Εκλογές 2019

Τα αποτελέσματα των κοινοβουλευτικών εκλογών της 7ης Ιουλίου ανέδειξαν δύο κυρίαρχα στοιχεία: τη μεγάλη ταξική πόλωση και την παγιοποίηση του φαινομένου της πολύ υψηλής αποχής.

Η έκφραση της ταξικής πόλωσης – παρά τον διαστρεβλωμένο χαρακτήρα που προσδίδει σε αυτήν την έκφραση η πλήρης πολιτική προσχώρηση της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ στον καπιταλισμό – ήταν η μεγάλη αύξηση των ψήφων της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ σε σύγκριση με τις Ευρωεκλογές της 26ης Μαΐου, μέσα σε διάστημα μόλις 42 ημερών από τη διεξαγωγή τους και με τα ίδια σχεδόν επίπεδα συμμετοχής του εκλογικού σώματος. Η Ν.Δ, συσπειρώνοντας τις κοινωνικές δυνάμεις του σύγχρονου αστικού πολιτικού στρατοπέδου στον μέγιστο βαθμό που αυτό μπορεί να γίνει στις παρούσες συνθήκες, έλαβε 378.274 περισσότερες ψήφους σε σχέση με τις Ευρωεκλογές (+6,73%) και ο ΣΥΡΙΖΑ, λαμβάνοντας μαζικά αντιδεξιές ψήφους από την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, αύξησε τη δική του δύναμη κατά 437.579 ψήφους (+7,75%). Το αθροιστικό ποσοστό των δύο μεγάλων σε εκλογική επιρροή κομμάτων αυξήθηκε από το χαμηλό 56,24% των Ευρωεκλογών στο υψηλότατο 71,38%, ξεπερνώντας και το αντίστοιχο των προηγούμενων κοινοβουλευτικών εκλογών του Σεπτεμβρίου του 2015 (63,56%).

Η αποχή διατηρήθηκε σε πολύ υψηλά επίπεδα, ξεπερνώντας για λίγο, ακόμα και τα επίπεδα των Ευρωεκλογών. Τότε είχε διαμορφωθεί στο 41,31%, ενώ στις 7 Ιουλίου ανέβηκε στο 42,08%. Είναι η πρώτη φορά που η αποχή σε κοινοβουλευτικές εκλογές ξεπερνάει τα επίπεδα αποχής των πιο πρόσφατων Ευρωεκλογών. Αυτό το στοιχείο, παρότι στους εκλογικούς καταλόγους δεν έχει γίνει πρόσφατη «εκκαθάριση» με αποτέλεσμα η πραγματική αποχή να είναι πιθανότατα 10 με 15 ποσοστιαίες μονάδες μικρότερη και παρότι, επίσης, υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός Ελλήνων μεταναστών της τελευταίας δεκαετίας οι οποίοι στην πλειονότητά τους απουσιάζουν από τη χώρα την ημέρα των εκλογών, αντικατοπτρίζει ωστόσο ενδεικτικά το βάθος και την έκταση της πολιτικής απογοήτευσης που επικρατεί στις τάξεις μεγάλων, χτυπημένων από την κρίση, τμημάτων του εργαζόμενου λαού και της νεολαίας.

Μεταξύ των απεχόντων ψηφοφόρων (4.191.675 ο αριθμός τους τυπικά, με βάση τους εκλογικούς καταλόγους, που όμως όπως είπαμε δεν είναι αξιόπιστος και θα πρέπει να υπολογίζονται πραγματικά σε 2,5 περίπου εκατομμύρια) βρίσκονται εκατοντάδες χιλιάδες, κυρίως νέοι, που απογοητεύτηκαν και παθητικοποιήθηκαν πολιτικά μετά από τη μεγάλη προδοσία του ΟΧΙ του Δημοψηφίσματος του 2015 από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και πληβειακά κοινωνικά στρώματα χωρίς πολιτική ελπίδα για μια άμεση βελτίωση της ζωής τους, τα οποία ήδη πριν από την κρίση είχαν αρχίσει να απέχουν εκλογικά και με την εμφάνιση της κρίσης μονιμοποίησαν αυτήν τη στάση. Αυτού του είδους η ταξική φυσιογνωμία της αποχής, την καθιστά αντικειμενικά μια εκλογική στάση που πλήττει κυρίως τα κόμματα που μιλούν στο όνομα της Αριστεράς και της εργατικής τάξης, αποτυπώνοντας ταυτόχρονα την χτυπητή πολιτική αδυναμία τους να χτίσουν δεσμούς με αυτά τα στρώματα και να εκφράσουν τη δυσαρέσκεια που αισθάνονται για την εφιαλτική, σύγχρονη καπιταλιστική πραγματικότητα.

