neolaia-ap

 

Διαβάστε την κριτική μας στο Κείμενο που κατέθεσε για την ιδρυτική συνδιάσκεψη της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ η Αριστερή Πλατφόρμα.

Φτάνοντας στο τέλος του 2013, η καπιταλιστική κρίση αναμένεται να οδηγήσει την ελληνική οικονομία σε ύφεση για 6η συνεχόμενη χρονιά. Την ίδια στιγμή η λαομίσητη κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου, αν και ετοιμόρροπη, έχει γατζωθεί στην εξουσία προετοιμάζοντας νέα σκληρά μέτρα ύψους τουλάχιστον 1 δισ. με στόχο τη κάλυψη του δημοσιονομικού κενού, ενώ παράλληλα κατεδαφίζει τη δημόσια Παιδεία και Υγεία και πετάει στο δρόμο χιλιάδες φτωχούς για χάρη άπληστων τραπεζιτών.

Μέσα αυτές τις συνθήκες, που βάζουν μεγάλα καθήκοντα στο κόμμα και στην υπό ίδρυση Νεολαία, θα πραγματοποιηθεί η 1η Συνδιάσκεψη της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ. Στα μεγάλα καθήκοντα που έχουμε μπροστά μας επιχειρούν να απαντήσουν οι νεολαίοι σύντροφοι που συσπειρώνονται γύρω από τις θέσεις της “Αριστερής Πλατφόρμας” μέσω του εναλλακτικού κειμένου που καταθέτουν στην Συνδιάσκεψη. Δυστυχώς, αν και είναι η πρώτη φορά που οι σύντροφοι της “Αριστερής Πλατφόρμας” καταθέτουν ένα συνολικά αντιπαραθετικό κείμενο, αντί για τις ανεπαρκείς τροπολογίες που μας έχει συνηθίσει η ηγεσία του στο κόμμα, αυτό διακατέχεται από ασάφειες, αντιφάσεις και ελλείψεις. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Ποιος ευθύνεται τελικά για τη κρίση;

Πρόκειται για μία δομική κρίση του συστήματος, μία κρίση υπερσυσσώρευσης, όπου η μέχρι πρότινος αυξητική τάση του ποσοστού κέρδους του κεφαλαίου έχει αντιστραφεί και οι συνολικοί ρυθμοί ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας έχουν επιβραδύνει.” (Ο ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΣΕ ΚΡΙΣΗ, σελ 27)

Οι παραπάνω γραμμές είναι το μόνο που θα μάθουμε για την ουσία της κρίσης και τα αίτια της από το κείμενο της “Νεολαίας Αριστερής Πλατφόρμας”. Μάταια θα ψάξει ο αναγνώστης να βρει κάπου τι είναι τελικά αυτή η κρίση υπερσυσσώρρευσης και που οφείλεται. Το κείμενο δεν εξηγεί ότι οι κρίσεις στον καπιταλισμό είναι αποτέλεσμα των αντιφάσεων του συστήματος, τις οποίες δεν μπορεί ποτέ να ξεπεράσει. Η επιφανειακή ανάλυση της κρίσης στο κείμενο, αφήνει το περιθώριο για να στοχοποιηθεί στη συνέχεια, όχι ο καπιταλισμός, αλλά ο νεοφιλελευθερισμός. Το αποτέλεσμα αυτής της ανάλυσης είναι τα μέτρα και τα αιτήματα που προτείνονται να εστιάζουν σε μία “προοδευτική” ανατροπή των μνημονίων, με το σοσιαλισμό να τοποθετείται σε ένα απροσδιόριστο μέλλον.

Ποιες είναι όμως οι βασικές αντιφάσεις του καπιταλισμού που οδήγησαν στη κρίση που βιώνουμε σήμερα; Η βασική αντίφαση του καπιταλιστικού συστήματος είναι αυτή ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Δηλαδή, το καπιταλιστικό σύστημα ενώ δημιούργησε ένα παραγωγικό τομέα που για τη λειτουργία του απαιτείται ένα μεγάλο πλήθος εργατικών χεριών (βλέπε εργοστάσια, μεγάλες επιχειρήσεις κτλ), τα μηχανήματα και τα κέρδη της παραγωγής ανήκουν σε μία χούφτα καπιταλιστές. Αυτό έχει σαν συνέπεια η παραγωγή να οργανώνεται με σκοπό τη μεγιστοποίηση του κέρδους κι όχι με βάση τις ανάγκες της κοινωνίας. Για να βγάζουν όλο και μεγαλύτερα κέρδη, οι καπιταλιστές περιορίζουν την τιμή της εργατικής δύναμης, δηλαδή τους μισθούς της εργατικής τάξης, περιορίζοντας έτσι τη συνολική αγοραστική δύναμη της κοινωνίας. Επιπρόσθετα, από το άπληστο αυτό κυνήγι προκύπτει και η αναρχία της παραγωγής, με άλλα λόγια ο ανύπαρκτος σχεδιασμός της παραγωγής και της διανομής των προϊόντων. Η τάση για περιορισμό της κατανάλωσης και η αναρχία της παραγωγής δρουν από κοινού για το ξέσπασμα των κρίσεων υπερπαραγωγής, δηλαδή των δομικών κρίσεων του καπιταλισμού.

Μια συνοπτική παρουσίαση των θεμελιωδών αντιφάσεων του παρόντος συστήματος μας οδηγεί, όχι σε μεσοβέζικες λύσεις με ορίζοντα το σοσιαλισμό, αλλά στην αναγκαιότητα άμεσης εφαρμογής σοσιαλιστικών-επαναστατικών μέτρων ανατροπής του καπιταλισμού και θεμελίωσης του σοσιαλισμού.

Η κρίση της Ε.Ε. και ο “προοδευτικός” πατριωτισμός

Στο 2ο μέρος το κείμενο σπεύδει να ακυρώσει ό,τι έλεγε για τη “δομική κρίση του καπιταλισμού” ήδη… από το τίτλο. Σε κρίση δε βρίσκεται ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός στο σύνολό του, αλλά η “Ευρώπη του Μάαστριχτ”!

