Σύνοδος G7

Οι προσδοκίες για τη Σύνοδο των G7 δεν ήταν υψηλές, αλλά το αποτέλεσμα ήταν ακόμη χειρότερο από το αναμενόμενο. Για πρώτη φορά, η Σύνοδος των G7 έκλεισε χωρίς κοινή δήλωση και με τον Τραμπ να επιτίθεται στον Καναδά και την ΕΕ. Αντίθετα, η σύνοδος κορυφής στη Βόρεια Κορέα τελείωσε με χαμόγελα και μια κοινή δήλωση, που υπόσχεται ειρήνη, αποπυρηνικοποίηση και ασφάλεια.

Ληστεία κατά των ΗΠΑ;

Ο Τραμπ απειλούσε να μην παρευρεθεί στη σύνοδο κορυφής και, μάλλον, οι υπόλοιποι ηγέτες είχαν την ίδια επιθυμία. Η σύνοδος κορυφής περιγράφηκε ως «εγκάρδια», σε αντίθεση με τη «φιλική» ατμόσφαιρα, που θα περίμενε κανείς από μια τέτοια συγκέντρωση συμμάχων. Ο Τραμπ αποφάσισε ότι ήταν μια καλή στιγμή να κατηγορήσει τους συμμάχους των ΗΠΑ ότι ληστεύουν τη χώρα του. Πιθανότατα, αυτή η στάση αποτέλεσε μέρος της συνηθισμένης τακτικής του Τραμπ: παίζει στην αρχή τον σκληρό, ενώ στη συνέχεια αποσκοπεί σε ευνοϊκότερη γι’ αυτόν συμφωνία, όταν «η σκόνη καταλαγιάσει» – μία τακτική που όμως έχει συνέπειες.

Όμως, ποιος ληστεύει ποιον; Σύμφωνα με τη λογική του Τραμπ, οι ΗΠΑ ληστεύουν την Ολλανδία, το Βέλγιο και την Αυστραλία, επειδή οι ΗΠΑ έχουν εμπορικό πλεόνασμα σε σχέση μ’ αυτές τις χώρες. Μια ροή αγαθών, κεφαλαίων και υπηρεσιών σε μια κατεύθυνση σημαίνει αναπόφευκτα μια ροή χρημάτων προς την άλλη κατεύθυνση. Έτσι, τα χρήματα εισρέουν στις ΗΠΑ με τη μορφή επενδύσεων και δανείων, τα οποία στη συνέχεια χρησιμοποιούνται για την πληρωμή αγαθών και υπηρεσιών, που η αμερικανική οικονομία καταναλώνει από το εξωτερικό. Αυτός ο τρόπος περιγραφής των εμπορικών σχέσεων είναι ανοησία.

O Τραμπ επίσης δεν υπολογίζει τα πραγματικά στοιχεία και γεγονότα, όταν κάνει δηλώσεις. Οι ΗΠΑ έχουν εμπορικό έλλειμμα σε σχέση με τον Καναδά, όταν πρόκειται για αγαθά, αλλά όχι όταν πρόκειται για υπηρεσίες και συνολικά. Στην πραγματικότητα, οι ΗΠΑ έχουν εμπορικό πλεόνασμα σε σχέση με τον Καναδά. Τα αριθμητικά στοιχεία των εισπραττόμενων δασμών δείχνουν επίσης ότι η ΕΕ και ο Καναδάς πληρώνουν σχεδόν τους ίδιους δασμούς με τις ΗΠΑ, κατά μέσο όρο, σε μεμονωμένα προϊόντα.

Όλα αυτά δείχνουν ότι αυτό που διακυβεύεται δεν είναι η «σκληρότητα» και η «μεγαλοσύνη» των ΗΠΑ, αλλά το γεγονός ότι ο Τραμπ προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει τις εμπορικές σχέσεις των ΗΠΑ εις βάρος και ζημιώνοντας τους παραδοσιακούς τους συμμάχους. Προσπαθεί να αυξήσει την παραγωγικότητα και την απασχόληση στις ΗΠΑ εις βάρος των κυριότερων εμπορικών της εταίρων. Με άλλα λόγια, εξάγει την ανεργία και προσπαθεί να μεταφορτώσει τα κοινωνικά προβλήματα της οικονομικής κρίσης στους εμπορικούς της εταίρους.

