καθαρή έξοδος από τα μνημόνια, επιτροπεία, δανειστές, κόκκινα δάνεια, ΕΛΣΤΑΤ, ΑΕΠ, χρέος

Μέσα σ’ ένα διεθνές περιβάλλον σεισμικών δονήσεων από τον εμπορικό πόλεμο μεταξύ ΗΠΑ, Κίνας και ΕΕ και από τη νέα αεροπορική επιδρομή του δυτικού ιμπεριαλισμού στη Συρία, η κυβέρνηση Τσίπρα επιχειρεί να παρατείνει την παραμονή της στην εξουσία με την επικοινωνιακή εκστρατεία περί επικείμενης «καθαρής εξόδου από τα Μνημόνια».

Τυπικά, βέβαια, το τρίτο μνημονιακό πρόγραμμα τελειώνει τον ερχόμενο Αύγουστο. Όμως, αυτό δε σημαίνει ότι τελειώνουν και τα Μνημόνια ως προς την ουσία τους, που είναι η εκχώρηση της οικονομικής πολιτικής του ελληνικού κράτους στους δανειστές. Άλλωστε, κανείς δεν πρέπει να ξεχνά ότι με το «επικαιροποιημένο» Μνημόνιο, που υπογράφτηκε τον περσινό Ιούνιο, η κυβέρνηση έχει αποδεχθεί «μνημονιακούς» στόχους για τα πρωτογενή πλεονάσματα μέχρι το 2060 (3,5% έως το 2022 και 2% για τα επόμενα χρόνια).

Ο μύθος της «καθαρής εξόδου»

Η διατήρηση της ουσίας των Μνημονίων επιβάλλεται από την ίδια την κατάσταση κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού. Ο Τσίπρας επικαλείται την «επιτυχημένη έξοδο της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας και της Κύπρου από τα Μνημόνια», ισχυριζόμενος ότι η Ελλάδα βαδίζει στον ίδιο με αυτές δρόμο. Το ψέμα εδώ είναι διπλό. Κατ’ αρχάς, στις προαναφερθείσες χώρες η κρίση συνεχίζει να είναι παρούσα, αφού το κρατικό τους χρέος είναι σήμερα πολύ μεγαλύτερο από την εποχή που εισέρχονταν σε «μνημονιακό» πρόγραμμα. Επιπλέον, ο ελληνικός καπιταλισμός, σήμερα, είναι σε πολύ χειρότερη θέση από όλα αυτά τα, ψευδώς εμφανιζόμενα ως επιτυχημένα, πρότυπά του.

Ας δούμε τα πιο πρόσφατα σχετικά στοιχεία και τα συμπεράσματα που προκύπτουν από αυτά. Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η Ελλάδα μπήκε σε μια τροχιά «ισχυρής ανάπτυξης». Η αλήθεια είναι ότι, απολύτως φυσιολογικά, μετά από μια δεκαετία ύφεσης, είχαμε σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ ανάπτυξη του ΑΕΠ ύψους 1,4% για το 2017. Όμως, η επίδοση αυτή είναι εξαιρετικά ισχνή και επισφαλής. Πέρα από το ότι διέψευσε τις προβλέψεις κυβέρνησης και δανειστών, που την ήθελαν έως και διπλάσια, είναι η χαμηλότερη στην Ευρωζώνη, όπου ο μέσος όρος ήταν 2,3%. Αυτό σημαίνει σαφώς ότι ο ελληνικός καπιταλισμός αποδεικνύεται αδύναμος να επωφεληθεί από τη, μικρή έστω, ανάπτυξη που γνωρίζει ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός.

Ένας από τους λόγους για τη χαμηλή αυτή επίδοση είναι ο πρωτοφανής ζήλος που δείχνει, για δεύτερο συνεχόμενο χρόνο, η κυβέρνηση στην επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2017, το πρωτογενές πλεόνασμα έφτασε στο 4% του ΑΕΠ (7,08 δισ. ευρώ), έναντι του «μνημονιακού» στόχου 1,75%. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, που έδειξαν στασιμότητα της ιδιωτικής κατανάλωσης για το 2017 (+0,1%), αποτύπωσαν σε σημαντικό βαθμό τις αρνητικές επιπτώσεις αυτής της πολιτικής στην αγοραστική δύναμη των μαζών και, συνακόλουθα, στο ίδιο το ΑΕΠ.

