Κυβέρνηση, άρχουσα τάξη και Συμφωνία των Πρεσπών

Στον απόηχο του χτεσινού, πολύ κατώτερου του αναμενόμενου από τους διοργανωτές του, εθνικιστικού συλλαλητηρίου (και ασφαλώς πολύ μικρότερου και από το αντίστοιχο περσινό) δημοσιεύουμε ένα εξαιρετικά επίκαιρο απόσπασμα της πολιτικής απόφασης του τελευταίου συνεδρίου της Κομμουνιστικής Τάσης σχετικά με τη Συμφωνία των Πρεσπών, τη στάση της κυβέρνησης και την υποκρισία της άρχουσας τάξης. Γράφτηκε τον περασμένο Οκτώβριο και ψηφίστηκε στις 16 Δεκεμβρίου 2018.

Πρέσπες κυβέρνηση

Όπως τονίζαμε στο κείμενο του προηγούμενου συνεδρίου μας, «ο μόνος λόγος για τον οποίο κρατήθηκε η κυβέρνηση στην εξουσία ως τώρα, διατηρώντας τη συνοχή των κοινοβουλευτικών της ομάδων, είναι η απουσία ισχυρής πίεσης από τις εργατικές μάζες στους δρόμους». Είναι η παράταση της παράλυσης του εργατικού κινήματος και συνολικά των εργατικών μαζών η αιτία που εξασφάλισε μακροημέρευση σε αυτή την κυβέρνηση, κάνοντάς την, τη μακροβιότερη της εποχής των Μνημονίων.

Αυτός ο μακρός κυβερνητικός βίος στην υπηρεσία του ελληνικού καπιταλισμού, τόνωσε τους δεσμούς της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ με την ελληνική άρχουσα τάξη, αλλά και τον Δυτικό ιμπεριαλισμό (ΕΕ – Γερμανία και ΗΠΑ). Ήδη ο Αλέξης Τσίπρας έχει σε πολλές περιπτώσεις εισπράξει την αναγνώριση για τον ρόλο έπαιξε στην υπηρεσία του ελληνικού καπιταλισμού, αλλά και της διεθνούς καπιταλιστικής σταθερότητας, με άρθρα και σχόλια επιφανών αστών, ακόμα και με διεθνή βραβεία. Ωστόσο, είναι πια ευρέως εδραιωμένη στους κόλπους της αστικής τάξης η πεποίθηση ότι η κυβέρνηση αυτή έχει κλείσει τον κύκλο της. Οι υψηλοί στόχοι για πρωτογενή πλεονάσματα που θα κρατήσουν την Ελλάδα στην Ευρωζώνη και θα επιτρέψουν την κανονική εξυπηρέτηση του χρέους, επιβάλουν μια κυβέρνηση που να είναι σε θέση να εφαρμόσει αποφασιστικά μια πολιτική δραστικών περικοπών δαπανών και μαζικών απολύσεων. Αυτή δεν μπορεί να είναι η σημερινή, πολιτικά και κοινοβουλευτικά φθαρμένη, συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ, η οποία μάλιστα, όπως θεωρεί η άρχουσα τάξη, με τη δημαγωγική «παροχολογία της» απειλεί να ανοίξει την όρεξη των εργατικών μαζών για διεκδικήσεις, αλλά μόνο μια κεντροδεξιά κυβέρνηση με κορμό τη ΝΔ και με νωπή εκλογική εντολή.

Το βασικό τμήμα της ελληνικής άρχουσας τάξης, χωρίς να διεξάγει έναν ανοικτό πόλεμο που θα μπορούσε να προκαλέσει αχρείαστη πολιτική αποσταθεροποίηση, με διάφορους τρόπους (τοποθετήσεις ΣΕΒ, ελεγχόμενη πίεση από τα ΜΜΕ κ.λπ) έχει στείλει εδώ και μήνες στην κυβέρνηση το μήνυμα να επισπεύσει το βίο της. Ωστόσο, οι Τσίπρας, Καμένος και οι κλίκες τους μανουβράρουν διαρκώς για να παρατείνουν την παραμονή τους στην κυβέρνηση. Η πιο πρόσφατη από αυτές τις μανούβρες είναι η απόπειρα αξιοποίησης της ανάγκης του Δυτικού ιμπεριαλισμού (αλλά και της ελληνικής άρχουσας τάξης) για μια άμεση επίλυση του ζητήματος του ονόματος της Δημοκρατίας της Μακεδονίας.