Δυστυχώς, η σύγχυση σε σχέση με την Ε.Ε. και την Ευρωζώνη και η μη κατανόηση των αιτιών που έκαναν δυνατό το σχηματισμό τους, τείνουν να αντιστρέψουν τη πραγματικότητα στο κείμενο της πλατφόρμας: αντί η κρίση του συστήματος να επηρεάζει τους παραπάνω ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς, φαίνεται πως η κρίση τελικά οφείλεται σε αυτούς!

Μιλάμε δηλαδή για μία δομική κρίση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος του Μάαστριχτ, του Άμστερνταμ, της Λισαβόνας, για μία δομική κρίση του συνταγματοποιημένου νεοφιλελευθερισμού, του ιδεολογικού, πολιτικού και θεσμικού μονόδρομου της αέναης λιτότητας.

Κι όμως απέναντι στην κρίση αυτού του μοντέλου που πολύ γρήγορα έφτασε στα όρια του, αποκαλύπτοντας σε όλο τον κόσμο το αποκρουστικό του πρόσωπο και τις δομικές του αντιφάσεις, …”(Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΟΥ ΜΑΑΣΤΡΙΧΤ ΣΕ ΚΡΙΣΗ, σελ 28, υπογράμμιση δική μας)

Η παραπάνω λογική υπονοεί ουσιαστικά ότι η απουσία αυτών των “οικοδομημάτων” (ίσως και η υιοθέτηση κάποιων διαφορετικών καπιταλιστικών “μοντέλων”;) να είχε αποσοβήσει τη κρίση, τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό. Διαφαίνεται επίσης μια στάση “προοδευτικής” πατριωτικής αντιμετώπισης της κρίσης του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού και των μηχανισμών του. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται κι από τη παντελή έλλειψη κάποιας εναλλακτικής απέναντι στην καπιταλιστική Ε.Ε.

Λίγο παρακάτω το κείμενο θα έρθει να επιβεβαιώσει τη παραπάνω θέση. Μετά από μία σύντομη παράθεση των αντιστάσεων σε παγκόσμιο επίπεδο οι συγγραφείς καταλήγουν στο ακόλουθο απαισιόδοξο συμπέρασμα:

Είναι, ωστόσο, εξίσου σαφές, ότι με εξαίρεση την περίπτωση της Ελλάδας, η αδυναμία της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας Αριστεράς να εκφράσει σε πολιτικό επίπεδο τις αντιστάσεις που αναπτύσσονται δεν επιτρέπει μια ριζική ανατροπή του συσχετισμού δύναμης σε βάρος των δυνάμεων του κεφαλαίου και προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας.”(ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ, σελ 29, υπογράμμιση δική μας)

Τι μας λέει λοιπόν το κείμενο; Αφού (ακόμα) δεν έχει εκφραστεί πολιτικά αυτό το παγκόσμιο κύμα ριζοσπαστικοποίησης, δε χρειάζεται και να πολυασχολούμαστε. Δηλαδή, πέρα από μία λανθασμένη αντίληψη της κίνησης των μαζών σε διεθνές επίπεδο, τα κύρια καθήκοντα που προκύπτουν για την ελληνική Αριστερά δεν έχουν κάποια διεθνιστική κατεύθυνση, αλλά αντίθετα διακατέχονται από μία στενή εθνοκεντρική λογική!

Άλλη μια φορά για την Ε.Ε.

Στο σημείο αυτό είναι μάλλον αναγκαίο να υπενθυμίσουμε κάποια από τα βασικά σημεία της μαρξιστικής ανάλυσης για την Ε.Ε. και την Ευρωζώνη. Το ζήτημα της καπιταλιστικής Ευρωπαϊκής ενοποίησης, ήλθε στο ιστορικό προσκήνιο ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, με σκοπό να διευκολυνθεί η εκμετάλλευση των αποικιών των ευρωπαϊκών καπιταλιστικών δυνάμεων, αλλά και η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης στο εσωτερικό της Ευρώπης. Ωστόσο, προχώρησε σημαντικά κατά τη μεταπολεμική περίοδο κάτω από την αρχική ενθάρρυνση των ΗΠΑ (με στόχο νέες αγορές) και την ανάγκη για ανάσχεση της επέκτασης της ΕΣΣΔ στην Ευρώπη. Η καπιταλιστική ενοποίηση της Ευρώπης έφτασε τελικά έως το σημείο μιας τελωνειακής ένωσης και την τελευταία δεκαετία, σε μια νομισματική ένωση για 17 χώρες. Αυτά τα βήματα έγιναν δυνατά εξαιτίας της αλματώδους μεταπολεμικής ανάπτυξης, που παρατάθηκε, παρά την επιβράδυνσή της, μέχρι τα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας. Καθώς η «πίτα» των κερδών διαρκώς διευρυνόταν, ήταν πιο εύκολο οι ευρωπαίοι καπιταλιστές να την μοιράσουν μεταξύ τους. Έτσι οι ανταγωνισμοί τους υποχώρησαν προσωρινά και το ευρώ έγινε πραγματικότητα.

Με άλλα λόγια οι ευρωπαϊκοί ιμπεριαλιστικοί μηχανισμοί είχαν στηριχτεί πάνω στην “κινούμενη άμμο” της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας. Με το ξέσπασμα της κρίσης, οι συγκρούσεις ανάμεσα στα διαφορετικά αστικά κράτη έκαναν την εμφάνισή τους, υπονομεύοντας την υπόθεση της καπιταλιστικής ενοποίησης της Ευρώπης. Επιπλέον, η απόπειρα πρόσδεσης καπιταλιστικών οικονομιών διαφορετικής ισχύος σε ένα ενιαίο νόμισμα αποδεικνύεται παράγοντας σοβαρού κινδύνου για τη σταθερότητα του ευρωπαϊκού καπιταλισμού. Το ευρώ σε συνθήκες κρίσης, από μέσο για την επιβολή της κυριαρχίας των γερμανών και των άλλων ισχυρών ευρωπαίων καπιταλιστών συμμάχων τους στην ΕΕ και σύμβολο της ισχύος του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, έχει μετατραπεί σε μέσο γρήγορης μετάδοσης αυτής της κρίσης σε ολόκληρη την ήπειρο.

