Ο παγκόσμιος καπιταλισμός οδεύει ταχύτατα προς μια νέα συγχρονισμένη ύφεση. Αυτή δεν είναι η εκτίμηση μόνο των μαρξιστών. Οι αστοί οικονομικοί αναλυτές στις εκτιμήσεις τους λένε και γράφουν συνεχώς το ίδιο.

Το πλέον χαρακτηριστικό στοιχείο για την έλλειψη εμπιστοσύνης των αστών στις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας είναι η πρόσφατη σύσταση που απηύθυνε προς τους πελάτες της η UBS, ένας από τους μεγαλύτερους διαχειριστές κεφαλαίων παγκόσμια που διαχειρίζεται 2,5 τρισ. δολάρια, να αρχίσουν να αποσύρονται από τις μετοχές που κατέχουν («Καθημερινή» 1/9/2019).

Ήδη τους τελευταίους μήνες, πριν ακόμα εμφανιστεί και τυπικά η παγκόσμια ύφεση, βλέπουμε συμπτώματα από τις συνέπειές της: έναν σφοδρό εμπορικό πόλεμο ανάμεσα σε ΗΠΑ, Κίνα και ΕΕ που τείνει να μετατραπεί σε νομισματικός και ένα νέο κύμα όξυνσης της ταξικής πάλης και της πολιτικής αστάθειας, από τα «Κίτρινα Γιλέκα» στη Γαλλία μέχρι τα μαζικά επαναστατικά ή προεπαναστατικά κινήματα που είδαμε στην Αλγερία, το Σουδάν, το Πόρτο Ρίκο και το Χονγκ Κονγκ, και από τη μεγάλη καθεστωτική κρίση στη Βρετανία με επίκεντρο το Brexit μέχρι τη σοβαρή κυβερνητική κρίση στην Ιταλία.

Ο ελληνικός καπιταλισμός, παρά την πολυθρύλητη επιστροφή του στην «κανονικότητα» μετά το σχηματισμό της κυβέρνησης Μητσοτάκη, είναι απόλυτα εκτεθειμένος στην προοπτική μιας νέας διεθνούς ύφεσης, ειδικά από τη στιγμή που όπως έδειξαν τα τελευταία στοιχεία για την (επίσημα ευρισκόμενη πλέον σε ύφεση) γερμανική οικονομία, η Ευρωζώνη θα είναι από τις πρώτες περιοχές του πλανήτη που θα πληγούν.

Η παγκόσμια ύφεση θα αναβιώσει τον εφιάλτη της ελληνικής χρεοκοπίας

Πρέπει να θυμίσουμε εδώ, ότι από το 2015 μέχρι σήμερα η κατάσταση του παγκόσμιας οικονομίας υπήρξε βοηθητική για τον ελληνικό καπιταλισμό. Η αναιμική, αλλά παρατεταμένη, ανάκαμψη που ξεκίνησε διεθνώς το 2010-2011 παρείχε την υλική δυνατότητα για να διασωθεί ο ελληνικός καπιταλισμός από την κρατική (και τραπεζική) χρεοκοπία με μεγάλα ξένα δανεικά κεφάλαια, τα οποία αποπληρώνονται φυσικά, με το αίμα και τον ιδρώτα της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων μικροαστών της χώρας.

Σε συνθήκες εύθραυστης διεθνούς ανάκαμψης η ελληνική κρατική χρεοκοπία (και η συνεπαγόμενη από αυτήν έξοδος από των Ευρωζώνη) έπρεπε να αποφευχθεί, αφού θα αποσταθεροποιούσε το ευρώ και την παγκόσμια οικονομία συνολικά. Όμως μέσα στις συνθήκες μιας (πιθανότατα βαθιάς) διεθνούς ύφεσης, όταν θα έχουν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται χρεοκοπίες τραπεζών, μεγάλων εταιρειών και η απειλή χρεοκοπίας κατά πολύ μεγαλύτερων από την Ελλάδα κρατών (ήδη η Αργεντινή κινείται ταχύτατα σε αυτήν την κατεύθυνση), η ελληνική χρεοκοπία και το Grexit θα αρχίζουν να θεωρούνται μια αναπότρεπτη και φυσιολογική εξέλιξη. Ο «σατανάς» Σόιμπλε, που σήμερα αποτάσσεται από όλους, θα γίνει ξανά επίκαιρος.

Πώς θα μπορούσε να εκδηλωθεί πρακτικά η προοπτική της καταλυτικής, αρνητικής επίδρασης μιας νέας διεθνούς ύφεσης στον ελληνικό καπιταλισμό; Καταρχάς, συμπτώματά της βλέπουμε ήδη από σήμερα και μάλιστα εκεί που η αποπροσανατολιστική προπαγάνδα των αστικών ΜΜΕ βλέπει «ελληνικές οικονομικές επιτυχίες». Ενδεικτικό παράδειγμα είναι το ζήτημα της μεγάλης υποχώρησης της απόδοσης των ελληνικών ομολόγων (το 10ετές ελληνικό κρατικό ομόλογο έχει πέσει από 4,4% στις αρχές του έτους, σε μόλις 1,48%).

