Ελληνικός καπιταλισμός

Η αύξηση του κόστους δανεισμού του ελληνικού κράτους αμέσως μετά την εμφάνιση της κρίσης στην Τουρκία και το ξέσπασμα της σύγκρουσης μεταξύ Κομισιόν και ιταλικής κυβέρνησης για το ύψος του κρατικού ελλείμματος, φανέρωσαν πόσο καθοριστικός παράγοντας είναι η κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας, αλλά και γενικότερα οι διεθνείς εξελίξεις και τάσεις, για την πορεία του ελληνικού καπιταλισμού.

Σήμερα, 8 χρόνια μετά το πρώτο ελληνικό Μνημόνιο, έχουν αλλάξει ορισμένα πολύ σημαντικά στοιχεία στο διεθνές πεδίο. Η Ελλάδα δεν είναι πλέον η βασική εστία κινδύνου για τη σταθερότητα του ευρωπαϊκού καπιταλισμού. Το Brexit και το ιταλικό χρέος είναι παράγοντες που την έχουν κατά πολύ ξεπεράσει σε βαθμό επικινδυνότητας, ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο η αναβίωση του προστατευτισμού και η έναρξη ενός διεθνούς εμπορικού πολέμου με αφορμή την εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ μεταβάλλει μέρα με τη μέρα τα δεδομένα στην παγκόσμια οικονομία και τις διεθνείς σχέσεις σε σύγκριση με ό,τι ίσχυε στις αρχές τις δεκαετίας.

Το ενδιαφέρον για μια «ελληνική διάσωση», δηλαδή για την αποφυγή μιας κρατικής χρεοκοπίας της καπιταλιστικής Ελλάδας με ταυτόχρονη διατήρησή της στην Ευρωζώνη, είναι διεθνώς πιο μειωμένο από ποτέ. Στο πλαίσιο της καπιταλιστικής Ε.Ε, οι χαμηλοί ρυθμοί ανάπτυξης και ο φόβος για την άμεση προοπτική μιας ύφεσης βαθύτερης από εκείνης του 2008-09, έχουν κάνει τους Ευρωπαίους αστούς και ιδιαίτερα τους Γερμανούς και τους άλλους, λιγότερο χρεωμένους (ως προς τα κρατικά χρέη) Βορειοευρωπαίους αστούς, εξαιρετικά αρνητικούς στην προοπτική νέων, δαπανηρών για τους κρατικούς τους προϋπολογισμούς, «διασώσεων».

Οι Αμερικάνοι και οι υπόλοιποι δυτικοί ιμπεριαλιστές – όπως σε κάποιο βαθμό αποτυπώνεται από την στάση του ΔΝΤ – δεν επιθυμούν καμία περαιτέρω ουσιαστική ανάμιξη στα οικονομικά προβλήματα της ΕΕ. Η Ελλάδα γι’ αυτούς είναι ένα ευρωπαϊκό – γερμανικό πρόβλημα, που το αξιοποιούν πολιτικά στον ανταγωνισμό τους με τους Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές. Τέλος, οι Κινέζοι και οι Ρώσοι καπιταλιστές, απέδειξαν έμπρακτα το καλοκαίρι του 2015 ότι δεν έχουν κανένα συμφέρον να αναλάβουν στον οποιονδήποτε βαθμό, την ευθύνη για την αναγκαία χρηματοδότηση του χρέους της Ελλάδας. Θέλουν τον ελληνικό καπιταλισμό μέσα στην Ευρωζώνη, ώστε να κάνουν πιο επικερδείς και ασφαλέστερες «μπίζνες» μαζί του και διαθέτοντας μια ορισμένη – όσο το δυνατό πιο ανέξοδη – επιρροή στην Ελλάδα, να την αξιοποιούν ως μέσο διαπραγμάτευσης με τις ισχυρότερες ευρωπαϊκές δυνάμεις.

Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την βέβαιη προοπτική μιας παγκόσμιας ύφεσης ακόμα βαθύτερης από εκείνη του 2008-09, σημαίνουν ότι τα διεθνή στηρίγματα του ελληνικού καπιταλισμού, οι αιτίες δηλαδή που επέβαλαν την πρωτοφανή, γιγαντιαία συνένωση δανειστών από τις βασικές δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις για τη διάσωση του ελληνικού κράτους (και των ελληνικών τραπεζών) από την ανοικτή χρεοκοπία και την έξοδο από την Ευρωζώνη, εκλείπουν. Αυτό αποτυπώνεται ανάγλυφα στην νέα πραγματικότητα του ελληνικού καπιταλισμού που ξεκίνησε επίσημα από τον περασμένο Αύγουστο: άγρια λιτότητα διαρκείας που όμως δε συνοδεύεται με κάποια δέσμευση από την τρόικα για νέα δάνεια ή μια πραγματική ελάφρυνση του ελληνικού κρατικού χρέους.

Το ελληνικό κρατικό χρέος σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία που ανακοίνωσε η ΕΛΣΤΑΤ τον Οκτώβριο, έφθασε τα 323,378 δισ. ευρώ και στο
179,7% του ΑΕΠ. Τον Μάρτιο του 2010, πριν δηλαδή υπογραφούν τα Μνημόνια, το ελληνικό κρατικό χρέος ανερχόταν σε 310,3 δισ. ευρώ, σύμφωνα με το Δελτίο Δημοσίου Χρέους και στο 146% του ΑΕΠ της χώρας. Η λεγόμενη λύση για το χρέος που συμφωνήθηκε με την τρόικα το περασμένο καλοκαίρι, στην πραγματικότητα, είναι μια μετάθεση για μετά το έτος 2032 πληρωμών ύψους 96,6 δισ. ευρώ που θα έπρεπε να ξεκινήσουν το έτος 2023, αλλά με αυξημένα επιτόκια. Συνεπώς, δεν είναι καθόλου λύση.

Το κρατικό χρέος παραμένει άθικτο και μάλιστα με αυξημένο όγκο, λόγω των αυξημένων επιτοκίων και η καπιταλιστική Ελλάδα ωθείται στο εξής να το εξυπηρετεί κανονικά με «τις δικές τις δυνάμεις» (βλέπε τα υπερπλεονάσματα που προκύπτουν από τον ιδρώτα και το αίμα της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων), χωρίς να μπορεί να βγει για να δανειστεί στις αγορές με ένα συμφέρον επιτόκιο. Ο ελληνικός καπιταλισμός της Ευρωζώνης λοιπόν, είναι ένας μισοπεθαμένος ασθενής που του τραβούν αργά, αλλά σταθερά «τα σωληνάκια».

Ανάκαμψη ή αναλαμπή;

Θεωρητικά, η μόνη λύση για να εξυπηρετεί κανονικά ο ελληνικός καπιταλισμός τα χρέη που δημιούργησε και να διατηρήσει τη θέση του μέσα στην Ευρωζώνη, είναι η έναρξη μιας πορείας ισχυρής και πολύχρονης ανάκαμψης, η οποία προϋποθέτει ένα μεγάλο κύμα επενδύσεων. Δικαιολογούν όμως οι υπάρχουσες διεθνείς και εγχώριες οικονομικές τάσεις μια τέτοια προοπτική; Η απάντηση είναι αρνητική. Ας δούμε το γιατί.

Τυπικά, αυτή τη στιγμή η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε μια φάση ανάκαμψης. Μετά από 10 συνεχή χρόνια ύφεσης, το 2017 το ελληνικό ΑΕΠ γνώρισε ανάπτυξη 1,5% (πηγή: ΕΛΣΤΑΤ), ενώ όλες οι εκτιμήσεις τρόικας και κυβέρνησης για τη φετινή χρονιά, κάνουν λόγο για ένα επίπεδο ανάπτυξης κοντά στο 2%. Το γεγονός ότι εμφανίστηκε στην ελληνική οικονομία ανάκαμψη, είναι απολύτως φυσιολογικό. Καμία καπιταλιστική οικονομία δεν μπορεί να γνωρίζει συρρίκνωση για πάντα. Στην πραγματικότητα, η έλευση της ανάκαμψης άργησε εντυπωσιακά πολύ. Το ότι μια αναπτυγμένη καπιταλιστική χώρα της Δύσης όπως η Ελλάδα, βυθίστηκε για 10 συνεχή χρόνια σε ύφεση στη σημερινή εποχή των τρομακτικών τεχνολογικών δυνατοτήτων και της υπεραφθονίας διαθέσιμων – και μάλιστα πολύ υψηλά καταρτισμένων – εργατικών χεριών, αποδεικνύει περίτρανα το πόσο αντιδραστικό έχει γίνει πλέον το καπιταλιστικό σύστημα.