Πάνω από όλα, αυτό που αποδεικνύει η παρούσα κρίση στον ευρωπαϊκό καπιταλισμό και τις δομές του, είναι ότι το υπάρχον σύστημα είναι οργανικό ανίκανο να φέρει σε πέρας την ιστορικά προοδευτική διαδικασία ενοποίησης της ευρωπαϊκής ηπείρου. Επομένως, η βασική προοπτική είναι η όξυνση των συγκρούσεων και η διάλυση της Ε.Ε. κι όχι η περαιτέρω ενοποίηση της όπως λανθασμένα θεωρεί το κείμενο της “Νεολαίας Αριστερής Πλατφόρμας”.

Ποια πρέπει όμως να είναι η θέση της Αριστεράς σε αυτό το ζήτημα; Οι Μαρξ-Ένγκελς απαντούν στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο:

Οι κομμουνιστές διαφέρουν από τα άλλα προλεταριακά κόμματα μονάχα κατά τούτο: ότι από τη μια μεριά, στους διάφορους εθνικούς αγώνες των προλετάριων τονίζουν και προβάλλουν τα συμφέροντα που είναι κοινά σ’ όλο το προλεταριάτο κι ανεξάρτητα από την εθνότητα. Και από την άλλη, ότι στις διάφορες βαθμίδες ανάπτυξης του αγώνα ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη, εκπροσωπούν πάντα τα συμφέροντα του κινήματος στο σύνολο του.

Η Αριστερά οφείλει να προσεγγίζει το ζήτημα της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης ταξικά, δηλαδή διεθνιστικά κι όχι μέσα από πατριωτικούς παραμορφωτικούς φακούς, όπως πολύ συχνά γίνεται και από μερίδες της αστικής τάξης. Στην παταγώδη αποτυχία του ευρωπαϊκού κεφαλαίου να φέρει εις πέρας την ενοποίηση της ευρωπαϊκής ηπείρου, χρειάζεται να εξηγήσουμε ότι η μόνη δύναμη που μπορεί να αποτελέσει αυτό το καθήκον είναι η ευρωπαϊκή εργατική τάξη, κάτω από τη σημαία του σοσιαλισμού. Αυτό δε μπορεί να γίνει μεταρρυθμίζοντας την υπάρχουσα καπιταλιστική Ένωση, αλλά ανατρέποντας τη, σαν τμήμα του αγώνα της χειραφέτησης της ευρωπαϊκής εργατικής τάξης.

Μία ανατροπή στην Ελλάδα απαιτείται να συνδυαστεί με μία έκκληση σε όλους τους ευρωπαίους εργαζόμενους για κοινό αγώνα απέναντι στον ευρωπαϊκό καπιταλισμό. Απαιτείται να συνδυαστεί, όχι με μια μία αντιδραστική εθνική απομόνωση με στόχο το “κτίσιμο του σοσιαλισμού στα όρια μια χώρας” το οποίο είναι ουτοπικό και ανέφικτο, αλλά με διεθνιστικά συνθήματα με κατεύθυνση την Ευρώπη των εργαζόμενων! Μιας αδελφομένης Ευρώπης, που θα βασιστεί σε νέες συνθήκες, που θα εγγυώνται όχι απλώς εμπορικές συμφωνίες κι ένα κοινό νόμισμα, αλλά και τη δυνατότητα ενός κοινού σχεδιασμού των παραγωγικών δυνάμεων προς όφελος των ευρωπαϊκών λαών. Το σύνθημα μας πρέπει να είναι “Όχι στην εθνική απομόνωση, Πάλη για μια Ενωμένη Σοσιαλιστική Ευρώπη”!

Την ίδια στιγμή, και ανεξάρτητα της προσωρινής αδύναμης πολιτικής έκφρασης της ριζοσπαστικοποίησης που παρατηρείται παγκόσμια, η ελληνική Αριστερά (και ιδιαίτερα ο ΣΥΡΙΖΑ) οφείλει να πάρει πρωτοβουλίες για κοινό συντονισμό των αγώνων απέναντι στο καπιταλισμό, τόσο στα Βαλκάνια και στην Ευρώπη, όσο και στο κόσμο με τη προετοιμασία ίδρυσης μίας νέας, μαζικής, εργατικής Διεθνούς.

Ο φασισμός στο προσκήνιο;

Η συγκεκριμένη οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα έχει οδηγήσει σε ένα εκρηκτικό και επικίνδυνο πολιτικό μείγμα στην Ελλάδα, που αναδεικνύει για το κεντρικό πολιτικό σκηνικό τρεις κυρίως παίκτες με δυναμική: Το μνημονιακό μπλοκ, τη Χρυσή Αυγή και το ΣΥΡΙΖΑ.

Η εικόνα από τη μία ενός γνήσιου φασιστικού ρεύματος που διεκδικεί μερίδιο από την πίτα της εξουσίας της αστικής τάξης και από την άλλη η εικόνα της ριζοσπαστικής Αριστεράς που διεκδικεί την κυβερνητική εξουσία, μας δείχνει το βαθύ ρήγμα της αστικής ηγεμονίας στην περίοδο της καπιταλιστικής κρίσης, πίσω από την οποία βρίσκονται οι τριγμοί στο στρατόπεδο της αστικής τάξης. Αυτοί που κυβερνάνε δεν μπορούν να κυβερνήσουν όπως πριν και αυτοί που κυβερνώνται δε θέλουν (και δεν μπορούν) να κυβερνώνται όπως πριν. Αυτό μας δείχνει την ιστορικότητα, αλλά και το μέγεθος, του πολιτικού στοιχήματος για την Αριστερά.

