Για την Κομμουνιστική Τάση

Για τι παλεύουμε

Επικοινωνία

Αρχική Θεωρία - Ιστορία Η γυναίκα, το εργατικό κίνημα και ο σοσιαλισμός – Μέρος 3ο

Αγωνίσου μαζί μας!

Η Κομμουνιστική Τάση, το ελληνικό τμήμα της Διεθνούς Μαρξιστικής Τάσης (IMT), χρειάζεται τη δική σου ενεργή στήριξη στον αγώνα της υπεράσπισης και διάδοσης των επαναστατικών σοσιαλιστικών ιδεών.

Ενίσχυσε οικονομικά τον αγώνα μας!

Η γυναίκα, το εργατικό κίνημα και ο σοσιαλισμός – Μέρος 3ο

Στο πλαίσιο της σειράς δημοσιεύσεων κειμένων για το Γυναικείο Ζήτημα με αφορμή το κύμα καταγγελιών περιστατικών κακοποίησης εναντίον γυναικών, δημοσιεύουμε σήμερα το τρίτο μέρος ενός εξαιρετικού κειμένου του Άλαν Γουντς και της Άνα Μουνιόθ. Είχε γραφτεί το 2000 για την Παγκόσμια Μέρα της Γυναίκας και δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα www.marxist.com.

Γυναίκες και ανεργία

Η κρίση του καπιταλισμού εκφράζεται στην ύπαρξη υψηλών ποσοστών ανεργίας ακόμα και σε περιόδους οικονομικής ανάπτυξης. Αυτό επηρεάζει τις γυναίκες και τους νέους πιο σοβαρά από ότι άλλα τμήματα της κοινωνίας. Τα ποσοστά ανεργίας στις γυναίκες είναι πολύ υψηλότερα από το μέσο όρο. Και τα στοιχεία αυτά απέχουν συνήθως από την πραγματική κατάσταση, αφού δεν υπολογίζουν ένα μεγάλο αριθμό γυναικών που έχει χάσει κάθε ελπίδα να βρει δουλειά και δεν μπαίνει πλέον στον κόπο να παρουσιάζεται στα γραφεία ευρέσεως εργασίας. Η γενική τάση προς την προσωρινή εργασία (πίσω από το προσωπείο της «ευελιξίας») έχει τα πιο καταστροφικά αποτελέσματα στις γυναίκες. Οι περισσότερες γυναίκες, ακόμα και χωρίς αυτό, ήταν ήδη καταδικασμένες στις πλέον κακοπληρωμένες και φρικτές συνθήκες εργασίας. Τώρα, η κατάστασή τους γίνεται ακόμα χειρότερη.

Η ανεξέλεγκτη επέκταση της μερικής και προσωρινής απασχόλησης, που υποτίθεται ότι «ταιριάζει καλύτερα στις γυναίκες», είναι μια τέλεια δικαιολογία, για να επιβάλουν τις συνθήκες αυτές στο πλέον ανυπεράσπιστο τμήμα της κοινωνίας, όπως παραδέχεται ο Economist: «Στην Αμερική, με την επεκτεινόμενη οικονομία και την σφιχτή αγορά εργασίας, οι γυναίκες αποδεικνύονται θεόσταλτη τύχη για πολλούς εργοδότες. Συνήθως κοστίζουν λιγότερο από τους άντρες, είναι πιο καλά προετοιμασμένες στο να είναι “ευέλικτες” και λιγότερο προδιατεθειμένες να σηκωθούν να φύγουν, αν οι συνθήκες εργασίας είναι φτωχές. Πολύ λίγες απ’ αυτές είναι μέλη εργατικών συνδικάτων. Η μόνη έκπληξη είναι ότι οι δείκτες ανεργίας των γυναικών στην Αμερική δεν είναι χαμηλότεροι από αυτούς των αντρών» (The Economist,18/07/1998).

Και προσθέτει: «Πολλές είναι αυτό που οι οικονομολόγοι της αγοράς εργασίας αποκαλούν “μη-τυπικά εργαζόμενος”, το είδος που ταιριάζει συνήθως καλύτερα στον τομέα των υπηρεσιών: μερική και προσωρινή απασχόληση, που περιλαμβάνει ακανόνιστες και ασυνήθιστες ώρες ή γίνεται στη βάση κάποιου συμβολαίου. Κάποιες απ’ αυτές είναι ανασφάλιστες και πολλές απ’ αυτές πληρώνονται πολύ άσχημα. Οι γυναίκες, αγχωμένες να βρουν ένα τρόπο, ώστε να συνδυάζουν τη δουλειά με την οικογένεια, έχουν αποδειχθεί πολύ πιο ευέλικτες και προσαρμοστικές από τους άντρες σ’ αυτό τον νέο τρόπο εργασίας» (Ίδιο).