Η κυβέρνηση και τα ΜΜΕ ισχυρίζονται ότι αυτό είναι τάχα, το αποτέλεσμα του «θετικού» οικονομικού κλίματος που διαμόρφωσε η εκλογή της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Όμως η αλήθεια είναι διαφορετική. Η βεβαιότητα για την επερχόμενη ύφεση έχει δημιουργήσει τις τελευταίες βδομάδες μια μεγάλη ζήτηση για κρατικά ομόλογα και ιδιαίτερα, για τα ευρωπαϊκά. Οι «επενδυτές» (βλ. κερδοσκοπικά παράσιτα) αγοράζουν μαζικά τα κρατικά ευρωπαϊκά ομόλογα με την ασφάλεια που τους δημιουργεί το νέο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων που ήδη ανακοίνωσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Αυτή η γενική τάση είναι η αιτία που έχει παρασύρει πτωτικά την απόδοση των ελληνικών ομολόγων και όχι μια κάποιου είδους «εμπιστοσύνη» προς τον ελληνικό καπιταλισμό και την επιστροφή του στην «κανονικότητα».

Καλύτερη απόδειξη για την ανυπαρξία μιας τέτοιου είδους εμπιστοσύνης είναι το γεγονός ότι η πτώση της απόδοσης των ελληνικών ομολόγων δεν συνοδεύεται από τοποθετήσεις κεφαλαίων στο ελληνικό χρηματιστήριο, ο δείκτης του οποίου κατά το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου βρισκόταν στα ίδια επίπεδα με εκείνα του τελευταίου μήνα διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Ο ελληνικός καπιταλισμός, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το β’ τρίμηνο «τρέχει» σήμερα με ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 1,9%. Ωστόσο, όπως σημείωνε η «Καθημερινή» στις 11/9, «έγκυροι διεθνείς αναλυτές εμφανίζονται αρνητικοί για την πορεία της ελληνικής οικονομίας». Το σχετικό άρθρο ανέφερε ότι η γνωστή City Group εκτιμά πως η ελληνική ανάπτυξη εξαρτάται κυρίως από τον τουρισμό και ότι ως το 2023 θα πρέπει να αναμένουμε κατά μέσο όρο έναν ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 1,2%, σε αντίθεση με τις επαναλαμβανόμενες δηλώσεις του Κ. Μητσοτάκη που μιλούν για στόχο ανάπτυξης 4% μετά το 2020. Αξίζει να σημειωθεί εδώ, ότι η τελευταία φορά που ο ελληνικός καπιταλισμός αναπτυσσόταν με ρυθμό κατά μέσο όρο 4% ήταν η περίοδος 1997-2007, κατά την οποία όμως, σε αντίθεση με σήμερα, η παγκόσμια οικονομία βρισκόταν σε μία φάση ισχυρής ανάκαμψης.

Επίσης απαισιόδοξες εκτιμήσεις σύμφωνα με το ίδιο άρθρο της «Καθημερινής», εκφράζει και η Capital Economics, δηλώνοντας μάλιστα ανησυχία για την πορεία του ελληνικού χρέους. Ας μην ξεχνάμε, ότι το ελληνικό κρατικό χρέος μπορεί σήμερα να εξυπηρετείται κανονικά λόγω της ύπαρξης των υπερ-πλεονασμάτων άγριας λιτότητας και κυρίως, ως αποτέλεσμα των διαδοχικών μεταθέσεων πληρωμών για μετά το 2030 που έχουν συμφωνηθεί με τους δανειστές. Όμως, παρά τις μεταθέσεις πληρωμών, ο ερχομός μιας νέας διεθνούς ύφεσης θα διαταράξει τη σημερινή ομαλότητα στην εξυπηρέτηση του χρέους.

Το πρόβλημα θα εμφανιστεί αρχικά με αδυναμία επίτευξης των συμφωνημένων στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα, με συνέπεια το κόστος δανεισμού να τείνει να εκτοξευθεί ξανά στα ύψη. Η διεθνής ύφεση θα φέρει σημαντική πτώση στα έσοδα από τον τουρισμό, μειώνοντας εκτός από τον ρυθμό ανάπτυξης και τα έσοδα από φόρους. Τα έσοδα αυτά μάλιστα, ήδη μειώνονται από τώρα, αφού στην εναγώνια απόπειρά της να τονώσει άμεσα τα καπιταλιστικά κέρδη αδιαφορώντας για τις δημοσιονομικές συνέπειες (που οι αστοί τις επικαλούνται μόνο όταν πρόκειται να επιτεθούν στο εισόδημα της εργατικής τάξης), η κυβέρνηση Μητσοτάκη ανακοίνωσε ότι από το 2020 θα μειώσει τη φορολογία των επιχειρήσεων στο 20% από το 28% και τον φόρο στα διανεμόμενα κέρδη στο 5% από 10%, εισάγοντας μάλιστα «παράθυρα» που επιτρέπουν ακόμα και τη μηδενική φορολόγηση σε εταιρείες που υπήρξαν ζημιογόνες τα προηγούμενα χρόνια.