Καμιά στροφή στα δεξιά – Η νίκη της Ν.Δ ήρθε κυρίως από αστικές, κεντροδεξιές ψήφους

Η Ν.Δ, όπως αναμενόταν, επικράτησε και πέτυχε μια οριακά άνετη αυτοδυναμία με 39,85 %, 2.251.411 ψήφους και 158 έδρες. Όπως, όμως, τονίσαμε και στις εκτιμήσεις μας αμέσως μετά το αποτέλεσμα των Ευρωεκλογών, η εκλογική νίκη της Ν.Δ δεν οφείλεται σε κάποιο ισχυρό δεξιό ρεύμα μέσα στην κοινωνία, αλλά στη μέγιστη δυνατή, στις παρούσες συνθήκες, συσπείρωση της σύγχρονης κοινωνικής βάσης του αστικού πολιτικού στρατοπέδου. Κόντρα στις υπεραισιόδοξες προβλέψεις τον αστών για μια μεγάλη υπέρβαση του 40% και μια ισχυρή αυτοδυναμία των 165-170 εδρών, είχαμε εκτιμήσει την επομένη των Ευρωεκλογών ότι το εκλογικό «ταβάνι» της ΝΔ θα βρίσκεται κοντά στον αριθμό των ψήφων του ΝΑΙ στο δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015. Πράγματι, αυτό συνέβη και έτσι η ΝΔ έλαβε μόλις 6.000 περίπου περισσότερες ψήφους, από τις 2.245.537 που είχε λάβει το ΝΑΙ  στο ιστορικό δημοψήφισμα.

Διαψεύδοντας τις προσδοκίες των αστών, αλλά και τον υπερβολικό πεσιμισμό των περισσότερων κομμάτων και οργανώσεων της Αριστεράς, που διέβλεπαν μεγάλες μετακινήσεις από τ’ αριστερά προς τα δεξιά, η Ν.Δ, σύμφωνα με τα αποτελέσματα του κοινού exit poll των εταιρειών δημοσκοπήσεων, αλλά και μετά από μια στοιχειωδώς προσεκτική ματιά στα αποτελέσματα σε σύγκριση με εκείνα των Ευρωεκλογών, διαπιστώνεται ότι αύξησε το ποσοστό της με ψήφους που προέρχονταν κυρίως από τα διαλυμένα ήδη ή τα υπό διάλυση κόμματα της κεντροδεξιάς και της μετριοπαθούς ακροδεξιάς. Από τ’ αριστερά πήρε μόνο 67 περίπου χιλιάδες ψήφους από τον ΣΥΡΙΖΑ (μόλις το 5% της εκλογικής δύναμης του εκλογικά ηττημένου ΣΥΡΙΖΑ), 16 περίπου χιλιάδες από το ΜΕΡΑ 25 και περίπου 6 χιλιάδες ψήφους από το ΚΚΕ. Την ίδια στιγμή όμως, από τη Ν.Δ έφυγαν και περίπου 47 χιλιάδες ψηφοφόροι προς τον ΣΥΡΙΖΑ, κάνοντας τη συνολική «δεξαμενή» της από τ’ αριστερά, πρακτικά πολύ αδύναμη και από τη σκοπιά του τελικού εκλογικού αποτελέσματος, εντελώς αμελητέα.