Οι θέσεις μερικής απασχόλησης αυξάνονται παντού. Για πολλές γυναίκες, αυτός είναι ο μοναδικός τομέας εργασίας που μπορούν να σκεφτούν, για να μπορούν έτσι να συνδυάζουν τη δουλειά με την οικογένεια. Αυτό ταιριάζει απόλυτα με τις επιθυμίες των εργοδοτών, επειδή έτσι μπορούν να χρησιμοποιούν τους υπαλλήλους τους όπως θέλουν, να τους υποβάλουν σε πίεση για καλύτερες αποδόσεις και να τους πληρώνουν με ψίχουλα. Και συνεχώς, αναδεικνύονται νέες ποικιλίες του προβλήματος. Η τελευταία είναι ο «τμηματικός» εργαζόμενος: γενικά, κάποιος που η δουλειά του δεν αναμένεται να κρατήσει. Τέτοιοι άνθρωποι εργάζονται σε ευρεία κλίμακα στις βιομηχανίες, κάνοντας προσωρινές δουλειές ή δουλειές με συμβόλαιο ή εργάζονται, όποτε τους ειδοποιήσουν. Στην Αμερική, τελευταίες εκτιμήσεις του υπουργείου Εργασίας τοποθετούν τον αριθμό τους σε σχεδόν 5,5 εκατομμύρια, που πάνω από τους μισούς είναι γυναίκες και οι μισές από αυτές είναι μερικής απασχόλησης. Πληρώνονται λιγότερο από τους μη τμηματικούς συναδέλφους τους και, συνήθως, δεν έχουν υγειονομική περίθαλψη ή άλλα πρόσθετα επιδόματα και παροχές από τους εργοδότες τους.

Η γερμανική ποικιλία λέγεται «δευτερεύουσα απασχόληση» και πολλοί οικονομολόγοι υπολογίζουν πως αναπτύσσεται αλματωδώς. Βασίζεται σε μια νομική διάταξη που απαλλάσσει τους εργαζόμενους που κερδίζουν λιγότερα από 620 μάρκα το μήνα από την υποχρέωση να συνεισφέρουν στο πλήρες (και πολύ δαπανηρό) γερμανικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, αλλά τους εξαιρεί επίσης και από τα δικαιώματα σύνταξης και επιδομάτων ανεργίας. Μια εκτίμηση τοποθετεί τον συνολικό αριθμό των ανθρώπων που απασχολούνται μόνο σε τέτοιες «δευτερεύουσες» δουλειές σε πάνω από 4 εκατομμύρια και σχεδόν οι μισές από αυτούς είναι γυναίκες.

«Λόγω των οικογενειακών τους υποχρεώσεων, οι γυναίκες αφιερώνουν κατά μέσο όρο πολύ λιγότερες ώρες στην μισθωτή εργασία απ’ ό,τι οι άντρες», λέει σεμνότυφα ο Economist, «έτσι ώστε το μηνιαίο ή το ετήσιο εισόδημά τους να υστερεί ακόμα περισσότερο από εκείνο των αντρών, απ’ ό,τι οι ίδιοι οι μισθοί. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση σαν σύνολο, σχεδόν το ένα τρίτο όλων των εργαζομένων γυναικών εργάζονται λιγότερο από την κανονική βδομάδα εργασίας των αντρών των 35-40 ωρών (αν και αυτός ο μέσος όρος παρουσιάζει μεγάλες διαφοροποιήσεις από χώρα σε χώρα), η συμμετοχή των μερικώς απασχολούμενων είναι μόλις 5% περίπου και οι περισσότεροι από αυτούς είναι είτε φοιτητές, είτε ηλικιωμένοι εργαζόμενοι που πλησιάζουν στη σύνταξη. Στην Αμερική, ένα μικρότερο ποσοστό γυναικών εργάζονται σε μερική απασχόληση απ’ ό,τι στην Ευρώπη, αλλά ένα μεγαλύτερο ποσοστό αντρών. Τα στοιχεία για την Ιαπωνία είναι παρόμοια με εκείνα της Ευρώπης, αλλά πολλές γυναίκες “μερικά απασχολούμενες” εργάζονται σχεδόν σε ωράριο πλήρους απασχόλησης: απλά πληρώνονται λιγότερο από τους επίσημα εργαζόμενους με πλήρες ωράριο. Παντού η “μερική απασχόληση” μεταφράζεται ακόμα συχνά σε “δεύτερης κλάσης”» (The Economist, 18/07/1998).

Υπερεργασία και οικογένεια

Μια πρόσφατη έρευνα για τις εργαζόμενες γυναίκες, που δημοσιεύτηκε στον Economist, σκιαγραφεί μια φρικιαστική εικόνα του είδους της υπερεργασίας που πλήττει τις σύγχρονες Αμερικανίδες – όχι μόνο τις εργάτριες αλλά και τις υπαλλήλους – και η οποία θα πρέπει να εξασκεί την πιο διαβρωτική επιρροή στην οικογενειακή ζωή και στις προσωπικές σχέσεις:

«Όπου εργάζονται και οι δύο γονείς (κάτι που είναι ο κανόνας εκτός των ανωτέρων στελεχών των εταιρειών), μια τυπική ημέρα θα αρχίζει πριν από τα ξημερώματα με την προετοιμασία των παιδιών και τη μεταφορά τους στο κέντρο ημερήσιας φροντίδας της εταιρίας (που επιδοτούνται αδρά). Οι γονείς περνούν στη συνέχεια μια μακρά μέρα στην δουλειά, παίρνουν τα παιδιά από το δεκάωρο περιορισμό τους στο παιδικό σταθμό, κάνουν μερικά ψώνια στο δρόμο προς το σπίτι, τρώνε, βάζουν τα άπλυτα στο πλυντήριο, καθαρίζουν τον χώρο, διαβάζουν στα παιδιά μια ιστορία για να κοιμηθούν και πέφτουν και οι ίδιοι για ύπνο, εντελώς εξουθενωμένοι. Και αυτές είναι οι μέρες που τίποτα δεν πάει άσχημα.