Από την άλλη πλευρά, το «μαξιλάρι ρευστότητας» των 37 δισ. ευρώ, όπως όλα δείχνουν, θα καταναλωθεί γρήγορα, με την αποπληρωμή των δανείων του ΔΝΤ (8,8 δισ ευρώ) να τίθεται πλέον επίσημα από την κυβέρνηση ως προτεραιότητα και με τις τράπεζες να είναι έτοιμες να ανακεφαλοποιηθούν με ένα μεγάλο μέρος από αυτό. Κατά συνέπεια, το «μαξιλάρι» δεν θα μπορέσει να αποτελέσει μια σοβαρή ασπίδα προστασίας από την ύφεση και τον μελλοντικό υψηλότοκο δανεισμό. Έτσι οι μηδενικοί ή και αρνητικοί ρυθμοί «ανάπτυξης», σε συνδυασμό με το αυξανόμενο κόστος δανεισμού, θα ξαναθέσουν στο προσκήνιο την ανάγκη για ένα νέο δάνειο από την τρόικα (για την ακρίβεια από την ΕΕ και την ΕΚΤ, γιατί το ΔΝΤ εδώ και καιρό δείχνει να μην επιθυμεί ξανά μια τέτοιου είδους «εμπλοκή» στις ευρωπαϊκές-γερμανικές υποθέσεις) και την υπογραφή ενός νέου σκληρού μνημονίου. Αυτή η διαδικασία θα αναβιώσει τον εφιάλτη της χρεωκοπίας και του Grexit.

Τούτη η μελλοντική «βόμβα», στο βαθμό που η νέα κυβέρνηση της ΝΔ θα καταφέρει να εξαντλήσει την τετραετία, αναπόφευκτα θα αρχίσει να σκάει στα δικά της χέρια. Αυτή είναι λοιπόν η ρεαλιστική προοπτική του ελληνικού καπιταλισμού: η επιστροφή στην πραγματική του «κανονικότητα», αυτήν της διαρκούς υπονόμευσης από βαθιές υφέσεις και χρεοκοπίες.

Η κυβέρνηση της ΝΔ επιτίθεται χωρίς χρονοτριβή

Η μόνη «κανονικότητα» που αποκαταστάθηκε με την επιστροφή της ΝΔ στην εξουσία, όπως φαίνεται από την επομένη των εκλογών μέχρι και σήμερα, είναι η κανονικότητα της σφοδρής επίθεσης στο εισόδημα και τα δικαιώματα της εργατικής τάξης, μετά από ένα διάλειμμα λίγων μηνών με μικροπαραχωρήσεις από την προηγούμενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ στα πιο χτυπημένα από τη φτώχεια τμήματα των εργαζομένων.

Το αποτέλεσμα της 7ης Ιουλίου αποτέλεσε μια σημαντική πολιτική νίκη για την αστική τάξη. Από την έναρξη της θητείας της, η νέα κυβέρνησή της, αξιοποιώντας την ευνοϊκή για τους αστούς πολιτική συγκυρία, δεν σπαταλάει ούτε μέρα διακυβέρνησης, πραγματοποιώντας τη σφοδρότερη δυνατή επίθεση ενάντια στον εργαζόμενο λαό και τη νεολαία.

Μέσα σε μόλις κάτι περισσότερο από δύο μήνες διακυβέρνησης από τη Ν.Δ έχουμε ήδη έναν τεράστιο κατάλογο αντιδραστικών μέτρων: κατάργηση της χορήγησης ΑΜΚΑ στους μετανάστες, νομοθετική διευκόλυνση των απολύσεων, χτύπημα των εργασιακών δικαιωμάτων στις εργολαβικές εταιρείες, αναγγελία νέου συνδικαλιστικού νόμου που θα δυσκολεύει περαιτέρω τη λήψη αποφάσεων για απεργίες και θα φακελώνει ηλεκτρονικά τα μέλη των συνδικάτων, μείωση φόρων στις μεγάλες επιχειρήσεις και στα διανεμόμενα στους ιδιοκτήτες τους κέρδη, αναγγελία της εξαίρεσης «προβληματικών επιχειρήσεων» από τις ισχύουσες συμβάσεις εργασίας, της μείωσης των προστίμων για ανασφάλιστη εργασία, της ιδιωτικοποίησης της επικουρικής ασφάλισης και της κατάργησης των κοινωνικών μερισμάτων των Χριστουγέννων σε φτωχούς και άνεργους, μεθόδευση για παροχή μεγάλου μέρους του αποθεματικού δημοσιονομικής ρευστότητας στις τράπεζες στο όνομα της «εξυγίανσής» τους από τα «κόκκινα» δάνεια, πρόωρη αποπληρωμή από αυτό το αποθεματικό του χρέους προς το Δ.Ν.Τ, αναβολή της κατάργησης της εισφοράς αλληλεγγύης και του φόρου επιτηδεύματος που αμφότερα επιβαρύνουν κυρίως τους εργαζόμενους και τους μικροεπαγγελματίες, «αναπτυξιακό» νομοσχέδιο με διευκόλυνση των «επενδύσεων» μέσω πρόβλεψης για κρατικούς ελέγχους νομιμότητας και περιβαλλοντικών κριτήριων μετά την πραγματοποίηση της επένδυσης (!!), άδειες οικοδόμησης στους αιγιαλούς και παράδοση των παραλιών σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, άμεση άρση της προστασίας της πρώτης κατοικίας για το 1/4 όσων προστατεύονται σήμερα από το «νόμο Κατσέλη», αστυνομικές εκστρατείες τρομοκράτησης της νεολαίας και των κατοίκων στα Εξάρχεια και «εξωραϊσμού» για λογαριασμό των επενδυτών στο Airbnb, κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, αύξηση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος και επιτάχυνση της ιδιωτικοποίησης της ΔΕΗ, ιδιωτικοποίηση του 30% του αεροδρομίου «Ελ. Βενιζέλος», διαδικασίες πρόσληψης νέων ΜΑΤατζήδων και ασφαλιτών, αντιδημοκρατικές αλλαγές στον τρόπο λήψης αποφάσεων στους Δήμους, παροχή δικαιώματος ψήφου στους «απόδημους Έλληνες» με σκοπό να μειωθεί η βαρύτητα της ψήφου όσων ζουν και εργάζονται στη χώρα, μεθόδευση συνταγματικής κατάργησης της (στρεβλής) απλής αναλογικής που εισήγαγε η προηγούμενη κυβέρνηση.

