ινε γσεε

Τον Μάρτιο, δημοσιεύτηκε η ετήσια έκθεση του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ για το 2017. Η έκθεση δείχνει με αξιόπιστα στοιχεία και ανάλυση, ότι η πορεία του ελληνικού καπιταλισμού κάθε άλλο παρά αντανακλά τάσεις ανάκαμψης και ότι όλα τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν το βάθος της δομικής κρίσης του, παραμένουν σε πλήρη ισχύ. Περαιτέρω αναδεικνύει με πλήθος στοιχείων το βαθμό και την έκταση της εξαθλίωσης, στην οποία έχουν βυθίσει την εργατική τάξη και τα εργαζόμενα λαϊκά στρώματα, η καπιταλιστική κρίση και οι ασκούμενες, κατ’ επιταγήν των δανειστών και της εγχώριας αστικής τάξης, πολιτικές.

Ανεργία και υποαπασχόληση σε αριθμούς

Το μέγεθος της ανεργίας σταθεροποιείται σύμφωνα με την έκθεση, σε δυσθεώρητα ύψη. Συγκεκριμένα, ο εργαζόμενος πληθυσμός είναι σχεδόν ο μισός σε σχέση με τον πληθυσμό που βρίσκεται σε εργάσιμη ηλικία. Οι μακροχρόνια άνεργοι αντιστοιχούν περίπου στα τρία τέταρτα του συνολικού αριθμού των ανέργων και δεν δικαιούνται επίδομα ανεργίας. Η απορρύθμιση της εργατικής νομοθεσίας, φαίνεται να έχει «πετύχει» μόνο ως προς την αύξηση των άτυπων μορφών εργασίας και τη μείωση του κόστους εργασίας. Τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της ανεργίας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το πρόβλημα της ανεργίας είναι πρόβλημα ζήτησης εργασίας και όχι προσφοράς και κόστους εργασίας.

Οι αποθαρρυμένοι άνεργοι, (όσοι δεν ψάχνουν γιατί δεν ελπίζουν να βρουν εργασία) είναι μια διαρκώς αυξανόμενη ομάδα του πληθυσμού στη διάρκεια της κρίσης και τοποθετείται στην ενδιάμεση ζώνη μεταξύ ανεργίας και αεργίας (δηλαδή μη ενεργού πληθυσμού). Είναι συνεπώς εύλογη η υπόθεση ότι ένα τμήμα του αποθαρρυμένου εργατικού δυναμικού της χώρας περιλαμβάνεται στη μεταναστευτική ροή από την Ελλάδα προς το εξωτερικό και ότι επομένως το φαινόμενο της αποθάρρυνσης, όπως αυτό εμφανίζεται στα στοιχεία της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού, είναι πιθανόν υποεκτιμημένο, καθώς τα στατιστικά μεγέθη εμφανίζονται μικρότερα, λόγω της μεγάλης μεταναστευτικής ροής. Σημαντικό επίσης πρόβλημα της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα είναι το ποσοστό των μακροχρόνια ανέργων (άνω του ενός έτους) στο σύνολο των ανέργων, το οποίο υπερβαίνει το 70%
Επίσης, το φαινόμενο της ακούσιας υποαπασχόλησης (η οποία ταυτίζεται στην έρευνα με την ακούσια μερική απασχόληση) παρουσίασε στη διάρκεια της κρίσης μεγάλη αύξηση, από 96,2 χιλιάδες το γ΄ τρίμηνο του 2008 σε 266,1 χιλιάδες άτομα το γ΄ τρίμηνο του 2016.

Το ποσοστό ανεργίας εμφανίζεται σημαντικά υψηλότερο στις γυναίκες (27,2%) σε σχέση με τους άνδρες (18,9%) και στις νεότερες ηλικίες σε σχέση με τις γηραιότερες. Ειδικότερα, η ανεργία στην ηλικιακή ομάδα 15-24 ετών βρίσκεται στο 44,2%, στην ηλικιακή ομάδα 25-29 ετών στο 33,2%, στην ηλικιακή ομάδα 30-44 ετών στο 21,5%, στην ηλικιακή ομάδα 45-64 ετών στο 18,5% και τέλος στην ηλικιακή ομάδα 65-74 ετών στο 13%. Είναι επίσης σημαντικό το στοιχείο που τονίζεται, ότι στην κρίση το επίπεδο εκπαίδευσης φαίνεται να μην έχει πολύ μεγάλη σημασία για την προστασία από την ανεργία.

