Ψήφος ΚΚΕ

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, οι ανακοινώσεις από επίσημες στατιστικές πηγές δείχνουν ότι ευρωπαϊκός καπιταλισμός πορεύεται ταχύτατα προς την ύφεση, με «ατμομηχανές» δυο χώρες – κλειδιά για το μέλλον του, τη Γερμανία και την Ιταλία, ενώ η παράταση της αβεβαιότητας γύρω από το Brexit φαίνεται πως επιταχύνει αυτήν την πορεία.

Παράλληλα, οι πληγές του ελληνικού καπιταλισμού, όπως κι εδώ δείχνουν τα τελευταία επίσημα στοιχεία, αρχίζουν πάλι να αιμορραγούν, αποκαλύπτοντας – προς διάψευση των κυβερνητικών μύθων – ότι η κρίση είναι ακόμα παρούσα και μάλιστα, οξύνεται. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της ΕΛΣΤΑΤ στις 8/3, ο ρυθμός ανάπτυξης του ελληνικού ΑΕΠ το 2018 ήταν 1,9%, δηλαδή κυμάνθηκε χαμηλότερα από τις προβλέψεις κυβέρνησης και δανειστών. Αυτό ήταν κυρίως το αποτέλεσμα της πτώσης των ακαθάριστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου, οι οποίες μόνο το τελευταίο τρίμηνο του 2018 έπεσαν κατά 27,2% σε σύγκριση με το ίδιο διάστημα του 2017.

Γενικότερα, οι επενδύσεις στην Ελλάδα έχουν καταρρεύσει την τελευταία δεκαετία και αυτό είναι ένα κρίσιμο στοιχείο, που μας προϊδεάζει για το δυσοίωνο μέλλον του ελληνικού καπιταλισμού: από 60 δισ. ευρώ και 26% του ΑΕΠ το 2007 οι επενδύσεις έπεσαν σε 20,5 δισ. και 11,1% του ΑΕΠ το 2018! Μάλιστα, σύμφωνα πάντα με την ΕΛΣΤΑΤ, οι λεγόμενες καθαρές επενδύσεις (αφαιρουμένων δηλαδή των αποσβέσεων) είναι μονίμως αρνητικές από το 2011 και μετά. Βέβαια, οι άμεσες ξένες επενδύσεις από το 2015 και μετά αυξάνονται, όμως και αυτές παραμένουν σ΄ ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα στην Ευρώπη (1,9%, έναντι σχεδόν 3,5% στην Ε.Ε.). Και όπως σημείωνε πρόσφατα ένα ενδιαφέρον άρθρο της «Καθημερινής» (15/4, Ηλίας Μπέλος), «σύμφωνα με τους οικονομολόγους, απαιτείται αύξηση των επενδύσεων κατά 15% ετησίως, ώστε σε ορίζοντα πενταετίας να κλείσει αυτό το επενδυτικό κενό»!

Επιπλέον, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ προς τη Eurostat (23/4), η άγρια λιτότητα η οποία απέφερε το 2018 ένα πρωτογενές πλεόνασμα-ρεκόρ, ύψους 4,4% του ΑΕΠ (8,149 δισ. ευρώ) από 3,9% του ΑΕΠ (6,946 δισ. ευρώ) το 2017, όχι μόνο δεν τιθασεύει το κρατικό χρέος, αλλά αυτό αντίθετα συνεχίζει να αυξάνεται. Έχει ανέλθει πλέον (το 2018) σε 181,1% του ΑΕΠ (334,573 δισ. ευρώ), από 176,2% ( 317,485 δισ. ευρώ) το 2017.

Η δυσμενής αυτή πορεία του ελληνικού καπιταλισμού επιτείνει την εφιαλτική κατάσταση μαζικής φτώχειας (τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat, υπολογίζουν το ποσοστό φτώχειας στην Ελλάδα στο 46,3% του πληθυσμού) και ανεργίας (σταθερά σχεδόν 1 εκατομμύριο οι εγγραμμένοι άνεργοι) που βιώνει σήμερα η εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα.

Σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, η παρούσα ψευτοαριστερή κυβέρνηση (πρώην) ρεφορμιστών και δεξιών, αστών πολιτικών «γυρολόγων», κλιμακώνει την επίθεση στο εισόδημα του εργαζόμενου λαού, αποδεχόμενη στο τελευταίο Eurogroup τη μείωση του αφορολογήτου ορίου από το 2020 και επιβαρύνοντας έτσι 4 εκατομμύρια χαμηλόμισθους και συνταξιούχους με επιπλέον φόρους ύψους έως και 450 ευρώ ετησίως.