Η ανεμπόδιστη προς το παρόν διεξαγωγή αυτής της ολομέτωπης επίθεσης έχει δημιουργήσει ένα κλίμα μεγάλης ευφορίας στους αστούς, στο πλαίσιο του οποίου ακόμα και ο «μετρημένος» Αλέξης Παπαχελάς από τις στήλες της «Καθημερινής» (25/8) έφθασε να καλεί την «ιθύνουσα τάξη» των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της Ιταλίας να παραδειγματιστούν από την ελληνική «κανονικότητα». Στο κλίμα αστικής ευφορίας συνδράμουν και οι εταιρείες δημοσκοπήσεων με έρευνες που δείχνουν διαφορά 15 έως 18 μονάδων υπέρ της ΝΔ στην πρόθεση ψήφου έναντι του ΣΥΡΙΖΑ.

Ωστόσο, αυτή η ευφορία και η εμφανιζόμενη αυξημένη δημοτικότητα της κυβέρνησης αντανακλούν την ίδια την ικανοποίηση της άρχουσας τάξης και τις αυταπάτες που καλλιεργεί τεχνητά (και ως έναν βαθμό διακατέχουν και την ίδια) μετά τη νίκη της στις 7 Ιουλίου και δεν δικαιολογούνται από την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα. Ο ερχομός της παγκόσμιας ύφεσης και η αναπόφευκτη αναγέννηση των μαζικών ταξικών αγώνων πάνω στο έδαφος της πείρας από τα αντιδραστικά κυβερνητικά μέτρα θα επαναφέρουν τον ελληνικό καπιταλισμό στην «κανονικότητα» των μεγάλων ταξικών αγώνων και της πολιτικής αστάθειας. Η νέα κυβέρνηση έτσι, δεν πρόκειται να έχει μπροστά της μια ήσυχη θητεία.

Τα σχέδια Τσίπρα για το νέο ΣΥΡΙΖΑ και η στάση των κομμουνιστών έναντι της βάσης του

Είναι ξεκάθαρο πλέον, απ’ όλα όσα σχετικά έχουν δει το φως της δημοσιότητας, ότι ο Α. Τσίπρας με τις ευλογίες των αστών επιδιώκει τη μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ σ’ ένα «κεντροαριστερό», αρχηγικό, αστικό κόμμα. Ο Τσίπρας και οι «συνετοί» του σύμβουλοι (Δραγασάκης κ.λπ.) θεωρούνται ελεγχόμενοι από τους αστούς, μετά από όσα πλέον έδειξε η ίδια η ζωή, με ορόσημο τη μεγάλη προδοσία του Ιουλίου του 2015. Έτσι οι αστοί έχουν κάθε λόγο να είναι ευχαριστημένοι με την πρόθεση του Τσίπρα να απαλλαγεί από κάθε εσωκομματική εστία αμφισβήτησης της παντοκρατορίας του, μέσω της εγγραφής χιλιάδων νέων, προσωπικά πιστών στον «αρχηγό» μελών, αλλά και μέσω της αθρόας εισροής από τη λεγόμενη «Προοδευτική συμμαχία» δεκάδων καριεριστών παραγόντων που είχαν θητεύσει στην αστικά εκφυλισμένη ηγεσία του παλιού ΠΑΣΟΚ.

Embed from Getty Images

Ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ έχει ακόμα κάποιες ενοχλητικές παρουσίες για τον «αρχηγό». Πρόκειται για ορισμένους κομματικούς παράγοντες (οι προερχόμενοι από τους «53» κ.α), οι οποίοι, παρότι είναι πλήρως συμβιβασμένοι με τη φιλοκαπιταλιστική γραμμή Τσίπρα, αξιώνουν να διατηρούν ανέπαφη την κομματική τους δύναμη και τη δυνατότητα να διαπραγματεύονται από ισχυρή θέση με τον «αρχηγό» πάνω σε διάφορα ζητήματα, εμφανιζόμενοι ως θεματοφύλακες (ασφαλώς πλήρως υποκριτικά) των «παλιών αριστερών παραδόσεων». Όλοι αυτοί που φέρονται σήμερα να έχουν ως ηγετικό εκφραστή τον γραμματέα του ΣΥΡΙΖΑ, Π. Σκουρλέτη, ο οποίος τις τελευταίες εβδομάδες στοχοποιήθηκε από μερίδα του αστικού τύπου ως «υπονομευτής των αναγκαίων αλλαγών στο κόμμα», αντικειμενικά συνιστούν ένα περιττό βάρος για το κόμμα που σχεδιάζει ο «αρχηγός».