Η κυρία Hochwchild βρήκε πως αυτοί οι εργαζόμενοι σπάνια παίρνουν γονικές άδειες, δουλεύουν σε ευέλικτες ώρες ή είναι διαθέσιμοι για κάθε άλλο είδος εργασίας προσφέρεται, φιλικής προς την οικογένεια. Αντίθετα, ξοδεύουν ακόμα περισσότερες ώρες στην δουλειά, κάνοντας συχνά αρκετές υπερωρίες πέρα από το βασικό τους ωράριο. Μερικές φορές, χρειάζονται πραγματικά τα εισοδήματα από τις υπερωρίες. Αλλά πιο συχνά, αντιμέτωποι με το δίλημμα της πίεσης στη δουλειά ή της πίεσης στο σπίτι, τόσο οι άντρες όσο και οι γυναίκες επιλέγουν τη δουλειά, όπου τουλάχιστον χαίρονται την επαφή τους με τους συναδέλφους, που τους συμπεριφέρονται με σοβαρότητα και πληρώνονται για τους κόπους τους, ενώ στο σπίτι αισθάνονται απομονωμένοι, δεδομένοι και συνθλίβονται από τις απαιτήσεις που δεν τελειώνουν ποτέ. Η δουλειά έχει γίνει σπίτι και το σπίτι έχει γίνει δουλειά.

Βέβαια, η πλειοψηφία των αμερικανικών οικογενειών με παιδιά σχολικής ηλικίας ακολουθούν τώρα τον τρόπο ζωής, όπως αυτός περιγράφεται στο βιβλίο της κυρίας Hochwchild», προσθέτει ο Economist (18/07/1998).

Παρ’ όλα αυτά, οι εργαζόμενοι αυτοί δεν είναι ικανοποιημένοι με την μοίρα τους. Πολλοί πάνω από τους μισούς θεωρούν την «έλλειψη χρόνου» σαν το μεγαλύτερο πρόβλημά τους. Αυτή είναι μια από τις χτυπητές αντιθέσεις του σύγχρονου καπιταλισμού. Σε μια εποχή, όπου οι πρόοδοι της επιστήμης και της τεχνολογίας μας παρέχουν την αναγκαία βάση για την επαναστατικοποίηση της ζωής των ανθρώπων, για την αποφασιστική βελτίωση του εργασιακού περιβάλλοντος και για μια πολύ μικρότερη βδομάδα εργασίας, εκατομμύρια άνθρωποι είναι καταδικασμένοι στη μιζέρια της αναγκαστικής αργίας και του επιδόματος ανεργίας, ενώ εκατομμύρια άλλοι, αρκετά «τυχεροί» που έχουν δουλειά, είναι εξαναγκασμένοι σε μια ζωή ατελείωτης μονοτονίας, με ατέλειωτες ώρες και τρομακτική πίεση στην δουλειά. Είναι καταδικασμένοι να θυσιάζουν την υγεία και τη φυσική τους κατάσταση, όπως επίσης για την οικογενειακή τους ζωή και την επαφή με τα παιδιά τους.

Η ίδια η πρόοδος της τεχνολογίας χρησιμοποιείται για την αύξηση της σκλαβιάς του εργάτη στον εργοδότη, κάνοντας ακόμα και τους εργαζόμενους μερικής απασχόλησης να είναι σκλάβοι στο γραφείο για απεριόριστη εργάσιμη ημέρα. Καινοτομίες και ανακαλύψεις, όπως τα θυριακά τηλέφωνα, κατάλληλα λογισμικά και κυκλώματα με κάμερες, επιτρέπουν ένα εκπληκτικό επίπεδο ελέγχου πάνω στον εργαζόμενο, ακόμα και όταν δεν υπάρχει άμεση επιτήρηση. Η διαφορά μεταξύ εργασιακού χώρου και σπιτιού, μεταξύ των ωρών εργασίας και του ελεύθερου χρόνου, παύουν να έχουν το οποιοδήποτε νόημα. Η τυραννία του κεφαλαίου, η κυριαρχία του πάνω στους εργάτες και τις οικογένειές τους, γίνεται απόλυτη. Συνεπώς, η ερώτηση που πρέπει να κάνουμε στους εαυτούς μας στο τέλος του 20ου αιώνα δεν είναι αν «υπάρχει ζωή μετά το θάνατο» αλλά, μάλλον, αν «υπάρχει ζωή πριν από το θάνατο».

