ΔΕΘ 2018

Για να εξυπηρετήσει καλύτερα την κρατική – κοινοβουλευτική καριέρα των εμπνευστών του, το παραμύθι της εξόδου από τα Μνημόνια έπρεπε να περιλαμβάνει και υποσχέσεις για «παροχές». Έτσι ο πρωθυπουργός από το βήμα της 83ης ΔΕΘ έταξε τα ακόλουθα: 1) Μη εφαρμογή της ήδη ψηφισμένης μείωσης των συντάξεων για το έτος 2019, «μετά από σχετική συνεννόηση με τους εταίρους». 2) Μέχρι το τέλος του 2018 να καταβληθούν σε ένστολους, δικαστικούς και πανεπιστημιακούς, «αναδρομικά» ενός δισεκατομμυρίου ευρώ. 3) Να μειωθεί ο ΕΝΦΙΑ σε δυο φάσεις κατά 50% συνολικά, από 1/1/19 η πρώτη και από 1/20 η δεύτερη. 4) Από 1/1/19 επίσης, να μειωθούν οι ασφαλιστικές εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών και των αγροτών με εισόδημα πάνω από 7.000 ευρώ έως και 35%. 5) Επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων και αύξηση του κατώτατου μισθού το 2019, «μετά από την ολοκλήρωση της διαβούλευσης με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς». 6) Aπό 1/1/19 επιδότηση ενοικίου, με ποσά από 70 έως 200 ευρώ το μήνα, με εισοδηματικά κριτήρια για τουλάχιστον 300.000 οικογένειες 7) Aπό 1/1/19 και «σε βάθος τετραετίας», να μειωθεί η φορολογία των επιχειρήσεων από 29% στο 25%. 8) Να γίνουν 3.000 προσλήψεις για το πρόγραμμα «Βοήθεια στο σπίτι» και 4.500 προσλήψεις για την Ειδική Αγωγή στα σχολεία. 9) Από 1/1/19 να καταργηθεί ο φόρος επιτηδεύματος για συνεταιρισμένους αγρότες, συνεταιρισμούς και ΚΟΙΝΣΕΠ και ανενεργές επιχειρήσεις. 10) Επιδότηση των ασφαλιστικών εισφορών για νέους μισθωτούς έως 25 ετών, σε βάθος διετίας, 50% από 1/1/19 και 100% από 1/1/20. 11) Από 1/1/21 μείωση των δύο συντελεστών ΦΠΑ, από 24% σε 22% και από 13% σε 12%.

Καταρχήν, οι επαναστάτες μαρξιστές θεωρούμε αυτονόητα θετικό κάθε μέτρο που μπορεί να βελτιώσει ακόμα και ελάχιστα το βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης, ανεξάρτητα από το ποιά κυβέρνηση βρίσκεται στην εξουσία. Η όποια βελτίωση του βιοτικού επιπέδου της τάξης, αντικειμενικά τονώνει την ψυχολογία της και δίνει περισσότερη δύναμη και αντοχή στον αγώνα της για την αλλαγή της κοινωνίας.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει πως όταν μια κυβέρνηση νομοθετεί κάποιο τέτοιο μέτρο γίνεται αυτόματα φιλεργατική και θα πρέπει να υποστηρίζεται από την εργατική τάξη. Στην ιστορία του ελληνικού και του παγκόσμιου καπιταλισμού υπήρξαν (υπάρχουν και θα υπάρχουν) πολλές αστικές κυβερνήσεις, που για να κατευνάσουν την εργατική δυσαρέσκεια από τη γενικά αντιδραστική τους πολιτική, έκαναν μικροπαραχωρήσεις σε ορισμένα πεδία των εργατικών δικαιωμάτων και σε ορισμένους εργασιακούς κλάδους, όμως αυτό δεν μετέβαλε την γενικά αντιδραστική, ταξική και πολιτική τους φύση.

