα των Χριστουγέννων του 1991, οπότε και κατέβηκε για πάντα η κόκκινη σημαία με το σφυροδρέπανο από το κτίριο του Κρεμλίνου. Τέλος εποχής! (σελ. 42) […] Η πτώση του Βερολίνου και η υποστολή της κόκκινης σημαίας από το Κρεμλίνο δεν επηρέασε μόνο όσους παρέμειναν στην ορθόδοξη οπτική, αλλά και όσους άσκησαν κριτική στον υπαρκτό σοσιαλισμό. Η ήττα έπληξε βαριά όλες τις αποχρώσεις και τις τάσεις της Αριστεράς (σελ. 43)».
Σε αυτά τα αποσπάσματα τα κλισέ είναι τόσο έντονα παρόντα που, αν κάποιος τα διαβάσει χωρίς να γνωρίζει το όνομα του συγγραφέα, κάλλιστα μπορεί να υποθέσει ότι έχουν γραφτεί από έναν οποιονδήποτε δεξιό, αστό πολιτικό. Τα περί «δράματος» και «τέλους εποχής», καθώς και οι διαπιστώσεις περί ήττας του συνόλου της Αριστεράς, αποτελούν βολικές κοινοτυπίες πίσω από τις οποίες κάποιος μπορεί να κρύψει την πρόθεσή του είτε να υπεκφύγει από το καίριο πολιτικό ερώτημα αν η καπιταλιστική παλινόρθωση στην ΕΣΣΔ ήταν ένα αντιδραστικό ή προοδευτικό γεγονός, είτε να καμουφλάρει την υποστήριξή του στη δεύτερη εκδοχή απάντησης.
Έχουμε ήδη σημειώσει πολλάκις, από τις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου, την απόπειρα του συγγραφέα κατά την αφήγηση των γεγονότων της νιότης του να καλύψει τα αυθεντικά αισθήματα και τις ιδέες που είχαν γεννηθεί μέσα του, πίσω από το πέπλο των πολιτικών σκοπιμοτήτων της σημερινής του καριέρας. Έτσι και οι κοινότυπες παραπάνω διατυπώσεις σχετικά με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ φέρουν εμφανώς τη σφραγίδα αυτών των σκοπιμοτήτων: σε μια περίοδο όπου το νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα προσπαθεί να αποκτήσει την ισχυρότερη δυνατή εκλογική απήχηση, οι σαφείς τοποθετήσεις υπέρ ή κατά της καπιταλιστικής παλινόρθωσης στην πρώην ΕΣΣΔ είναι παντελώς αχρείαστες και «ολντ-φάσιοντ». Η καριερίστικη εκλογοκεντρική λογική του σημερινού «χαρισματικού» ηγέτη επιβάλλει τέτοια ζητήματα, που μπορούν να διεγείρουν «παλιά» πάθη, να αντιμετωπίζονται με συστημικά κλισέ και διπλωματία.
Ωστόσο, στην κριτική προσέγγιση μιας αυτοβιογραφίας όπως η «Ιθάκη», αυτό που πάνω από όλα ενδιαφέρει είναι η ιστορική αλήθεια: πώς συγκεκριμένα επέδρασε η κατάρρευση της ΕΣΣΔ στη συνείδηση του νεαρού Αλέξη. Μια στοιχειωδώς προσεκτική ματιά στα γραφόμενα στο βιβλίο μας οδηγεί σε ένα ασφαλές συμπέρασμα για το είδος αυτής της επίδρασης. Χωρίς αμφιβολία, ενίσχυσε τα οπορτουνιστικά πολιτικά του στοιχεία και τον ώθησε σε προσωρινό πάγωμα της σχέσης του με την κομματική δράση, ακόμα και στον επαναπροσδιορισμό της πολιτικής του ταυτότητας. Έκφραση αυτής της διαδικασίας φαίνεται πως ήταν η χρονιά αναγκαστικής εκπαιδευτικής απραξίας εξαιτίας της αρχικής αποτυχίας στις Πανελλαδικές εξετάσεις (1992-93), καθώς και η χρονιά εισαγωγής στο Πανεπιστήμιο (1993-94).
