Ιστορία του Μπολσεβικισμού

Ο Τρότσκι και ο Συμφιλιωτισμός

Ο Τρότσκι νόμιζε ότι ήταν δυνατό να ενωθούν οι μπολσεβίκοι με τους μενσεβίκους ή για να είμαστε πιο ακριβείς, με την αριστερή πτέρυγα των μενσεβίκων, που εκπροσωπούνταν από τον Μάρτοφ. Δεν ήταν ο μόνος. Ο ίδιος ο Λένιν είχε σκεφτεί πάνω από μια φορά την ιδέα της ενότητας με τον Μάρτοφ, του οποίου την πολιτική και προσωπική αξία αναγνώριζε πάντα. Ο Λουνατσάρσκι θυμάται ότι ακόμη και το 1917, ο Λένιν ονειρευόταν ένα μπλοκ με τον Μάρτοφ. Εκείνη την περίοδο βεβαίως, είχαν αναθερμανθεί οι ελπίδες του Λένιν για μία μεταστροφή του Μάρτοφ:

«Η επόμενη περίοδος των εμιγκρέδων έδωσε ένα σκληρό χτύπημα στον Μάρτοφ, ίσως ποτέ άλλοτε η τάση του για ταλαντεύσεις δεν ήταν τόσο έντονη, ούτε πιθανά τόσο αγωνιώδης. Η δεξιά πτέρυγα των μενσεβίκων σύντομα άρχισε να σαπίζει και να δίνει τη βάση για τον λεγόμενο «λικβινταρισμό». Ο Μάρτοφ δεν είχε καμία διάθεση να τραβηχτεί σε αυτό το μικροαστικό βούρκο. Όμως οι «λικβινταριστές» επηρέαζαν τον Νταν και ο Νταν τον Μάρτοφ και όπως συνήθως, η βαριά «ουρά» του μενσεβικισμού τράβηξε τον Μάρτοφ στον πάτο. Υπήρξε μία περίοδος στην οποία θα έκανε μία συμφωνία με τον Λένιν, παρακινούμενος από τον Τρότσκι και τον Ινοκέντι, οι οποίοι ονειρεύονταν τη δημιουργία ενός ισχυρού κέντρου για να αντιμετωπίσουν την άκρα αριστερά και την άκρα δεξιά.

Αυτή η γραμμή, όπως γνωρίζουμε, υποστηρίχθηκε επίσης και από τον Πλεχάνοφ, αλλά το ειδύλλιο δεν κράτησε για πολύ, οι δεξιές τάσεις κέρδισαν το πάνω χέρι στον Μάρτοφ και οι διαφωνίες ανάμεσα σε μπολσεβίκους και μενσεβίκους ξέσπασαν ξανά.

Ο Μάρτοφ ζούσε τότε στο Παρίσι. Μου είπαν μάλιστα ότι η υγεία του είχε αρχίσει να χειροτερεύει, ένας κίνδυνος που πάντα παραμόνευε για τους εμιγκρέδες. Η πολιτική εκφυλιζόταν σε μια υπόθεση ασήμαντων καυγάδων και παθιασμένων αντιπαραθέσεων σε μποέμικα καφέ. Αυτό άρχισε να απειλεί τις πνευματικές του δυνάμεις. Ωστόσο, όταν ξέσπασε ο πόλεμος, ο Μάρτοφ, όχι μόνο συνήλθε, αλλά από την αρχή έλαβε μία ξεκάθαρη θέση».