Αυτή είναι μια πιο κραυγαλέα και ακραία έκφραση αυτού που έχουν κάνει όλες οι μεγάλες δυνάμεις τα τελευταία χρόνια. Η ΕΕ αύξησε τους δασμούς σε ορισμένα κινεζικά προϊόντα χάλυβα κατά 73,7%. Οι Κινέζοι, με τη σειρά τους, υιοθέτησαν μια σειρά πολιτικών επιδότησης των εγχώριων επιχειρήσεων, κάτι που οι περισσότερες δυτικές χώρες κάνουν εδώ και δεκαετίες, επιδοτώντας τους αγρότες. Η λίστα συνεχίζεται. Στην πραγματικότητα, το ελεύθερο εμπόριο δεν ήταν ποτέ ελεύθερο. Τα τελευταία μόνο 70 χρόνια, έχει σημειωθεί μια σταθερή κίνηση προς την απελευθέρωση του εμπορίου κατάσταση που σήμερα αντιστρέφεται.

Ελεύθερος εμπορικός ιμπεριαλισμός

Τον περασμένο Ιανουάριο, ήταν η 70η επέτειος από την εφαρμογή της ΓΕΣΔΕ (GATT). Η ΓΕΣΔΕ ήταν ο προκάτοχος του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και αποσκοπούσε στην εξάλειψη των εμπορικών φραγμών, που δημιουργήθηκαν κατά τη δεκαετία του 1930 και του 1940. Εκείνη την εποχή, η θέση των ΗΠΑ ήταν ότι τα εμπορικά πλεονάσματα δε θα αποτελούσαν οικονομικό πρόβλημα. Οι Βρετανοί (με επικεφαλής τον Μέυναρντ Κέυνς) επέμεναν ότι το εμπόριο μεταξύ των χωρών θα πρέπει να εξισορροπηθεί μακροπρόθεσμα. Τότε, φυσικά, οι ΗΠΑ είχαν μεγάλο εμπορικό πλεόνασμα (περίπου το 10% του συνολικού όγκου εμπορίου).

Για το σύνολο του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα, οι ΗΠΑ διαδραμάτισαν το ρόλο του «απελευθερωτή» του παγκόσμιου εμπορίου, κάτι που ήταν προς μεγάλο όφελος της αμερικανικής βιομηχανίας. Οι ΗΠΑ βγήκαν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, διαθέτοντας την πιο παραγωγική και ανταγωνιστική βιομηχανία, οι δε αμερικανικές επιχειρήσεις είχαν το μεγαλύτερο κέρδος από το άνοιγμα του παγκόσμιου εμπορίου. Αυτός ήταν ένας βασικός παράγοντας που συνέβαλε στη μεταπολεμική ανάπτυξη. Οι ΗΠΑ, στην περίπτωση αυτή, διαδραμάτισαν το ρόλο που έπαιξε η Βρετανία το 19ο αιώνα: άνοιγμα νέων αγορών για τον παγκόσμιο καπιταλισμό. Την εποχή εκείνη, βέβαια, η Βρετανία ήταν γνωστή ως «το εργαστήριο του κόσμου» και ξεπερνούσε σε παραγωγή όλες σχεδόν τις υπόλοιπες χώρες του πλανήτη.

Για να μπορέσουν να διαδραματίσουν αυτό το ρόλο, οι ΗΠΑ έπρεπε να δαπανήσουν τεράστια χρηματικά ποσά σε στρατιωτικούς εξοπλισμούς, υπερασπιζόμενοι αυτό που αποκαλούσαν «ελεύθερο κόσμο» εναντίον των σταλινικών κρατών και των αντι-ιμπεριαλιστικών κινημάτων στις πρώην αποικιακές χώρες. Από την άποψη της εξέλιξης της βιομηχανίας στις ΗΠΑ, οι τεράστιες στρατιωτικές δαπάνες ήταν ένα μεγάλο βάρος, κάτι που δε χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν άλλες χώρες, ιδίως η Γερμανία και η Ιαπωνία. Αντ’ αυτού, θα μπορούσαν να ξοδέψουν αυτά τα χρήματα σε παραγωγικές επενδύσεις, καθιστώντας τις βιομηχανίες τους πιο ανταγωνιστικές από αυτές των ΗΠΑ. Το ίδιο ισχύει και για την κριτική του Τραμπ για την παρέμβαση των ΗΠΑ στο Ιράκ, όπου πιστεύει ότι οι συμβάσεις πετρελαίου θα έπρεπε να ανατίθενται απευθείας στις αμερικανικές εταιρείες, αφού οι ΗΠΑ πλήρωσαν και πληρώνουν μέχρι σήμερα το μεγαλύτερο μέρος του κόστους της στρατιωτικής παρέμβασης στο Ιράκ.