Το γ΄ τρίμηνο του 2016 ο βαθμός απασχόλησης ανερχόταν σε 53%, ενώ το αντίστοιχο τρίμηνο του 2008 ήταν 60,8%. Επίσης, το ποσοστό της μερικής απασχόλησης έχει σταθεροποιηθεί σε υψηλό επίπεδο· από περίπου 6% επί του συνόλου της απασχόλησης το 2009 βρίσκεται πλέον στο 9,7% το γ΄ τρίμηνο του 2016. Ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των εργαζομένων, περίπου το 68,9%, δηλώνει ότι ο λόγος για τον οποίο απασχολείται με καθεστώς μερικής απασχόλησης είναι ότι δεν μπορούσε να βρει θέση εργασίας πλήρους απασχόλησης.

Παρατηρείται επίσης συνεχής αύξηση των αποχωρήσεων από την εργασία. Ειδικότερα, η αύξηση των συνολικών αποχωρήσεων οφείλεται στη σημαντική αύξηση των οικειοθελών αποχωρήσεων (πολλές από τις οποίες υποκρύπτουν απολύσεις) και των λήξεων των συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι το 2012 οι οικειοθελείς αποχωρήσεις αναλογούσαν περίπου στο 27% των συνολικών αποχωρήσεων, το 2013 αναλογούσαν στο ένα τρίτο, ενώ κατά τα τρία τελευταία έτη αναλογούν περίπου στο 40%.
Με μερική ή εκ περιτροπής εργασία εργάζονται 382.729 άνδρες και γυναίκες, μέγεθος που αναλογεί στο 22,48% των μισθωτών, ποσοστό παραπλήσιο με αυτό του προηγούμενου έτους. Από το υπόλοιπο 77,5% των μισθωτών, το 40,7% αμείβεται από 500 ευρώ μέχρι και 1.000 ευρώ και το 36,8% αμείβεται με πάνω από 1.000 ευρώ.

Η εικόνα των μισθών

Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα της ΕΕ, σύμφωνα με την έκθεση, όπου, σημειώθηκε πτώση του κατώτατου μισθού μεταξύ 2010 και 2016. Στο πλαίσιο του δευτέρου Μνημονίου, επιβλήθηκε το 2012 ονομαστική μείωση πρωτοφανούς εύρους στον κατώτατο μισθό κατά 22% (και κατά 32% για τους νέους ηλικίας κάτω των 25 ετών) και έκτοτε ο κατώτατος μισθός παραμένει παγωμένος στο ίδιο επίπεδο. Ο κατώτατος μισθός, μέσω της δραστικής ονομαστικής συρρίκνωσης του, σε συνδυασμό και με την πλήρη αποδόμηση και κατάρρευση του συστήματος συλλογικής διαπραγμάτευσης και των ΣΣΕ, μετατράπηκε από εργαλείο προστασίας των χαμηλόμισθων, σε επιταχυντή της γενικευμένης μείωσης των μισθών στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας, όπως επιδίωκε η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης.
Συγκεκριμένα, οι μισθοί κάτω των 800 ευρώ αντιστοιχούν σε ποσοστό 51,6% (15,2% μέχρι 499 ευρώ, 23,6% μεταξύ 500-699 ευρώ και 12,8% μεταξύ 700-800 ευρώ), μεταξύ 800-999 ευρώ, σε ποσοστό 17,3% (10,8% μεταξύ 800-899 ευρώ και 6,5% μεταξύ 900-999 ευρώ), άνω των 1.000 ευρώ σε ποσοστό 17,8% (11,1% μεταξύ 1.000-1.299 ευρώ και 6,7% άνω των 1.300 ευρώ).

Ως προς τη σύνθεση της ελληνικής οικονομάς σε σχέση με την απασχόληση, είναι σημαντικά τα εξής στοιχεία. Οι επιχειρήσεις που απασχολούν μέχρι 4 εργαζομένους αποτελούν τον κύριο όγκο του συνόλου των επιχειρήσεων (τα τρία τέταρτα), ενώ περισσότεροι από τους μισούς μισθωτούς εργάζονται είτε σε επιχειρήσεις με πάνω από 250 εργαζομένους είτε σε επιχειρήσεις που απασχολούν από 10 μέχρι 49 εργαζομένους (26% και 27% αντίστοιχα).