Αντίθετα, ο κύριος όγκος των ψηφοφόρων, οι υπόλοιπες 280 περίπου χιλιάδες νέες ψήφοι της Ν.Δ, προήλθαν από την Ένωση Κεντρώων (περίπου 50 χιλιάδες σύμφωνα με το exit poll), από τους δεξιότερους ψηφοφόρους του ΚΙΝΑΛ (περίπου 43 χιλιάδες σύμφωνα με το exit poll) και από άλλους δεξιούς-κεντροδεξιούς αστικούς σχηματισμούς που είχαν κατέβει στις Ευρωεκλογές αλλά δεν κατέβηκαν στις κοινοβουλευτικές εκλογές, όπως το Ποτάμι (από αυτό η ΝΔ πήρε περίπου 22 χιλιάδες ψήφους σύμφωνα με το exit poll), το ΛΑΟΣ (είχε λάβει στις Ευρωεκλογές περίπου 70 χιλιάδες ψήφους), τη Νέα Δεξιά (είχε λάβει περίπου 37 χιλιάδες), τους ΑΝΕΛ (είχαν λάβει περίπου 45 χιλιάδες), τους Πολίτες του Η. Ψινάκη (είχαν λάβει περίπου 51 χιλιάδες) και τη δεξιά Ελεύθερη Πατρίδα (είχε λάβει περίπου 41 χιλιάδες).

Όπως ακριβώς επίσης είχαμε προβλέψει, η ΝΔ δεν κατάφερε να πάρει μεγάλο αριθμό από τις ψήφους της Χρύσης Αυγής στις Ευρωεκλογές, ούτε και να «εξαϋλώσει» την εκλογική δύναμη του κόμματος του Βελόπουλου, όπως προέβλεπαν οι αστοί αναλυτές. Η Ν.Δ σύμφωνα με το exit poll έλαβε μόλις 22 χιλιάδες ψήφους περίπου από τη Χρυσή Αυγή, μόλις το 8% της εκλογικής δύναμης των νεοναζί, ενώ η Ελληνική Λύση έχασε μόνο περίπου 30 χιλιάδες ψήφους από τις Ευρωεκλογές, χωρίς να ωφεληθεί ισχυρά από αυτήν την απώλεια η Ν.Δ. Αυτό επιβεβαίωσε τη γενικότερη εκτίμηση που κάναμε αμέσως μετά της Ευρωεκλογές, ότι η εκλογική βάση της άκρας δεξιάς είναι σήμερα πολύ συμπαγής. Αποτελείται από μερικές εκατοντάδες χιλιάδες καθυστερημένους πολιτικά, κάποιοι από αυτούς «λουμπενοποιημένοι» ή υπό την άμεση απειλή «λουμπενοποίησης», αντιδραστικούς μικροαστούς ψηφοφόρους, που μέσα στα χρόνια της καπιταλιστικής κρίσης «έσπασαν» αποφασιστικά από το παραδοσιακό αστικό πολιτικό στρατόπεδο και δεν επιθυμούν να ξαναγυρίσουν πλέον σε αυτό.

Η ταξική σύνθεση των ψηφοφόρων της ΝΔ της 7ης Ιουλίου ήταν ξεκάθαρα κυρίως αστική. Η επικράτησή της δεν στηρίχθηκε σε κάποιο ισχυρό ρεύμα υποστήριξης μέσα στην εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα. Αυτό αποτυπώθηκε χαρακτηριστικότερα στην Αττική, όπου η Ν.Δ ήρθε πρώτη στους δύο μεγαλύτερους Δήμους της, στην Αθήνα και τον Πειραιά, και επίσης, στους περισσότερο αστικής σύνθεσης Δήμους του Νότιου και του Βόρειου Τομέα της Β΄ περιφέρειας της Αθήνας και της Ανατολικής Αττικής.