Ο Τρότσκι ήλπιζε ότι τα αριστερά στοιχεία θα μπορούσαν να έρθουν κοντά, στη βάση ενός σπασίματος με την ακραία δεξιά τάση των λικβινταριστών και την αριστερίστικη τάση των μπολσεβίκων. Αν και πολιτικά βρισκόταν κοντά στον μπολσεβικισμό, ο Τρότσκι είχε μία κριτική στάση σε αυτό που αντιλαμβανόταν ως «φραξιονισμό» του Λένιν. Από τη μια πλευρά, έτρεφε την ελπίδα ότι οι αριστεροί μενσεβίκοι, με τον καιρό θα «έσπαγαν» από τη δεξιά, από την άλλη πλευρά, η φαινομενική αδιαλλαξία του Λένιν τον εξαγρίωνε. Από τον Οκτώβριο του 1908, κατάφερε να εκδώσει μια εφημερίδα με το όνομα Πράβντα (Αλήθεια), που είχε ως στόχο να κυκλοφορήσει παράνομα στη Ρωσία και η οποία είχε μεγάλη επιτυχία. Η Πράβντα εκδόθηκε στη Βιέννη και χρηματοδοτήθηκε από δύο πλούσιους συμπαθούντες, τον Άντολφ Γιόφε, το μελλοντικό εξαιρετικό σοβιετικό διπλωμάτη, που αργότερα θα αυτοκτονούσε σε μια πράξη διαμαρτυρίας ενάντια στη σταλινική γραφειοκρατία και τον M. Σκομπέλεφ, τον γιο ενός μεγιστάνα πετρελαίου του Μπακού, ο οποίος αργότερα επανεμφανίστηκε ως υπουργός στην Προσωρινή Κυβέρνηση. Μέρος της επιτυχίας της νέας εφημερίδας οφειλόταν στο ότι είχε γραφτεί με ζωντάνια, σε ένα λαϊκό στιλ και απέφευγε τον έντονα φραξιονιστικό τόνο που χαρακτήριζαν τις άλλες παράνομες εκδόσεις της σοσιαλδημοκρατίας. Αντί να επιτίθεται στις άλλες εκδόσεις και ομάδες, επικέντρωσε την ενέργειά της στην καταγγελία των προβλημάτων της εργατικής τάξης και στην προσπάθεια να βρεθεί κοινός τόπος συνεργασίας ανάμεσα σε μπολσεβίκους και μενσεβίκους. Αυτό ήταν εξαιρετικά δημοφιλές ανάμεσα στους εργάτες στη Ρωσία, αλλά εξόργιζε βαθύτατα τον Λένιν, ο οποίος είχε εμπλακεί σ’ έναν αγώνα σε δύο μέτωπα και ήταν καχύποπτος με όλες τις συζητήσεις για ενότητα. Όμως ο Λένιν βρισκόταν τώρα στη μειοψηφία μέσα στην ηγεσία της ίδιας του της φράξιας, όπου οι συμφιλιωτικές τάσεις ήταν ισχυρές.

Η λανθασμένη θέση του Τρότσκι για την οργάνωση ήταν μια πηγή διαρκών αντιπαραθέσεων με τον Λένιν. Τη συγκεκριμένη περίοδο είχαμε κάποιες από τις πιο σκληρές συγκρούσεις ανάμεσα στον Λένιν και τον Τρότσκι, στις οποίες ο Λένιν, εν θερμώ, αποκήρυξε τον «τροτσκισμό». Αλλά είναι ξεκάθαρο ότι για τον Λένιν ο «τροτσκισμός» ήταν συνώνυμος με τη θέση του Τρότσκι για την οργάνωση (δηλαδή τον συμφιλιωτισμό) και όχι με τις πολιτικές του θέσεις, στις οποίες βρίσκονταν πολύ κοντά στους μπολσεβίκους. Επιπρόσθετα οι πιο οξείες πολεμικές ανάμεσα στους δύο άντρες είχαν και μια άλλη αιτία, που δεν είναι έκδηλη στον μέσο αναγνώστη. Ο σκληρός τόνος του Λένιν σε αυτές τις πολεμικές καθοδηγούταν από το γεγονός, ότι κάτω από το πέπλο του «τροτσκισμού», αντιπάλευε στην πραγματικότητα τις συμφιλιωτικές τάσεις μέσα στην ίδια την ηγεσία των μπολσεβίκων. Αλλά η πραγματική ιστορία είχε θαφτεί για μεγάλο χρονικό διάστημα κάτω από ένα στρώμα ψεμάτων και διαστρεβλώσεων, τα οποία στόχευαν να δικαιώσουν τη σταλινική γραφειοκρατία και να αμαυρώσουν τα ονόματα των παλιών μπολσεβίκων που πολεμούσαν εναντίον της.

