Ολλανδία, υπουργός Οικονομικών, Βόπκε Χέκστρα, ΕΕ, ESM, ευρωομόλογα, Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας

Η κρίση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού και τα έκτακτα μέτρα της ΕΕ

Ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός βρίσκεται στο επίκεντρο της παγκόσμιας κρίσης. Μετά από την ανακοίνωση της ΕΚΤ για την έναρξη νέου προγράμματος «ποσοτικής χαλάρωσης» (δηλαδή φθηνού δανεισμού των κερδοσκόπων πιστωτών μέσω της αγοράς των κρατικών ομολόγων που κατέχουν) ύψους 750 δισ. ευρώ και την ομόφωνη απόφαση να ανασταλούν οι κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας (η συνέχεια της «Συνθήκης του Μάαστριχτ») που απαγορεύουν κρατικά ελλείμματα άνω του 3% – μια απόφαση που έχει οδηγήσει σε ένα όργιο κρατικών ενισχύσεων σε μεγάλες εταιρείες, με πρωτοπόρα τη Γερμανία – είχαμε απανωτές απόπειρες να βρεθούν ακόμα περισσότερες κοινά συμφωνημένες πολιτικές για τη «αντιμετώπιση των οικονομικών επιπτώσεων από την πανδημία» στο πλαίσιο της ΕΕ. Τελικά, έπειτα από τις αποτυχημένες διαδοχικές τηλε-συναντήσεις των επικεφαλής ή εκπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών-μελών της ΕΕ στις 26/3 και στις 7/4, είχαμε συμφωνία στις τηλε-Συνόδους Κορυφής που διεξήχθησαν στις 10/4 και 23/4.

Αυτή η συμφωνία περιλαμβάνει τα ακόλουθα: α) Το πρόγραμμα SURE ύψους 100 δισεκατομμυρίων ευρώ, το οποίο προβλέπει τη χορήγηση δανείων από την ΕΕ στα κράτη-μέλη στο όνομα της «στήριξης της απασχόλησης και των εργαζομένων». β) Δάνεια από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων προς τις επιχειρήσεις, ύψους 200 δισεκατομμυρίων ευρώ, για τα οποία θα εγγυηθούν τα κράτη-μέλη. γ) Δάνεια από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM) προς τα κράτη-μέλη, ύψους έως και 2% του ΑΕΠ τους (δηλαδή στο σύνολο της ΕΕ ακόμα και μέχρι 240 δισεκατομμύρια ευρώ που είναι το 2% του ΑΕΠ όλων των κρατών-μελών μαζί). δ) Ένα «Ταμείο Ανάκαμψης», για το οποίο όμως, έως την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, δεν έχουν προβλεφθεί και συμφωνηθεί συγκεκριμένα ποσά.

Τα μέτρα αυτά, από ταξική σκοπιά είναι σκανδαλώδη και από την άποψη του αποτελέσματος που μπορεί να έχουν στην εξέλιξη της κρίσης είναι εντελώς ανεπαρκή. Η ταξική τους φιλοσοφία συμπυκνώνεται στην αρχή «άφθονο και φθηνό χρήμα στο κεφάλαιο με κόστος που θα πληρωθεί από την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα». Ας τα δούμε όμως πιο αναλυτικά.

Το πρόγραμμα SURE προβλέπει ότι τα κράτη θα δανειστούν για να χρηματοδοτήσουν τη δυνατότητα που παρέχεται στους εργοδότες να μειώσουν τον χρόνο εργασίας και τις αποδοχές των εργαζόμενων. Η συνεπαγόμενη από αυτά μείωση του εργατικού εισοδήματος θα «αντισταθμίζεται» – μόνο εν μέρει – από ένα κρατικό επίδομα. Η φυσική κατάληξη σε συνθήκες μια τόσο βαθιάς ύφεσης όπως η παρούσα, δεν μπορεί παρά να είναι άλλη η εκτεταμένη και μόνιμη μείωση των μισθών και η οριστική κατάργηση του οκτάωρου.