[…]Η άλλη όψη, είναι αυτή του θεσμοποιημένου πλέον περιθωρίου και των πολιτικά περισσότερο καθυστερημένων, ανώριμων και εξαθλιωμένων κομματιών των μικροαστικών στρωμάτων που συγκροτήθηκαν σε πολιτική δύναμη με ενοποιητικό στοιχείο τη νεοναζιστική ιδεολογία και τις φασιστικές – εγκληματικές πρακτικές.”(ΟΙ ΔΥΟ ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ, σελ 31-32, υπογράμμιση δική μας)

Αρχικά, στις παραπάνω παραγράφους παρατηρούμε μια χτυπητή αντίφαση. Το μνημονιακό μπλοκ από τη μία τοποθετείται σαν ένας από τους βασικούς παίκτες της κεντρικής πολιτικής σκηνής με ιδιαίτερη δυναμική, ενώ από την άλλη ομολογείται ότι “αυτοί που κυβερνάνε δεν μπορούν να κυβερνήσουν όπως πριν”. Στην πραγματικότητα το αστικό πολιτικό στρατόπεδο βρίσκεται σε ιστορική κρίση: η ΝΔ καταγράφει ιστορικά χαμηλά ποσοστά, το ΠΑΣΟΚ έχει χάσει σχεδόν κάθε κοινωνική απήχηση καταντώντας μια “ασώματη κεφαλή”, έχουμε διασπάσεις(βλέπε ΑΝ.ΕΛΛ.), ενίσχυση φασιστικών εκτρωμάτων και τρομακτικό οικονομικό αδιέξοδο. Την ίδια στιγμή υπερεκτιμάται λανθασμένα η Χ.Α., η οποία χαρακτηρίζεται ως ένα “γνήσιο φασιστικό ρεύμα” που καταφέρνει να ενοποιήσει πολιτικά καθυστερημένα και εξαθλιωμένα κομμάτια γύρω από “τη νεοναζιστική ιδεολογία και τις φασιστικές πρακτικές”. Πως ξεπήδησε όμως η Χ.Α. και ποιες είναι οι προοπτικές της;

Η Χρυσή Αυγή βρίσκεται στην αφάνεια, με εξαίρεση την εκλογή του Μιχαλολιάκου στο δήμο Αθηναίων, μέχρι περίπου το “Μνημόνιο 2” (Φεβρ. 2012) και κάνει το “άλμα” στη κεντρική πολιτική σκηνή με τις εκλογές του Ιουνίου (2012), όπου καταφέρνει να μπει στη Βουλή. Μετά από αυτό σταθεροποιεί τα ποσοστά της σε διψήφιο αριθμό (γύρω στο 12%) χωρίς να διαφαίνεται κάποια ανοδική τάση. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειώσουμε ότι η Χρυσή Αυγή υπάρχει από το 1985 αποτελώντας στην ουσία παρακρατική οργάνωση, βοηθητική στην επίσημη κρατική καταστολή. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει μυστικό έγγραφο της Αστυνομίας που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Τα ΝΕΑ”(17/4/2004):

«β) Η οργάνωση (σ.σ.: η Χρυσή Αυγή) διατηρεί πολύ καλές σχέσεις και επαφές με εν ενεργεία αξιωματικούς και μόνιμους υπαξ/κούς του στρατού, αλλά και με αποστράτους.

γ) Διατηρεί πολύ καλές σχέσεις και επαφές με εν ενεργεία και αποστράτους αξ/κούς της ΕΛ.ΑΣ., αλλά και με απλούς αστυνομικούς.

δ) Στο παρελθόν, κατά τη διάρκεια των επετείων της 17ης Νοέμβρη, αλλά και άλλων εκδηλώσεων του αριστερίστικου και αναρχικού χώρου, η αστυνομία τούς προμήθευε με ασυρμάτους και κλομπς, για να τους εντοπίζουν και να τους κτυπούν, εμφανιζόμενοι ως «αγανακτισμένοι» πολίτες.

(…)

στ) Τα περισσότερα μέλη της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ οπλοφορούν παράνομα, προμηθευόμενα όπλα από βουλευτές (της ΝΔ) παρουσιαζόμενοι ως συνοδοί τους».

Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια φαίνεται ότι η δράση της οργάνωσης χρηματοδοτείται κι από σημαντικές μερίδες του εφοπλιστικού κεφαλαίου (Βλ.“Gaurdian Απρίλιος 2013) το οποίο δε διστάζει να υποστηρίξει με κάθε τρόπο. Ωστόσο, η Χ.Α. δε θα μπορούσε να σημειώσει τέτοια άνοδο, απλώς και μόνο με την οικονομική στήριξη του κεφαλαίου, χωρίς να αποκτήσει κάποια κοινωνικά ερείσματα. Η κοινωνική ανάλυση της ψήφου στις εκλογές του Ιούνη φανερώνει ότι η Χ.Α. στηρίζεται κυρίως σε εργοδοτικά και επιχειρηματικά στρώματα, αλλά έχει και σημαντικά στηρίγματα σε εξαχρειωμένα από τη κρίση μικροαστικά στοιχεία και σε απελπισμένα από την ανεργία και το οικονομικό αδιέξοδο τμήματα του πληθυσμού των πιο υποβαθμισμένων περιοχών του κέντρου. Επιπλέον, στο πολιτικό επίπεδο αποτελεί υποπροϊον της βαθιάς κρίσης και κατάρρευσης του παραδοσιακού αστικού στρατοπέδου και των θεσμών της αστικής δημοκρατίας. Ωφελούμενη από τη πτώση του ΛΑ.Ο.Σ. και στηριζόμενη σε ένα μίγμα δημαγωγικών – “αντισυστημικών” κραυγών δήθεν κοινωνικής απόγνωσης και σε τραμπουκισμούς προσπάθησε από ένα ναζιστικό παρακρατικό μόρφωμα να μετατραπεί σε κοινωνικό ρεύμα εξουσίας.