Μ’ αυτή την έννοια, η Γερμανία και η Ιαπωνία αποκομίζουν όφελος από τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και οι κατηγορίες του Τραμπ για αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες δεν είναι λόγια του αέρα. Σ’ αυτό το σημείο, η Μέρκελ και οι υπόλοιποι σύμμαχοι συμφώνησαν να αυξήσουν τις στρατιωτικές τους δαπάνες, ακόμα και αν αυτό τους καθιστά «μη δημοφιλείς στη χώρα τους», όπως το θέτει η Wall Street Journal. Υπάρχει σαφής αναγνώριση πλέον ότι οι ΗΠΑ αυτή την περίοδο δεν μπορούν να αναλάβουν αποκλειστικά τις κοινές υποθέσεις του δυτικού ιμπεριαλισμού. Με άλλα λόγια, οι ΗΠΑ δεν μπορούν πλέον να κάνουν τον παγκόσμιο χωροφύλακα, με τον ίδιο τρόπο που θα επιθυμούσαν οι Γάλλοι, Γερμανοί και Βρετανοί σύμμαχοί τους.

Νέοι δασμοί

Όσον αφορά το εμπόριο, δεν είχαμε καμία πραγματική πρόοδο. Ο Τραμπ προσπαθεί να πιέσει τις άλλες χώρες να δεχτούν δυσχερέστερους όρους εμπορίου. Έτσι, προκαλεί την οργή των υποτιθέμενων συμμάχων του. Οι ΗΠΑ έχουν στηρίξει για μεγάλο χρονικό διάστημα την ΕΕ σε μεγάλες διεθνείς διαμάχες, αλλά τώρα ο Τραμπ μπήκε σε διαμάχη με όλους τους σημαντικότερους συμμάχους των ΗΠΑ, προσπαθώντας ταυτόχρονα να εξαναγκάσει την Κίνα να αποδεχτεί νέους όρους και δασμούς. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένα μεγάλο τμήμα της αμερικανικής αστικής τάξης υποφέρει από ημικρανίες, βλέποντας τους χειρισμούς του Προέδρου.

Τώρα, ο Τραμπ απειλεί με περισσότερους δασμούς στην αυτοκινητοβιομηχανία. Αυτό θα ήταν ένα εντελώς διαφορετικό παιχνίδι. Οι γερμανικές εξαγωγές αυτοκινήτων προς τις ΗΠΑ φτάνουν τα 22,8 δισ. δολάρια, 38,6 δισ. για την Ιαπωνία (6% των συνολικών εξαγωγών), 45,9 δισ. για τον Καναδά (13% των συνολικών εξαγωγών). Αυτό είναι διαφορετικό από τους δασμούς σε αλουμίνιο και χάλυβα, όπου οι εισαγωγές των ΗΠΑ είναι πολύ μικρότερης αξίας από τα παραπάνω νούμερα. Μένει να δούμε αν αυτό θα πραγματοποιηθεί.

Στο Κογκρέσο των ΗΠΑ, η αστική τάξη προσπαθεί να πιέσει τον Τραμπ. Ένα νέο νομοσχέδιο που εισήχθη στο Κογκρέσο θα αναγκάσει τον Πρόεδρο να ζητήσει την έγκριση του Κογκρέσου, πριν από την εφαρμογή νέων δασμών. Το πιθανότερο είναι ότι ο Τραμπ θα ασκήσει βέτο στο νομοσχέδιο, αλλά ένα τμήμα της άρχουσας τάξης προσπαθεί να ψαλιδίσει τα φτερά του Προέδρου στην προσδοκία, όπως το θέτουν οι Financial Times, της επιστροφής της «λογικής» στο Λευκό Οίκο. Μέχρι στιγμής, δεν είχαν μεγάλη επιτυχία.