Με δεδομένο ότι και για τα 5 επόμενα χρόνια τα πρωτογενή πλεονάσματα θα πρέπει υποχρεωτικά να είναι σχεδόν στο ίδιο ύψος με εκείνο του 2017, πρέπει να αναμένουμε μια ανάλογη κατ’ έτος αρνητική επίδραση στο ΑΕΠ. Αυτή, σε συνδυασμό με τη διεθνή οικονομική αστάθεια, αλλά και την εγχώρια αβεβαιότητα που διαμορφώνει το σταθερά υπέρογκο κρατικό χρέος και η προοπτική κυβερνητικής αστάθειας τα επόμενα χρόνια κάθε άλλο παρά μας προϊδεάζουν για μια μακρά περίοδο «ισχυρής ανάπτυξης».

Το περσινό πλεόνασμα–«μαμούθ» επιτεύχθηκε κύρια μέσα από έναν συνδυασμό αύξησης της φορολογίας – ιδιαίτερα των άδικων έμμεσων φόρων – και περικοπής των δημόσιων επενδύσεων και των συντάξεων. Οι δανειστές, με επικεφαλής τους Γερμανούς αστούς, επιμένουν στην επίτευξη των υψηλότερων δυνατών πρωτογενών πλεονασμάτων (το ΔΝΤ που φέρεται να διαφωνεί δε συμμετέχει με δανεισμό στο τρίτο πρόγραμμα). Έτσι, η κυβέρνηση, παρά την, για εσωτερική κατανάλωση, αντι-γερμανική ρητορική της, επιτυγχάνοντας για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά ένα πρωτογενές πλεόνασμα πολλαπλάσιο του προβλεπόμενου «μνημονιακού» στόχου, μπορεί επάξια να χαρακτηριστεί η «γερμανικότερη» από όλες τις «μνημονιακές» κυβερνήσεις.

Επίσης, θα πρέπει να τονίσουμε ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα, από μόνα τους, δεν λένε την αλήθεια για τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας. Το αληθινό ισοζύγιο μεταξύ δαπανών και εσόδων προκύπτει μόνο αν συμπεριλάβουμε και τις κρατικές δαπάνες για τοκοχρεολύσια, που δεν συμπεριλαμβάνονται στα πρωτογενή πλεονάσματα. Αν το κάνουμε αυτό για το 2017, το πραγματικό δημοσιονομικό πλεόνασμα, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, δεν είναι 4%, αλλά μόλις 0,8%. Και αν συμπεριλάβουμε και τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους κράτους προς ιδιώτες ύψους 3,4 δισ. ευρώ, τότε το πραγματικό δημοσιονομικό ισοζύγιο είναι ελλειμματικό, με το έλλειμμα ως ποσοστό του ΑΕΠ να είναι 1,13%. Μετά, δηλαδή, από σχεδόν μια δεκαετία σκληρής λιτότητας, ο ελληνικός καπιταλισμός δεν έχει ακόμα καταφέρει να απαλλαγεί από το δημοσιονομικό του έλλειμμα!

Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση διατρανώνει χωρίς ντροπή την πεποίθησή της ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα τα επόμενα χρόνια θα επιτυγχάνονται απρόσκοπτα και, μάλιστα, ταυτόχρονα θα έχουμε και υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και θα εφαρμόζονται και «κοινωνικά αντίμετρα». Ασφαλώς, αυτά τα όνειρα είναι ανέφικτα. Έχουμε ήδη αναφέρει ότι τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα είναι ασύμβατα με τους ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης. Στην πραγματικότητα, καμιά κυβέρνηση δεν μπορεί να αποπειραθεί να επιτύχει αυτό το σκοπό, χωρίς να λάβει τα σκληρότερα δυνατά νέα μέτρα λιτότητας, ιδιαίτερα στο πεδίο της περικοπής μισθών, συντάξεων και άλλων κοινωνικών δαπανών. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Γερμανία επιμένει στη διαρκή εποπτεία μετά το τέλος του προγράμματος και για τον οποίο, επίσης, το ΔΝΤ επιμένει στη μεταφορά των ψηφισμένων περικοπών σε συντάξεις και αφορολόγητο, από το 2020 στο 2019.