Πιο συγκεκριμένα, η Ν.Δ έλαβε υψηλά ποσοστά στους πλούσιους και παραδοσιακά συντηρητικούς Δήμους Αγίας Παρασκευής, Αμαρουσίου, Βριλησσίων, Ηρακλείου, Κηφισιάς (Εκάλη 83,74%, Κηφισιά 62,72%), Λυκόβρυσης-Πεύκης, Παπάγου-Χολαργού (στου Παπάγου έλαβε 65%), Πεντέλης, Φιλοθέης – Ψυχικού (Φιλοθέη 78,96% – Π. Ψυχικό 75,83%) και Χαλανδρίου. Επικράτησε επίσης στο Νότιο Τομέα και στους Δήμους Αλίμου, Γλυφάδας, Δάφνης – Υμηττού, Ελληνικού – Αργυρούπολης, Ζωγράφου, Νέας Σμύρνης, Παλιού Φαλήρου και σχετικά οριακά στον Δήμο Ηλιούπολης. Καθολική ήταν η νίκη της στην αστική Α΄ Πειραιά και σε όλα τα νησιά του Αργοσαρωνικού, ενώ επίσης επικράτησε στους 11 από τους 13 Δήμους της Ανατολικής Αττικής (Βάρης – Βούλας – Βουλιαγμένης, Διονύσου, Κρωπίας, Μαραθώνος, Μαρκοπούλου, Παιανίας, Παλλήνης, Ραφήνας – Πικερμίου, Σαρωνικού, Σπάτων – Αρτέμιδος και Ωρωπού).

Όλα αυτά αποδεικνύουν ότι είναι σοβαρά λαθεμένη κάθε εκτίμηση περί συντηρητικής, δεξιάς στροφής του εκλογικού στρώματος. Η Ν.Δ ψηφίστηκε σε γενικές γραμμές από τις αστικές κοινωνικές δυνάμεις που συσπειρώθηκαν στο ΝΑΙ το καλοκαίρι του 2015. Οι αντίπαλες ταξικά, συντριπτικά πλειοψηφικές κοινωνικές δυνάμεις του ΟΧΙ, τα περίπου 3,5 εκατομμύρια ψηφοφόροι που τοποθετήθηκαν στο δημοψήφισμα είτε υπέρ του ΟΧΙ (αφαιρούμενων των ακροδεξιών ψήφων), είτε υπέρ της λαθεμένης θέσης που είχε προτείνει η ηγεσία του ΚΚΕ για άκυρο, λευκό, αποχή, δεν στράφηκαν προς τα δεξιά, δεν πήγαν στη Ν.Δ ή την άκρα δεξιά. Είτε τοποθετήθηκαν αντιδεξιά, ψηφίζοντας τα τιτλοφορούμενα ως αριστερά κόμματα, κατά κύριο λόγο τον ΣΥΡΙΖΑ για τους λόγους που θα εξηγήσουμε στη συνέχεια, είτε απείχαν για να εκφράσουν (αδιέξοδα) την πολιτική τους απογοήτευση.

Στην πραγματικότητα η Ν.Δ του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν κατάφερε να πάρει ούτε καν τον αριθμό των ψήφων που έλαβε το 2009 η ΝΔ του Καραμανλή στη συντριπτική της ήττα από το τότε ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου. Τότε η ηττημένη Ν.Δ είχε λάβει 2.295.719 ψήφους, δηλαδή σχεδόν 50 χιλιάδες ψήφους περισσότερες από εκείνες που έλαβε η νικήτρια Ν.Δ στις εκλογές της 7ης Ιουλίου!

Η νέα κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη αναπόφευκτα θα εξαπολύσει σκληρή επίθεση και προς τα ήδη σοβαρά χτυπημένα από την κρίση, μεσαία αστικά στρώματα που συγκροτούν την εκλογική της βάση, με σκοπό να αυξήσει τα κέρδη του κεφαλαίου μέσα σε συνθήκες διολίσθησης σε μια νέα διεθνή καπιταλιστική ύφεση. Ήδη οι πρώτες αντιδράσεις της Κομισιόν αμέσως μετά την εκλογή της νέας κυβέρνησης, που έκαναν λόγο για άμεση ανάγκη να διασφαλιστεί η επίτευξη του φετινού στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα, καθιστούν απαγορευτικές τις όποιες μειώσεις φόρων εξήγγειλε για τους μικροαστούς ο Κ. Μητσοτάκης. Επιπλέον, η πρακτική εφαρμογή των αντιδραστικών προεκλογικών εξαγγελιών του νέου πρωθυπουργού και των στελεχών του σχετικά με τα εργασιακά (7ήμερη εργασία κ.λπ), τα δημοσιονομικά (διοχέτευση του αποθεματικού των υπερπλεονάσματων στις τράπεζες με μια νέα ανακεφαλαιοποίηση), την Υγεία («ντε φάκτο» ιδιωτικοποίηση των νοσοκομείων μέσα από «συνεργασίες με ιδιωτικά κέντρα παροχής υπηρεσιών Υγείας») και την κοινωνική ασφάλιση (άμεση ιδιωτικοποίηση της επικουρικής ασφάλισης), θα κάνει τη νέα κυβέρνηση ιδιαίτερα μισητή στην κοινωνία. Αναπόφευκτα, τα επόμενα χρόνια θα αποδειχτεί ότι αυτή η νίκη της 7ης Ιουλίου συνιστά μια αναλαμπή σε μια γενικότερη ιστορική πορεία συρρίκνωσης της απήχησής της Ν.Δ, που ξεκίνησε από το 2009.