Παρόλα αυτά η προσπάθεια αυτή αποβαίνει άκαρπη, αφού με κανένα τρόπο τα εκλογικά ποσοστά της Χ.Α. δεν υποδηλώνουν αντίστοιχο πολλαπλασιασμό των μελών της (να σημειώσουμε εδώ ότι η παραδοσιακή της βάση, οι μικροαστοί συρρικνώνονται κάτω από το βάρος της κρίσης, όπως αποδέχονται και οι ίδιοι οι συγγραφείς του κειμένου). Επιπλέον δε σηματοδοτούν κάποιο ενθουσιασμό και αποδοχή για τις φασιστικές ιδέες και πρακτικές. Σε τελική ανάλυση, από τη ψήφο διαμαρτυρίας μέχρι τη συνειδητή αποδοχή του ναζισμού, υπάρχει μια τεράστια πολιτική απόσταση να διανυθεί. Όλα τα παραπάνω τεκμηριώνονται από τις σχετικά άμαζες συγκεντρώσεις της, από τους θρασύδειλους τραμπουκισμούς, από πρόσφατες δημοσκοπήσεις (πριν τη δολοφονία) που αποκαλύπτουν ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ψηφοφόρων της διαφωνούν με τις πρακτικές της (βλέπε δημοσκόπηση “Metron analysis” για τη διαφωνία με τις δράσεις “μόνο για έλληνες”), από την ανύπαρκτη στήριξη των προφυλακισμένων αρχηγών τους. Η πλειοψηφία όσων πλήττονται από την κρίση και τις πολιτικές της λιτότητας δεν στρέφονται στην ΧΑ, αντιδρούν με μαζικές συγκεντρώσεις, απεργίες και καταλήψεις, στρέφονται εκλογικά στην Αριστερά. Συμπεραίνουμε λοιπόν, πως σε αυτή τη περίοδο η γενική τάση είναι προς την αριστερή ριζοσπαστικοποίηση κι όχι προς τη φασιστικοποίηση της κοινωνίας.

Μια σωστή ανάλυση των προοπτικών δε γίνεται βεβαίως για θεωρητική εξάσκηση και προσωπική αυτοϊκανοποίηση, αλλά αντίθετα οφείλουν να είναι οδηγός για δράση. Με βάση λοιπόν τις γενικές τάσεις της κοινωνίας συμπεραίνουμε ότι ο βασικός “παίκτης με δυναμική” είναι η Αριστερά και ο βασικός λόγος που έχουμε ακόμα στο πολιτικό “παιχνίδι” τη συγκυβέρνηση Σαμαρά και τους φασίστες είναι ακριβώς η αδυναμία των ηγεσιών της να δώσει κάποια ξεκάθαρη εναλλακτική. Η λύση σε αυτό το αδιέξοδο μπορεί να δοθεί μόνο με την υιοθέτηση από τον ΣΥΡΙΖΑ ενός σοσιαλιστικού προγράμματος που θα απαντάει στις βασικές αιτίες που σπρώχνουν όλο και περισσότερα κομμάτια της κοινωνίας στην εξαθλίωση και στην αγκαλιά της Χ.Α., ενώ παράλληλα θα καλεί όλες τις αριστερές δυνάμεις σε αντιφασιστικό μέτωπο απέναντι στους νεοναζί και στη προετοιμασία μιας απεργίας διαρκείας για την ανατροπή της συγκυβέρνησης.

Το “όνειρο” του σοσιαλισμού

“ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΤΡΟΠΗ, ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ ΤΟΥ 21ου ΑΙΩΝΑ” υπόσχεται να μας μιλήσει το 50 κεφάλαιο του εναλλακτικού κειμένου της “Νεολαίας Αριστερής Πλατφόρμας”. Δυστυχώς όμως ο αναγνώστης μένει για άλλη μια φορά απογοητευμένος. Η μόνη αναφορά στο σοσιαλισμό γίνεται στο παραπάνω τίτλο ενώ το κείμενο τον τοποθετεί συστηματικά σε ένα απροσδιόριστο μέλλον.

[…]Χρειαζόμαστε μια νεολαία ΣΥΡΙΖΑ που θα πρωταγωνιστήσει οργανικά σε μια διαδικασία, όπου η νέα γενιά θα μετατρέψει τα περιθώρια αμφισβήτησης των αξιών του καπιταλισμού στη συνειδητοποίηση του ιστορικού της ρόλου στην πάλη των τάξεων σήμερα και στη σοσιαλιστική προοπτική αύριο.”(ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΡΩΤΟΠΟΡΑ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΝΕΟΛΑΙΑΣ, σελ. 35)

[…]Ειδικά, στην μνημονιακή πραγματικότητα η πάλη απέναντι στην κρατική καταστολή, τις επιστρατεύσεις, τις συλλήψεις σε κάθε κοινωνικό αγώνα, η ένταση των οποίων έρχεται ως λογικό επακόλουθο μιας ακραίας αντιλαϊκής πολιτικής, πρέπει να εντάσσεται μέσα και πλάι στον αγώνα για ανατροπή των μνημονίων και του νεοφιλελευθερισμού, μαζί με την πάλη για τα κοινωνικά δικαιώματα.[…]”(ΚΙΝΗΜΑ ΕΠΑΝΑΚΤΗΣΗΣ ΤΩΝ ΣΥΛΛΟΓΙΚΩΝ ΚΕΚΤΗΜΕΝΩΝ, σελ. 36)

Η ανατροπή της σημερινής κατάστασης στο σύνολό της με την κατάργηση των Μνημονίων αποτελεί την αφετηριακή λύση στα σημερινά αδιέξοδα και θα πρέπει να είναι το βασικό, αρχικό πολιτικό πλαίσιο με το οποίο παρεμβαίνουμε στις σχολές και οργανώνουμε την πάλη των συλλόγων.[…]” (ΦΟΙΤΗΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ, σελ. 37)

Ο σοσιαλισμός αποτελεί μία “προοπτική του αύριο” μας πληροφορεί το κείμενο. Αντίθετα, τα άμεσα καθήκοντα είναι η κατάργηση των μνημονίων και η πάλη απέναντι στο νεοφιλελευθερισμό. Δηλαδή, αυτό που προτείνεται είναι ένα “ενδιάμεσο” στάδιο ενός καλύτερου καπιταλισμού, χωρίς μνημόνια, με κοινωνικά δικαιώματα και συλλογικές συμβάσεις αφηρημένα, χωρίς διεθνιστική προοπτική που θα κινείται μοναχικά προς τη κατεύθυνση του “άφταστου” σοσιαλισμού.