Ανεξάρτητα από την επίτευξη επεισοδιακών και πρόσκαιρων συμφωνιών του Τσίπρα με αυτά τα στελέχη και επίσης, ανεξάρτητα από την (εξαιρετικά αμφίβολη) δυνατότητα κατάκτησης του στόχου για ένα κόμμα 180.000 μελών, αυτό που πρέπει να αναμένει κανείς είναι η ακόμα μεγαλύτερη εσωκομματική ισχυροποίηση του «αρχηγού» και η σταδιακή εξαφάνιση από το προσκήνιο των περισσοτέρων σημερινών κομματικών παραγόντων που αξιώνουν μερίδιο στην κομματική εξουσία. Πρόκειται για δειλούς γραφειοκράτες, αναξιόπιστους και οργανικά ανίκανους να συσπειρώσουν οποιοδήποτε άξιο λόγου τμήμα της εκλογικής βάσης του ΣΥΡΙΖΑ σε μια εναλλακτική, αριστερή πολιτική.

Το ενδεχόμενο μιας σοβαρής διάσπασης στον ΣΥΡΙΖΑ ως αποτέλεσμα της εφαρμογής των σχεδίων του Τσίπρα δεν είναι καθόλου πιθανό άμεσα. Αυτό που θα πρέπει να αναμένουμε ενόψει των εσωκομματικών διαδικασιών είναι ορισμένες αποχωρήσεις χωρίς αντιστοίχιση με διαθέσεις τμημάτων των μαζών που υποστηρίζουν εκλογικά τον ΣΥΡΙΖΑ. Η προοπτική σοβαρών διασπάσεων που θα απειλήσουν τη συνοχή του κόμματος θα επανέλθει στο προσκήνιο όταν ο ΣΥΡΙΖΑ κληθεί να ξανακυβερνήσει (ή να συγκυβερνήσει) πάνω στο έδαφος της οξυμένης κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού και υπό την πίεση μαζικών κινημάτων.

Η επικράτηση των σχεδίων Τσίπρα για τη μετατόπιση προς το «κέντρο», θα αποτελέσει ένα ακόμα στάδιο κλιμάκωσης στον εκφυλισμό της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά δεν πρόκειται να εξαλείψει από μόνη της τη σημερινή πολιτική-εκλογική επιρροή του κόμματος σε σημαντικά τμήματα των εργατικών μαζών. Αυτό σημαίνει ότι αυτονόητα για τα επόμενα, τουλάχιστον λίγα, χρόνια, η αναγκαία ανάπτυξη ενός μαζικού κινήματος του εργαζόμενου λαού και της νεολαίας ενάντια στην επίθεση της άρχουσας τάξης και της κυβέρνησής της, προϋποθέτει απαραίτητα την ενεργή συμμετοχή εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων που, έστω δίχως ενθουσιασμό, υποστηρίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ και την υπάρχουσα ηγεσία του.

Οι κομμουνιστές (συμπεριλαμβανομένου και προεξάρχοντος του μαζικού φορέα του κομμουνισμού στη χώρα, του ΚΚΕ), λαμβάνοντας υπόψη αυτόν τον αντικειμενικό πολιτικό συσχετισμό δύναμης μέσα στην εργατική τάξη και με σκοπό να μπορέσουμε να συνδεθούμε με αυτό το μεγάλο τμήμα των εργατικών μαζών, είμαστε υποχρεωμένοι, το τονίζουμε, χωρίς να παραιτούμαστε στο ελάχιστο από την σκληρή κριτική στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ για τα πρόσφατα πεπραγμένα της στην κυβέρνηση, να συμπεριλάβουμε και τον ΣΥΡΙΖΑ στις εκκλήσεις για το αναγκαίο, μαζικό ενιαίο εργατικό μέτωπο αγώνα ενάντια στην κυβέρνηση της Ν.Δ και την επίθεσή της.

Μέσα από μια τέτοια είδους τοποθέτηση του ζητήματος του ενιαίου εργατικού μετώπου, θα είναι οι ίδιοι οι (στην πλειονότητά τους αστικά εκφυλισμένοι) ηγέτες του ΣΥΡΙΖΑ εκείνοι που θα δείχνουν κάθε στιγμή έμπρακτα (στο όνομα της λεγόμενης «προγραμματικής αντιπολίτευσης») ότι είναι αμετανόητοι υποστηρικτές του καπιταλισμού, ότι δεν είναι διατεθειμένοι να κάνουν την παραμικρή αυτοκριτική για το πρόσφατο κυβερνητικό τους παρελθόν και ότι δεν έχουν την πρόθεση να υπερασπίσουν με συμμετοχή στους πραγματικούς αγώνες ούτε τα στοιχειωδέστερα από τα εργατικά συμφέροντα.

