Η νομιμοποίηση του «λοκ άουτ» κατ’ απαίτηση των δανειστών έχει ήδη τεθεί στο προσκήνιο.

 

Χρησιμοποιείται ως «αγωνιστικό» μέσο από τον εργοδότη, είτε «αμυντικά», για να καταπολεμήσει μία απεργία αρνούμενος να αποδεχθεί την εργασία των εργαζόμενων που δεν απεργούν και να μην πληρώσει κανένα μισθό (χρησιμοποιείται κυρίως στις περιπτώσεις της λεγόμενης στοχευμένης απεργίας, όταν δηλαδή το σωματείο αποφασίζει να απεργήσουν συγκεκριμένοι κομβικοί τομείς της επιχείρησης εμποδίζοντας την παραγωγή, αλλά οι υπόλοιποι εργαζόμενοι παρουσιάζονται για δουλειά και έχουν απαίτηση μισθού), είτε και «επιθετικά», κλείνοντας την επιχείρηση, επιδιώκοντας για παράδειγμα να πιέσει για αλλαγή της συλλογικής σύμβασης προς το χειρότερο.

Στην Ελλάδα, ο νόμος 1264 που ψηφίστηκε το 1982 από την πρώτη κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, απαγόρευσε ρητά την ανταπεργία σε όλες της τις μορφές. Ο νόμος αυτός αποτέλεσε την κατάργηση του αντεργατικού νόμου 330/1976 της πρώτης μεταπολιτευτικής κυβέρνησης Καραμανλή, ο οποίος είχε ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων από τα συνδικάτα.

Από την προοδευτική πτέρυγα των θεωρητικών του εργατικού δικαίου, υποστηρίζεται βάσιμα ότι η απαγόρευση της ανταπεργίας έχει συνταγματικό έρεισμα, καθώς τόσο το δικαίωμα στην εργασία (που παραβιάζεται ευθέως από την ανταπεργία) όσο και το δικαίωμα στην απεργία, προστατεύονται ρητά από το Σύνταγμα (άρθρο 22 παρ. 1 και άρθρο 23 παρ. 2 αντίστοιχα). Σε τελική ανάλυση, η απεργία είναι το μόνο μέσο που διαθέτουν οι εργαζόμενοι στα πλαίσια της καπιταλιστικής κοινωνίας, προκειμένου να αντισταθμίσουν τη δομική διαπραγματευτική ανισότητα που υπάρχει ανάμεσα σε αυτούς και τους εργοδότες, ανισότητα που προκύπτει από το γεγονός ότι οι τελευταίοι έχουν στην ιδιοκτησία τους τα μέσα παραγωγής. Αν στερηθούν την προστασία αυτού του μέσου οι εργαζόμενοι, στην πραγματικότητα δεν έχουν καμία διαπραγματευτική δύναμη απέναντι στην εργοδοσία.

Οι δανειστές – εντολείς της σημερινής «αριστερής» κυβέρνησης, δεν μπορούν φαίνεται να ανεχτούν άλλο αυτή τη μεροληπτική στάση του νόμου ενάντια στους εργοδότες, αυτό το «τραγικό κατάλοιπο της μεταπολίτευσης»… Έτσι λοιπόν, ήρθε η ώρα μετά την ουσιαστική κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων που πέρασε με τους προηγούμενους μνημονιακούς νόμους, να ανοίξει η συζήτηση για τη νομιμοποίηση της ανταπεργίας.

Αυτό προβλέπει και ο Αναθεωρημένος Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης της ΕΕ, στην κύρωση του οποίου προχωράει η ελληνική κυβέρνηση με νομοσχέδιο που κατέθεσε στην Βουλή στις 25/11/2015 και βρίσκεται για διαβούλευση στην Διαρκή Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων. Στο άρθρο 1 παράγραφος 6 του κειμένου αυτού υπάρχει ρητή πρόβλεψη προστασίας της απεργίας, αλλά και της ανταπεργίας. Βέβαια, στο παράρτημα του κατατεθέντος νομοσχεδίου και στην αιτιολογική του έκθεση υπάρχει ρητή διατύπωση, ότι δεν προβλέπεται δέσμευση για την συμπερίληψη της νομιμοποίησης της ανταπεργίας στο ελληνικό νομοσχέδιο. Ωστόσο, η ρητή δέσμευση της κυβέρνησης, με την συμφωνία της 12ης Ιούλη να υιοθετήσει τις «βέλτιστες πρακτικές της ΕΕ για την αγορά εργασίας» όπως και τα έως σήμερα νομοθετικά προηγούμενα της ΕΕ, δεν αφήνουν πολύ χώρο για αισιοδοξία. Όπως ούτε και οι μέχρι σήμερα «αντιστάσεις» της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ στις απαιτήσεις των δανειστών, αφήνουν τέτοιο χώρο.

Είναι βέβαιο, ότι οι πιέσεις των δανειστών θα ενταθούν τόσο στο συγκεκριμένο ζήτημα όσο και συνολικά στην αλλαγή του νόμου 1264, με σκοπό τον περιορισμό του ίδιου του δικαιώματος της απεργίας, όπως ήδη διαρρέεται στον τύπο. Αυτές οι πιθανές νομοθετικές παρεμβάσεις θα αποτελούσαν ολοκληρωτικό γκρέμισμα της θεσμικής – νομοθετικής αποτύπωσης του ευνοϊκού για το εργατικό κίνημα συσχετισμού δύναμης που ακολούθησε την μεταπολίτευση. Για το οργανωμένο συνδικαλιστικό κίνημα στη σημερινή του μορφή, θα αποτελούσαν ένα ακόμη καίριο πλήγμα.

Είναι δεδομένο, ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός δεν μπορεί να επιβιώσει, παρά μόνο ισοπεδώνοντας πλήρως τις κατακτήσεις του εργατικού κινήματος των τελευταίων δύο αιώνων που εξασφάλισαν ένα σχετικά ανθρώπινο επίπεδο ζωής στην εργατική τάξη, τουλάχιστον του δυτικού καπιταλιστικού κόσμου. Είναι δεδομένο όμως επίσης, ότι ουδέποτε η ταξική πάλη μπόρεσε να καταργηθεί με νόμους. Ουδέποτε, ακόμα και η συνολική απαγόρευση της απεργίας, μπόρεσε να εμποδίσει τους εργαζόμενους από την πραγματοποίηση της. Μπορεί η αναγκαία ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος να έχει όλο και μεγαλύτερα εμπόδια να ξεπεράσει, αλλά για να δανειστούμε τα λόγια του Μαρξ: «…Η επανάσταση είναι συστηματική. Ακόμα, ταξιδεύει μέσα στο καθαρτήριο. Κάνει τη δουλειά της μεθοδικά (…) Και όταν έχει ολοκληρώσει το δεύτερο μισό της προκαταρκτικής της εργασίας, η Ευρώπη θα αναπηδήσει απ’ το κάθισμά της και θα φωνάξει: έσκαψες καλά, γερο-τυφλοπόντικα!» (Κ. Μαρξ, «Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη»)

Παναγιώτης Κολοβός