Ήδη στην Αυστρία, τη Γερμανία και την Ελβετία δίνεται η δυνατότητα στους εργοδότες να απασχολούν τους εργαζόμενους μόνο για μιάμιση με δυο ώρες τη μέρα. Αυτό στο οποίο οδηγούνται οι εργαζόμενοι είναι τα λεγόμενα «συμβόλαια μηδενικού χρόνου», τα οποία είχαν εφαρμοσθεί παλιότερα στη Βρετανία (σε ταχυδρομικές επιχειρήσεις, delivery κ.α), δηλαδή συμβάσεις σύμφωνα με τις οποίες ο εργαζόμενος υποχρεούται να είναι διαθέσιμος όσες φορές και για όσες ώρες τον χρειάζεται ο εργοδότης, ημέρα με την ημέρα.

Οι μόνοι ωφελημένοι λοιπόν, από τα μέτρα του προγράμματος SURE, τα οποία θρασύτατα φέρουν τον τίτλο «μέτρα στήριξης των εργαζόμενων», θα είναι οι εργοδότες, την ώρα που τα δάνεια του προγράμματος θα προσμετρηθούν στο δημόσιο χρέος των κρατών-μελών, αυξάνοντας την υπάρχουσα κρατική υπερχρέωση. Την ίδια αυξητική επίδραση στο χρέος θα έχουν και τα δάνεια της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Σε συνθήκες μιας τόσο βαθιάς ύφεσης όπως η παρούσα είναι βέβαιο ότι ένα μέρος αυτών των δανείων θα πάψει να εξυπηρετείται και θα έτσι θα ενεργοποιηθούν οι κρατικές εγγυήσεις.

Όσο για την ύφεση, αυτό που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα είναι ότι από πουθενά δεν δικαιολογείται η εκτίμηση ότι αυτά τα μέτρα είναι ικανά να έχουν κάποιου είδους θετική επίδραση στην πορεία της. Αντιθέτως, η συνεπαγόμενη από αυτά συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης των εργαζόμενων και η αύξηση της κρατικής υπερχρέωσης είναι σίγουρο ότι θα επιτείνουν την ύφεση.

Νέα μνημόνια με σφραγίδα ESM και γενικευμένη «Ελλαδοποίηση»

Τι γίνεται όμως με τα προβλεπόμενα νέα δάνεια από τον ESM; Τα δάνεια αυτά, καταρχάς, θα δοθούν με υπογραφή μνημονίων λιτότητας και μάλιστα, με την απαραίτητη έγκριση από τα κοινοβούλια όλων των κρατών-μελών, όπως ακριβώς συνέβη με τα μνημονιακά δάνεια της Ελλάδας κατά την τελευταία δεκαετία. Όμως το ύψος των χρημάτων που προβλέπεται να διατεθούν είναι ασήμαντο σε σχέση με τα επίπεδα της υπερχρέωσης κρατών του ευρωπαϊκού Νότου όπως η Ιταλία. Το ποσό που προβλέπεται ως μάξιμουμ να διατεθεί στην Ιταλία είναι αποκαλυπτικό. Είναι περίπου 40 δισ. ευρώ, ένα ποσό αστείο για τις ετήσιες δανειακές ανάγκες του ιταλικού κράτους, το οποίο για να εξυπηρετεί κανονικά το χρέος του που αγγίζει σήμερα τα 2,4 τρισ. ευρώ (σχεδόν 140% ΑΕΠ) πρέπει να δανείζεται 400 δισ. ευρώ το χρόνο!

Όλα τα διεθνή αστικά επιτελεία προβλέπουν για την Ιταλία φέτος ύφεση ακόμα και σε διψήφιο ποσοστό. Όταν αυτές οι προβλέψεις διαπιστωθεί ότι επιβεβαιώνονται, οι τράπεζες θα αρχίσουν να ζητούν από το ιταλικό κράτος τεράστια επιτόκια δανεισμού. Και τότε η Ιταλία θα βρεθεί κοντά στη στάση πληρωμών και την έξοδο από την Ευρωζώνη, και πιθανότατα, και από την ΕΕ.