Για την πρώτη χρονιά μετά το Λύκειο γράφει: «Ήταν μια χρονιά αναδιοργάνωσης και αυτογνωσίας. Οι κομματικές μου δραστηριότητες αραίωσαν, γιατί δεν είχα πια κοινωνικό χώρο αναφοράς, δεν ήμουν ούτε μαθητής, ούτε φοιτητής, αλλά και ο ΣΥΝ πήγαινε από το κακό στο χειρότερο (σελ. 43)».
Η «αναδιοργάνωση», η «αυτογνωσία» και η αραίωση των «κομματικών δραστηριοτήτων» δεν είναι δυνατόν να οφείλονταν βασικά στην έλλειψη «κοινωνικού χώρου αναφοράς» (sic). Αντίθετα, το λογικό θα ήταν μια χρονιά απαλλαγμένη από σχολικά ωράρια, με αποκλειστική υποχρέωση το διάβασμα για τις Πανελλαδικές εξετάσεις, να απελευθερώσει χρόνο για περισσότερη κομματική δράση – ειδικά από τη στιγμή που ο συγγραφέας ήταν ήδη και τυπικά ένα ηγετικό στέλεχος των Νέων του ΣΥΝ. Επιπλέον, η ανάγκη να αλλάξει η κατάσταση σε ένα κόμμα που «πήγαινε από το κακό στο χειρότερο», θα έπρεπε να δίνει ένα πρόσθετο κίνητρο δουλειάς για κάθε νεαρό ηγετικό του στέλεχος.
Συνεπώς, η κύρια αιτία για την «αραίωση» των κομματικών δραστηριοτήτων (αυτονόητα μαζί με μια φυσιολογική πίεση από το γονεϊκό – οικογενειακό περιβάλλον, ώστε η δεύτερη ευκαιρία των Πανελλαδικών να μην πάει χαμένη) δεν μπορεί παρά να ήταν οι αμφιβολίες που γεννήθηκαν στο νεαρό μυαλό ως αποτέλεσμα των καταιγιστικών πολιτικών γεγονότων που συνέβησαν κατά τα τρία πρώτα χρόνια της οργανωμένης πολιτικής του δράσης, όπως οι δύο διαδοχικές σημαντικές διασπάσεις του κόμματος και, πάνω από όλα, η κατάρρευση της ΕΣΣΔ.
Σε έναν μέσο νέο αγωνιστή του κομμουνιστικού κινήματος, χωρίς καριερίστικες πολιτικές βλέψεις, η κατάρρευση της ΕΣΣΔ μπορούσε να οδηγήσει βασικά σε δύο δρόμους: είτε σε μια από τα αριστερά αμφισβήτηση του σταλινικού ολοκληρωτισμού με την υιοθέτηση αντίστοιχων πολιτικών απόψεων και την ένταξη στα υπάρχοντα πολιτικά ρεύματα που τις διακήρυτταν, είτε στην πλήρη απογοήτευση και πολιτική αποστράτευση. Όμως, σε έναν νέο που έχει μολυνθεί πρόωρα από καριερίστικες πολιτικές φιλοδοξίες και οπορτουνισμό, αυτού του είδους οι διαψεύσεις και οι απογοητεύσεις επιδρούν διαφορετικά. Αντί να τον οδηγήσουν σε επαναστατικά συμπεράσματα ή στην πλήρη απογοήτευση και αποστράτευση, μέσα από μικρότερες ή μεγαλύτερες ταλαντεύσεις, λειτουργούν ως καταλύτης για μια δεξιότερη, ενεργή πολιτική πορεία.