Στο σημείο αυτό πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι κανένα από τα αιτήματα που τίθενται (και θα τα δούμε αναλυτικά αργότερα) δεν είναι μεταβατικά. Αδυνατούν δηλαδή να συνδέσουν τις καθημερινές διεκδικήσεις των εργαζόμενων και της νεολαίας με τη πάλη για ανατροπή του καπιταλισμού. Στη πραγματικότητα αδυνατούν να προτείνουν ακόμα κι ένα συγκεκριμένο δρόμο για την ανατροπή της υπάρχουσας κυβέρνησης. Το βασικό καθήκον που υιοθετείται είναι αυτό της γενικόλογης συμμετοχής στα πάντα και αυτό των αφηρημένων “Λαϊκών επιτροπών”:

[…]Οφείλει να συμβάλει στην υλοποίηση του κεντρικού στόχου του ΣΥΡΙΖΑ για τη συγκρότηση λαϊκών επιτροπών ανατροπής παντού και να πρωταγωνιστήσει στην ένταξη και δραστηριοποίηση των νέων ανθρώπων σε αυτές. […]”(ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΤΡΟΠΗ, ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ ΤΟΥ 21 ΑΙΩΝΑ, σελ. 35)

[…]Λαϊκές επιτροπές ενάντια στη φτώχεια και το φασισμό, με κάλεσμα σε αυτές του συνόλου των αριστερών δυνάμεων, δεν μπορούν παρά να στηθούν και στο εσωτερικό των σχολών, συνδέοντας φοιτητές – καθηγητές – διοικητικούς υπαλλήλους σε ένα κοινό μέτωπο.” (ΦΟΙΤΗΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ, σελ. 38)

Και στο πολιτικό πρόγραμμα; (αποσπάσματα από “Για ένα κίνημα ανατροπής των υπάρχουσων δεσμεύσεων για τη νεολαία, η ανάγκη πολιτικοποίησης του κινήματος νεολαίας”, σελ. 39-40, υπογραμμίσεις δικές μας)

Η υπέρβαση του συνολικού πλαισίου που επιβάλλει το σχέδιο της αστικής τάξης προϋποθέτει τόσο την σύγκρουση με το ντόπιο αστικό πολιτικό προσωπικό, όσο και με τους υπερεθνικούς μηχανισμούς και συμφέροντα του διεθνούς, ευρωπαϊκού και εγχώριου κεφαλαίου, που δεν είναι διατεθειμένοι ούτε στο ελάχιστο να διαπραγματευθούν τους όρους επιβολής της νέας κυριαρχίας τους.

Καμιά απόπειρα ανατροπής δεν μπορεί να βρει πληρότητα αν δεν αμφισβητήσει το βασικό μοχλό πειθάρχησης που χρησιμοποιούν η εγχώρια και πανευρωπαϊκή ελίτ, δηλαδή το δημόσιο χρέος, απαιτώντας τη διαγραφή του – τουλάχιστον κατά το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος – με κάθε πρόσφορο μέσο.

Στο σημείο αυτό παρατηρούμε μία ξεκάθαρη αντίφαση. Αρχικά γίνεται η σωστή διαπίστωση ότι οι ευρωπαίοι τοκογλύφοι δανειστές δεν είναι διατεθειμένοι να διαπραγματευτούν ούτε στο ελάχιστο, στη συνέχεια όμως η διαγραφή του χρέους ή του μεγαλύτερου μέρους του, δε θα γίνει μονομερώς, αλλά θα “απαιτηθεί”. Από ποιον σύντροφοι; Και τι απάντηση αναμένετε να πάρει μια Αριστερή κυβέρνηση που θα απαιτήσει κάτι τέτοιο;

Για να πραγματοποιηθεί μια ανατροπή που δεν θα μείνει μετέωρο βήμα, για να μπορούμε να μιλάμε και να ανοίξουμε μία πραγματική προοπτική για «Δουλειά με δικαιώματα, Ζωή με Αξιοπρέπεια», χρειάζεται ένα κίνημα που θα βάζει τις ανάγκες μας μονομερώς πάνω από τα κέρδη και τις ιμπεριαλιστικές προθέσεις του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Αλλά και πάνω από τα χρηματοδοτικά και θεσμικά όρια του Ευρώ και της Ε.Ε.

Καμιά ελπίδα προοπτικής από την άποψη των συμφερόντων των εργαζομένων και της νεολαίας δεν μπορεί να ολοκληρωθεί εάν μένει προσκολλημένη εντός των ορίων που θέτουν οι εκβιασμοί διακοπής της τροϊκανής χρηματοδότησης και εξόδου από το Ευρώ, ούτε η πορεία ενός προοδευτικού κοινωνικού και οικονομικού μετασχηματισμού μπορεί να προσκρούει στις πολιτικές κατευθύνσεις της ΕΕ και τους σκληρούς περιορισμούς της ενιαίας αγοράς.