Στην πραγματικότητα, ο Τρότσκι φάνηκε πραγματικά να βρίσκεται στο σημείο της επιτυχίας. Πολλοί μπολσεβίκοι ηγέτες συμφωνούσαν μαζί του πάνω στο ζήτημα της ενότητας, δηλαδή υποστήριζαν ακριβώς την πιο αδύναμη πλευρά της θέσης του Τρότσκι και όχι την πιο ισχυρή. Στην Κεντρική Επιτροπή των μπολσεβίκων, ο N.A. Ροζκώφ και ο Β.Π Νογκίν ήταν συμφιλιωτές. Η Κρούπσκαγια σχολίαζε ειρωνικά ότι «ο Νογκίν ήταν ένας συμφιλιωτής που προσπαθούσε να ενώσει τους πάντες και τα πάντα». Το ίδιο ισχύει και για τον Κάμενεφ και τον Ζηνόβιεφ. Δεδομένης της μεγάλης απήχησης της εφημερίδας του Τρότσκι ανάμεσα στους εργάτες στη Ρωσία, ένας αριθμός μπολσεβίκων ηγετών ήταν υπέρ της χρησιμοποίησης της Πράβντα για το σκοπό της ενοποίησης των μπολσεβίκων και των μενσεβίκων που ήταν ενάντια στον λικβινταρισμό. Στη σύσκεψη της Συντακτικής Επιτροπής της Προλετάρι που έγινε στο Παρίσι, ο Κάμενεφ και ο Ζηνόβιεφ, πλέον στενοί συνεργάτες του Λένιν, πρότειναν να κλείσει η Προλετάρι και να γίνει αποδεχτή η Πράβντα ως το επίσημο όργανο της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΔΕΚΡ. Αυτή τη θέση την υποστήριξαν κι άλλοι, όπως ο Τόμσκι και ο Ρίκωφ. Η πρόταση πέρασε παρά την εναντίωση του Λένιν, ο οποίος αντιπρότεινε τη δημιουργία μιας λαϊκής μπολσεβίκικης εφημερίδας και ενός μηνιαίου θεωρητικού περιοδικού. Στο τέλος, επιτεύχθηκε ένας συμβιβασμός, όπου η Προλετάρι θα συνέχιζε να εκδίδεται, αλλά όχι συχνότερα από μία φορά το μήνα. Στο μεταξύ, είχε συμφωνηθεί να αρχίσουν διαπραγματεύσεις με τον Τρότσκι, με στόχο να καταστεί η Πράβντα, στη Βιέννη, το επίσημο όργανο της ΚΕ του ΣΔΕΚΡ. Αυτό το γεγονός, δείχνει πόσο ισχυρές ήταν οι συμφιλιωτικές τάσεις στις γραμμές των μπολσεβίκων και πόσο κοντά βρίσκονταν στην άποψη του Τρότσκι αυτή την περίοδο. Τα πρακτικά της συνάντησης της Προλετάρι στα οποία αναφερόμαστε, δημοσιεύτηκαν το 1934, προκειμένου να δυσφημισθούν ο Ζηνόβιεφ και ο Κάμενεφ πριν τη δολοφονία τους από τον Στάλιν. Όμως αργότερα, θάφτηκαν στα αρχεία και δεν έγινε σχεδόν ποτέ κάποια αναφορά σε αυτά.