Επιπλέον, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι τα υψηλά επίπεδα αποχής κάνουν τη νέα κυβέρνηση Κ. Μητσοτάκη ακόμα λιγότερο νομιμοποιημένη δημοκρατικά, την καθιστούν μια κυβέρνηση ξεκάθαρης λαϊκής μειοψηφίας. Ο Κ. Μητσοτάκης αρχίζει να κυβερνά υποστηριζόμενος μόνο από την κοινωνική μειοψηφία του ΝΑΙ του δημοψηφίσματος του 2015. Και μόνο αυτό το γεγονός, αντικειμενικά δημιουργεί έναν αρνητικό συσχετισμό για την κυβέρνησή του στην κοινωνία, παρά την οριακά άνετη κοινοβουλευτική του πλειοψηφία. Αυτός ο συσχετισμός είναι η βάση, η «πρώτη ύλη», για να ξεδιπλωθούν αναπόφευκτα τα επόμενα χρόνια μαζικοί και δυναμικοί ταξικοί και πολιτικοί αγώνες ενάντια στην κυβέρνηση της Ν.Δ και την πολιτική της.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έλαβε αντιδεξιά ψήφο αλλά ο Τσίπρας προαναγγέλλει νέα δεξιά στροφή

Ο ΣΥΡΙΖΑ λαμβάνοντας ποσοστό 31,53%, 1.781.174 ψήφους και 86 έδρες έγινε ο βασικός αποδέκτης μιας ισχυρής εργατικής και νεολαιίστικης αντιδεξιάς ψήφου. Παρά και ενάντια σε μια υποτονική προεκλογική καμπάνια, στην οποία η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν υποσχόταν τίποτα ουσιαστικό για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, παρά μόνο το ότι θα εγγυηθεί τα «ψίχουλα» που παραχώρησε τους τελευταίους μήνες σε ακραία εξαθλιωμένα κοινωνικά στρώματα από τα αποθεματικά που δημιούργησε η πολύχρονη άγρια λιτότητα, και επίσης, παρά και ενάντια σε μια προεκλογική ηγετική στόχευση προς τη «μεσαία τάξη» (που όμως ψήφισε όπως είδαμε μαζικά τη Ν.Δ), οι εργαζόμενοι και η νεολαία, για τους δικούς τους ταξικούς λόγους και χωρίς ίχνος ενθουσιασμού για τη μνημονιακή πολιτική της απερχόμενης κυβέρνησης, ψήφισαν μαζικά ΣΥΡΙΖΑ, μόνο και μόνο για να μην έρθει στην κυβέρνηση η Ν.Δ.

Συνολικά, στην κάλπη των κοινοβουλευτικών εκλογών σε σύγκριση με τις Ευρωεκλογές έπεσαν 459.165 ψήφοι περισσότερες προς τα αριστερά κόμματα που μπήκαν στο κοινοβούλιο. Από αυτές, ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε τη «μερίδα του λέοντος», κερδίζοντας τις 437.579 και ψηφίστηκε μαζικά στους εργατικούς και φτωχότερους λαϊκούς Δήμους. Ενδεικτικά είναι τα αποτελέσματα για τον ΣΥΡΙΖΑ στην Αττική. Ήρθε πρώτος στις πιο εργατικές-λαϊκές περιοχές του Βόρειου τομέα της Β΄ Περιφέρειας, όπως οι Δήμοι Γαλατσίου, Νέας Ιωνίας, Νέας Φιλαδέλφειας – Νέας Χαλκηδόνας και Μεταμόρφωσης. Πρώτος ήρθε επίσης, σε όλους τους Δήμους του Δυτικού Τομέα, δηλαδή σε Αγία Βαρβάρα, Αγίους Αναργύρους – Καματερό, Αιγάλεω, Ίλιον, Περιστέρι, Πετρούπολη και στο Χαϊδάρι. Επικράτησε και στις πιο εργατικές και λαϊκές περιοχές του Νοτίου Τομέα, όπως στους Δήμους Αγίου Δημητρίου, Βύρωνα, Καισαριανής, Καλλιθέας και Μοσχάτου – Ταύρου.