Η δεύτερη βάρδια

Για να μπορέσουν να πάνε για δουλειά, οι γυναίκες που έχουν παιδιά θα πρέπει να βρουν κάποιον να τα προσέχει. Σε μια λογική κοινωνία, η αρχή της ελεύθερης παιδείας για όλους θα έπρεπε να επεκταθεί στα παιδιά μικρότερης ηλικίας, σε συνδυασμό με τις πιο ευνοϊκές ρυθμίσεις για γονικές άδειες μετ’ αποδοχών για τα πρώτα χρόνια. Αντί για αυτό, οι εργαζόμενες μητέρες είναι αναγκασμένες να αφήνουν τα παιδιά τους σε μη ικανοποιητικούς σταθμούς, με άτομα χωρίς τα κατάλληλα προσόντα και την απαραίτητη εμπειρία. Από τέτοιες περιπτώσεις έχουν υπάρξει τραγωδίες. Ο κίτρινος τύπος κάνει τις καλύτερες από αυτές τις δυνατότητες να στρέφονται ενάντια στις άτυχες γυναίκες. Αλλά είναι προσεκτικοί, ώστε να μη δείξουν πως φταίει η κοινωνία που δημιουργεί τις συνθήκες γι’ αυτές τις φρικαλεότητες.

Σύμφωνα με μια πρόσφατη μελέτη του Εθνικού Ινστιτούτου για την Παιδική Υγεία και την Ανθρώπινη Ανάπτυξη, περίπου το 80% των βρεφών στην Αμερική βρίσκονται τακτικά υπό τη φροντίδα κάποιου άλλου εκτός της μητέρας τους, τους πρώτους 12 μήνες της ζωής τους. Οι περισσότερες αρχίζουν να φροντίζουν τα παιδιά τους, πριν φτάσουν τεσσάρων μηνών. Τυπικά, τα φροντίζουν περίπου 30 ώρες τη βδομάδα. Όμως προσθέτει πως: «Οι περισσότερες από τις καταστάσεις αυτές είναι πολύ κάτω του αναμενόμενου, για οποιοδήποτε στάνταρ θα μπορούσε οποιοσδήποτε από μας να θεωρήσει ικανοποιητικό. Με το “ζόρι κατάλληλα” είναι ο καλλιτεχνικός όρος για να περιγράψει κανείς το τυπικό περιβάλλον παιδικής φροντίδας στην χώρα αυτή: σχεδόν το 15%-20% είναι στην πραγματικότητα καταθλιπτικά, ακόμα και επικίνδυνα» (Economist, 18/07/1998).

Ακόμα και αυτές οι πρωτόγονες συνθήκες παραμένουν πολύ δαπανηρές για πολλές γυναίκες, που είναι υποχρεωμένες να εγκαταλείψουν εντελώς την προσπάθεια να βρουν δουλειά. Παρά τα λόγια για τη «χειραφέτηση» των γυναικών, τις «γυναικείες καριέρες» κ.λπ., πολλές παραμένουν παγιδευμένες στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού τους. Σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, σχεδόν το ένα τρίτο των γυναικών σε εργάσιμη ηλικία περιγράφουν τους εαυτούς τους σαν «νοικοκυρές», σύμφωνα με την Ομάδα Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Οικογενειακής Φροντίδας, αν και πιθανά συμπεριλαμβάνονται και μερικές με δουλειές μερικής απασχόλησης. Όσο περισσότερα παιδιά έχουν τόσο πιο πιθανό είναι να είναι νοικοκυρές. «Αυτό δεν είναι απαραίτητα συνταγή ευτυχίας», λέει ο Economist. «Σχεδόν σε κάθε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι γυναίκες που βγαίνουν έξω και εργάζονται εμφανίζονται να είναι περισσότερο υγιείς και πιο ικανοποιημένες από τη ζωή από εκείνες που δεν το κάνουν. Αλλά τουλάχιστον γλυτώνουν από τη δεύτερη βάρδια: την εργάσιμη μέρα στο σπίτι, μετά την εργάσιμη μέρα στη δουλειά» (The Economist 18/07/1998).

Εκατό χρόνια πριν, στο Πρόγραμμα της Ερφούρτης του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, είχε γραφτεί: «Η συμμετοχή των γυναικών στη βιομηχανική δραστηριότητα σημαίνει την ολοκληρωτική καταστροφή της οικογενειακής ζωής των εργατών, χωρίς αυτή να αντικαθίσταται από μια ανώτερη μορφή οικογενειακών σχέσεων. Το καπιταλιστικό σύστημα της παραγωγής, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν καταστρέφει το απλό νοικοκυριό του εργαζόμενου άντρα, αλλά το στερεί από όλα τα χαρακτηριστικά εκτός από τα δυσάρεστα. Η συμμετοχή της γυναίκας σήμερα στη βιομηχανία δε σημαίνει γι’ αυτήν ελευθερία από τα καθήκοντα του νοικοκυριού. Σημαίνει την προσαύξηση των προηγούμενων βαρών της από ένα ακόμα. Αλλά, δεν μπορεί κάποιος να υπηρετεί δύο αφέντες. Το νοικοκυριό του εργαζόμενου άντρα υποφέρει, όποτε η σύζυγός του πρέπει να βοηθήσει στην απόκτηση των αναγκαίων. Η σημερινή κοινωνία, στη θέση του ατομικού νοικοκυριού, το οποίο καταστρέφει, προσφέρει μόνο μίζερα υποκατάστατα: συσσίτια με σούπες και ημερήσιες νοσοκόμες, όπου ψίχουλα από τη φυσική και πνευματική τροφή των πλουσίων πετιούνται στις κατώτερες τάξεις» (Κ. Κάουτσκι, Η Ταξική Πάλη, σ. 26).