Στη πραγματικότητα “καμιά ελπίδα προοπτικής από την άποψη των συμφερόντων των εργαζομένων και της νεολαίας δε μπορεί να ολοκληρωθεί εάν μένει προσκολλημένη εντός των ορίων” του ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ. Δυστυχώς, τα αναγκαία σοσιαλιστικά αιτήματα “λάμπουν” δια της απουσίας τους, με τις προτάσεις του κειμένου να είναι απλώς αναπαραγωγή των βασικών συνδικαλιστικών αιτημάτων. Επίσης, ούτε εδώ αναφέρεται κάποια εναλλακτική σχετικά με τη καπιταλιστική Ευρωπαϊκή Ένωση, με αποτέλεσμα να υπονοείται κάποιος “προοδευτικός” εθνικός δρόμος. Τέλος, για μία ακόμη φορά παρατηρείται η αδιέξοδη εμμονή με το νόμισμα, με το “ευρώ” να παρουσιάζεται σαν η πηγή όλων των δεινών των τελευταίων χρόνων. Ποια πρέπει να είναι η θέση μας απέναντι στο νόμισμα;

Η Αριστερά δε μπορεί να υποστηρίζει τη μια ή την άλλη νομισματική πολιτική των αστών, το ένα ή το άλλο νόμισμα. Το καθήκον της είναι να υπερασπίζεται την αναγκαιότητα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας. Η υπεράσπιση του ευρώ σημαίνει ταυτόχρονα και υπεράσπιση της μόνης πολιτικής που είναι εφικτή πάνω στο έδαφος της σημερινής καπιταλιστικής Ευρωζώνης, δηλαδή της άγριας λιτότητας. Η υπεράσπιση του ευρώ πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού δεν είναι καθόλου μια «διεθνιστική στάση». Ισοδυναμεί στην πράξη, με την υποστήριξη του ευρωπαϊκού κεφαλαίου ενάντια στην ευρωπαϊκή εργατική τάξη.

Από την άλλη πλευρά, η υπεράσπιση του εθνικού νομίσματος σαν μέσου αντιμετώπισης της κρίσης σε καπιταλιστική βάση, ισοδυναμεί με την υπεράσπιση της αυταπάτης του εθνικού προστατευτισμού σαν λύση για τα προβλήματα της εργατικής τάξης. Ταυτόχρονα, σημαίνει «ντε φάκτο» αποδοχή σαν αναγκαία λύση, όλων των δεινών που θα φέρει για τις μάζες η νομισματική υποτίμηση και ο υπερπληθωρισμός. Αποτελεί πρακτικά, την υποστήριξη ενός πιο προχωρημένου σταδίου ανάπτυξης της καπιταλιστικής κρίσης έναντι του σημερινού.

Ασφαλώς μια επαναστατική σοσιαλιστική κυβέρνηση, θα υποχρεωθεί να τυπώσει νέο νόμισμα για να αντιμετωπίσει τη βέβαιη απόπειρα επιβολής «νομισματικής ασφυξίας» από την ΕΕ και να κάνει τις αναγκαίες πληρωμές. Όμως αυτή θα είναι μια αναγκαστική ενέργεια για να στηριχθεί το πρόγραμμα εγκαθίδρυσης μιας κοινωνικοποιημένης, σχεδιασμένης οικονομίας. Η έκδοση νέου νομίσματος δεν θα πραγματοποιηθεί σαν ένα μέτρο αστικού, εθνικού προστατευτισμού, αλλά στην υπηρεσία των σκοπών της σοσιαλιστικής επανάστασης, ενταγμένη στην υπόθεση της εξάπλωσής της στην Ευρώπη, που προοπτικά συνεπάγεται την ενοποίηση της ηπείρου γύρω από ένα κοινό νόμισμα – σύμβολο της κοινωνικοποιημένης, σχεδιασμένης οικονομίας.

Για εμάς είναι δεδομένο ότι η υλοποίηση ενός χειραφετητικού προτάγματος για την ελληνική κοινωνία και την ανθρωπότητα συνολικά συνδέεται με την προοπτική της ανάληψης της κυβέρνησης από την Αριστερά. Φυσικά, ο τίτλος “κυβέρνηση της Αριστεράς” δε θα αποτελεί πανάκεια, αλλά θα πρέπει να έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: να έχει πολιτικό περιεχόμενο που θα επιτρέπει τη διαμόρφωση όρων συνεργασίας με τις υπόλοιπες αριστερές δυνάμεις, όπως το ΚΚΕ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η ριζοσπαστική οικολογία και όχι όρων “κυβέρνησης εθνικής σωτηρίας[…]

Το πολιτικό περιεχόμενο της Αριστεράς και μιας Αριστερής κυβέρνησης δεν είναι δυνατόν να καθορίζεται από κάποιους “όρους” συνεργασίας. Αυτό είναι ξεκάθαρα ο ορισμός της οπορτουνιστικής πολιτικής. Το πρόγραμμα της Αριστεράς οφείλει να ξεκινά από τις αντικειμενικές συνθήκες και τη συνείδηση των μαζών και να προσπαθεί με τα κατάλληλα μεταβατικά αιτήματα να τα συνδέει. Στη σημερινή συγκυρία ένα τέτοιο πρόγραμμα οφείλει να συνδέει τη πάλη ενάντια στα μνημόνια, τη λιτότητα, τον αυταρχισμό με τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.

Επίσης, ενώ η πρόταση για ενότητα της Αριστεράς είναι στην ουσία της σωστή, στο σημείο αυτό γίνεται ένα τακτικό λάθος τοποθετώντας την ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο ίδιο επίπεδο με το ΚΚΕ. Όπως εξηγούσαμε και στη κριτική μας στις τροπολογίες της “Αριστερής Πλατφόρμας”:

Για να έχει πρακτική σημασία για την εργατική τάξη ένα μέτωπο, θα πρέπει πρώτα και πάνω από όλα, να περιλαμβάνει τις μαζικές της οργανώσεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ είναι μαζικές παραδοσιακές οργανώσεις του κομμουνιστικού κινήματος. Η ενότητά τους θα μπορούσε να μεταβάλει αποφασιστικά τα δεδομένα του ταξικού συσχετισμού δύναμης και να ανοίξει τον δρόμο για την ανατροπή του καπιταλισμού.