Η εικόνα των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας

Ένα άλλο σημείο το οποίο έχει ιδιαίτερη αξία να επισημανθεί, είναι ότι οι νομοθετικές παρεμβάσεις στο σύστημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων είχαν, εκτός των άλλων, ως αποτέλεσμα τον δραστικό περιορισμό της προσφυγής των συνδικαλιστικών και των εργοδοτικών οργανώσεων στις υπηρεσίες του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ) συγκριτικά με τη συχνότητα προσφυγής τους κατά τα προηγούμενα έτη. Για παράδειγμα, ενώ το 2010 οι αιτήσεις μεσολάβησης στον ΟΜΕΔ ανέρχονταν σε 139, μειώθηκαν διαδοχικά ως εξής: α) 2011: 44, β) 2012: 20, γ) 2013: 12, δ) 2014: 21, και ε) 2015: 18. Αντίστοιχα οι αιτήσεις διαιτησίας ανέρχονταν το 2010 σε 66 και στη συνέχεια μειώθηκαν ως εξής: α) 2011: 29, β) 2012: 7, γ) 2013: 0, δ) 2014: 7 και ε) 2015: 8.
Το 2016 οι εθνικές ή τοπικές κλαδικές ΣΣΕ εξακολουθούν να είναι εξαιρετικά ολιγάριθμες, ενώ για έβδομη χρονιά οι επιχειρησιακές ΣΣΕ υπερτερούν συντριπτικά. Με βάση τα στοιχεία του Υπουργείου Εργασίας το 2016 υπογράφτηκαν μόνο 10 κλαδικές/ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις, δηλαδή στα ίδια περίπου επίπεδα με τα προηγούμενα έτη. Αντίθετα, ο αριθμός των επιχειρησιακών ΣΣΕ ανέρχεται σε 318, αντιπροσωπεύοντας το 95,21% του συνόλου των ΣΣΕ.

Κυριαρχία των ελαστικών μορφών απασχόλησης

Οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης, δηλαδή οι προσλήψεις μερικής απασχόλησης και εκ περιτροπής εργασίας, σταθεροποιούνται στις προτιμήσεις των εργοδοτών και των επιχειρήσεων, μιας και καταλαμβάνουν ποσοστιαία αναλογία πάνω από 50% τα 3 τελευταία έτη (2014, 2015, 2016).

Αντίστοιχα οι προσλήψεις με πλήρη απασχόληση υποχωρούν σταθερά, αφού μειώνεται η ποσοστιαία αναλογία τους από 79% το 2009 σε 45,3% το 2016. Το ίδιο διάστημα η ποσοστιαία αναλογία των νέων προσλήψεων με ευέλικτες μορφές απασχόλησης μεταξύ 2009 και 2016 υπερδιπλασιάζεται. Ενώ το 2009 οι προσλήψεις με ευέλικτες μορφές εργασίας αντιστοιχούσαν στο 21% του συνόλου των προσλήψεων, το 2016 αντιστοιχούν στο 54,7%. Σημαντικό επίσης δεδομένο το οποίο αποδεικνύει την ισχυρή τάση ενίσχυσης της εργασιακής ευελιξίας, με τη μορφή της αυξημένης κινητικότητας, αποτελεί ο καταγραφόμενος από την ΕΡΓΑΝΗ υπερδιπλασιασμός των νέων προσλήψεων μεταξύ των ετών 2009-2016.

Ο αριθμός των μετατροπών των ατομικών συμβάσεων από πλήρους απασχόλησης σε μερικής απασχόλησης και εκ περιτροπής εργασίας συνεχίζει να είναι αυξημένος το 2016, πάνω από 200% σε σχέση με το 2009 (2016: 51.262, 2009: 16.977), ενώ το 2012 συνεχίζει να παρατηρείται το υψηλότερο ποσοστό μεταβολής (398%) σε σχέση με το 2009. Το 2016 η τάση για μετατροπές των ατομικών συμβάσεων από πλήρους απασχόλησης σε ευέλικτες μορφές εργασίας φαίνεται να μειώνεται σε σχέση με το 2015 (-13,08%). Στο πλαίσιο αυτό, η εκ περιτροπής εργασία (εκούσια ή ακούσια) μειώνεται σημαντικά (-29,1% περίπου σε σχέση με το 2015, ενώ η μερική απασχόληση αυξάνεται κατά 5,41% σε σχέση με το 2015). Ο υψηλότερος αριθμός μετατροπών των ατομικών συμβάσεων εργασίας συνεχίζει να εμφανίζεται το 2012 (οπότε ο συνολικός αριθμός μετατροπών ατομικών συμβάσεων ανήλθε σε 84.490).