Η ίδια η πτωτική πορεία των φορολογικών εσόδων δείχνει ότι η ανάγκη για νέα μέτρα θα εμφανιστεί πολύ γρήγορα. Παρά τη διαρκή αύξηση των φόρων, τα έσοδα μειώνονται λόγω της αυξανόμενης φοροδοτικής αδυναμίας των εργατικών-λαϊκών μαζών. Έτσι, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, τα έσοδα το 2017 έπεσαν στο 48,01% του ΑΕΠ, από 49,52% που ήταν τον προηγούμενο χρόνο. Η τάση αυτή συνεχίζεται και στο νέο χρόνο, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με την ίδια πηγή, τα καθαρά έσοδα του Μαρτίου να παρουσιάσουν νέα υστέρηση, με 2,799 δισ. ευρώ έναντι 3,067 δισ. ευρώ που ήταν ο μηνιαίος στόχος. Η τάση αυτή, σωρευτικά, αποτυπώνεται στο ολοένα και αυξανόμενο ποσό των ληξιπρόθεσμων οφειλών των ιδιωτών προς το κράτος, που έχει πλέον φτάσει στο τρομακτικό ποσό των 101,6 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων.

Φυσικά, η πιο μεγάλη απόδειξη ότι δεν μπορεί να υπάρξει σήμερα καμία πραγματική, ουσιαστική έξοδος από τα Μνημόνια είναι, σε τελική ανάλυση, το ίδιο το ύψος του κρατικού χρέους, που ως ποσοστό του ΑΕΠ παραμένει σταθερά 50 περίπου μονάδες υψηλότερα από όσο ήταν στην αρχή της κρίσης. Στα πιο πρόσφατα σχετικά στοιχεία της, η ΕΛΣΤΑΤ αναφέρει ότι το κρατικό χρέος το 2017 διαμορφώθηκε στο 178,6% του ΑΕΠ (317,4 δισ. ευρώ). Η αντιδραστική απόπειρα να εξυπηρετηθεί κανονικά αυτό το τεράστιο, ληστρικό χρέος, που δημιούργησε η ελληνική άρχουσα τάξη και το κράτος της, είναι η πηγή των στόχων για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, που με τη σειρά τους τα επόμενα χρόνια αναπόφευκτα θα γεννούν διαρκώς νέα μέτρα λιτότητας και θα τροφοδοτούν τάσεις προς μια νέα ύφεση, «φουντώνοντας» το χρέος και αναβιώνοντας το φάσμα της χρεοκοπίας και της επιστροφής στο εθνικό νόμισμα. Αυτός η κατάσταση ενός διαρκώς επιδεινούμενου «φαύλου κύκλου» αποτελεί το μέλλον του ελληνικού καπιταλισμού.

Επιπλέον, η επισφαλέστατη θέση των ελληνικών τραπεζών, που τα κόκκινα δάνειά τους ανέρχονται στο τρομακτικό 60% του ΑΕΠ (στην πραγματικότητα είναι χρεοκοπημένες), παρά τα «τρικ» με τα οποία προκύπτουν προς το παρόν ήπιες αξιολογήσεις στα λεγόμενα stress tests, θα ρίξει αναπόφευκτα στο άμεσο μέλλον, εκ νέου «λάδι στη φωτιά» της ελληνικής κρίσης.

Επίσης, μοιραία, θα αποδειχθεί η συνέχιση της τυχοδιωκτικής απόπειρας της κυβέρνησης να καταφεύγει για επικοινωνιακούς λόγους σε πρόωρο δανεισμό από τις αγορές (ήδη αυτό έχει γίνει δύο φορές με «επιτυχία»), παρότι αυτός είναι ακριβότερος από το δανεισμό της τρόικας. Και σε αυτό το πεδίο, η κυβέρνηση πρακτικά παίζει το παιχνίδι των δανειστών και ιδιαίτερα των Γερμανών αστών, που, για να αποφύγουν νέα μεγάλα δανειακά πακέτα προς την Ελλάδα, δηλώνουν ότι αυτή μπορεί πλέον να δανείζεται από τις αγορές.