Η συμμαχία με το σχήμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν είναι το ίδιο πράγμα. Οι πολιτικές οργανώσεις και ομάδες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν είναι μαζικές οργανώσεις. Ασφαλώς αποτελούνται από εξαιρετικούς και δραστήριους αγωνιστές συντρόφους. Η συμμετοχή τους σε ένα τέτοιο μέτωπο θα είναι αξιοσημείωτη, αλλά όχι καθοριστική, ώστε να προβάλλεται σαν ίσης σημασίας με την συμμετοχή του ΚΚΕ.

Αυτό που θα έπρεπε να προτείνει βασικά στους συντρόφους της ΑΝΤΑΡΣΥΑ η αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι η ένταξή τους σ’ ένα μέτωπο σαν οι μικροί εταίροι, αλλά αντίθετα η ενεργή συμμετοχή τους σαν τάση μέσα στις γραμμές του κόμματος, για να ενισχύσουν τον αγώνα για τον μαρξιστικό του προσανατολισμό.[…]

[…]θα φέρει βασικούς τομείς της οικονομίας, στρατηγικά αναπτυξιακά εργαλεία και το τραπεζικό σύστημα υπό δημόσιο και κοινωνικό έλεγχο, προκειμένου να σχεδιάσει την ανάπτυξη που θα εξυπηρετήσει τις λαϊκές ανάγκες, ακόμα και εκτός ευρωσυστήματος ή Ευρωπαϊκής Ένωσης[…]

Εδώ φαίνεται άλλη μια αντίφαση από τη προηγουμένως βέβαιη εκτίμηση των συγγραφέων ότι το διεθνές κεφάλαιο δε θα είναι διατεθειμένο για καμιά υποχώρηση, αφού υπαινίσσονται ότι όλα τα παραπάνω μέτρα ίσως να μπορούν να εφαρμοστούν κι εντός “ευρωσυστήματος”. Επίσης δε ξεκαθαρίζεται καθόλου η έννοια του “δημόσιου και κοινωνικού ελέγχου”. Θα είναι απλώς κάποιος έλεγχος ή κοινωνική ιδιοκτησία;

[…]θα διατηρήσει σχέσεις ισοτιμίας με τις δυνάμεις του οργανωμένου κινήματος και τα λαϊκά στρώματα, δηλαδή τους πραγματικούς συμμάχους της στον αγώνα ανατροπής των συσχετισμών[…]

Θα είναι απλώς σύμμαχοι ή και φορείς της εξουσίας; Τελικά πως θα γίνει αυτό; Μέσω ποιων δομών; Και ποιο το σχέδιο για την ανατροπή των συσχετισμών;

[…]θα αναλάβει το τιτάνιο έργο της πορείας μιας χώρας από τις νεο-αποικιοκρατικές εξαρτήσεις, στο σπάσιμο των κρίκων της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, στην κατάρρευση των υπερεθνικών δομών του κεφαλαίου και του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου νεοφιλελευθερισμού θα αποτελέσει, τέλος, ένα εναλλακτικό και ελπιδοφόρο παράδειγμα αγώνα ενάντια στην εγχώρια αστική τάξη, πυροδοτώντας αντίστοιχες ανατροπές από όλους τους λαούς της Ευρώπης και πραγματώνοντας το σοσιαλιστικό διεθνιστικό πρόταγμα.[…]

Για να μπορέσει να τα κάνει όλα αυτά μια κυβέρνηση της Αριστεράς και να έχει και το οργανωμένο εργατικό κίνημα στο πλευρό της, πρέπει πρώτα από όλα να έχει πρόγραμμα και σχέδιο. Και τα δύο απουσιάζουν το κείμενο της “Νεολαίας Αριστερής Πλατφόρμας”. Επιπλέον, το “σοσιαλιστικό διεθνιστικό πρόταγμα” είναι “κούφια” φράση χωρίς μια διεθνιστική πολιτική…

[…]Η πραγματική κοινωνική απελευθέρωση προϋποθέτει την συσπείρωση των βαριά πληττόμενων σήμερα στρωμάτων υπό την ηγεμονία της εργατικής τάξης και την κατάκτηση, όχι απλώς της κυβερνητικής, αλλά της πραγματικής κοινωνικής εξουσίας – πράγμα που σημαίνει την κατάργηση των ατομικών μέσων παραγωγής και το πέρασμά τους υπό δημόσια και κοινωνική ιδιοκτησία και έλεγχο.

Αρχικά είναι αναγκαίο να διευκρινίσουμε ότι για τη κατάληψη της πραγματικής κοινωνικής εξουσίας δεν απαιτείται να καταργήσουμε τα “ατομικά” μέσα παραγωγής, αφού κάτι τέτοιο αφενός δε μας ενδιαφέρει κι αφετέρου στη πλειοψηφία τους τα μέσα παραγωγής είναι “κοινωνικά”, δηλαδή απαιτούν μεγάλο πλήθος εργαζόμενων για να λειτουργήσουν. Οι συγγραφείς εδώ μάλλον εννοούν της κατάργηση της “ατομικής ιδιοκτησίας” των μέσων παραγωγής και τη κοινωνικοποίηση τους. Σε αυτό, θα είμαστε οι πρώτοι που θα συμφωνήσουμε με τους συντρόφους της “Νεολαίας Αριστερής Πλατφόρμας”, εν τούτοις αναρωτιόμαστε γιατί το τόσο σημαντικό ζήτημα της “πραγματική κοινωνικής απελευθέρωσης” αγνοείται σε όλο το κείμενο και υπάρχει απλώς σαν φράση στον επίλογο του εναλλακτικού κειμένου. Μήπως προορίζεται κι αυτή σε κάποιο μακρινό μέλλον;

Μάριος Καλομενόπουλος