Το ποσοστό μεταβολής των μετατροπών των ατομικών συμβάσεων από πλήρους εργασίας σε μερικής και εκ περιτροπής εργασίας μεταξύ 2009-2016 παρουσιάζει συνολική αύξηση της τάξης του 201,95%. Ακόμα πιο εντυπωσιακή είναι η ποσοστιαία αύξηση κατά 790,69% των αναγκαστικών μετατροπών των ατομικών συμβάσεων εργασίας σε εκ περιτροπής εργασία μονομερώς από τον εργοδότη. Τέλος, οι μετατροπές των ατομικών συμβάσεων από πλήρους απασχόλησης σε μερικής και σε «εθελοντικής» εκ περιτροπής εργασίας έχουν αυξηθεί κατά τη διάρκεια της παραπάνω περιόδου κατά 166,8% και κατά 218,64% αντίστοιχα.

Συμπερασματικά, παρατηρούμε μια σταθερή αύξηση των ελαστικών μορφών εργασίας, η οποία τείνει να πάρει γενικευμένα χαρακτηριστικά. Η καθιέρωση της ευέλικτης εργασίας σε συνδυασμό με την υποβάθμιση και την αποδυνάμωση των ΣΣΕ, τους χαμηλούς μισθούς, την υψηλή ανεργία, την αυξημένη αδήλωτη εργασία (καταγεγραμμένη και μη) εδραιώνουν ένα έντονα απορυθμισμένο εργασιακό τοπίο.

Η εξέλιξη της φτώχειας στην Ελλάδα κατά την περίοδο της κρίσης

Σύμφωνα με την έκθεση, Παρατηρείται ότι, η σχετική φτώχεια (ένα μέγεθος που σχετίζεται με το μέσο εισόδημα στη χώρα) εμφανίζει αύξηση από 20,1% το 2010 σε 23,1% το 2013, ενώ μειώνεται στη συνέχεια φτάνοντας στο 21,4% το 2015 (λόγω και της πτώσης του μέσου εισοδήματος). Η φτώχεια αυξάνεται δραματικά από 18% το 2010 σε 48% το 2014-2015. Συνεπώς, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ο μισός πληθυσμός της χώρας βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας του 2008.

Παρ’ όλη τη μείωση που εμφανίζει το ποσοστό των ανέργων που βρίσκονται στο όριο της φτώχειας το 2015, ο δείκτης παραμένει κοντά στο συντριπτικό 70%, αναδεικνύοντας τις πολύ σοβαρές κοινωνικές προεκτάσεις της ανεργίας. Το ποσοστό φτώχειας στους μισθωτούς εργαζομένους αυξήθηκε σημαντικά μετά το 2011 και το 2015 βρίσκεται κοντά στο 18%
Τόσο για την Ελλάδα όσο και για την ΕΕ το ποσοστό των εργαζομένων στο όριο της φτώχειας που έχουν συμβάσεις ορισμένου χρόνου είναι περίπου τριπλάσιο από εκείνο των εργαζομένων με συμβάσεις αορίστου χρόνου, ένα αναμενόμενο αποτέλεσμα που δείχνει, που οδηγούν οι ελαστικές εργασιακές σχέσεις.

Το ποσοστό των νοικοκυριών στην Ελλάδα που εμφανίζει αδυναμία επαρκούς θέρμανσης της οικίας τους αυξάνεται από 15,4% το 2010 σε 29,2% το 2015. Αντίστοιχα στις χώρες της ΕΕ το αντίστοιχο ποσοστό παραμένει σταθερό και χαμηλότερο του 10%. Αύξηση εμφανίζει και το ποσοστό των νοικοκυριών στην Ελλάδα που αδυνατούν να καταναλώσουν γεύμα με κρέας, ψάρι ή κοτόπουλο κάθε 2η μέρα από 7,9% το 2010 σε 12,9% το 2015, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στην ΕΕ εμφανίζει σταθερότητα σε επίπεδα κάτω του 9%. Χαρακτηριστικό της οικονομικής αδυναμίας στην οποία έχουν περιέλθει τα ελληνικά νοικοκυριά είναι η πολύ μεγάλη αύξηση εκείνων που αδυνατούν να καλύψουν έκτακτες δαπάνες, το ποσοστό των οποίων αυξάνεται από 28,2% το 2010 σε 53,4% το 2015. Η αδυναμία αυτή ουσιαστικά αποτυπώνει αφενός τη μεγάλη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, αφετέρου την κατάρρευση των αποταμιεύσεων τους.