Την ίδια στιγμή, η πολιτική αγυρτεία της κυβέρνησης και η υποταγή της στον καπιταλισμό αποτυπώνονται και στην πρόσφατη «έξοδο στις αγορές». Καταρχάς, το επιτόκιο 3,9% που «πέτυχε» η κυβέρνηση στην τελευταία έκδοση του 10ετούς ομολόγου συνιστά έναν πολύ επιζήμιο δανεισμό, εξίσου ακριβό με εκείνον που οδήγησε την Ελλάδα στα Μνημόνια. Επιπλέον, αυτός έγινε εφικτός μόνο εξαιτίας της ύπαρξης ενός τεράστιου «μαξιλαριού ρευστότητας» που δημιουργήθηκε από την άγρια λιτότητα, δηλαδή από το ίδιο το αίμα, τα δάκρυα και τον ιδρώτα του εργαζόμενου λαού, το οποίο πριν την έκδοση του 10ετούς ομολόγου ανερχόταν στα 41,7 δισ. ευρώ και είναι η αιτία που κάνει τους δανειστές να αισθάνονται ασφαλείς για να ξαναδανείσουν το ελληνικό κράτος. Με άλλα λόγια, ακόμα και αυτή η πανάκριβη έξοδος στις αγορές, έχει ως προϋπόθεση την ύπαρξη ενός αναξιοποίητου τεράστιου ποσού, που αντί να διατίθεται για τις ανάγκες του εργαζόμενου λαού (επιδόματα, δημόσια έργα και επενδύσεις κ.λπ.), χρησιμοποιείται προς όφελος των δισεκατομμυριούχων κερδοσκόπων δανειστών.

Μάλιστα η κυβέρνηση, δείχνοντας ότι η αληθινή της προτεραιότητα είναι οι καπιταλιστές κερδοσκόποι και όχι οι ανάγκες της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, υπόσχεται ότι από αυτό το «μαξιλάρι» (που αν συμπεριλάβουμε τις τελευταίες εξόδους στις αγορές και την εκταμίευση της δόσης που ενέκρινε το Eurogroup, θεωρητικά πλέον φτάνει κοντά στα 48 δισ. ευρώ) θα διατεθούν τα απαιτούμενα ποσά για την πλήρη και άμεση αποπληρωμή των δανείων του ΔΝΤ.

Τέλος, και στο «στενό» πολιτικό πεδίο, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ αποδεικνύει τη πλήρη χρεοκοπία της, από τη μία πλευρά πρωταγωνιστώντας σε μια μαφιόζικου τύπου (ως προς τα κίνητρα και τις μεθόδους της εκατέρωθεν) κόντρα με τον υπόδικο Μαρινάκη και από την άλλη, συμπεριλαμβάνοντας στα ψηφοδέλτιά της έναν εκπρόσωπο του πιο διαπλεκόμενου με το κράτος, μονοπωλιακού καπιταλιστικού ομίλου της μεταπολίτευσης, του ομίλου Κόκκαλη.

Την αηδία που αισθάνονται εκατομμύρια άνθρωποι του καθημερινού μόχθου για τον κυβερνητικό πολιτικό αμοραλισμό, συμπληρώνει η μεγάλη ανησυχία για τις πολιτικές διακηρύξεις του Κ. Μητσοτάκη. Αυτές φανερώνουν ότι η Ν.Δ είναι έτοιμη να έρθει στην εξουσία για να ισοπεδώσει ό,τι έχει απομείνει από τα εργατικά δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων των ισχνών, προεκλογικού τύπου, παραχωρήσεων της κυβέρνησης στο εισόδημα ενός τμήματος των πιο ακραία εκμεταλλευόμενων και φτωχών τμημάτων του εργαζόμενου λαού.

Η ματαίωση του συνεδρίου της ΓΣΕΕ και το μέλλον του εργατικού κινήματος

Μέσα σ’ αυτό το τοπίο καπιταλιστικής παρακμής, δυστυχώς, το εργατικό κίνημα, το μόνο οργανωμένο κίνημα που θα μπορούσε να ανατρέψει την αυξανόμενη ταξική εκμετάλλευση και ανισότητα μαζί με το σύστημα που τη γεννά, βρίσκεται σε αδιέξοδο. Την παρούσα παράλυση εξαιτίας της απελπισίας από τις απανωτές ήττες, συμπληρώνει η ζημιά που προκαλούν στο ηθικό και την προοπτική ανάκαμψης του, η στάση και οι τακτικές των βασικών του ηγετικών μερίδων.