Αυτό παραμένει αλήθεια σήμερα. Οι γυναίκες υποφέρουν από διπλή σκλαβιά: μετά τη σκλαβιά του χώρου εργασίας πηγαίνουν για «δεύτερη βάρδια» στο σπίτι. Για παράδειγμα, οι Γιαπωνέζες εργαζόμενες σύζυγοι, ξοδεύουν σχεδόν τρεισήμισι ώρες την ημέρα σε σπιτικά καθήκοντα – πέρα από τη μισθωτή εργασία. Παρόμοια κατάσταση υπάρχει και σε άλλες επονομαζόμενες «πολιτισμένες» δυτικές κοινωνίες.

Γυναίκες και συνδικάτα

Ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της κοινωνίας θα ήταν αδιανόητος χωρίς τον καθημερινό αγώνα για κατακτήσεις στον καπιταλισμό. Συνεπώς, δεν είμαστε καθόλου αδιάφοροι για τους αγώνες για μεταρρυθμίσεις. Όμως, για τους μαρξιστές, το πιο σημαντικό είναι πως οι εργάτες μαθαίνουν μέσα από τον αγώνα. Ο κύριος σκοπός μας είναι να «εξηγήσουμε υπομονετικά» στις γυναίκες, αρχίζοντας από τις πιο συνειδητές και δραστήριες γυναίκες στα συνδικάτα και τα εργατικά κόμματα, την αναγκαιότητα για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, όχι μόνο εθνικά αλλά διεθνώς. Πρέπει να προσπαθήσουμε να ανεβάσουμε το επίπεδό τους, να κεντρίσουμε το ενδιαφέρον τους για τα ευρύτερα ζητήματα, για τη θεωρία και τις ιδέες και να τις στρατολογήσουμε στην επαναστατική τάση. Πρέπει πάση θυσία να μην πέσουμε στην παγίδα, που χαρακτηρίζει τόσο τους ρεφορμιστές όσο και τους σεχταριστές και τις φεμινίστριες, στην αντίληψη δηλαδή πως οι γυναίκες ενδιαφέρονται μόνο για τα «γυναικεία ζητήματα». Είναι πολύ σοβαρό λάθος να υποτιμήσουμε το ενδιαφέρον των γυναικών για τα ευρύτερα ζητήματα και τις γενικότερες ιδέες. Αντίθετα μάλιστα, οι καλύτερες γυναίκες θα προσελκυστούν και θα ενθουσιαστούν από τις επαναστατικές ιδέες του μαρξισμού και είναι δικό μας καθήκον να ανεβάζουμε σταθερά το επίπεδο των ανθρώπων στον περίγυρό μας.

Ο αγώνας για τα συμφέροντα των γυναικών πρέπει να αρχίσει στους χώρους εργασίας. Η μάχη για την οργάνωση των γυναικών στα συνδικάτα και ο αγώνας για ικανοποιητικούς μισθούς και καλύτερες συνθήκες εργασίας, όπως επίσης και για πλήρη ισότητα των αντρών και των γυναικών εργαζομένων, αποτελούν τα πρώτα καθήκοντα των μαρξιστών. Οι εργαζόμενες γυναίκες αποτελούν ένα τεράστιο επαναστατικό δυναμικό για το εργατικό κίνημα, το οποίο η στενοκέφαλη και συντηρητική συνδικαλιστική γραφειοκρατία δεν είναι ικανή να εκμεταλλευτεί. Οι νέες συνθήκες παραγωγής και η τεράστια επέκταση της επονομαζόμενης «βιομηχανίας υπηρεσιών» έχουν οδηγήσει σε τεράστια αύξηση του αριθμού των γυναικών που εργάζονται σε απάνθρωπες συνθήκες, όπου η μεγαλύτερη πλειοψηφία τους δεν είναι οργανωμένη σε συνδικάτα. Οι μαρξιστές στα συνδικάτα θα πρέπει να πάρουν τις πρωτοβουλίες, όπου αυτό είναι δυνατόν, και να εντείνουν την απαίτηση για μια εξόρμηση με σκοπό την οργάνωση στα συνδικάτα των ανοργάνωτων στρωμάτων, και ειδικά των γυναικών και των νεολαίων.

Το βασικό ζήτημα είναι οι απαράδεκτες διακρίσεις ενάντια στις γυναίκες στους χώρους εργασίας. Οι γυναίκες σ’ ολόκληρο τον κόσμο, πληρώνονται κατά μέσο όρο λιγότερο απ’ ό,τι οι άντρες – σχεδόν 20-30% λιγότερο – για ανάλογες εργασίες. Και χαμηλότεροι μισθοί σημαίνουν συνήθως χαμηλότερα ή και καθόλου επιδόματα και μικρότερη σύνταξη. Αυτό είναι κακό, όχι μόνο για τις γυναίκες, αλλά και για τους άντρες. Η αποδοχή των χαμηλών μισθών για οποιαδήποτε ομάδα εργαζομένων έχει σαν αποτέλεσμα την πίεση προς τα κάτω των μισθών και των συνθηκών δουλειάς γενικά. Η αποδοχή πως οι γυναίκες και οι νέοι θα πληρώνονται λιγότερα χρήματα, απ’ ό,τι οι υπόλοιποι εργαζόμενοι, είναι τελείως αντιδραστική, διασπαστική και αντι-παραγωγική. Εξηγεί επίσης την αδιαφορία πολλών γυναικών για τα εργατικά συνδικάτα, που δεν κάνουν τίποτα για αυτές. Η οργάνωση όσων δεν είναι μέλη αποτελεί θεμελιώδες καθήκον των εργατικών συνδικάτων, ειδικά τη σημερινή εποχή. Ιδιαίτερης σημασίας είναι ο αγώνας για την κατάκτηση «ίσων αμοιβών για εργασία ίσης αξίας». Η αρχή της «ίσης αμοιβής για την ίδια δουλειά» μπορεί εύκολα να διαστρεβλωθεί και να μην εφαρμοστεί από τους καπιταλιστές, από τη στιγμή που είναι συχνά δύσκολο ή αδύνατο να συγκριθούν οι διαφορετικές εργασίες που κάνουν οι άντρες και οι γυναίκες σε διαφορετικά τμήματα παραγωγής.

