Ελληνοτουρκικές σχέσεις

Ο εμβολισμός ενός πλοίου της ελληνικής ακτοφυλακής από τουρκικό σκάφος και η κράτηση 2 Ελλήνων στρατιωτικών, που συνελήφθησαν μέσα σε τουρκικό έδαφος, αποτελούν την «κορυφή του παγόβουνου» στην κλιμακούμενη ένταση ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία το τελευταίο διάστημα.

Μπορεί αυτή η κλιμάκωση να οδηγήσει σε μία ανοιχτή πολεμική αναμέτρηση; Ποιος θα είναι ο χαρακτήρας ενός τέτοιου πολέμου και ποια πρέπει να είναι η στάση του εργατικού κινήματος και των κομμουνιστών απέναντι σε μία τέτοια προοπτική; Για να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, είναι ανάγκη να εντάξουμε την ελληνοτουρκική αντιπαράθεση στις ευρύτερες διεθνείς εξελίξεις, ιδιαίτερα στις εξελίξεις στη Νοτιανατολική Μεσόγειο.

Όξυνση των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο

Βρισκόμαστε εν μέσω της πιο βαθιάς κρίσης στην ιστορία του καπιταλισμού, κάτι που οξύνει στο έπακρο όλες τις αντιθέσεις του συστήματος. Καθώς η πίτα των κερδών συρρικνώνεται, η πάλη ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις γίνεται όλο και πιο λυσσασμένη. Αν βρισκόμασταν στις αρχές του 20ου αιώνα, αυτές οι αντιθέσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε έναν παγκόσμιο πόλεμο, ωστόσο η ισχύς των μέσων μαζικής καταστροφής αποτελεί – προς το παρόν – έναν ανασταλτικό παράγοντα για έναν τέτοιο πόλεμο, για τον απλούστατο λόγο ότι η έναρξη ενός τέτοιου πολέμου θα απειλούσε με αφανισμό και την ίδια την αστική τάξη. Παρ’ όλα αυτά, το βάθεμα της κρίσης θα οδηγήσει – και ήδη έχει οδηγήσει, σε κάποιο βαθμό – σε μία κλιμάκωση των «περιφερειακών» πολέμων.

Ένας αποφασιστικός παράγοντας για την όξυνση της έντασης στις διεθνείς σχέσεις είναι η σχετική αποδυνάμωση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού σε σχέση με 30 χρόνια πριν, και ακόμη περισσότερο σε σχέση με την περίοδο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτή η – σχετική πάντα – αποδυνάμωση έχει κάνει τους ανταγωνιστές των ΗΠΑ να γίνονται πιο επιθετικοί και τους σύμμαχους τους να ακολουθούν μια όλο και πιο ανεξάρτητη ατζέντα, πράγμα εντελώς αδιανόητο στο παρελθόν.

Ο πόλεμος στη Συρία είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η αδυναμία των Αμερικανών ιμπεριαλιστών να εμπλακούν ανοιχτά σε ακόμη μία στρατιωτική περιπέτεια στη Συρία και η απουσία αξιόμαχων δυνάμεων για τον πόλεμο ενάντια στο Ισλαμικό Κράτος, τους ανάγκασε να στηριχτούν στους Κούρδους του YPG, που ελέγχουν τις κουρδικές περιοχές στα βόρεια σύνορα της χώρας.

Ωστόσο, αυτό δημιούργησε ένα νέο πρόβλημα. Ο Ερντογάν και η τουρκική αστική τάξη δεν μπορούν να ανεχτούν την ύπαρξη ενός πρακτικά ανεξάρτητου κουρδικού κράτους στα νότια σύνορά τους. Ένα τέτοιο κράτος θα γινόταν σημείο αναφοράς για τους περίπου 14 εκατομμύρια Κούρδους στο εσωτερικό της Τουρκίας.

Η απροθυμία των Αμερικάνων ιμπεριαλιστών να εισακούσουν τις εκκλήσεις του Ερντογάν να σταματήσουν να στηρίζουν τους «τρομοκράτες» – δηλαδή τους Κούρδους της Συρίας – τον οδήγησε πιο κοντά σε Ιράν και Ρωσία και ταυτόχρονα στην αυτόνομη εισβολή στη Συρία με την κατάληψη του Αφρίν και στα όρια της συνολικής ρήξης με τις ΗΠΑ.