Υποστηρικτές του Τραμπ (και ο ίδιος) υπερασπίζονται τις διαπραγματεύσεις υψηλού ρίσκου, υποστηρίζοντας ότι έχει αποτελέσματα. Εκτός από την Κορέα (τόσο Νότια όσο και Βόρεια), είναι αμφίβολο αν έχει πετύχει πραγματικά κανένα αποτέλεσμα. Το περιοδικό Wall Street το θέτει διπλωματικά: «τα αποτελέσματα μέχρι στιγμής δεν ήταν καλύτερες εμπορικές συμφωνίες, όπως διαβεβαιώνει ο κ. Τραμπ. Ήταν μνησικακία και η μεγαλύτερη απειλή για το παγκόσμιο εμπόριο από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο».

Οι πρώην αποικιακές χώρες έχουν συχνά υποστεί το βάρος των δασμών των ανεπτυγμένων χωρών, σε προϊόντα που εξάγουν σε αυτές. Η Νότια Κορέα, η Αργεντινή και η Βραζιλία έχουν ήδη αναγκαστεί να δεχτούν τους εμπορικούς όρους του Τραμπ. Έτσι, ιδιαίτερα για τα μικρότερα έθνη, οι τακτικές του νταή έχουν αποδώσει.

«Παγκόσμια τάξη βασισμένη σε κανόνες»

Ένα από τα σημεία που δημιούργησαν δυσκολίες κατά τη διάρκεια της Συνόδου των G7 ήταν μια ιδιαίτερη διατύπωση για το διεθνές εμπόριο, που βασίζεται σε κανόνες και, κατά συνέπεια, σε πολυεθνικά ιδρύματα. Αν και υπήρξε μια συμφωνία σχετικά με την αρχή του ελεύθερου εμπορίου γενικότερα (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό), η ομάδα του Τραμπ αντιτάχθηκε σε μια διατύπωση που προτείνεται από τους Ευρωπαίους, η οποία υποστήριζε «την παγκόσμια τάξη βασισμένη σε κανόνες». Αντ’ αυτού, οι ΗΠΑ ήθελαν «μία (!) παγκόσμια τάξη βασισμένη σε κανόνες». Έτσι, ουσιαστικά, η αμερικανική αντιπροσωπεία δήλωσε έλλειψη εμπιστοσύνης στους υφιστάμενους διεθνείς θεσμούς.

Στην πραγματικότητα, ο Τραμπ είναι αντίθετος με την πολυμερή προσέγγιση, και βλέπει τις ΗΠΑ σαν αδικημένες στον ΟΗΕ, τον ΠΟΕ και το ΝΑΤΟ, καθώς και άλλες πολυμερείς εμπορικές συμφωνίες, όπως η NAFTA και η TPP. Ως αποτέλεσμα, προσπαθεί να επιβάλει επαναδιαπραγμάτευση όλων των σημαντικών εμπορικών συμφωνιών των τελευταίων 70 ετών, προς όφελος των ΗΠΑ. Ο Τραμπ, αυτή τη στιγμή, παραλύει τις διαδικασίες επίλυσης διαφορών του ΠΟΕ για το επόμενο έτος, συνεχίζοντας να μπλοκάρει το διορισμό των νέων δικαστών και έχει ήδη εγκαταλείψει την NAFTA και την TPP.