Αλλά και για τον ευρωπαϊκό καπιταλιστικό Βορά η «ιταλική απειλή» είναι επίσης πολύ σοβαρή. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες, εκτός των ιταλικών, κατέχουν 446 δισ. ευρώ σε κρατικό και ιδιωτικό χρέος της Ιταλίας! Αν το ιταλικό κράτος καταρρεύσει και βγει από το ευρώ, οι ζημιές για τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό θα είναι τεράστιες. Σε κάθε περίπτωση, το βέβαιο είναι πως με αυτό το μέγεθος χρεών δεν γίνεται να σωθούν ταυτόχρονα από μια ανοικτή χρεοκοπία και οι βορειοευρωπαϊκές τράπεζες και το ιταλικό κράτος, αντίθετα με ό,τι συνέβη σε έναν ορισμένο βαθμό στην περίπτωση της Ελλάδας (με τη βοήθεια «κουρεμάτων» στους πιστωτές και κυρίως, σε βάρος του βιοτικού επιπέδου του εργαζόμενου λαού).

Και η απειλή στην πραγματικότητα είναι πολύ μεγαλύτερη, γιατί αν η ύφεση συνεχιστεί, κοντά στη χρεοκοπία και την έξοδο από το ευρώ δεν θα φθάσει μόνο η Ιταλία, αλλά, πιθανότατα ταυτόχρονα, θα ακολουθήσουν και τα υπόλοιπα κράτη που έχουν ήδη υψηλό χρέος ή που θα δουν μέσα στην ύφεση το χρέος και τα επιτόκια δανεισμού τους να εκτοξεύονται στα ύψη. Και αυτά τα κράτη δεν θα ανήκουν απαραίτητα μόνο στον ευρωπαϊκό Νότο. Ποτέ άλλοτε η συνοχή της καπιταλιστικής ΕΕ και της Ευρωζώνης δεν αντιμετώπιζε μεγαλύτερο κίνδυνο.

Τα ευρωομόλογα και οι αντιφάσεις τους

Όπως είναι γνωστό, στα τέλη Μαρτίου εννιά Ευρωπαίοι ηγέτες, μεταξύ των οποίων και ο Κ. Μητσοτάκης, ζήτησαν την έκδοση των λεγόμενων ευρωομόλογων. Τι είναι όμως τα ευρωομόλογα; Για να χρηματοδοτηθεί το χρέος τους σε συνθήκες μείωσης των κρατικών εσόδων από την ύφεση, τα ευρωπαϊκά καπιταλιστικά κράτη χρειάζεται να έχουν εξασφαλισμένο φθηνό δανεισμό. Τα λιγότερο χρεωμένα ισχυρά  κράτη της ΕΕ, όπως για παράδειγμα η Γερμανία και η Ολλανδία, έχουν (προς το παρόν) τη δυνατότητα να δανειστούν από ιδιώτες κερδοσκόπους πιστωτές, από τις «αγορές», εκδίδοντας ομόλογα με ένα «λογικό» επιτόκιο. Αλλά τα υπερχρεωμένα κράτη όπως η Ελλάδα και η Ιταλία δεν μπορούν να κάνουν το ίδιο. Όσο η ύφεση βαθαίνει και το χρέος τους καθίσταται δυσκολότερο να εξυπηρετηθεί θα είναι σύντομα υποχρεωμένα να καταβάλουν στις «αγορές» μεγάλα επιτόκια δανεισμού. Γι’ αυτό επιθυμούν να εκδοθεί ένα ευρωομόλογο, δηλαδή να γίνει ένας ενιαίος δανεισμός από όλα τα κράτη της Ε.Ε. και με χαμηλό επιτόκιο, δηλαδή να υπάρξει – σύμφωνα με τον όρο που κατά κόρον χρησιμοποιείται στον αστικό τύπο – μια «αμοιβαιοποίηση» του χρέους.