Όπως το έθεσε η πρόσφατη έρευνα του Economist: «Αυτή τη φορά, τελείως βολικά, βρήκαν τη δουλειά να τους περιμένει. Καθώς οι ανεπτυγμένες οικονομίες αναδιαρθρώνονταν, δημιουργούνταν πολλές δουλειές από τον νέο κλάδο υπηρεσιών, που ήταν τελείως διαφορετικές από τις παραδοσιακά ασφαλείς, πλήρους απασχόλησης, ετήσιας βάσης εργοστασιακές δουλειές που συνήθως τις κάνουν άντρες. Πολλές από αυτές τις νέες θέσεις εργασίας ήταν μερικής απασχόλησης ή περιελάμβαναν ακανόνιστες ώρες, που προσέφεραν και απαιτούσαν κάποιο βαθμό ευελιξίας που συχνά ταίριαζαν σε γυναίκες. Επίσης, πολλές από αυτές τις θέσεις εργασίας ήταν σε χαμηλού επιπέδου και χαμηλών αποδοχών κλάδους, όπως πωλήσεις, catering και καθαριότητας και προσέλκυαν πολύ λίγο τους άντρες μεροκαματιάρηδες» (The Economist, 18/07/1998).

Σε χώρους όπου εργάζονται πολλές γυναίκες αλλά λίγοι άντρες, τα επίπεδα των μισθών τείνουν να είναι χαμηλά. Αυτό ισχύει κυρίως στις πωλήσεις, στην καθαριότητα και στο catering και κάπως λιγότερο σε θέσεις εργασίας όπως νοσοκόμες και καθηγητές, όπου ο βασικός εργοδότης είναι ο δημόσιος τομέας. Με τόσες πολλές γυναίκες συγκεντρωμένες σε δουλειές χαμηλών αποδοχών, δεν αποτελεί πλέον έκπληξη πως, παρά την υπερπροσφορά νομοθετημάτων για την ισότητα μισθών, υπάρχει ένα μεγάλο χάσμα ανάμεσα στα εισοδήματα των αντρών και των γυναικών σε όλες τις χώρες. Σαν αποτέλεσμα της πίεσης από τις γυναίκες εργαζόμενες και τα εργατικά συνδικάτα, το χάσμα μικραίνει: για παράδειγμα, στην Αμερική, τα τελευταία 20 χρόνια η ωριαία αμοιβή των γυναικών έχει αυξηθεί από το 64% στο 80% εκείνης των αντρών. Αλλά η διαφοροποίηση εξακολουθεί να υπάρχει και όσο πιο χαμηλά πηγαίνουμε στην κλίμακα μισθών, τόσο πιο μεγάλη γίνεται η διαφοροποίηση. Αν και οι νέοι, χωρίς παιδιά, ειδικευμένοι εργάτες και των δύο φύλων που εργάζονται με πλήρες ωράριο στις ΗΠΑ συχνά πληρώνονται με παρόμοιους μισθούς, οι χαμηλά αμειβόμενες γυναίκες εργαζόμενες στις κακοπληρωμένες βιομηχανίες πληρώνονται μόλις τμήμα του μέσου μισθού των αντρών που εργάζονται στη βιομηχανία.

Οι γυναίκες υπόκεινται επίσης σε διακρίσεις και εξαιτίας της φυσικής διαδικασίας της εγκυμοσύνης. Στη σημερινή κοινωνία, το να έχεις παιδί, που θα έπρεπε να είναι λόγος για γιορτή, είναι συχνά δυστυχές πλήγμα, ειδικά για τη μητέρα. Συχνά, σημαίνει το χάσιμο ολοκληρωτικά της δουλειάς της και τον ξεπεσμό στην απόλυτη φτώχεια και στην εξευτελιστική εξάρτηση από άθλια κρατικά επιδόματα. Ο αστικός Τύπος, ειδικά στη Βρετανία και στην Αμερική, αποκαλεί κυνικά τις άγαμες μητέρες σαν παράσιτα «που ζουν σε βάρος του κράτους», χωρίς να εξηγούν πως αυτές οι γυναίκες δεν έχουν πρόσβαση στην αγορά εργασίας και περιθωριοποιούνται από την κοινωνία με τον πιο άγριο και απάνθρωπο τρόπο. Αλλά ακόμα και αν καταφέρει να κρατήσει κάποια δουλειά, αυτό θα σημαίνει απλά μια σταγόνα επιπλέον εισοδήματος. «Αλλά από τη στιγμή που οι γυναίκες αρχίζουν να έχουν παιδιά, η σχετική αμοιβή τους ελαττώνεται, και όσο περισσότερα παιδιά έχουν, τόσο περισσότερο οι αμοιβές τους μειώνονται» (The Economist, 18/07/1998).