Εκμεταλλευόμενος μια ρήτρα στη συμφωνία του ΠΟΕ, που επιτρέπει δασμούς για τους σκοπούς της εθνικής ασφάλειας – για κάτι που δεν έχει καμία σχέση με την εθνική ασφάλεια – ο Τραμπ υπονομεύει την όλη συμφωνία. Τι εμποδίζει τους Ευρωπαίους να αποφασίσουν ότι η κινηματογραφική τους βιομηχανία είναι θέμα εθνικής ασφάλειας και, ως εκ τούτου, να επιβάλουν δασμούς σε ταινίες του Χόλιγουντ; Ο τρόπος με τον οποίο ο Τραμπ διεξάγει διπλωματία υπονομεύει πλήρως ολόκληρη τη βάση, πάνω στην οποία υπογράφονται αυτές οι συμφωνίες. Επιπλέον, αυτό γίνεται δια της επιβολής με σκοπό την ανάληψη ηγετικού ρόλου στην επιβολή των συμφωνιών.

Οι New York Times, όντας «ένθερμοι δημοκράτες», έφεραν πρωτοσέλιδα, όπως «ο Τραμπ ανατρέπει την εμπορική τάξη που χτίστηκε από τις ΗΠΑ» και «ο Τραμπ προσπαθεί να καταστρέψει τη Δύση», και, φυσικά, έχουν κάποιο δίκιο. Ο Τραμπ επιχειρεί να αναποδογυρίσει ολόκληρο το σύστημα, που είναι γνωστό ως παγκοσμιοποίηση. Η άρχουσα τάξη διεθνώς επιχειρεί να διασώσει ό,τι μπορεί από τα θεσμικά όργανα της διεθνούς συνεργασίας, ιδίως όσον αφορά το παγκόσμιο εμπόριο.

Στη Μεγάλη Βρετανία, οι Financial Times δήλωσαν ότι «η Αμερική έχει παραιτηθεί των ευθυνών της» και υποστήριξε ότι οι G6 (G7 χωρίς τις ΗΠΑ) πρέπει «να προσπαθήσουν να παρακάμψουν τον κ. Τραμπ με την υπογραφή των εμπορικών συμφωνιών που αποκλείουν τις ΗΠΑ και κρατούν του μηχανισμούς της παγκόσμιας συνεργασίας λειτουργικές, όπως μπορούν, μέχρι η λογική να επιστρέφει στο Λευκό Οίκο».

Παρεμπιπτόντως, αυτή η στάση του Λευκού Οίκου προς τους δυτικούς συμμάχους της δεν κάνει καλό στους Βρετανούς. Η Μέι και το συντηρητικό κόμμα της ήλπιζαν σε μια ευνοϊκή εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ, ως έναν τρόπο για τον περιορισμό των επιπτώσεων του Brexit. Ο Τραμπ έχει καταστήσει σαφές ότι οποιαδήποτε τέτοια συμφωνία θα πρέπει να είναι με τους όρους των ΗΠΑ. Αυτό θέτει τη Μέι και την κυβέρνησή της σε μια ακόμα δυσκολότερη θέση, σε μία περίοδο αντιμετωπίζει μια ανταρσία στο κόμμα της για το Brexit.

Μία νέα ταραχώδης περίοδος

Η κρίση του 2008 έφερε στο προσκήνιο μια σειρά από αντιφάσεις στις παγκόσμιες σχέσεις που αναπτύσσονται εδώ και αρκετό καιρό. Οι ΗΠΑ, αν και παραμένει η κυρίαρχη παγκόσμια δύναμη, έχει αποδυναμωθεί και το ίδιο ισχύει και για το σύνολο της G7. Το 1960, οι ΗΠΑ αντιπροσώπευαν το 40% της παγκόσμιας οικονομίας, ενώ σήμερα μόνο το 23%. Η ΕΕ έχει γνωρίσει μια παρόμοια εξέλιξη, αφού το 1980 οι χώρες που αποτελούν σήμερα την ΕΕ αντιπροσώπευαν το 34% εκατό της παγκόσμιας οικονομίας, ενώ τώρα μόνο το 22%. Αυτή η σχετική αποδυνάμωση της Δύσης αντανακλάται επίσης στις διεθνείς σχέσεις, οι οποίες γνωρίζουν μεγάλες εντάσεις.