Αντίθετα στην ΕΕ, αν και το ίδιο ποσοστό είναι σχετικά υψηλό, παρουσιάζει ωστόσο σταθερότητα. Αυξανόμενο είναι επίσης και το ποσοστό των νοικοκυριών στην Ελλάδα που εμφανίζει καθυστερήσεις στην πληρωμή τόκων και ενοικίων (από 10,2% το 2010 σε 14,3% το 2015), όταν το ίδιο ποσοστό στην ΕΕ παραμένει σταθερό στο ιδιαίτερα χαμηλό 4%.
Τέλος, γενικευμένα χαρακτηριστικά φαίνεται να αποκτά η αδυναμία πληρωμής λογαριασμών ΔΕΚΟ στην ώρα τους, καθώς το ποσοστό αυξάνεται από 18,8% το 2010 σε 42% το 2015. Σαφώς χαμηλότερο και σταθερό στα επίπεδα του 9% είναι το αντίστοιχο ποσοστό των νοικοκυριών της ΕΕ. Συμπερασματικά, προκύπτει πως οι πολιτικές λιτότητας επέφεραν δραματική επίπτωση στους όρους διαβίωσης των ελληνικών νοικοκυριών, γεγονός που αποτυπώνεται στη μεγάλη μείωση την οποία εμφανίζει το κατώφλι σχετικής φτώχειας στα 4.500 ευρώ (από 7.170 ευρώ το 2010) και στο ισχνό ποσοστό.

Ειδικότερα, στο σύνολο του πληθυσμού το ποσοστό που βρίσκεται σε κατάσταση σοβαρής υλικής αποστέρησης αυξάνεται από 11,4% το 2010 σε 21,3% το 2015. Αυτό σημαίνει πως τουλάχιστον ένας στους πέντε Έλληνες εμφανίζει σοβαρά προβλήματα διαβίωσης.
Όλα αυτά τα στοιχεία, που αναδεικνύουν το μέγεθος της εξαθλίωσης στην ελληνική κοινωνία και την ανικανότητα του ελληνικού καπιταλισμού, να εξασφαλίσει την ίδια την επιβίωση των μισθωτών σκλάβων του, υπογραμμίζουν το βασικό μας συμπέρασμα, ότι δεν υφίσταται έδαφος σταθεροποίησης της πολιτικής κατάστασης, αλλά η επιδεινούμενη οικονομική κρίση θα συνεχίσει να γεννά πολιτικές κρίσεις και αστάθεια για τον ελληνικό καπιταλισμό.

Όλο αυτό το εύφλεκτο υλικό που έχει συσσωρευτεί στα θεμέλια της ελληνικής κοινωνίας, θα μπορούσε με μια σπίθα να πυροδοτήσει μια επαναστατική έκρηξη καταστροφική για το αστικό σύστημα. Το βασικό εμπόδιο είναι όπως έχουμε αναλύσει οι πολιτικές και συνδικαλιστικές ηγεσίες της εργατικής τάξης. Το εργατικό κίνημα πρέπει και μπορεί να αρθεί στο ύψος των καθηκόντων του, αναζωογονώντας τις δυνάμεις του και τις δομές του με αυτές τις στρατιές των εξαθλιωμένων, καταπιεσμένων προλετάριων, που στην πλειοψηφία τους βρίσκονται έξω από τις οργανωμένες δομές του. Η Αριστερά έχει καθήκον να αναδείξει τις εναλλακτικές ηγεσίες, που θα δείξουν συνειδητά αυτό τον δρόμο, για να δοθεί ένα τέλος σε αυτό το σύστημα που επιφυλάσσει μόνο εξαθλίωση για τις μάζες. Τον δρόμο για την δημιουργία μιας κοινωνίας που θα εξασφαλίζει την αξιοπρεπή επιβίωση στα μέλη της.

Παναγιώτης Κολοβός

Κοινοποιήστε