Ο Λένιν ήταν απομονωμένος μέσα στην ίδια του την φράξια και είχε υποχρεωθεί να κάνει παραχωρήσεις, αντίθετες με την ορθότερη κρίση του, για να μπορέσει να διατηρήσει τη συνοχή των μπολσεβίκων. Η ψυχολογία των συμφιλιωτών μπολσεβίκων καθοριζόταν από το είδος εκείνο της «πρακτικής πολιτικής», που υπερηφανεύεται για την περιφρόνηση απέναντι στη θεωρία και τις αρχές, ψάχνοντας πάντα για σύντομους δρόμους, οι οποίοι στο τέλος μετατρέπονται στο αντίθετο τους. Η ψυχολογία του φιλισταίου πάντα θεωρεί την πάλη για τις αρχές ως «σεχταρισμό», μια κατηγορία που εκτοξευόταν συχνά ενάντια στον Λένιν από τους αντιπάλους του. Ο Κάμενεφ και οι συμφιλιωτές, θεωρούσαν τους εαυτούς τους απείρως πιο σοφούς και πρακτικούς από τον Λένιν, ίσως όχι στην θεωρία, αλλά στην πρακτική αναζήτηση λύσεων στα προβλήματα του κόμματος. Το Νοέμβριο του 1908, ο Κάμενεφ έγραφε στον Μπογντάνωφ :

«Σε έναν “τσακωμό” που άρχισε εδώ, στέκομαι στη «μέση του δρόμου» και ελπίζω να παραμείνω εδώ …νιώθω ότι ακριβώς όπως ο αγώνας ενάντια στο συμφιλιωτισμό με δέσμευε το 1904, τόσο ο συμφιλιωτισμός με δεσμεύει εξίσου τώρα».

Ακόμα και μέχρι το 1912, οπού ο Λένιν είχε προετοιμάσει το έδαφος για ένα οριστικό «σπάσιμο» από τους οπορτουνιστές, ένα σημαντικό τμήμα της ηγεσίας «έσερνε τα πόδια του», όπως επισήμαινε η Κρούπσκαγια:

«Προφανώς, δεν μπορούσε να υπάρχει χώρος στο κόμμα για ανθρώπους που είχαν αποφασίσει εκ των προτέρων ότι δεν θα συμμορφωθούν με τις αποφάσεις του κόμματος. Με ορισμένους συντρόφους, ωστόσο, ο αγώνας για το κόμμα έπαιρνε τη μορφή του συμφιλιωτισμού˙ έχαναν από τα μάτια τους τον πραγματικό σκοπό της ενότητας και τον αντικαθιστούσαν με την προσπάθεια να ενώσουν τα πάντα και τους πάντες, άσχετα με το τι υποστήριζαν. Ακόμα και ο Ινοκέντι, ο οποίος υποστήριζε πλήρως τη θέση του Λένιν ότι το κύριο ζήτημα ήταν η ενότητα με τους κομματικούς μενσεβίκους, τους πλεχανοφικούς, ήταν τόσο ένθερμος στη διατήρηση της συνοχής του κόμματος που άρχισε να στρέφεται προς μια συμφιλιωτική τάση. Ο Λένιν, ωστόσο, κατάφερε να τον συνεφέρει».

Εκ των υστέρων, φαίνεται ανεξήγητο το γεγονός ότι ο Τρότσκι σπατάλησε τόσο χρόνο προσπαθώντας να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα. Όμως δεν ήταν ο μόνος που δεν μπόρεσε να κατανοήσει αυτό που ήθελε να πετύχει ο Λένιν. Αρκεί να αναφερθούμε στη Ρόζα Λούξεμπουργκ για να τονίσουμε αυτό το γεγονός. Όπως και η Ρόζα, ο Τρότσκι έκανε λάθος, όμως έκανε το λάθος ενός ειλικρινούς επαναστάτη, με το συμφέρον της εργατικής τάξης και του σοσιαλισμού στο μυαλό του. Το πιο πιθανό είναι ότι η πηγή του λάθους του ήταν κοινή με εκείνης. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε βαθειά αποστροφή για τον γραφειοκρατικό συγκεντρωτικό μηχανισμό της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας και αντιδρώντας σε αυτόν, έτεινε να απορρίπτει κάθε συγκεντρωτισμό γενικά. Μη κατανοώντας πλήρως τη θέση του Λένιν και παίρνοντας «τοις μετρητοίς» τις κατηγορίες των μενσεβίκων, άσκησε δριμεία και άδικη κριτική στις οργανωτικές του ιδέες, γεγονός που σε έναν βαθμό είχε επηρεάσει τις σχέσεις τους, αν και πολιτικά, κατά κανόνα συμφωνούσαν. Ο Τρότσκι απωθούταν από τη στενότητα αντιλήψεων των «ανθρώπων των επιτροπών», οι οποίοι προσπαθούσαν να μειώσουν τα πιο περίπλοκα πολιτικά ζητήματα σε απλά οργανωτικά προβλήματα και παρουσίαζαν τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στην τάξη και το κόμμα με έναν μηχανιστικό τρόπο, που κατά καιρούς έμοιαζε με καρικατούρα, όπως συνέβη όταν οι μπολσεβίκοι των επιτροπών της Αγίας Πετρούπολης απαίτησαν ότι το Σοβιέτ θα έπρεπε να διαλυθεί αν αρνούταν να αποδεχθεί την ηγεσία του κόμματος. Ο Τρότσκι αναγκάστηκε να βασίσει την αντίληψη του για τους μπολσεβίκους, όχι στον Λένιν, αλλά σε μια μηχανιστική καρικατούρα των ιδεών του Λένιν που περνιόταν για μπολσεβικισμός σε ορισμένους κύκλους. Αυτό τον κράτησε σε απόσταση, παρά την εγγύτητα των πολιτικών του ιδεών σε αυτές του Λένιν, μέχρι και το 1917, όπου η πραγματική πείρα της επανάστασης οδήγησε στη διάλυση των παλιών διαφωνιών.