Η κυβέρνηση Τσίπρα εμφανίζεται σήμερα να επιδιώκει «παροχές» και προς την εργατική τάξη, την ώρα όμως που συνεχίζει να εφαρμόζει δεκάδες αντεργατικούς νόμους και να εξυπηρετεί κανονικά το ληστρικό κρατικό χρέος σε βάρος του βιοτικού επιπέδου των εργαζόμενων. Ακόμα και αν ήταν πραγματικές οι «παροχές» της προς την εργατική τάξη (που όπως θα δούμε πιο κάτω, κατά βάση δεν είναι), η κυβέρνηση συνεχίζει να είναι αντιδραστική, αντεργατική και ανάξια να τύχει οποιασδήποτε μορφής υποστήριξη από την εργατική τάξη.

Περνώντας τώρα σε αυτές καθ’ αυτές τις κυβερνητικές «παροχές», πρέπει να τονιστεί αρχικά, ότι από τη στιγμή που η σημαντικότερη  από αυτές (από την άποψη του συνολικού ποσού που αντιπροσωπεύει και της επίδρασης που έχει στη ζωή μιας εργατικής και φτωχής λαϊκής οικογένειας, καθώς είναι αναμφισβήτητο το γεγονός ότι σήμερα εκατοντάδες χιλιάδες εργατικές οικογένειες βοηθούνται από τις συντάξεις των απόμαχων της δουλειάς), δηλαδή η ματαίωση της μείωσης των συντάξεων για το 2019, ξεκαθαρίστηκε ότι θα ισχύσει «αφού πρώτα πειστούν οι θεσμοί», κατανοούμε, ότι είναι ελάχιστα πιθανό να πραγματοποιηθούν. Εξαρτώνται από την έγκριση της τρόικας, συνεπώς στη πραγματικότητα, δεν είναι καθόλου παροχές, αλλά προτάσεις προς εκείνους που αληθινά αποφασίζουν για την οικονομική πολιτική στη χώρα και που δεν φημίζονται καθόλου για τα φιλεργατικά τους αισθήματα.

Ποια τάξη όμως, επιχειρούν να βοηθήσουν περισσότερο οι «παροχές»; Ποιο είναι το «ταξικό τους πρόσημο» δηλαδή, σύμφωνα με την αγαπημένη φρασεολογία του ΣΥΡΙΖΑ; Αν οι υποσχέσεις Τσίπρα λοιπόν πραγματοποιηθούν, οι αλώβητοι ως και εξαιρετικά ευνοημένοι από την κρίση, καπιταλιστές, θα αποκτήσουν περισσότερα κέρδη μέσα από μείωση φόρων, μείωση εισφορών ή επιδότησή τους για προσλήψεις. Αγρότες, ιδιοκτήτες ακινήτων και ελεύθεροι επαγγελματίες, επίσης θα πληρώσουν χαμηλότερους φόρους και εισφορές, ανακτώντας ένα πολύ μικρό μέρος των απωλειών που είχαν από την κρίση, ενώ και ορισμένα τμήματα της κρατικής γραφειοκρατίας θα λάβουν ένα εφάπαξ βοήθημα.

Τι μένει για την εργατική τάξη; Όπως είπαμε, οι «απόμαχοί» της απλώς καλούνται να είναι ευχαριστημένοι – όχι για τα παραπάνω που θα λάβουν όπως οι αστοί και οι μικροαστοί – αλλά για αυτά που δεν θα τους κόψουν. Οι δε νυν μισθωτοί θα πρέπει να περιμένουν το αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων με τους «εμπλεκόμενους φορείς», δηλαδή να πάρουν την άδεια των αφεντικών, για να έχουν και πάλι το δικαίωμα να υπογράψουν συμβάσεις, ενώ έλαβαν μια αόριστη υπόσχεση για αύξηση στον κατώτατο μισθό, που σήμερα βρίσκεται κάτω από τα όρια – όχι της φτώχειας – αλλά της πείνας. Και την ώρα που μόνο ένα μικρό τους τμήμα θα ωφεληθεί – άγνωστο για πόσο – από μια επιδότηση ενοικίου, η πλειονότητά τους θα υποστεί τεράστιο εισοδηματικό πλήγμα από τη ήδη νομοθετημένη μείωση του αφορολόγητου ορίου. Δηλαδή, οι «παροχές» Τσίπρα στους εργάτες συνίστανται στο ότι ένα εξαθλιωμένο τους τμήμα θα πάρει ως επιδότηση ενοικίου ένα μικρό ποσό από το μεγάλο συνολικό ποσό που θα δώσει η πλειονότητα των εργατών στο κράτος μέσω της μείωσης του αφορολόγητου (με τα περισσότερα χρήματα από αυτό το μεγάλο ποσό να πηγαίνουν για την εξυπηρέτηση του ληστρικού κρατικού χρέους)! Μάλιστα, είναι τέτοιο το μέγεθος της κυβερνητικής απάτης, που το κονδύλι για επίδομα ενοικίου που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός στη ΔΕΘ είναι μικρότερο από εκείνο που εγκρίθηκε πέρσι στη Βουλή στο περιεχόμενο των λεγόμενων αντιμέτρων στις μειώσεις συντάξεων και αφορολογήτου.