Στην εργατική Β΄ Πειραιώς, ο ΣΥΡΙΖΑ επικράτησε παντού εκτός από την Σαλαμίνα, δηλαδή στους Δήμους Κερατσινίου – Δραπετσώνας, Κορυδαλλού, Νίκαιας – Αγ. Ιωάννη Ρέντη και Περάματος. Τέλος, στους φτωχότερους Δήμους της Δυτικής Αττικής, επίσης κατέλαβε την πρώτη θέση, δηλαδή στους Δήμους Ασπροπύργου, Ελευσίνας και Φυλής, ενώ στους νέους 17-24 ετών, όπου η Ν.Δ είχε κατακτήσει την πρώτη θέση στις Ευρωεκλογές, ο ΣΥΡΙΖΑ επανέκαμψε, κερδίζοντας 10 μονάδες και απέσπασε την πρώτη θέση με 38% έναντι 30,4% της Ν.Δ.

Πως μπορεί να εξηγηθεί αυτό το φαινόμενο; Όπως ήδη αναφέραμε, δεν μπορεί να εξηγηθεί από κάποιον ενθουσιασμό για τη δεξιά κυβερνητική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ. Η εργατική τάξη και η νεολαία ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ στη μεγάλη τους πλειονότητα ορμώμενοι από ένα προοδευτικό, ταξικό μίσος για τη Ν.Δ. Ούτε καν ασχολήθηκαν με το προεκλογικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Μόνο δύο κατηγορίες ανθρώπων θα μπορούσαν να χαρακτηρίσουν αυτήν την αντιδεξιά ψήφο ως ένδειξη υποστήριξης της δεξιάς, μνημονιακής πολιτικής του Τσίπρα από την εργατική τάξη και τη νεολαία: οι άφρονες σεχταριστές-αριστεριστές, που παντού βλέπουν «στροφές της εργατικής τάξης στα δεξιά» και βέβαια, η ίδια η αλαζονική  ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ.

Ασφαλώς, η ψήφος στον ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι καθόλου απαλλαγμένη από πολιτική σύγχυση και αυταπάτες. Αναμφίβολα, ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ δεν είναι δυο ίδια κόμματα. Έχουν διαφορετική κοινωνική βάση, ο ΣΥΡΙΖΑ εργατική – προοδευτική και η Ν.Δ αστική, αντιδραστική, αλλά και διαφορετικές ιδρυτικές ιδεολογικές και πολιτικές αναφορές. Ωστόσο, η σταθερή επιλογή της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ να υποταχθεί στην άρχουσα τάξη και να διαχειριστεί τον σάπιο ελληνικό καπιταλισμό, κάνει και τα δύο κόμματα, τον ΣΥΡΙΖΑ και τη Ν.Δ στην κυβέρνηση, ιδιαίτερα σε μία περίοδο ύφεσης και κρίσης, να εφαρμόζουν την ίδια ακριβώς αντιδραστική πολιτική και να μοιάζουν «σαν δυο σταγόνες νερό». Όταν οι ρεφορμιστές έρχονται στην εξουσία αποφασισμένοι να διαχειριστούν την κρίση του καπιταλισμού, όπως ακριβώς έκαναν και είναι αποφασισμένοι να ξανακάνουν οι ηγέτες του ΣΥΡΙΖΑ, τότε καμία αφηρημένη «ιδεολογική αναφορά» δεν τους εμποδίζει να γίνουν ίδιοι με τους παραδοσιακούς αστούς πολιτικούς, αντίθετα προς ό,τι ίσως πολιτικά «αφελώς» πιστεύουν παρασυρμένοι από τις μικροπαραχωρήσεις της τελευταίας περιόδου, εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι και νέοι.

