Η εκτίμησή μας για την κατάσταση στη ΝΔ ενόψει των εκλογών για την ανάδειξη του νέου αρχηγού.

Το φιάσκο των εσωκομματικών εκλογών της ΝΔ έχει οξύνει ακόμη περισσότερο την κρίση του παραδοσιακού κόμματος της αστικής τάξης. Η αναβολή των εσωκομματικών εκλογών, ασχέτως αν αυτή οφειλόταν σε τεχνικό πρόβλημα ή «σαμποτάζ», έδειξε μία εικόνα κόμματος σε διάλυση και αναμφίβολα εξόργισε την αστική τάξη. Σε κύριο άρθρο της «Καθημερινής» στις 24/11 διαβάζουμε: «Δεν είναι θέαμα αυτό που παρουσιάζει τούτες τις ώρες η Ν.Δ… Την ώρα που η χώρα έχει ανάγκη μία αξιόπιστη αντιπολίτευση, η Ν.Δ. εμφανίζεται κυριολεκτικά να μην μπορεί να «δέσει τα κορδόνια της»».

Η κύρια ανησυχία των αστών σε αυτή τη φάση δεν είναι τόσο η διάσπαση της ΝΔ, όσο ένας παρατεταμένος εκφυλισμός και απαξίωση του βασικού της κόμματος που θα το καταστήσει αδύνατο να κερδίσει σε επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Είναι χαρακτηριστικά τα όσα δήλωσε στο ραδιοσταθμό «Alpha» ο βουλευτής της ΝΔ Ν. Δένδιας:« Δε φοβάμαι απλώς τη διάσπαση στη ΝΔ, φοβάμαι τη γελοιοποίηση. Δεν ήταν ένα απλό λάθος αυτό που συνέβη στη ΝΔ. Είναι ένδειξη της λειτουργίας του κομματικού μηχανισμού όπως τις περασμένες δεκαετίες».

Η αστική τάξη βρίσκεται σε σοβαρό πολιτικό αδιέξοδο. Δείγμα αυτού του αδιεξόδου είναι το γεγονός ότι είναι απόλυτα εξαρτημένη από τον Τσίπρα και είναι αναγκασμένη να τον στηρίξει για να περάσει την πολιτική των Μνημονίων. Από την άλλη πλευρά όμως, για να μπορέσει να χτίσει μια βιώσιμη δεξιά εναλλακτική λύση θα πρέπει επικοινωνιακά να επιτεθεί στον Τσίπρα και την κυβέρνηση. Αυτή η άλυτη αντίφαση είναι μόνο ένα μέρος των διαφωνιών για τη στρατηγική και την τακτική που αναπτύσσονται στο στρατόπεδο της αστικής τάξης.

Οι πιο σοβαροί αστοί είναι ιδιαίτερα ανήσυχοι, καθώς γνωρίζουν ότι το πολιτικό κεφάλαιο του Τσίπρα θα εξαντληθεί, αργά η γρήγορα. Ο A. Παπαχελάς εξέφρασε αυτή την ανησυχία σε άρθρο του με τίτλο «Αναζητείται η ηγεσία του «Ναι»» («Καθημερινή» 2/11), στο οποίο γράφει ότι «Ακόμη και αν ο κ. Τσίπρας κάνει πολιτικό χαρακίρι ή καταρρεύσει υπό το βάρος των προβλημάτων της χώρας, η μεγάλη μάζα θα στραφεί σε άλλες λύσεις, ενδεχομένως πιο ακραίες και πιο λαϊκιστικές» και προσθέτει «είναι κρίσιμο το 38,5% (που ψήφισε ΝΑΙ στο δημοψήφισμα) να αποκτήσει νέα πρόσωπα, πειστικό αφήγημα και μια λαϊκή απήχηση. Αν βγαίνουν και ξαναβγαίνουν τα πρόσωπα του χθες οι νέοι θα ωθούνται στην απελπισία, το εξωτερικό η την βία καθώς η χώρα θα βυθίζεται σε ένα ατέλειωτο τέλμα».

Οι πιο σοβαροί αστοί αναλυτές καταλαβαίνουν ότι κανένας από τους υποψηφίους της ΝΔ δεν μπορεί να παίξει το ρόλο της ηγεσίας που έχουν ανάγκη σήμερα. Όμως τώρα δεν έχουν καμία σοβαρή εναλλακτική λύση και είναι ξεκάθαρο ότι θα χρειαστούν σύντομα την αναμόρφωση του πολιτικού τους στρατοπέδου.

Η Ν.Δ όπως είναι σήμερα, αντιμετωπίζεται από τους σοβαρούς αστούς με δυσπιστία. Αυτή η διάθεση αποτυπώνεται στο κύριο άρθρο της Καθημερινής στις 24/11: «Το κόμμα, με τη στενή έννοια του όρου, είναι προφανές ότι πρέπει να κλείσει και να ξανανοίξει σε εντελώς νέες βάσεις. Πρόκειται για γερασμένο, χρεοκοπημένο μηχανισμό που δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στις πολιτικές και επικοινωνιακές ανάγκες της εποχής, όπως έχει επανειλημμένως αποδειχθεί».

Από την αρχή της κρίσης η ΝΔ βρίσκεται σε μία διαδικασία διαρκούς φθοράς και έχει χάσει σχεδόν την μισή εκλογική της βάση. Το γεγονός ότι στις εκλογές του Σεπτέμβρη μετά την προδοσία του ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο δεν κέρδισε υποστήριξη, αλλά έχασε ψήφους, είναι μία πηγή διαρκούς προβληματισμού. Η αστική τάξη έκανε ήδη σοβαρές προσπάθειες να συσπειρώσει το κόμμα της για να αντιμετωπίσει την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ. Η επιστροφή της Μπακογιάννη και ο προσεταιρισμός βουλευτών του ΛΑΟΣ ήταν μόνο μέρος αυτής της προσπάθειας. Όμως η ενότητα είναι επιφανειακή και εύθραυστη. Στην πραγματικότητα το κόμμα είναι χωρισμένο σε ανταγωνιστικές και σκληρά αντιμαχόμενες πολιτικές κλίκες που συσπειρώνονται γύρω από διαφορετικές μερίδες της ελληνικής αστικής τάξης. Επιπρόσθετα γενικότερα, στους κόλπους της αστικής τάξης θα αρχίσουν να αναπτύσσονται σοβαρές «στρατηγικές» διαφωνίες μπροστά στο αδιέξοδο από το βάθεμα της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού. Οι αντιθέσεις της αστικής τάξης δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε διασπάσεις. Σε κάθε περίπτωση, η εικόνα κρίσης στο αστικό πολιτικό στρατόπεδο αντικειμενικά ευνοεί το ευρισκόμενο σήμερα σε φάση υποχώρησης εργατικό κίνημα, δημιουργώντας πιο ευνοϊκό έδαφος για να ανακάμψει.