Το συμπέρασμα που προκύπτει λοιπόν σχετικά με τη φύση των «παροχών» της ΔΕΘ είναι ότι αυτές συνιστούν, κατά σειρά βαθμού ωφέλειας: σημαντικές επιδοτήσεις κερδών για τα αφεντικά, μια μικρή «ανάσα» για τους τσακισμένους μικροαστούς και μόνο θολές και αόριστες υποσχέσεις για την εργατική τάξη, την ώρα όμως που οι επερχόμενες μειώσεις συντάξεων (αργά ή γρήγορα) και αφορολογήτου θα τη βυθίσουν πιο βαθιά στην εξαθλίωση.

Όμως ακόμα και αυτές οι «παροχές», είναι υπό τη διπλή αίρεση, τόσο της αδειοδότησης της τρόικας, όσο και της πορείας του ελληνικού καπιταλισμού μέσα στα ταραγμένα νερά μιας παγκόσμια οικονομίας που βαδίζει προς νέα ύφεση. Ακριβώς το ίδιο ισχύει και για τις αντίστοιχες «παροχές» που εξήγγειλε από τη ΔΕΘ μια βδομάδα αργότερα ο Κ. Μητσοτάκης και οι οποίες έχουν μεταξύ τους μόνο ποσοτικές, μορφολογικές διαφορές και όχι ουσίας. Είναι υποσχέσεις που ωφελούν ουσιαστικά μόνο το μεγάλο κεφάλαιο και υπηρετούν τη διάδοση της ίδιας απατηλής ιδέας στην κοινωνία: ότι ο ελληνικός καπιταλισμός μπορεί να σταθεί στα πόδια του και να βελτιώσει το επίπεδο ζωής των μαζών, άμεσα των μικροαστών και αργότερα της εργατικής τάξης.

Όμως ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Όσο ο καπιταλισμός βρίσκεται στη ζωή, τα δεινά της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων θα διαιωνίζονται και θα αυξάνονται. Καμία ουσιαστική παραχώρηση δεν πρέπει να αναμένεται πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού, τόσο από τους «αριστερούς», όσο και από τους δεξιούς υπηρέτες του. Η πραγματική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργατικών μαζών μπορεί να κατακτηθεί μόνο μέσα από τη δική τους, ανεξάρτητη από τους αστούς και τους καριερίστες (πρώην) ρεφορμιστές, αγωνιστική δράση.