Τα αίτια της ελληνοτουρκικής σύγκρουσης

Το καθεστώς Ερντογάν, προσπαθεί να κάνει μία επίδειξη πυγμής στην εξωτερική του πολιτική, αντιδρώντας σπασμωδικά σε μια ρευστή περίοδο όξυνσης όλων των άλυτων εσωτερικών οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών προβλημάτων για τον τουρκικό καπιταλισμό, αλλά και μεγάλης αβεβαιότητας και ανακατατάξεων στην ευρύτερη περιοχή.

Αντιμέτωπο με την προοπτική δημιουργίας ενός ανεξάρτητου κουρδικού κράτους σε Συρία και Ιράκ και τον παραγκωνισμό της Τουρκίας από την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, το καθεστώς Ερντογάν θέλει να στείλει ένα μήνυμα, ότι καμία διεθνής διευθέτηση συμφερόντων δεν μπορεί να γίνει στην περιοχή χωρίς οι Τούρκοι αστοί να λαμβάνουν το μερίδιο που τους αναλογεί. Αυτό εννοούσε ο Ερντογάν, όταν, απευθυνόμενος στις ΗΠΑ, δήλωσε: «Αν είμαστε ο στρατηγικός σας εταίρος, θα πρέπει να μας σέβεστε».

Το ανέβασμα των τόνων στην τουρκική εξωτερική πολιτική και ειδικότερα έναντι της Ελλάδας με επίκεντρο το Αιγαίο και την Κύπρο, εκφράζει την προσπάθεια της τουρκικής αστικής τάξης και του καθεστώτος του Ερντογάν να βρει μια διέξοδο από τις αφόρητες κοινωνικές, εθνικές και ενδοαστικές αντιθέσεις, που συσσωρεύονται στη γειτονική χώρα. Το ημι-βοναπαρτιστικό καθεστώς του Ερντογάν, προσπαθεί να στηριχτεί στην εθνικιστική υστερία, για να μπορέσει να σταθεροποιηθεί στην εξουσία ενόψει των επερχόμενων προεδρικών εκλογών του 2019.

Η ελληνική αστική τάξη, βέβαια, δεν βρίσκεται καθόλου στη θέση του «αμυνόμενου», όπως προπαγανδίζει. Προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τη σύγκρουση του αμερικανικού και του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού με την Τουρκία, για να ενισχύσει και εκείνη τη θέση της στην περιοχή. Πρακτικά, σε αυτή τη φάση, λόγω της «αστάθειας» του Τούρκου σύμμαχου τους, οι ιμπεριαλιστές του ΝΑΤΟ και της ΕΕ βλέπουν στο ελληνικό αστικό κράτος το πιο αξιόπιστο στήριγμα στην ευρύτερη περιοχή.

Επιπρόσθετα, η ελληνική αστική τάξη έχει ενισχύσει τα τελευταία χρόνια τη στρατιωτική και οικονομική της συμμαχία με το Ισραήλ αλλά και την Αίγυπτο, σε μία κοινή προσπάθεια για την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων στην ευρύτερη περιοχή και για τον αποκλεισμό της Τουρκίας από το μοίρασμα της «πίτας» των κερδών. Οι συμφωνίες αυτές έχουν οδηγήσει σε σειρά κοινών στρατιωτικών ασκήσεων με Ισραήλ και Αίγυπτο στα σύνορα με τη Βόρεια Κύπρο και την Τουρκία.

Η όξυνση της έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις λοιπόν εντάσσεται, σε αυτό το πλαίσιο αντιπαραθέσεων μεταξύ των αστικών τάξεων που σε αντίθεση με τους εργαζόμενους, Έλληνες και Τούρκους, έχουν συγκρουόμενα συμφέροντα. Αυτό σημαίνει ότι στο όποιο ενδεχόμενο ενός ελληνοτουρκικού πολέμου ο χαρακτήρας του πολέμου θα είναι αντιδραστικός και από τις δύο πλευρές.

Πόσο πιθανό όμως είναι να οδηγηθούμε σε πόλεμο; Ο πόλεμος δεν αποτελεί στρατηγική επιλογή για καμία από τις αστικές τάξεις των δύο χωρών σε αυτή τη φάση. Η τουρκική αστική τάξη έχει εμπλακεί σε ένα πολεμικό μέτωπο στη Συρία, έχει ένα εσωτερικό μέτωπο που μπορεί να αναζωπυρωθεί (το κουρδικό). Ο τουρκικός στρατός, από την άλλη πλευρά, έχει αποδυναμωθεί από τις εκτεταμένες «εκκαθαρίσεις», μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα. Επιπρόσθετα, η τουρκική αστική τάξη δεν προσδοκά σε κάποιο ουσιαστικό στρατηγικό και οικονομικό όφελος από ένα παρατεταμένο πόλεμο με την Ελλάδα. Το ίδιο ισχύει και για την ελληνική αστική τάξη, η οποία, βυθισμένη σε μια βαθιά κρίση, το τελευταίο πράγμα που θέλει είναι ένας πολυέξοδος πόλεμος.