Μαρξισμός ή φεμινισμός;

Οι μαρξιστές πρέπει να ασχοληθούν πολύ ενεργητικά με τα προβλήματα των γυναικών, αγωνιζόμενοι ενάντια στην ανισότητα και σε κάθε εκδήλωση καταπίεσης, διάκρισης και αδικίας. Αλλά, πρέπει πάντα να το κάνουν αυτό από ταξική σκοπιά. Την ίδια στιγμή που θα αγωνίζονται με σθένος για κάθε μεταρρύθμιση που αντιπροσωπεύει μια πραγματική πρόοδο για τις γυναίκες, πρέπει να εξηγούν πως ο μόνος δρόμος για την πραγματική επίτευξη της πλήρους χειραφέτησης των γυναικών – και όλων των άλλων καταπιεσμένων στρωμάτων της κοινωνίας – είναι μέσω της ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτό απαιτεί τη μέγιστη ενότητα αντρών και γυναικών εργαζόμενων στον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό. Κάθε τάση που στρέφει τις γυναίκες ενάντια στους άντρες ή διαιρεί και διαχωρίζει τις γυναίκες από το υπόλοιπο εργατικό κίνημα στο όνομα της «γυναικείας απελευθέρωσης» ή για οτιδήποτε άλλο, είναι ολοκληρωτικά αντιδραστική και πρέπει να καταπολεμηθεί ενεργά.

Ο αγώνας είναι για την ιερή ενότητα του προλεταριάτου, ανεξαρτήτως φύλου, φυλής, χρώματος, θρησκείας ή εθνικότητας. Συνεπώς, ο αγώνας για την υπόθεση των γυναικών προϋποθέτει απαραίτητα έναν αμείλικτο αγώνα ενάντια σε κάθε είδος αστικού ή μικροαστικού φεμινισμού. Τέτοιες τάσεις, όπου αποκτήσουν επιρροή στο εργατικό κίνημα, καταλήγουν χωρίς εξαίρεση στα χέρια των πιο αντιδραστικών στοιχείων και παίζουν διασπαστικό ρόλο, σκορπώντας σύγχυση στις γυναίκες που κινούνται στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού. Και σ’ αυτό, όπως και σε όλα τα άλλα ζητήματα, πρέπει να έχουμε μια αδιαπραγμάτευτη ταξική θέση. Όπως έχουμε δει, το Μπολσεβίκικο Κόμμα και η Κομμουνιστική Διεθνής, στις θέσεις και τις αποφάσεις τους, μιλούν πάντα για τις «εργαζόμενες γυναίκες», και όχι για τις γυναίκες γενικά. Είναι αυτονόητο πως ο αγώνας για τα δικαιώματα των γυναικών περιλαμβάνει όλες τις γυναίκες του προλεταριάτου, μαζί με τις νοικοκυρές, τις άνεργες γυναίκες, τις φοιτήτριες κ.λπ. Αλλά το αποφασιστικό στοιχείο είναι οι εργαζόμενες γυναίκες που σήμερα αντιπροσωπεύουν ένα μεγάλο και αναπτυσσόμενο τμήμα της εργατικής τάξης.

Η απλή επίτευξη της νομικής κατοχύρωσης των «ίσων δικαιωμάτων», χωρίς το μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων, είναι πολύ αναποτελεσματική και αφήνει άθικτες τις θεμελιώδεις αιτίες της καταπίεσης των γυναικών στην καπιταλιστική κοινωνία. Την τελευταία περίοδο, πολλές από τις «υποτιθέμενες βελτιώσεις», που σχετίζονται με τις «θετικές διακρίσεις», στην πραγματικότητα έχουν λειτουργήσει σαν κανάλι για την άνοδο ενός στρώματος μικροαστών καριεριστών. Στην τελευταία δεκαετία, η φωνή του αγωνιστικού μικροαστικού φεμινισμού, που ήταν προηγουμένως τόσο σκληρή στα αιτήματά της για «ισότητα» (το δικαίωμα να υπάρχουν γυναίκες παπάδες, διευθυντές κ.λπ.) γίνεται όλο και πιο χαμηλή. Γιατί; Επειδή οι μικροαστές φεμινίστριες, σε μεγάλο βαθμό, έχουν κερδίσει εκείνα που ζητούσαν.

Οι αστοί δημιούργησαν λίγο χώρο για γυναίκες διευθυντές, δικαστές, τραπεζίτες, γραφειοκράτες και παπάδες. Η προώθηση των γυναικών σε ενδιάμεσες διευθυντικές θέσεις έχει αυξηθεί από σχεδόν 4% στο 40% του συνόλου, τα τελευταία 20 χρόνια στις ΗΠΑ. Σήμερα, οι 419 από τη λίστα των 500 του Fortune (δηλαδή των πλουσιότερων εταιριών στον κόσμο) έχουν τουλάχιστον μια γυναίκα στο Διοικητικό Συμβούλιο, και το ένα τρίτο από αυτές έχουν δυο ή παραπάνω. Οι μεγαλύτερες εταιρίες είναι μακράν καλύτερες στην προώθηση γυναικών από εκείνες που είναι χαμηλότερα στη λίστα του Fortune. Άρα, λοιπόν, κάποιες γυναίκες τα πάνε πολύ καλά. Αυτές οι αστές και μικροαστές καριερίστριες ήταν πάντα υπέρ της χειραφέτησης των γυναικών «μιας-μιας, ξεκινώντας από τις ίδιες».