Η πολιτική στάση της άρχουσας τάξης και οι προοπτικές της κυβέρνησης

Όπως είδαμε παραπάνω, και φυσικά όπως η ίδια η ζωή γενικότερα φανερώνει από το 2015 έως σήμερα, η κυβέρνηση πασχίζει ειλικρινά (και με το αζημίωτο φυσικά) για τη σωτηρία και την (αδύνατη) εξυγίανση του σάπιου και υπερχρεωμένου ελληνικού καπιταλισμού. Οι σοβαροί Έλληνες αστοί, δηλαδή οι λιγότερο δημαγωγοί ανάμεσα τους ομοίους τους, έχουν επανειλημμένα αναγνωρίσει δημόσια τις υπερπολύτιμες υπηρεσίες της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ (και των ΑΝΕΛ) στην υπόθεση της διατήρησης της «σταθερότητας» της καπιταλιστικής Ελλάδας, με άλλα λόγια, στην υπόθεση της αποσόβησης μιας ανοικτά επαναστατικής κατάστασης στη χώρα και της, από τα μέσα, διάλυσης του μαζικού, ταξικού αντιμνημονιακού κινήματος των  πέντε πρώτων χρόνων της τρέχουσας δεκαετίας. Ωστόσο, όλα τα ωραία (στην προκειμένη περίπτωση ωραία μόνο για τους πεινασμένους για θέσεις και προνόμια καριερίστες) όπως αναφέρει και η γνωστή ρήση, κάποτε τελειώνουν. Έτσι τελειώνει και η χρησιμότητα που έχει για την άρχουσα τάξη το σημερινό, συμμαχικό κυβερνητικό σχήμα του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ. Ασφαλώς, είναι πολύ πιθανό στο μέλλον να ξανασυναντήσουμε την ηγεσία των δύο αυτών κομμάτων σε συμμαχικές κυβερνήσεις άλλης μορφής. Όμως όλα δείχνουν τους τελευταίους μήνες, ότι αυτό το συγκεκριμένο κυβερνητικό σχήμα οι αστοί θέλουν να το ξεφορτωθούν.

Που φαίνεται αυτό και γιατί συμβαίνει; Καταρχάς, αντανακλάται στην ακραία δημαγωγική στάση των Ελλήνων αστών για το Μακεδονικό. Ενώ όπως έχουμε εξηγήσει, η συμφωνία των Πρεσπών αντικειμενικά συνιστά για τους Έλληνες αστούς μια αξιοπρεπέστατη απεμπλοκή από ένα χρονίζον και πρακτικά χαμένο, «εθνικό θέμα», εκείνοι, ενιαία όπως αποδείχθηκε από την πλήρη εθνικιστική ομοφωνία στο εσωτερικό της ΝΔ, προχώρησαν σε καταδίκη της συμφωνίας και έδωσαν αμέριστη στήριξη και προβολή στα εθνικιστικά συλλαλητήρια.

Φυσικά αυτή η στάση, από μια γενικότερη σκοπιά, συνιστά μια προσπάθεια της άρχουσας τάξης να ξαναδημιουργήσει ισχυρή βάση πολιτικής υποστήριξης στα πολιτικά καθυστερημένα και τσακισμένα από την κρίση και τις πολιτικές της μικροαστικά στρώματα. Ωστόσο, τα έντονα αντικυβερνητικά κίνητρα φαίνονται στη διαρκή πίεση προς τους ΑΝΕΛ να αποχωρήσουν από την κυβέρνηση με αφορμή τη συμφωνία για το Μακεδονικό.

Επίσης, οι πρόσφατες επικριτικές δημόσιες τοποθετήσεις του προέδρου του ΣΕΒ για την κυβέρνηση, αλλά και η παγερή υποδοχή που συνάντησε στις αγορές η κυβερνητική επικοινωνιακή εκστρατεία περί εξόδου από τα Μνημόνια (όπως φάνηκε στο ελληνικό χρηματιστήριο και στην τιμή των ελληνικών κρατικών ομολόγων), συνιστούν σαφείς ενδείξεις ότι πλέον τα εγχώρια, αλλά και τα ξένα αφεντικά, χρειάζονται μια νέα κυβέρνηση.

Έχουν ανάγκη μια κυβέρνηση με ανανεωμένη εκλογική εντολή και πιο ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, που θα μπορέσει ευκολότερα να κλιμακώσει την πολιτική της άγριας λιτότητας στο βωμό της πραγματοποίησης των στόχων για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, μέσα στο εξαιρετικά αβέβαιο και υφεσιακό διεθνές οικονομικό περιβάλλον. Η κυβέρνηση αυτή, δεν μπορεί να είναι η κυβέρνηση Τσίπρα-Καμένου, που έχει ξεπεράσει τα όρια της αντοχής της, διαθέτει μια εύθραυστη πλειοψηφία στη Βουλή και είναι εξαρτώμενη απόλυτα από απρόβλεπτους δημαγωγούς όπως αυτοί της Κ.Ο των ΑΝΕΛ, που ανά πάσα ώρα είναι έτοιμοι να μπουν στην εκλογική λίστα όποιου κόμματος τους δώσει τα καλύτερα ανταλλάγματα.