Ποιες είναι οι αιτίες αυτής της ανάκαμψης και ποιος ο χαρακτήρας της; Πρόκειται για μια ανάκαμψη που οφείλεται κυρίως στην αύξηση της τουριστικής κίνησης ως αποτέλεσμα της γενικευμένης αστάθειας στην Τουρκία και του πολεμικού εφιάλτη που κυριάρχησε μετά την ήττα της επανάστασης στον αραβικό κόσμο. Σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση της ανάκαμψης διαδραμάτισε ασφαλώς η σχετική καθυστέρηση του ερχομού μιας νέας ύφεσης στην παγκόσμια οικονομία, καθώς και το διάλειμμα σχετικής πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας που εξασφάλισε για τον ελληνικό καπιταλισμό με την προδοσία της το καλοκαίρι του 2015 η κλίκα του Τσίπρα.

Η παρούσα ανάκαμψη είναι εξαιρετικά αναιμική. Με δεδομένο ότι το ελληνικό ΑΕΠ, από 249,9 δισ. ευρώ που είχε φθάσει στα τέλη του 2008, με βάση τα πιο πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, βρίσκεται σήμερα στα 187,1 δισ. ευρώ, είναι δηλαδή κατά 25% μικρότερο από την περίοδο έναρξης της κρίσης, η ανάκαμψη αυτή αξίζει προς το παρόν να χαρακτηριστεί «αναλαμπή».

Ο αναιμικός χαρακτήρας της ανάκαμψης αντανακλάται στο καθόλου ικανοποιητικό επίπεδο των επενδύσεων, οι οποίες πάντα αποτελούν τη φυσική ατμομηχανή κάθε ισχυρής ανάκαμψης. Χαρακτηριστικά, στην «Έκθεση 2018 για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση» που παρουσίασε στις 25/10 το ΙΝΕ -ΓΣΕΕ, έκανε λόγο για «λανθασμένες ή υπεραισιόδοξες εκτιμήσεις περί επενδυτικού σοκ και εξωστρεφούς μετασχηματισμού της οικονομίας» και τόνισε ότι «η ελπίδα για γρήγορη βιώσιμη ανάπτυξη, θα απαιτούσε διπλασιασμό του όγκου των επιχειρηματικών επενδύσεων τα επόμενα 2 έτη, ώστε αυτές να προσεγγίσουν το 11%-12% του ΑΕΠ, ή μέση ετήσια αύξηση των καθαρών εξαγωγών κατά 3 δισ. ευρώ την περίοδο 2019-2022». «Ωστόσο», συμπλήρωσε, «ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν φαίνεται σήμερα ρεαλιστικό, δεδομένης της παραγωγικής ανεπάρκειας και της επενδυτικής αδράνειας των εγχώριων επιχειρήσεων».

Αφήνοντας κατά μέρος τις επικοινωνιακές κυβερνητικές φανφάρες για «επενδυτικά σοκ» κ.τ.λ, οι καπιταλιστές κάνουν τους δικούς τους, ψυχρούς, κερδοσκοπικούς υπολογισμούς. Όπως έδειξε το πρόσφατο παράδειγμα της ισχυρής τσιμεντοβιομηχανίας «ΤΙΤΑΝ», ολοένα και περισσότεροι από αυτούς εξετάζουν το ενδεχόμενο να μεταφέρουν την έδρα τους σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, για να έχουν καλύτερη και ταχύτερη πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση, αλλά και χαμηλότερη φορολογία σε σύγκριση με την Ελλάδα. Η καπιταλιστική Ελλάδα, λόγω κρατικής υπερχρέωσης, είναι υποχρεωμένη να διαθέτει ορισμένους από τους υψηλότερους φορολογικούς συντελεστές για τις επιχειρήσεις στην Ευρώπη και τους υψηλότερους στα Βαλκάνια. Φθάνουν το 39,65% (συντελεστές κερδών και μερισμάτων), όταν στη Βουλγαρία ανέρχονται στο 10%, ενώ στην Κύπρο στο 12,5% (και 0% για τους μη Κυπρίους μετόχους που διαμένουν στην Κύπρο!).