Ένα παράξενο «μάθημα» από την εκλογική πανωλεθρία του «σημιτικού» ΣΥΝ
Το έτος 1993 φαίνεται, σύμφωνα με τα γραφόμενα στην «Ιθάκη», ότι παρείχε στον νεαρό Αλέξη ένα ακόμα γεγονός-ορόσημο για την πολιτική του κατεύθυνση. Αυτό ήταν η μεγάλη αποτυχία του ΣΥΝ, με επικεφαλής τη δεξιά ρεφορμίστρια και «εκσυγχρονίστρια» Μαρία Δαμανάκη στις εθνικές εκλογές, να μπει στη Βουλή. Και αυτή η αποτυχία φαίνεται ότι γέννησε ένα παράξενο και ασυνήθιστο για έναν νεαρό αγωνιστή πολιτικό μάθημα: «…Μέσα στην πίκρα της απογοήτευσης έμαθα πως αν θέλαμε να αλλάξουμε τον κόσμο, έπρεπε πρώτα να μας εμπιστευθούν οι πολίτες. Και για να μας εμπιστευθούν έπρεπε οι παλμοί μας να χτυπάνε στους ρυθμούς του λαού και όχι στον ρυθμό των δικών μας βεβαιοτήτων (σελ. 44)».
Αυτό το «μάθημα», δοσμένο με τόσους πολιτικούς γρίφους και απλουστευτικά υπονοούμενα, έχει αξία να αποκωδικοποιηθεί γιατί είναι ιδιαίτερα εύγλωττο για τη μέθοδο πολιτικού προσανατολισμού του συγγραφέα. Ας το αποκωδικοποιήσουμε λοιπόν. Η «πίκρα της πολιτικής απογοήτευσης» ασφαλώς ήταν ένα φυσιολογικό συναίσθημα για κάθε μέλος του ΣΥΝ μετά από μια τόσο σημαντική εκλογική ήττα – ειδικά για ένα μέλος που βρισκόταν σε μια κατάσταση «αναδιοργάνωσης» και «αραιής κομματικής δράσης». Ωστόσο, το «μάθημα» που φαίνεται πως προέκυψε στο μυαλό του συγγραφέα βρίθει χτυπητών αντιφάσεων και ασαφειών. Ενώ θα όφειλε φυσιολογικά να αφορά τις ιδέες, την πολιτική και το πρόγραμμα του κόμματος, έχει στο επίκε ντρό του σχήματα αφηρημένα, απλοϊκά και – ιδωμένα πάντοτε μέσα από μια συνεπή, αριστερή-κομμουνιστική σκοπιά – βαθιά ύπουλα.
.
Καταρχάς, υποστηρίζει ότι για να αλλάξει ο κόσμος «οι πολίτες» θα πρέπει «να μας εμπιστευθούν», υπονοώντας ότι πρέπει να εμπιστευθούν ένα αριστερό κόμμα. Αν αφήσουμε εδώ κατά μέρος τον απολύτως παθητικό ρόλο που επιφυλάσσει για τους πολίτες η σκέψη του συγγραφέα, καθώς και την υπερταξική τους προσέγγιση – αμφότερα ασφαλείς ενδείξεις των μικροαστικών σοσιαλδημοκρατικών του απόψεων – αυτό που μένει είναι το γνωστό και μη εξαιρετέο υπονοούμενο ενάντια στις παλιές «βεβαιότητες», που φυσικά αναφέρεται στις ίδιες τις ιδεολογικές κομμουνιστικές αρχές.
Από αυτόν τον ταχυδακτυλουργό του ρεφορμισμού – τον ηγέτη που υπέκυψε στον πειρασμό, για χάρη της πολιτικής του καριέρας, να μετατρέψει το περήφανο λαϊκό «Όχι» στο Δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015 σε ένα μίζερο και υποτακτικό κυβερνητικό «Ναι» – δεν θα περιμέναμε, φυσικά, να χρεώσει την εκλογική αποτυχία στη δεξιά πολιτική του ΣΥΝ του 1993, η οποία είχε εξαρχής καταστήσει το κόμμα πιστό απολογητή της σημιτικής πτέρυγας του ΠΑΣΟΚ. Γι’ αυτόν, είναι «λογικό» η δεξιά ηγετική πολιτική ενός τυπικά αριστερού κόμματος να μη θεωρείται η αιτία για την εκλογική του πανωλεθρία, αλλά ως φταίχτης να παρουσιάζονται κάποιες (αριστερές-κομμουνιστικές) «παλιές βεβαιότητες». Τέτοια είναι τα θαυμαστά δείγματα παραλογισμού που μπορεί διαχρονικά να μας προσφέρει απλόχερα ο οπορτουνισμός.
Συνεχίζεται
Σταμάτης Καραγιαννόπουλος