Η κυβέρνηση έχει πλέον αντιληφθεί ότι φτάνει το τέλος της θητείας της και γι’ αυτό έχει ήδη ξεκινήσει τον προεκλογικό αγώνα. Η αφετηρία ήταν η προκλητική για το πολιτικό της θράσος ομιλία Τσίπρα στην Ιθάκη τον περασμένο Αύγουστο, όπου η απάτη της εξόδου από τα Μνημόνια επενδύθηκε με μια αριστερή φρασεολογία. Η συνέχεια έγινε με τον κυβερνητικό ανασχηματισμό που δεν είχε κανέναν πρακτικό σκοπό, εκτός από μια επικοινωνιακή «διείσδυση» στη «λαϊκή δεξιά» και το «παλιό ΠΑΣΟΚ» (Παπακώστα, Ξενογιαννακοπούλου κ.α), που εντυπωσίασε, όχι για την πολιτική ευρηματικότητα των εμπνευστών της, αλλά μόνο για τον κωμικοτραγικό κυνισμό της. Η κορύφωση ήταν φυσικά η ομιλία Τσίπρα στη ΔΕΘ με τις περίφημες «παροχές», όπου μάλιστα για πρώτη φορά ο ίδιος ο πρωθυπουργός έθεσε θέμα πρόωρων εκλογών. Οι δηλώσεις Καμένου μια εβδομάδα μετά, ότι οι ΑΝΕΛ, όχι απλά θα καταψηφίσουν τη συμφωνία των Πρεσπών, αλλά και θα αποχωρήσουν από την κυβέρνηση μόλις η συμφωνία έρθει στη Βουλή, δείχνουν ότι οι τίτλοι του τέλους πλησιάζουν.

Και εκτός από το Μακεδονικό, καθοριστικό θέμα για τη διάρκεια ζωής της κυβέρνησης είναι και η μείωση των συντάξεων. Ενώ στην περίπτωση της στάσης Καμένου, είναι η αστική τάξη εκείνη που δείχνει άμεσα να θέλει να οριοθετήσει τη ζωή της κυβέρνησης μέχρι τις αρχές του χρόνου, στην περίπτωση της μείωσης των συντάξεων είναι η τρόικα ή ακριβέστερα η καπιταλιστική Γερμανία, αυτή που με τη στάση της θα κρίνει το αν η κυβέρνηση θα λάβει μερικούς μήνες ζωής ακόμα.

Αυτό που διαπραγματεύεται η κυβέρνηση είναι μια αναστολή της εφαρμογής της μείωσης από το 2019, γιατί γνωρίζει ότι είναι εξασφαλισμένη η συντριβή των δύο κομματικών εταίρων που τη στηρίζουν αν οι εκλογές έρθουν μετά από μια νέα μείωση συντάξεων. Όμως όλες οι επίσημες δηλώσεις των αξιωματούχων της τρόικας, προεξάρχοντος του Γερμανού υπουργού Οικονομικών αποκλείουν κάτι τέτοιο. Οι Γερμανοί αστοί, έχοντας την ανάγκη να επιδείξουν πυγμή στην εκλιπαρούσα για ένα «μαλακό» Brexit, βρετανική κυβέρνηση, αλλά και στην ιταλική, που επιχειρεί να αποφύγει τα σκληρά μέτρα λιτότητας για τα οποία πιέζουν οι Βρυξέλλες, είναι εντελώς παράλογο να δεχθούν την αναστολή μιας νομοθετημένης μείωσης συντάξεων, για την οποία μάλιστα, πίεσαν αδυσώπητα την ελληνική κυβέρνηση .