Στην πρόταση αυτή, απολύτως αναμενόμενα – όπως άλλωστε συνέβη και το 2011 και 2012 – αντέδρασαν σφοδρά τα λιγότερο χρεωμένα και πιο ισχυρά οικονομικά καπιταλιστικά κράτη, όπως η Γερμανία και η Ολλανδία. Η αιτία δεν είναι άλλη από το φόβο τους ότι ο ενιαίος δανεισμός με την κοινή εγγύηση όλων των κρατών-μελών μεταθέτει τους κινδύνους από τους πιο ανίσχυρους προς τα ίδια, τα οποία πολύ πιθανά, να κληθούν στο τέλος να αποπληρώσουν τα δάνεια αν οι υπερχρεωμένοι δεν θα είναι σε θέση να το κάνουν.

Το ενιαίο κόστος δανεισμού είναι μια ιδέα η οποία στη γενική της έκφραση έρχεται σε σύγκρουση με την ύπαρξη διαφορετικών και ανταγωνιστικών μεταξύ τους, καπιταλιστικών κρατών και αρχουσών τάξεων μέσα στο πλαίσιο της ΕΕ. Το επιτόκιο του 10ετούς γερμανικού ομολόγου βρίσκεται σήμερα στο -0,47% και ένα ευρωομολόγο θα είχε, πιθανότατα, ένα επιτόκιο γύρω στο 0,2%. Για τη Γερμανία αυτό θα σήμαινε ένα αξιοσέβαστο επιπλέον κόστος δανεισμού και ταυτόχρονα, την απώλεια ενός ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος σε σχέση με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά αστικά κράτη. Και η άνοδος του επιτοκίου δεν θα αφορούσε μόνο το κράτος, αλλά θα εξαπλωνόταν και στις γερμανικές επιχειρήσεις. Απολύτως ενδεικτική για τις προθέσεις μέρους του ευρωπαϊκού Βορά σε σχέση με τα ευρωομόλογα ήταν η δήλωση που έκανε ο υπουργός Οικονομικών της Ολλανδίας, Βόπκε Χέκστρα («Ε»: ο εικονιζόμενος στη φωτογραφία), μετά το τέλος της πολύωρης διάσκεψης του Eurogroup της 9ης Απριλίου: «Τα πράγματα είναι πολύ απλά. Τα ευρωομόλογα είναι κάτι με το οποίο δεν συμφωνούσα, δεν συμφωνώ και δεν πρόκειται ποτέ να συμφωνήσω».

Ωστόσο, η σημερινή κατάσταση είναι έκτακτη και ιδιαίτερη. Η κρίση του καπιταλισμού είναι πολύ βαθιά. Η απελπισία των Ευρωπαίων αστών, λόγω της αδυναμίας τους να βρουν μια αληθινή διέξοδο είναι τόσο μεγάλη και, ταυτόχρονα, η ανάγκη των Γερμανών αστών να υπερασπίσουν το κεκτημένο της οικονομικής ενοποίησης της Ευρώπης υπό την κυριαρχία τους είναι ακόμα τόσο ισχυρή, που μπορούν να οδηγήσουν, αν όχι στην αποδοχή της εκτεταμένης μορφής ευρωομολόγων που ζητά ο ευρωπαϊκός Νότος, σε μια άλλη, πιο μετριοπαθή και λιγότερο εκτεταμένη εκδοχή «αμοιβαιοποίησης» χρέους. Άλλωστε, ποιος φανταζόταν μέχρι πριν λίγους μήνες ότι η Γερμανία θα αποδεχόταν εν μια νυκτί αυτά που αρνιόταν πεισματικά επί χρόνια, δηλαδή ένα ακόμα, νέο μεγάλο πρόγραμμα «ποσοτικής χαλάρωσης» και κυρίως, τον (επισήμως «προσωρινό») ενταφιασμό του Συμφώνου Σταθερότητας; Όμως αυτή η πιθανή υιοθέτηση μιας μετριοπαθούς εκδοχής «αμοιβαιοποίησης» χρέους, με τη σειρά της θα οξύνει ακόμα περισσότερο τις υφιστάμενες καπιταλιστικές αντιθέσεις και ανταγωνισμούς μεταξύ Βορά και Νότου στο εσωτερικό της ΕΕ, με αναπόφευκτα αποσταθεροποιητικές για τη συνοχή και την ενότητά της επιπτώσεις.