Το πιθανότερο είναι ότι δε θα έχουμε λοιπόν έναν πόλεμο ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία το προσεχές διάστημα. Ωστόσο, θα μπορούσαμε να έχουμε ένα σοβαρό πολεμικό επεισόδιο – μία περιορισμένη σύρραξη – όπως για παράδειγμα την κατάρριψη ενός αεροσκάφους ή την ανταλλαγή πυρών.

Αυτό βέβαια, δεν σημαίνει ότι ο πόλεμος αποκλείεται μακροπρόθεσμα. Σε μια επόμενη φάση της κοινωνικοπολιτικής κατάστασης στις δύο χώρες, σε συνθήκες μιας ακόμα βαθύτερης κρίσης των αστικών καθεστώτων που θα αναδείξει σε κάποια από τις δυο χώρες ένα ακόμα πιο ανοικτά βοναπαρτιστικό και συνάμα ακόμα πιο ασταθές καθεστώς από το σημερινό του Ερντογάν, θα μπορούσαμε να έχουμε μια ανοιχτή πολεμική αναμέτρηση. Σήμερα δεν φαίνεται ότι βρισκόμαστε άμεσα μπροστά σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ωστόσο αυτό δεν είναι ένα ενδεχόμενο που αποκλείεται, αλλά μια προοπτική το φάσμα της οποίας θα έρχεται όλο και πιο πολύ στο προσκήνιο όσο ο καπιταλισμός συνεχίζει να σαπίζει χωρίς να ανατρέπεται. Δεν πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία για το ότι μόνο ο κοινός αντικαπιταλιστικός και διεθνιστικός αγώνας της ελληνικής και τουρκικής εργατικής τάξης μπορεί να εγγυηθεί ένα ειρηνικό μέλλον για τους λαούς της περιοχής.

Η αναγκαία στάση του εργατικού κινήματος και των κομμουνιστών

«Ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα»
Καρλ φον Κλάουζεβιτς

Αξίζει να το τονίσουμε για μια ακόμα φορά: η πολεμική ένταση που καλλιεργείται από τις αστικές τάξεις της Ελλάδας και της Τουρκίας – αν και όπως είπαμε το πιθανότερο είναι να μην οδηγήσουν άμεσα σε πόλεμο – γίνονται για τα κέρδη από τους υδρογονάνθρακες, γίνονται στα πλαίσια ευρύτερων ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και με αυτή την έννοια, ένας τέτοιος πόλεμος θα είναι αντιδραστικός και από τις δύο πλευρές.

Η αποκάλυψη του αντιδραστικού χαρακτήρα του πολέμου είναι το στοιχειώδες πολιτικό καθήκον των κομμουνιστών στην Ελλάδα, που οφείλουν να μην τοποθετούνται από τη σκοπιά της υπεράσπισης της «δικής τους» αστικής πατρίδας και της εδαφικής της «ακεραιότητας».

Δυστυχώς, η ηγεσία του ΚΚΕ με τις τοποθετήσεις της κάνει απαράδεκτες παραχωρήσεις στην πατριωτική ρητορική της ελληνικής αστικής τάξης. Όπως δήλωσε ο Γενικός Γραμματέας του κόμματος σε ομιλία του στο Σύνταγμα: «Οι κομμουνιστές, όπως πάντα στην ηρωική 100χρονη Ιστορία μας, θα πρωτοστατήσουμε στον αγώνα για την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας, των κυριαρχικών δικαιωμάτων μας, για να συντριβεί ο όποιος ξένος εισβολέας, εάν τολμήσει και επιτεθεί στην Ελλάδα».

Αμέσως μετά βέβαια, συμπληρώνει: «Ταυτόχρονα όμως επισημαίνουμε από τώρα ότι δε θα δείξουμε καμιά εμπιστοσύνη στην αστική κυβέρνηση που θα κάνει τον πόλεμο. Καμιά ανοχή στην άρχουσα τάξη που συμμετέχει στον πόλεμο για την προώθηση των δικών της οικονομικών συμφερόντων, βάζοντας το λαό μας να χύνει το αίμα του».