Τι δείχνει η χρηματιστηριακή κατάρρευση των τραπεζών

Στον αναιμικό χαρακτήρα της ανάκαμψης συμβάλει σε σημαντικό βαθμό η προβληματική κατάσταση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Η τρέχουσα κατάρρευση της χρηματιστηριακής αξίας των ελληνικών τραπεζών αναδυκνείει το γεγονός ότι οι ελληνικές τράπεζες, παρά τις 3 συνεχόμενες «ανακεφαλαιοποιήσεις», συνεχίζουν να είναι ουσιαστικά χρεοκοπημένες. Το κρίσιμο ζήτημα είναι ο μεγάλος όγκος των μη εξυπηρετούμενων, «κόκκινων δανείων», η αξία των οποίων ανέρχεται σήμερα σε 88,2 δισ. ευρώ. Υπό άλλες συνθήκες, χωρίς τον τρόμο για την άμεση απειλή ενός πανευρωπαϊκού ντόμινο, οι ελληνικές τράπεζες θα είχαν χρεοκοπήσει εδώ και χρόνια.

Ιδιαίτερα ανησυχητική σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδας, είναι η πολύ αργή μείωση των «κόκκινων» στεγαστικών δανείων που ανέρχονται σε 27,5 δισ. Ευρώ, με το 30% αυτών να βρίσκεται σε καθεστώς αίτησης για υπαγωγή σε νομική προστασία, στον γνωστό ως νόμο Κατσέλη. Αυτό εξηγεί την αυξανόμενη στοχοποίηση αυτού του νόμου από τους τραπεζίτες και την τρόικα, αλλά και την επιθετική κλιμάκωση των πλειστηριασμών και την αυξανόμενη κρατική τρομοκρατία ενάντια στους ακτιβισμούς που γίνονται για την παρεμπόδισή τους. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων στην Ελλάδα είναι στο 40% του συνόλου και είναι μακράν το υψηλότερο στην Ευρώπη, υψηλότερο ακόμα και από εκείνο της Ιταλίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο σχετικός κανόνας της ΕΕ κάνει λόγο για ένα ποσοστό που πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ 1% και 5%!

Οι ελληνικές τράπεζες αναπόφευκτα θα χρειαστούν νέα «ανακεφαλαιοποίηση», με την προοπτική ενός κουρέματος καταθέσεων να επανέρχεται στο προσκήνιο. Αυτή η εξέλιξη σε συνδυασμό με την επίσης αναπόφευκτη επιδείνωση της ικανότητας εξυπηρέτησης του κρατικού χρέους, θα επιδράσουν εκρηκτικά στην κοινωνική και πολιτική κατάσταση της χώρας.

Η αναπόφευκτη αδυναμία εξυπηρέτησης κρατικών και τραπεζικών χρεών πάνω στο έδαφος μιας νέας ύφεσης και μάλιστα στις πολύ πιθανές συνθήκες αναζωπύρωσης του προβλήματος του χρέους για ολόκληρο τον ευρωπαϊκό Νότο, θα εμφανίσει ως μόνη και καλύτερη λύση για όλους τους Ευρωπαίους αστούς, συμπεριλαμβανομένων των Ελλήνων, τη συναινετική έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ, μόνης ή μαζί και με άλλα υπερχρεωμένα κράτη, ώστε να απαλλαγεί η καπιταλιστική Ευρωζώνη από τον πιο αδύναμο «κρίκο» της και να τονωθεί παράλληλα με ένα νέο νόμισμα η κερδοφορία της ελληνικής άρχουσας τάξης. Η έξοδος αυτή, παρότι για να έχει νόημα θα πρέπει να περιλαμβάνει το «κούρεμα» του μέρους του χρέους που δεν μπορεί να αποπληρωθεί από την Ελλάδα, θα σημάνει την έναρξη μιας ακόμα πιο σκληρής επίθεση στο βιοτικό επίπεδο των εργατικών μαζών. Αυτή είναι η βασική οικονομική προοπτική του ελληνικού καπιταλισμού και τα δεινά που συμπεριλαμβάνει για την εργατική τάξη της Ελλάδας μπορούν να ματαιωθούν μόνο από μια νικηφόρα σοσιαλιστική επανάσταση.