Ευρωομόλογα, κεϋνσιανισμός και σοσιαλδημοκρατία

Τα ευρωομόλογα, εκτός από αίτημα ορισμένων κρατών της ΕΕ, έγιναν και «σημαία» των σοσιαλδημοκρατών μέσα στην Αριστερά, στο πλαίσιο των γενικότερων, διαχρονικών τους αυταπατών για μια «κοινωνική» καπιταλιστική Ευρώπη. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι τα ευρωομόλογα αποτελούν μια συνταγή ασυνεπή σε σχέση με την αγαπημένη για τους σοσιαλδημοκράτες, κλασική κεϋνσιανή, πληθωριστική οικονομική πολιτική.

Οι φίλοι μας κεϋνσιανοι σοσιαλδημοκράτες – οι οποίοι υποστηρίζουν επίμονα ότι το πρόβλημα της κρίσης είναι πρόβλημα «έλλειψης ρευστότητας» και όχι πρόβλημα σχέσεων ιδιοκτησίας και δομικών αντιφάσεων του καπιταλισμού όπως εξηγούμε οι κομμουνιστές – όφειλαν ως τέτοιοι να γνωρίζουν ότι η έκδοση ευρωομολόγων από την ΕΚΤ αντί να δημιουργήσει νέα ρευστότητα, θα απορροφήσει ρευστότητα από την αγορά, και μάλιστα σε γιγαντιαία ποσότητα (οι υποστηρικτές των ευρωομολόγων μιλούν για ομόλογα τριαντακονταετούς διάρκειας, ύψους 1 τρισ, ευρώ!). Στην προκειμένη περίπτωση λοιπόν, το κεϋνσιανά-σοσιαλδημοκρατικά «ορθόδοξο» θα ήταν να ζητούν απλώς η ΕΚΤ να τυπώσει νέο χρήμα, αγοράζοντας, απευθείας και απεριόριστα, ομόλογα από τα κράτη.

Υπερασπίζοντας τα ευρωομόλογα, οι σοσιαλδημοκράτες πρακτικά προωθούν μια αντι-πληθωριστική και όχι μια πληθωριστική, κεϋνσιανή πολιτική. Και γιατί το κάνουν αυτό; Γιατί είναι βαθιά προσκολλημένοι στη γραμμή της υποστήριξης υποτιθέμενα προοδευτικών τμημάτων της αστικής τάξης. Στην προκειμένη περίπτωση, η φανατική τους στήριξη στο «δόγμα» των ευρωομολόγων είναι το προϊόν της άθλιας θέσης τους ότι στη σύγκρουση μεταξύ καπιταλιστικού Βορά και καπιταλιστικού Νότου, οι εργαζόμενοι λαοί της Ευρώπης, αντί για τα δικά τους συμφέροντα θα πρέπει να στηρίξουν τους δεύτερους και τα όποια αιτήματά τους. Έτσι η υποστήριξη στα ευρωομόλογα, εκτός από υπεράσπιση μιας μεθόδου που στην γενική της ουσία σκοντάφτει πάνω στις δομικές αντιφάσεις της καπιταλιστικής ΕΕ, βρίσκεται επίσης και σε ασυμφιλίωτη αντίθεση με τη ζωτική ανάγκη της εργατικής τάξης για μια πολιτική ανεξάρτητη από το κεφάλαιο.

Συνεχίζεται

Σταμάτης Καραγιαννόπουλος

Μέρος 4οΜέρος 6ο