Φυσικά, τον καταλυτικό ρόλο στην πορεία του ελληνικού καπιταλισμού τα επόμενα χρόνια θα παίξει η αναπόφευκτη εμφάνιση των σύννεφων μιας νέας παγκόσμιας ύφεσης, εν μέσω ενός κλιμακούμενου εμπορικού πολέμου ανάμεσα στα βασικά ιμπεριαλιστικά μπλοκ.

Όλα τα αντικειμενικά δεδομένα και οι τάσεις του παρόντος, λοιπόν, προοιωνίζουν για την καπιταλιστική Ελλάδα όχι μια καθαρή έξοδο από τα Μνημόνια, αλλά, αντίθετα, την ύπαρξη Μνημονίων διαρκείας και χωρίς εξασφαλισμένη, χαμηλότοκη χρηματοδότηση του χρέους, όπως αυτή που υπήρχε τα προηγούμενα 8 χρόνια. Η πολυθρύλητη «καθαρή έξοδος από τα Μνημόνια» μοιάζει στην πράξη με ώθηση προς τον γκρεμό της χρεοκοπίας και της δραχμής.

Προς την «ελάφρυνση» του χρέους;

Μήπως, όμως, αυτή η πορεία θα αποτραπεί με μια ελάφρυνση του χρέους το καλοκαίρι από τους δανειστές; Είναι σημαντικό εδώ να επαναλάβουμε ότι το ελληνικό κρατικό χρέος, στη συντριπτική του πλειονότητα, ανήκει πλέον σε αστικά κράτη, που δεν είναι διατεθειμένα να κάνουν δώρα στον ελληνικό καπιταλισμό, μια και αντιμετωπίζουν και τα ίδια, κατά κανόνα, το πρόβλημα των μεγάλων χρεών. Έτσι, η αναγκαία, πραγματική, ενιαία ελάφρυνση χρέους, δηλαδή η διαγραφή σημαντικού μέρους του από τα κράτη που έχουν δανείσει την Ελλάδα, είναι αδύνατο να αναμένεται άμεσα. Το καλύτερο που μπορεί να γίνει είναι επιμηκύνσεις πληρωμών και «πάγωμα τόκων», που θα συνοδεύονται κάθε φορά από τα σκληρότερα δυνατά μέτρα.

Μόνο σε μια (αναπόφευκτη μελλοντικά) ανοικτή εκδήλωση αδυναμίας εξυπηρέτησης του χρέους από το ελληνικό κράτος θα μπορούσε να τεθεί ρεαλιστικά και υποχρεωτικά πλέον για τους δανειστές το θέμα μιας ουσιαστικής ελάφρυνση του χρέους, με δεδομένο ότι ένα νέο μεγάλο δάνειο έχει σε όλους τους τόνους αποκλειστεί από τους ίδιους ως πιθανότητα. Τότε, όμως, τα ανταλλάγματα που θα ζητηθούν θα είναι τα σκληρότερα δυνατά, συμπεριλαμβανομένης πιθανότατα και της ίδιας της θέσης της Ελλάδας στην Ευρωζώνη, με την απαίτηση για μια συντεταγμένη, ελεγχόμενη επιστροφή της σε εθνικό νόμισμα.

Αλλά, ακόμα δε βρισκόμαστε σε αυτό το σημείο. Έτσι, το πιο πιθανό είναι οι διαπραγματεύσεις για το λεγόμενο «μεταμνημονιακό» καθεστώς, που θα κλιμακωθούν τις επόμενες βδομάδες, να έχουν για μια ακόμα φορά ως κατάληξη το κέρδισμα χρόνου από όλες τις πλευρές, χωρίς καμία θεμελιώδη επίπτωση στον όγκο του χρέους και στο σημερινό καθεστώς που διέπει τη σχέση Ελλάδας και δανειστών.