Αργότερα ο Τρότσκι παραδέχθηκε ότι σε αυτό το ζήτημα, ο Λένιν είχε πάντα δίκιο. Στην αυτοβιογραφία του, εξηγεί τη βάση αυτού του λάθους:

«Σε ό, τι αφορά την άποψή της για το μέλλον του μενσεβικισμού και τα οργανωτικά ζητήματα μέσα στο κόμμα, η Πράβντα δεν έφθασε ποτέ στην ακρίβεια της στάσης του Λένιν. Ήλπιζα ακόμη ότι μία νέα επανάσταση θα ανάγκαζε του μενσεβίκους – όπως είχε γίνει το 1905 – να ακολουθήσουν έναν επαναστατικό δρόμο. Όμως υποτίμησα τη σημασία της προπαρασκευαστικής ιδεολογικής επιλογής και του πολιτικού ατσαλώματος. Στα ζητήματα της εσωτερικής ανάπτυξης του κόμματος, ήμουν ένοχος για ένα είδος σοσιαλιστικής – επαναστατικής μοιρολατρίας. Αυτή ήταν μία λανθασμένη θέση, όμως ήταν πολύ ανώτερη από τη γραφειοκρατική μοιρολατρία, της στερημένης από ιδέες, που διακρίνει την πλειοψηφία των σημερινών επικριτών μου στο στρατόπεδο της Κομμουνιστικής Διεθνούς».

Μετά το θάνατο του Λένιν, ως μέρος μίας αδίστακτης εκστρατείας για την αμαύρωση του ονόματος του Τρότσκι, οι σταλινικοί εσκεμμένα υπερέβαλαν τη σημασία των διαφορών ανάμεσα στον Λένιν και τον Τρότσκι. Όμως αυτές οι παλιές πολεμικές έπαψαν να έχουν σημασία για τον Λένιν μετά το 1917, όταν ο Τρότσκι εντάχθηκε στο μπολσεβίκικο κόμμα και πήρε μια ξεκάθαρη θέση ενάντια στο συμφιλιωτισμό. Το Νοέμβριο του 1917, δηλαδή, μετά την επανάσταση του Οκτώβρη, οι «παλιοί μπολσεβίκοι», Κάμενεφ και Ζηνόβιεφ, υποστήριξαν τη δημιουργία ενός κυβερνητικού συνασπισμού με τους μενσεβίκους. Εκείνη τη στιγμή, ο Λένιν είπε:

«Όσο για το συνασπισμό, δεν μπορώ να μιλήσω σοβαρά. Ο Τρότσκι εδώ και καιρό έχει υποστηρίξει ότι η ενότητα είναι αδύνατη. Ο Τρότσκι το κατάλαβε και από τότε δεν υπάρχει καλύτερος μπολσεβίκος».