Αυτή η επιβεβλημένη, λενινιστική προσέγγιση στο επείγον και ζωτικό ζήτημα του ενιαίου εργατικού μετώπου, όχι μόνο δε συνιστά κάποιου είδους «αμνήστευση του ΣΥΡΙΖΑ», αλλά αντίθετα θα βοηθήσει την επόμενη περίοδο ένα μεγάλο τμήμα των εργαζόμενων και των νέων που σήμερα τον υποστηρίζουν πολιτικά-εκλογικά, να συνειδητοποιήσει – όχι με κραυγές αλλά στην πράξη – την πλήρη ανεπάρκεια και τον αληθινό ταξικό (αστικό) χαρακτήρα των ιδεών που υπερασπίζονται οι ηγέτες του ΣΥΡΙΖΑ.

ΚΚΕ: Ώρα για επανεκτίμηση και αλλαγή της κεντρικής γραμμής

Embed from Getty Images

Το χάσμα στη σχέση του ΚΚΕ με τις πλατύτερες μάζες της εργατικής τάξης και της νεολαίας, όπως έδειξαν τα εκλογικά αποτελέσματα της 7ης Ιουλίου, συνεχίζει να διατηρείται. Χωρίς τη συντομότερη δυνατή επεξεργασία και υιοθέτηση μιας άλλης, αληθινά μπολσεβίκικης-λενινιστικής κεντρικής γραμμής στην πολιτική και την τακτική του κόμματος, το χάσμα αυτό δεν πρόκειται να κλείσει.

Αν αυτή η αναγκαία αλλαγή δεν συμβεί, οι μαζικές κινητοποιήσεις ενάντια στην κυβέρνηση της ΝΔ που αναπόφευκτα βρίσκονται μπροστά μας, θα θέσουν ξανά σε δοκιμασία τη σημερινή κεντρική γραμμή του ΚΚΕ και εκείνη θα αποδειχθεί για μια ακόμη φορά πλήρως ακατάλληλη για το κόμμα και το κίνημα.

Οι μαζικοί αγώνες θα απαιτούν ενότητα στη δράση όλων των πολιτικών μερίδων των εργαζόμενων, ενώ τα πιο πρωτοπόρα και φρέσκα τους στρώματα θα αναζητούν ένα εναλλακτικό επαναστατικό πρόγραμμα και μια ορατή λύση εξουσίας. Εάν η ηγεσία συνεχίσει να προωθεί την αδιέξοδη τακτική των χωριστών κινητοποιήσεων και να διατηρεί τη σημερινή πολιτική προτεραιότητα του αυτοπεριορισμού σε ρόλο «ισχυρής αντιπολίτευσης» χωρίς τη δραστήρια προπαγάνδιση μιας εργατικής λύσης εξουσίας σαν ένα άμεσο και επίκαιρο ζήτημα, τότε το χάσμα με τις μάζες θα μεγαλώσει και το κόμμα θα απειληθεί με σοβαρή κρίση.

Η μεγάλη νίκη του Κ. Πελετίδη στις δημοτικές εκλογές της Πάτρας φανέρωσε τις μεγάλες αντικειμενικές δυνατότητες που υπάρχουν για την ανάπτυξη της επιρροής του ΚΚΕ. Αλλά η στασιμότητα που ανέδειξαν για το κόμμα οι κάλπες της 7ης Ιουλίου επιβεβαίωσε το γεγονός ότι η σημερινή κεντρική κομματική γραμμή είναι ασυμβίβαστη με αυτές τις δυνατότητες.

Οι εκτιμήσεις της Κ.Ε για το εκλογικό αποτέλεσμα ήταν απαράδεκτα καθησυχαστικές. Αλλά το κόμμα δεν έχει την πολυτέλεια να εφησυχάζει όταν το χάσμα με τις πλατιές εργατικές μάζες εμφανίζεται επαναλαμβανόμενα αγεφύρωτο.

Η θεωρία της «αδιαπέραστης, ατσαλένιας εκλογικής βάσης του 5%», είναι εντελώς εκτός πραγματικότητας. Κανένα κομμουνιστικό κόμμα στην ιστορία δεν είχε, ούτε και πρόκειται να έχει, «στο τσεπάκι του» την μόνιμη υποστήριξη κάποιου τμήματος της εργατικής τάξης χωρίς να αποδεικνύει διαρκώς και επαρκώς, τουλάχιστον σε αυτό το τμήμα, την ορθότητα της πολιτικής και της τακτικής του. Η μεγάλη πλειονότητα των σχεδόν 300 χιλιάδων σημερινών ψηφοφόρων και πολιτικών υποστηρικτών του ΚΚΕ, για να συνεχίζει να το ψηφίζει και – κάτι που είναι πολύ σημαντικότερο – για να υποστηρίξει ενεργά τις θέσεις του στους μαζικούς χώρους και μέσα στους αγώνες, θα πρέπει να πεισθεί ξανά και ξανά για την ορθότητα της κεντρικής του γραμμής, ιδιαίτερα από τη στιγμή που αυτή δεν φαίνεται ικανή να του εξασφαλίζει νέους υποστηρικτές.