Έτσι με την ελληνική αστική τάξη να «τραβάει το χαλί» στην κυβέρνηση με αφορμή το Μακεδονικό και όχημα τους ΑΝΕΛ (με το πιο πιθανό όμως ενδεχόμενο να είναι το να μη ματαιωθεί και η ίδια η ψήφιση της συμφωνίας στη Βουλή, με την απλόχερη βοήθεια κεντροαριστερών βουλευτών, οι οποίοι όμως παρά τη συμβολή τους στη σωτηρία της καλής για την ελληνική αστική τάξη συμφωνίας, δεν θα είναι πρόθυμοι να σώσουν και την κυβέρνηση, μπαίνοντας σε αυτήν) και την τρόικα να τραβάει ακόμα περισσότερο αυτό το «χαλί» φρενάροντας την αναστολή της μείωσης των συντάξεων, το σκηνικό έχει στηθεί για την προσφυγή στις κάλπες, ακόμα και στις αρχές του χρόνου.

ΚΚΕ, εκλογές και εργατική τάξη

Όποτε και αν διεξαχθούν οι εκλογές, θα έχουν μεγάλη σημασία για την εργατική τάξη και το κίνημά της. Στις σημερινές συνθήκες απογοήτευσης και παράλυσης του εργατικού κινήματος, θα προσφέρουν μια πολύτιμη ευκαιρία για την αρχή της ανατροπής του αρνητικού ταξικού συσχετισμού δύναμης που δημιούργησε σε βάρος της εργατικής τάξης η προδοσία του καλοκαιριού του 2015 και για μια σημαντική αλλαγή στην ψυχολογία των εργατικών μαζών και της νεολαίας, με την ανάδειξη στο προσκήνιο μιας νέας πολιτικής ελπίδας. Όλα αυτά θα συμβούν όμως, μόνο αν ενισχυθεί αποφασιστικά το ΚΚΕ, που είναι το μόνο μαζικό εργατικό κόμμα στη χώρα, το μόνο που μπορεί να αποτελέσει ισχυρό πόλο συσπείρωσης της εργατικής τάξης απέναντι στα αστικά κόμματα και  επίσης το μόνο που μπορεί να διεκδικήσει με αξιώσεις την τρίτη (ακόμα και τη δεύτερη) εκλογική θέση, εκθρονίζοντας από αυτήν τη νεοναζιστική Χρυσή Αυγή και στέλνοντας ένα ισχυρό μήνυμα εργατικής αντεπίθεσης.

Εξίσου σημαντικός λόγος για την εκλογική ενίσχυση του ΚΚΕ είναι και το γεγονός ότι το κόμμα σήμερα, από την άποψη του πολιτικού του προγράμματος, βρίσκεται πιο κοντά στις μπολσεβίκικες – λενινιστικές αντιλήψεις περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη περίοδο τα τελευταία 80 χρόνια. Η μαζική ψήφος στο ΚΚΕ, λόγω της ύπαρξης αυτού του προγράμματος, δεν θα σημαίνει όπως στο παρελθόν υποστήριξη σε κάποιου είδους «Λαϊκό Μέτωπο», σε κάποιας μορφής κυβέρνηση ταξικής συνεργασίας με τους αστούς, αλλά μια ξεκάθαρη ψήφο υπέρ της εργατικής εξουσίας και του σοσιαλισμού, κάτι που θα αποτελεί αντικειμενικά ένα επαναστατικό γεγονός.

Για όλους αυτούς τους λόγους, η Κομμουνιστική Τάση, χωρίς να παραιτείται καθόλου από το δικαίωμά της να ασκεί κριτική στα (έως και πολύ σοβαρά) σφάλματα πολιτικής και τακτικής στα οποία υποπίπτει επανειλημμένα η ηγεσία του κόμματος, έχει ξεκάθαρα τοποθετηθεί υπέρ της μαζικής ψήφου στο ΚΚΕ και καλεί κάθε συνειδητό αγωνιστή του εργατικού κινήματος και της νεολαίας να παλέψει για την εκλογική επιτυχία του κόμματος, μετατρέποντάς την σε αφετηρία για την αντεπίθεση της εργατικής τάξης, που θα φέρει πιο κοντά μια επαναστατική σοσιαλιστική διέξοδο από το σημερινό καπιταλιστικό εφιάλτη, τη μόνη δηλαδή, πραγματική και προοδευτική έξοδο από τα Μνημόνια.

Σταμάτης Καραγιαννόπουλος