Αυτές οι φράσεις βρίσκονται σε πλήρη αντίφαση μεταξύ τους. Γιατί ο πόλεμος για την υπεράσπιση των «κυριαρχικών δικαιωμάτων μας» (ποιά κυριαρχικά δικαιώματα έχουν στην καπιταλιστική Ελλάδα οι εργάτες;) σημαίνει ότι το εργατικό κίνημα καλείται όχι μόνο να συμμετάσχει με το όπλο στο χέρι σε έναν αντιδραστικό πόλεμο στο μέτωπο, αλλά και στα μετόπισθεν θα πρέπει να απέχει από κάθε μορφή ταξικής πάλης, τις απεργίες και κάθε είδους ενέργεια, που θα μπορούσε να σαμποτάρει τον «εθνικό» αγώνα. Και βέβαια, η λογική προέκταση αυτής της θέσης σημαίνει ότι το προλεταριάτο πρέπει να παραιτηθεί από την ταξική πάλη ακόμα και κατά την προπαρασκευαστική περίοδο για τον πόλεμο, που είναι εξίσου σημαντική για την έκβαση του πολέμου με την περίοδο των πολεμικών επιχειρήσεων.

Η αστική τάξη, όπως έκανε πάντα ιστορικά, θα χρησιμοποιήσει το σύνθημα για την υπεράσπιση της πατρίδας, για να παραλύσει και να διαλύσει το εργατικό κίνημα, τις οργανώσεις και τα κόμματά του. Οι ηγεσίες του εργατικού κινήματος, που αποδέχονται αυτό το σύνθημα, δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να δένουν το εργατικό κίνημα στο άρμα της αστικής τάξης, όπως έκαναν οι σοσιαλσοβινιστές ηγέτες της Δεύτερης Διεθνούς στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Διεθνισμός και η πάλη ενάντια στο πατριωτικό δηλητήριο είναι χαραγμένα στη σημαία του κομμουνισμού. «Οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα», έγραφαν οι Μαρξ και Ένγκελς στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Ο Καρλ Λίμκπνεχτ συμπύκνωνε τη θέση των κομμουνιστών σε καιρό πολέμου λέγοντας ότι «ο κύριος εχθρός κάθε λαού βρίσκεται στην ίδια του τη χώρα»! Ο Λένιν έγραφε για το σύνθημα της υπεράσπισης της πατρίδας: «Η αστική τάξη και οι οπαδοί της στο εργατικό κίνημα, οι γκρυτλιανοί (σ.σ: Ελβετοί ρεφορμιστές), βάζουν συνήθως το ζήτημα έτσι: ή καταρχήν αναγνωρίζουμε το χρέος της υπεράσπισης της πατρίδας ή αφήνουμε τη χώρα μας ανυπεράσπιστη. Μια τέτοια θέση είναι ριζικά λαθεμένη. Στην πραγματικότητα το ζήτημα τίθεται έτσι: ή θα σκοτωνόμαστε για τα συμφέροντα της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης ή θα προετοιμάζουμε συστηματικά την πλειοψηφία των εκμεταλλευομένων και τους εαυτούς μας, ώστε με μικρότερες θυσίες να πάρουμε τις τράπεζες, να απαλλοτριώσουμε την αστική τάξη, για να βάλουμε γενικά τέρμα και στην ακρίβεια και στους πολέμους». (Β. Ι. Λένιν: «Σχετικά με την τοποθέτηση του ζητήματος της υπεράσπισης της πατρίδας», «Άπαντα», τ. 30, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 223.)

Οι κομμουνιστές οφείλουν να παλέψουν με όλες τους τις δυνάμεις, για να αποκαλύψουν τον αντιδραστικό χαρακτήρα της σύγκρουσης ανάμεσα σε ελληνική και τουρκική αστική τάξη, να δημιουργήσουν διεθνιστικούς δεσμούς με το τουρκικό εργατικό κίνημα στη βάση συγκεκριμένων και επειγουσών πρωτοβουλιών και να παλέψουν από κοινού ενάντια στον πόλεμο και τον ιμπεριαλισμό. Η μόνη τελική εγγύηση για την αποτροπή του πολέμου είναι η νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης και στις δύο χώρες.

Αν το εργατικό κίνημα αποτύχει να αποτρέψει ένα τέτοιο πόλεμο, τότε το καθήκον των κομμουνιστών είναι να ακολουθήσουν τα ταξικά τους αδέρφια στο μέτωπο, όχι όμως για την «υπεράσπιση της πατρίδας», αλλά για να κάνουν κομμουνιστική δουλειά μέσα στο στρατό, να χτίσουν κομμουνιστικούς πυρήνες και να προετοιμάσουν το κέρδισμα των φαντάρων και των κατώτερων αξιωματικών στην υπόθεση του σοσιαλισμού.