Οι πρώτες ασφαλείς ενδείξεις από τις τοποθετήσεις όλων των ενδιαφερομένων παραπέμπουν στο ότι και πάλι η γερμανική γραμμή θα είναι αυτή που θα κυριαρχήσει. Χαρακτηριστικά, πριν από λίγες μέρες είδαμε τον Γάλλο επίτροπο Μοσκοβισί να εγκαταλείπει και επίσημα την περιβόητη γαλλική πρόταση, που υποστήριζε και το ΔΝΤ, για έναν αυτοματοποιημένο μηχανισμό ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους συνδεδεμένο με την ανάπτυξη. Και αμέσως μετά, ήρθε και η επίσημη τοποθέτηση της γερμανικής κυβέρνησης μέσω του διαδόχου του Σόιμπλε, Όλαφ Σολτς, ότι δεν θα δεχθεί καμία αυτόματη διαδικασία ελάφρυνσης χωρίς αυστηρές αξιολογήσεις και ότι τα κριτήρια για την όποια ελάφρυνση δε θα είναι «αναπτυξιακά», αλλά δημοσιονομικά, δηλαδή θα αφορούν το κατά πόσο οι ελληνικές κυβερνήσεις θα εφαρμόζουν τα απαιτούμενα, σκληρά, «μνημονιακότατα» μέτρα λιτότητας που θα τους υποβάλλονται από τους δανειστές.

Όλα αυτά επανέφεραν ήδη στο προσκήνιο το γνώριμο σκηνικό των τελευταίων ετών: αφόρητη πίεση στην κυβέρνηση για να υλοποιήσει τα εκκρεμή προαπαιτούμενα (περίπου 88 σήμερα), για να ελπίζει με «καλή διαγωγή» να της παραχωρηθεί ό,τι καλύτερο. Μόνο που αυτό το «καλύτερο», όπως ήδη προαναφέραμε, δε θα συνιστά καμία ουσιαστική ελάφρυνση του χρέους. Άλλωστε, ακόμα και η ενταφιασμένη πια, «ευνοϊκή» γαλλική πρόταση περιείχε βασικά μόνο επιμηκύνεις πληρωμών και παγώματα επιτοκίων. Αυτό που όλα δείχνουν ότι θα αποσπάσει η κυβέρνηση θα είναι μόνο μια επικοινωνιακή «έξοδος από τα μνημόνια», στη βάση σκληρών δεσμεύσεων σε βάθος δεκαετιών.

Οι Γερμανοί αστοί και οι λοιποί Ευρωπαίοι δανειστές, απαλλαγμένοι από την υποχρέωση χορήγησης νέων δανειακών πακέτων, θα επιχειρήσουν να διαβεβαιώσουν τις αγορές ότι η Ελλάδα μπορεί πια να «σταθεί στα πόδια της», γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο είναι απολύτως ψευδές. Οι αγορές θα ξαναδανείσουν την Ελλάδα με ακριβότερα επιτόκια από την τρόικα για ένα διάστημα, μέχρι οι αναπόφευκτες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές αναταράξεις που θα δημιουργήσει η τυχοδιωκτική απόπειρα κανονικής εξυπηρέτησης ενός τόσο μεγάλου χρέους από μια τόσο αποδυναμωμένη οικονομία – με τα βάρη φυσικά να μένουν πάντα στις όλο και πιο αδύναμες πλάτες των φτωχών εργατικών, λαϊκών μαζών – να οδηγήσουν σε μια νέα κρίση, που θα επαναφέρει το φάσμα της χρεοκοπίας και της επιστροφής στο εθνικό νόμισμα.

Η πορεία που ξεκινάει λοιπόν στο λυκόφως του 3ου «μνημονιακού» προγράμματος δεν είναι καθόλου αυτή της εξόδου από την κρίση, αλλά, αντίθετα, εκείνη της εισόδου σε ένα νέο, πιο επώδυνο στάδιο της κρίσης. Η αναπόφευκτη, αργά ή γρήγορα, αποχώρηση της κυβέρνησης Τσίπρα από την εξουσία και το άνοιγμα μιας νέας περιόδου πολιτικής–κυβερνητικής αστάθειας, λόγω της απουσίας ισχυρής κυβερνητικής λύσης από το παραδοσιακό αστικό στρατόπεδο, θα δημιουργήσουν πάνω στο έδαφος της κρίσης τις προϋποθέσεις για μια νέα άνοδο των ταξικών αγώνων. Και μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, οι πολιτικές ευκαιρίες και προκλήσεις για το κομμουνιστικό κίνημα της χώρας – κεντρικός και μαζικός εκπρόσωπος του οποίου είναι σήμερα το ΚΚΕ – θα είναι πολλές και ιστορικής σημασίας.


Σταμάτης Καραγιαννόπουλος