Αυτός είναι ο λόγος που είμαστε πάντα αδιαπραγμάτευτα αντίθετοι στον αστικό και μικροαστικό φεμινισμό. Δεν έχει τίποτα κοινό με τον πραγματικό αγώνα για τη χειραφέτηση των γυναικών, που μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την ανατροπή του καπιταλισμού. Από τη στιγμή που αυτές οι γυναίκες «καριέρας» έχουν λύσει τα προσωπικά τους «προβλήματα» μέσα στα όρια του καπιταλισμού, είναι αρκετά ευτυχισμένες, ώστε να ξεχνούν σχεδόν το 99% των γυναικών, που υποφέρουν τη σκληρότερη καταπίεση και εκμετάλλευση, ενώ οι πρώην «φεμινίστριες» στρατεύονται στις γραμμές των εκμεταλλευτών. Ένα παρόμοιο φαινόμενο έχει εμφανιστεί και με τους μαύρους της μεσαίας τάξης που έχουν κάνει περιουσίες από τη «βιομηχανία σχέσεων με τους έγχρωμους» τα τελευταία χρόνια. Η άρχουσα τάξη μπορεί πάντα να κάνει αυτού του είδους τις «παραχωρήσεις» σε κάποια στιγμή που με κάποιο τρόπο απειλείται η εξουσία της.

Τασσόμαστε ενάντια στις «θετικές διακρίσεις», είτε για τις γυναίκες, είτε για τους μαύρους, είτε για οποιοδήποτε άλλη κοινωνική ομάδα. Είναι ένα μικροαστικό αίτημα, που λειτουργεί αποπροσανατολιστικά ως προς τις βασικές αιτίες της ανισότητας. Αλλά η ίδια η φύση της, η καθιέρωση ενός αυθαίρετου ποσοστού για γυναίκες, μαύρους κλπ. λειτουργεί σαν κανάλι για την ανέλιξη μιας μειοψηφίας καριεριστών, που δίνει την εντύπωση πως «κάτι γίνεται» και την ίδια στιγμή αφήνει άθικτο το βασικό πρόβλημα. Αυτή η μέθοδος δεν δίνει μια γνήσια απάντηση στο πρόβλημα των διακρίσεων, αλλά απλά αποπροσανατολίζει και λειτουργεί συμβολικά. Επιπρόσθετα, είναι συνήθως μια μέθοδος που χρησιμοποιείται από τη γραφειοκρατία, για να γεμίσει τις αριστερές ηγετικές επιτροπές αγώνα, τα συμβούλια και τα κοινοβούλια με γυναίκες ή μαύρους καριερίστες και ανδρείκελα. Η πιο καθαρή περίπτωση του φαινομένου αυτού είναι οι ΗΠΑ, όπου η μέθοδος αυτή έχει εφαρμοστεί με επιδεξιότητα από τους αστούς, για να εξουδετερώσει το ζήτημα των φυλετικών διακρίσεων, δημιουργώντας ένα αρκετά μεγάλο στρώμα μαύρων καριεριστών μέσα από τη «φυλετική βιομηχανία».

Παρ’ όλα αυτά, όπου υπάρχει το σύστημα των ποσοστώσεων στις εργατικές οργανώσεις (όπως στη Σουηδία, όπου είναι πολύ εκτεταμένο), μπορεί μερικές φορές να χρησιμοποιηθεί από τους μαρξιστές και άλλους αριστερούς, για να πετύχει εκλογή αντιπροσώπων στις ηγετικές επιτροπές κ.λπ. Θα πρέπει να εκμεταλλευόμαστε τέτοια ανοίγματα, ώστε να στρέφουμε τα όπλα της γραφειοκρατίας εναντίον της. Με τον ίδιο τρόπο, ενώ δεν προκαλούμε για τη δημιουργία ξεχωριστών γυναικείων οργανώσεων στο εργατικό κίνημα, όπου υπάρχουν ήδη γυναικεία τμήματα, είτε στα συνδικάτα είτε στα κόμματα, θα πρέπει να συμμετέχουμε σε αυτά, χρησιμοποιώντας τα σαν πλατφόρμες για τις μαρξιστικές ιδέες και προσπαθώντας να κερδίσουμε τις καλύτερες από τις γυναίκες στο μαρξισμό. Τέτοιου είδους δουλειά μπορεί να έχει σημαντικά αποτελέσματα στην προώθηση της γενικότερης δουλειάς μας στις εργατικές οργανώσεις, εκλέγοντας συνέδρους σε συνδιασκέψεις κ.λπ.

Συνεχίζεται

Δείτε εδώ το 1ο και το 2ο μέρος

Πρόσφατα Άρθρα

Σχετικά άρθρα