Η συνέχιση της πορείας της ελαφράς, αλλά ανησυχητικής, συρρίκνωσης της επιρροής του ΚΚΕ των τελευταίων χρόνων, η οποία αναπόφευκτα θα τείνει να ενταθεί μέσα από μια νέα αποτυχία της κεντρικής του γραμμής να πείσει τις αγωνιζόμενες στο άμεσο μέλλον εργατικές μάζες, είναι πολύ πιθανό, όπως έχει δείξει η ίδια η ιστορία του κόμματος, να του προκαλέσει μια σοβαρή εσωτερική κρίση. Αυτή θα θέσει σε κίνδυνο τη συνοχή του και θα το απειλήσει με σοβαρή αποδυνάμωση, η οποία θα συνιστά ένα πισωγύρισμα για ολόκληρο το ελληνικό κομμουνιστικό και εργατικό κίνημα. Θεωρούμε πως μια τέτοια εξέλιξη μπορεί και πρέπει να αποτραπεί από σήμερα με συνειδητή προσπάθεια.

Ο μόνος δρόμος για να γίνει αυτό είναι να ανοίξει άμεσα στη βάση και τους υποστηρικτές του κόμματος ένας δημοκρατικός, θεωρητικός και πολιτικός διάλογος εφ’ όλης της ύλης, με επίκεντρο την παρούσα κεντρική γραμμή και την αδυναμία της να πείσει ευρύτερα τμήματα της εργατικής τάξης. Αυτό, πρακτικά, επειδή το επόμενο τακτικό συνέδριο του ΚΚΕ είναι προγραμματισμένο για το 2021, σημαίνει ότι το συνέδριο θα πρέπει να μετατεθεί για νωρίτερα και να διοργανωθεί ως έκτακτο, μέσα στο 2020.

Οι τροτσκιστές που υποστηρίξαμε ενεργά το κόμμα στις πρόσφατες σημαντικές εκλογικές μάχες, είμαστε διατεθειμένοι να συμμετάσχουμε και να συμβάλουμε σε μια τέτοια συντροφική συζήτηση. Σε αυτήν θα υποστηρίξουμε σταθερά τις αξιοσημείωτες αλλαγές σε επαναστατική κατεύθυνση που έγιναν στο πρόγραμμα του ΚΚΕ στα τελευταία του συνέδρια, αλλά και το πνεύμα της αρκετά τολμηρής, από τ’ αριστερά επανεκτίμησης της ιστορίας του κόμματος. Πάνω απ’ όλα, θα υπερασπίσουμε την ανάγκη για την επιστροφή του κόμματος σε μια αληθινά επαναστατική, μπολσεβίκικη-λενινιστική πολιτική και τακτική με κύριους άξονες την προώθηση του ενιαίου εργατικού μετώπου, τη διαρκή και υπομονετική σύνδεση των θεμελιωδών εργατικών αιτημάτων με το στόχο της σοσιαλιστικής-εργατικής εξουσίας (αντί για τη σημερινή τάση αποσύνδεσης τους από αυτόν τον στόχο και εμφάνισής του σαν ένα αφηρημένο, μελλοντικό ζήτημα), την υιοθέτηση μιας γνήσιας προλεταριακής-διεθνιστικής τοποθέτησης σε όλα τα «εθνικά ζητήματα» και την επαναστατική – μαρξιστική αποκήρυξη του σταλινισμού και του ολέθριου ιστορικού του ρόλου στην ΕΣΣΔ και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα.

Πως θα ανασυγκροτηθεί το εργατικό κίνημα

Τα επόμενα πολιτικά βήματα του ΚΚΕ, λόγω της μεγάλης επιρροής του στα συνδικάτα, θα είναι καθοριστικά και για τα επόμενα βήματα του ίδιου του εργατικού κινήματος. Όπως έχουμε επανειλημμένα τονίσει, ο ολέθριος ρόλος της γραφειοκρατίας στα συνδικάτα δεν αντιμετωπίζεται με τη βίαιη διάλυση συνεδρίων, τακτική στην οποία προσχώρησε τους τελευταίους μήνες το ΠΑΜΕ. Αυτή είναι η συνταγή για μια βέβαιη περαιτέρω αποστασιοποίηση των εργατών από την οργανωμένη ζωή και δράση των συνδικάτων.

Αντί για τις αδιέξοδες μεθόδους της χρήσης φυσικής βίας που προκαλούν την παρέμβαση του κράτους στα συνδικάτα, το εργατικό κίνημα χρειάζεται σήμερα μια δραστήρια εκστρατεία για την αγωνιστική του αναγέννηση. Οι εκστρατεία αυτή, για να έχει την κατάλληλη επιρροή, θα πρέπει να διεξαχθεί με την κοινή, ενωτική δράση των δυνάμεων του ΠΑΜΕ και των υπολοίπων κομμουνιστικών-αριστερών δυνάμεων στα συνδικάτα, με τις ακόλουθες πρωτοβουλίες:

– Μαζική εγγραφή νέων εργατών στα σωματεία.