Η συνδικαλιστικές ηγεσίες των ΠΑΣΚΕ και ΔΑΚΕ είναι οι κύριοι υπαίτιοι για τις ήττες των μεγάλων απεργιακών μαχών της περιόδου 2010-2016 και σήμερα, αποτελούν πρακτικά την «πέμπτη φάλαγγα» της άρχουσας τάξης και της τρόικας μέσα στα συνδικάτα. Όμως η ηγεσία του ΠΑΜΕ, όλα αυτά τα χρόνια, παρά τις σωστές ταξικές διακηρύξεις και τη μαχητική στάση των μελών του στους εργατικούς χώρους, απέτυχε να αλλάξει αποφασιστικά τους συσχετισμούς στα συνδικάτα και να τους δώσει έτσι έναν ριζικά διαφορετικό, νικηφόρο προσανατολισμό. Και αυτήν την αποτυχία, δυστυχώς η ηγεσία του ΠΑΜΕ τη συμπληρώνει, τις τελευταίες εβδομάδες με μια ολέθρια τακτική επιδίωξης συγκρούσεων φυσικής βίας με τους εκπροσώπους της ΠΑΣΚΕ και της ΔΑΚΕ, λες και το φαινόμενο των νόθων και εργοδοτικών αντιπροσώπων και των «σωματείων – σφραγίδα» μπορεί να εξαλειφθεί με τη βίαιη απόπειρα ματαίωσης συνεδρίων, όπως συνέβη με τις δύο πρόσφατες τέτοιου είδους απόπειρες που ματαίωσαν το συνέδριο της ΓΣΕΕ.

Ο μόνος τρόπος να αλλάξει ριζικά η κατάσταση στα συνδικάτα είναι η συστηματική εκστρατεία για την ένταξη νέων εργατών και όχι οι γροθιές και οι κλωτσιές σε λιγοστούς γραφειοκράτες. Αυτές οι πρακτικές διευκολύνουν την άρχουσα τάξη να συκοφαντεί τα συνδικάτα, αλλά και την ίδια τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία των ΠΑΣΚΕ – ΔΑΚΕ να εδραιώνει τη θέση της στις κορυφές τους, σε μια στιγμή μάλιστα που σε αυτά συντελείται τα τελευταία χρόνια μια αριστερή στροφή. Αντί να προσελκύουν τους νέους εργάτες στα συνδικάτα δημιουργούν μια εικόνα γενικευμένης απαξίωσης και ήδη έχουν οδηγήσει στο διορισμό διοίκησης της ΓΣΕΕ από το κράτος, μια εξέλιξη που από μόνη της συνιστά ιστορικό πισωγύρισμα για το εργατικό κίνημα. Συνεπώς, αυτές οι πρακτικές, καθώς και οι σεχταριστικές διαθέσεις που εκτρέφουν για τη διάσπαση των μαζικών παραδοσιακών συνδικάτων, είναι ολέθριες και πρέπει να σταματήσουν τώρα!

Αντίθετα, αυτό που πρέπει να ξεκινήσει αμέσως από τις ενωμένες δυνάμεις όλων των κομμουνιστών συνδικαλιστών είναι μια εκστρατεία για τη μαζική εγγραφή νέων στα συνδικάτα και για τη διενέργεια ενός αληθινά δημοκρατικού συνεδρίου, που θα ενοποιήσει ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ. Αυτό που απαιτείται είναι η υπομονετική προσπάθεια για να κερδηθεί παντού μέσα στα υπάρχοντα συνδικάτα η πλειοψηφία από τους κομμουνιστές σε βάρος των φιλο-εργοδοτικών, φιλοκυβερνητικών και δεξιών παρατάξεων.

Σε πολιτικό επίπεδο, ενόψει της διπλής εκλογικής μάχης Ευρωεκλογών και Δημοτικών -Περιφερειακών εκλογών, αυτό που προέχει άμεσα είναι η ενεργή και δραστήρια πάλη κάθε συνειδητού εργαζόμενου και νέου με σκοπό να βγει εκλογικά ενισχυμένο το ΚΚΕ σε όλες τις κάλπες, χωρίς φυσικά παραίτηση από το δικαίωμα κριτικής στα λάθη της παρούσας ηγετικής γραμμής του κόμματος. Το ΚΚΕ είναι σήμερα το μόνο μαζικό, εργατικό, αντικαπιταλιστικό κόμμα στη χώρα και γι’ αυτό η στήριξή του στις εκλογές ενάντια στα κόμματα του αστικού πολιτικού στρατοπέδου αποτελεί ταξικό καθήκον. Μια εκλογική του νίκη θα ενισχύσει το ηθικό της εργατικής τάξης και τη διάθεσή της για αγώνα, ξεκινώντας από την πρωτοπορία της.

Η Σύνταξη