Οι κοινωνικές συνθήκες στις ΗΠΑ που οδήγησαν στην άνοδο του Τραμπ είναι αποτέλεσμα της κρίσης και της ανικανότητας της αμερικανικής άρχουσας τάξης να επιβάλει τη θέλησή της στην κοινωνία. Αντ’ αυτού, οι πιο βάναυσοι αντιπρόσωποί της έχουν μπει για τα καλά στο προσκήνιο. Οι διαπραγματευτικές τακτικές του Τραμπ θα μπορούσαν να είναι κατάλληλες για έναν γκάνγκστερ της ακίνητης περιουσίας, αλλά σπέρνουν τον όλεθρο στις διεθνείς σχέσεις. Αυτό είναι ένα σοβαρό πρόβλημα για τον αστική τάξη παγκόσμια. Ο Τραμπ απειλεί να οδηγήσει τον κόσμο σε έναν εμπορικό πόλεμο, εκτός αν οι σύμμαχοί του παίξουν το παιχνίδι του.

Ο διευθυντής του think tank Carnegie Europe το έθεσε έτσι:

«το πρόβλημα με τους εμπορικούς πολέμους είναι ότι μερικές φορές συμβαίνουν, ακόμα και αν κανείς δεν το επιδιώκει. Αν ο Τραμπ απαντήσει σε αυτό, που αναπόφευκτα θα είναι μια ευρωπαϊκή αντίδραση, με την επιβολή περισσότερων δασμών για την Ευρώπη τι θα συμβεί στη συνέχεια»;

Το πιθανότερο είναι ότι ο Τραμπ και το υπόλοιπο των G7 θα καταλήξει σε κάποιου είδους συμφωνία προς το παρόν, αλλά η μεγάλη ζημιά που θα γίνει στην παγκόσμια οικονομία είναι μια πιο ενδιαφέρουσα ερώτηση, και δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο. Ο Τραμπ, κατά κάποιο τρόπο, άνοιξε το κουτί της Πανδώρας. Η ευρωπαϊκή άρχουσα τάξη δε θα μπορεί πλέον να εμπιστευτεί τους Αμερικανούς, και αντιστρόφως.

Το ελεύθερο εμπόριο είναι μια πολιτική που υιοθετούν οι πιο ανταγωνιστικές χώρες, καθώς τις διευκολύνει, παρέχοντας μια πιο ανοικτή αγορά. Αλλά αυτές οι ίδιες χώρες που ήταν υπέρ του ελεύθερου εμπορίου, χθες μπορεί πολύ εύκολα να γίνουν υπέρμαχοι του προστατευτισμού σήμερα, καθώς κινδυνεύουν να χάσουν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημά τους. Αυτό είναι που βιώνουμε και η παγκόσμια οικονομική επιβράδυνση επιδεινώνει αυτή τη διαδικασία. Σε μια έντονα διευρυνόμενη παγκόσμια αγορά, υπάρχει χώρος για όλους, αλλά, όταν αυτή η αγορά παύει να επεκτείνεται, γίνεται σαφές ότι όταν μια χώρα κερδίζει, μία άλλη χάνει. Ο ηττημένος θα αναζητήσει στη συνέχεια άλλα μέσα, είτε πολιτικά είτε διπλωματικά είτε στρατιωτικά, με τα οποία θα προστατεύσει ή θα επεκτείνει το μερίδιό του στην αγορά.

Το πρόβλημα φυσικά έγκειται στο γεγονός ότι όταν μια κυβέρνηση αρχίζει να επιβάλλει προστατευτικά μέτρα, τότε θα προκαλέσει απλώς αντίποινα και το τελικό αποτέλεσμα θα είναι ο στραγγαλισμός της παγκόσμιας αγοράς στο σύνολό της. Αυτό φοβούνται οι σοβαροί αστοί αναλυτές. Για την εργατική τάξη, ωστόσο, καμία από αυτές τις πολιτικές δε θα χρησιμεύσει για την προάσπιση των συμφερόντων της, διότι καμία δεν μπορεί να σταματήσει την αδυσώπητη κρίση του καπιταλιστικού συστήματος. Είμαστε μάρτυρες της κατάρρευσης της παλαιάς τάξης πραγμάτων. Σε αυτό το πλαίσιο, η εμφάνιση ενός Τραμπ έχει μια λογική. Αντικατοπτρίζει την αδυναμία της άρχουσας τάξης παντού να διαχειριστεί το δικό της σύστημα.

Νίκλας Άλμπιν Σβένσον