– Υπεράσπιση στους εργατικούς χώρους της αναγκαιότητας ενός σοβαρά προετοιμασμένου συνεδρίου που θα ιδρύσει με δημοκρατικές διαδικασίες αυθεντικής αντιπροσώπευσης μια ενιαία εργατική συνομοσπονδία για τον ιδιωτικό και τον κρατικό τομέα, η οποία θα συμπεριλάβει όλα τα σημερινά σωματεία της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, τα σωματεία που η συνδικαλιστική γραφειοκρατία αρνείται ως σήμερα να αναγνωρίσει, καθώς και νέα σωματεία εκεί που μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν και τα οποία θα δημιουργηθούν στη βάση μια σχετικής έκκλησης για μαχητική συνδικαλιστική οργάνωση.

– Επιδίωξη διενέργειας μαζικών συνελεύσεων σε όλους τους εργατικούς χώρους για να συζητηθεί και να αποφασιστεί ένα πρόγραμμα πάλης ενάντια στην ταξική επίθεση της νέας κυβέρνησης.

Για την αναγκαία αυτή αγωνιστική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος απαιτείται η δημιουργία μιας νέας συνδικαλιστικής συσπείρωσης όλων των πρωτοπόρων αγωνιστών του εργατικού κινήματος. Οι δυνάμεις του σημερινού ΠΑΜΕ αντικειμενικά πρέπει να αποτελούν τον βασικό της κορμό. Ωστόσο, το ΠΑΜΕ συμπληρώνοντας πλέον 20 χρόνια ζωής, με τη σημερινή του πολιτική γραμμή, τακτική, μορφή και λειτουργία, έχει αποδειχθεί εντελώς ανεπαρκές για να αποτρέψει τις μεγάλες ήττες. Η ηγεσία του, έχοντας μάλιστα δράσει μέσα στις εξαιρετικά ευνοϊκές συνθήκες της ριζοσπαστικοποίησης της περιόδου 2010-2015 απέτυχε να αναπροσανατολίσει τα συνδικάτα σε νικηφόρα αγωνιστική κατεύθυνση.

Η αιτία γι’ αυτήν την αποτυχία ήταν η σεχταριστική της τακτική, η απουσία από την πλευρά της μιας ουσιαστικής εναλλακτικής νικηφόρας στρατηγικής για τους αγώνες, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις έγινε υπεύθυνη για την υιοθέτηση παρακμιακών γραφειοκρατικών πρακτικών (παράτυπη εγγραφή μελών για να ψηφίσουν στις εκλογές, ακόμα και νοθείες, απόπειρες φίμωσης-απομόνωσης-συκοφάντησης κομμουνιστών – αριστερών διαφωνούντων με την γραμμή της κ.α, σε σωματεία όπως αυτά των Οικοδόμων Αθήνας, των Ιδιωτικών Υπαλλήλων κ.α).

Η αδιέξοδη και επιζήμια επιλογή της βίαιης διάλυσης συνδικαλιστικών συνεδρίων που η ηγεσία του ΠΑΜΕ ακολούθησε τους τελευταίους μήνες ήταν το αποκορύφωμα της εκδήλωσης της ανεπάρκειάς του. Οι αγωνιστές του ΠΑΜΕ και κυρίως η ηγεσία του, μαζί με την ηγεσία ΚΚΕ της οποίας ή ίδια αποτελεί οργανικό τμήμα, οφείλουν να κάνουν έναν τολμηρό κριτικό απολογισμό της 20ετούς πορείας του ΠΑΜΕ και να καλέσουν για την ίδρυση ενός νέου συνδικαλιστικού μετώπου. Ενός μετώπου το οποίο, σε αντίθεση με το σημερινό ΠΑΜΕ, θα λειτουργεί ενωτικά και δημοκρατικά και θα καλέσει σε συσπείρωση όλες τις αριστερές και κομμουνιστές τάσεις του εργατικού κινήματος που μπορούν να συμφωνήσουν στην ανάγκη για την ταχύτερη δυνατή αγωνιστική αναγέννηση των συνδικάτων και την αυθεντικά δημοκρατική τους λειτουργία, με σκοπό τη διεξαγωγή ενός μαζικού και νικηφόρου εργατικού αγώνα που θα ανοίξει τον δρόμο για μια εργατική λύση εξουσίας.

Μόνο μέσα από αυτόν τον δρόμο μπορεί να αναγεννηθεί το συντομότερο δυνατό το εργατικό κίνημα. Σε διαφορετική περίπτωση, η αγωνιστική του αναγέννηση θα είναι μια αποκλειστικά αυθόρμητη, απρόβλεπτη χρονικά, αντιφατική και επώδυνη διαδικασία. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας η μαζική εργατική αντεπίθεση θα έρθει πιθανότατα ως αποτέλεσμα του «κεντρίσματος» των πλατιών εργατικών μαζών είτε από τη μαχητική κινητοποίηση τμημάτων της τάξης κάτω από τα χτυπήματα της νέας κυβέρνησης, είτε από το ξέσπασμα μαζικών κινημάτων από τη νεολαία με πιθανό επίκεντρο την Εκπαίδευση.

Σταμάτης Καραγιαννόπουλος