Ο Δυτικός ιμπεριαλισμός βιάζεται να εντάξει τη Δημοκρατία της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ, ως αντίβαρο στη ρωσική επιρροή στα Βαλκάνια, ενώ και οι Έλληνες αστοί επιθυμούν την αξιοποίηση αυτής της συγκυρίας για να απαλλαγούν από ένα «αγκάθι» (που δημιούργησαν οι ίδιοι με την εθνικιστική – ιμπεριαλιστική επίδειξη δύναμης από την πλευρά τους έναντι της αδύναμης, γειτονικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας) στις σχέσεις τους με τον Δυτικό ιμπεριαλισμό. Αντιλαμβανόμενοι αυτές τις απαιτήσεις του Δυτικού ιμπεριαλισμού και τις ελληνικής αστικής τάξης, οι καριερίστες της κλίκας Τσίπρα «πρόταξαν» τα στήθη τους για να πουλήσουν εκδούλευση και στους δύο, προωθώντας τη συμφωνία των Πρεσπών ως όχημα για να παρατείνουν την παραμονή τους στην εξουσία.

Η στάση των Ελλήνων αστών έναντι της Συμφωνίας των Πρεσπών δείχνει για άλλη μια φορά το πόσο βαθιά αντιδραστικοί και υποκριτές είναι. Η συμφωνία των Πρεσπών, αντικειμενικά συνιστά μια αξιοπρεπέστατη λύση για την ελληνική άρχουσα τάξη, αφού της αναγνωρίζει το δικαίωμα της επέμβασης στο πως θα ονομάζεται ένα άλλο κράτος. Ωστόσο η συμφωνία κάνει και παραχωρήσεις στην άλλη πλευρά, με τη μορφή της αναγνώρισης του Μακεδονικού έθνους και της Μακεδονικής γλώσσας, που πεισματικά οι διαχρονικά αντιδραστικοί καταπιεστές των σλαβικής καταγωγής μακεδονικών πληθυσμών Έλληνες αστοί αρνούνταν να αναγνωρίσουν, ενώ και η παραχώρηση, έστω με γεωγραφικό προσδιορισμό, του ονόματος «Μακεδονία», αντιφάσκει με την πολυετή εθνικιστική εκστρατεία ενάντια στις «αλυτρωτικές βλέψεις των Σκοπίων». Έτσι οι Έλληνες αστοί, συνεπείς με την υποκριτική φύση τους είναι υποχρεωμένοι, παρότι ευνοημένοι από τη Συμφωνία, να τηρήσουν από ορισμένες «αποστάσεις» έως και μια (προκλητικά ψεύτικη) ανοικτά εχθρική στάση απέναντί της.

Και δεν αναφερόμαστε φυσικά μόνο στους κατ’ επάγγελμα πατριώτες, ακροδεξιούς ή φασίστες πολιτικούς και δημοσιογράφους και τους αστικούς πολιτικούς τους φορείς, από την Χρυσή Αυγή, τη νεόκοπη «Ελληνική Λύση» ή το ΛΑΟΣ του Καρατζαφέρη μέχρι τις ακροδεξιές οργανώσεις και τους εκπροσώπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, δυνάμεις που με εξαίρεση σε κάποιο βαθμό την τελευταία, δεν διαδραματίζουν αποφασιστικό πολιτικό ρόλο στο αστικό πολιτικό στρατόπεδο. Ο ίδιος ο κορμός του αστικού πολιτικού στρατοπέδου, δηλαδή η Ν.Δ και η Κεντροαριστερά (ΚΙΝΑΛ κ.λπ), αποδεικνύοντας πόσο κάλπικος είναι ο «φιλελευθερισμός» του, αντιτάχθηκε δημόσια στη Συμφωνία των Πρεσπών (πλην του θνησιγενούς «Ποταμιού»), για τους λόγους που εξηγήσαμε πιο πάνω.

Embed from Getty Images

Φυσικά, από την αστική, πατριωτική υποκρισία δεν μπορούσαν να εξαιρεθούν οι ΑΝΕΛ. Μετά την «κωλοτούμπα» των ΑΝΕΛ στα Μνημόνια, μία ακόμα στο «Σκοπιανό» θα σημάνει τον οριστικό πολιτικό τους θάνατο. Λόγω όμως του καθοριστικού τους ρόλου στην κυβερνητική κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η συμφωνία των Πρεσπών μετατράπηκε σε ζήτημα – κλειδί για τον χρόνο παραμονής της κυβέρνησης στην εξουσία. Η τελευταία ελπίδα του Καμμένου ήταν να μπλοκαριστεί η συμφωνία στη Δημοκρατία της Μακεδονίας. Ωστόσο, η συγκέντρωση του απαραίτητου αριθμού ψήφων στη μακεδονική Βουλή, μετά το αμφιλεγόμενο αποτέλεσμα του σχετικού δημοψηφίσματος, δείχνει ότι στις αρχές του χρόνου η πίεση θα περάσει στην Αθήνα, με το πιθανότερο ενδεχόμενο να είναι η διακοπή του βίου της συγκυβέρνησης και η προσφυγή στις κάλπες, ειδικά εάν έχει παραχωρηθεί από τους δανειστές μια παράταση στη μη εφαρμογή της νομοθετημένης μείωσης των συντάξεων.