Θα μας επιτρέψουν όμως οι αριστεριστές, οι οποίοι αντί να κατανοήσουν – το τονίζουμε, όχι να δικαιολογήσουν και να υποστηρίξουν, αλλά να κατανοήσουν – αυτή την «αφελή» αυταπάτη, ενοχοποιούν πολιτικά τους εργαζόμενους, να τονίσουμε ότι οι τελευταίοι που ευθύνονται γι’ αυτήν την «αφέλεια» είναι οι εργαζόμενοι. Γιατί τα πράγματα θα ήταν εντελώς διαφορετικά στις εκλογές, αν π.χ η ηγεσία του ΚΚΕ «φώναζε» με την πολιτική και την τακτική της ότι δεν θέλει απλώς να γίνει μια «ισχυρή αντιπολίτευση», αλλά πως επιθυμεί να ανοίξει άμεσα τον δρόμο για μια άλλη, σοσιαλιστική λύση εξουσίας. Τότε, πάνω στη βάση μιας εναλλακτικής προοπτικής εξουσίας, δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι θα «έσπαζαν» από τη μίζερη, παθητική εκλογική υποστήριξη στον ΣΥΡΙΖΑ και θα άρχισαν να υποστηρίζουν το ΚΚΕ. Όταν όμως μια τέτοια πολιτική εναλλακτική λύση εξουσίας απουσιάζει από τον άμεσο ορίζοντα των εργατικών μαζών, τότε είναι νόμος, ο οποίος έχει αποδειχθεί πολλές φορές σε ολόκληρο τον κόσμο, το ότι οι εργαζόμενοι περιορίζονται να τοποθετούνται εκλογικά με κριτήριο την (σε τελική ανάλυση) αυταπάτη του «μικρότερου κακού» (δηλαδή του δεξιού ρεφορμισμού). Ενός «μικρότερου κακού», που όπως αποδείχθηκε με τη νίκη της Ν.Δ, υπάρχει, όχι για να εμποδίζει, αλλά μόνο για να προετοιμάζει τον δρόμο για το «μεγαλύτερο κακό».

Παρότι αυτό μπορεί να ηχεί σαν «σοφιστεία», πρέπει να τονίσουμε ότι την εκλογική νίκη της Ν.Δ του Κυριάκου Μητσοτάκη «έχτισε» μεθοδικά με την πολιτική της η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, ιδιαίτερα από τον Ιούλιο του 2015 και μετά. Αρχικά, προδίδοντας το ΟΧΙ του δημοψηφίσματος, μετέτρεψε μια μεγάλη ήττα της αντίδρασης σε μία πολιτική ήττα των κοινωνικών δυνάμεων της επανάστασης. Έτσι έστειλε μαζικά στην πολιτική απογοήτευση εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους και παρείχε το έδαφος για την παράλυση του εργατικού κινήματος. Αργότερα, ψηφίζοντας και εφαρμόζοντας απαρέγκλιτα τα Μνημόνια χωρίς αντίσταση από το παραλυμένο εργατικό κίνημα, δικαίωσε πολιτικά τους γνήσιους υπερασπιστές τους και αναγέννησε το μέχρι πρότινος βυθισμένο στην κρίση, αστικό πολιτικό στρατόπεδο. Το μόνο που είχε να κάνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης από το 2016 που εξελέγη πρόεδρος της Ν.Δ ήταν το εύκολο έργο να κρατήσει ενωμένο αυτό το στρατόπεδο στις ευνοϊκές νέες συνθήκες που διαμόρφωσε με τις επιλογές της η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και να περιμένει τις εκλογές μέχρι να επιστρέψει στην κυβέρνηση. Με αυτήν την έννοια, οι άνθρωποι που διαδραμάτισαν τον ρόλο – κλειδί  στην εκλογική επικράτηση της ΝΔ δεν είναι ο Κ. Μητσοτάκης και οι συν αυτώ, αλλά ο «χαρισματικός» Αλέξης Τσίπρας, η κυβέρνησή του και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ.

Τώρα η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ για μία ακόμα φορά, αποδεικνύει τον αδίστακτο, δεξιό πολιτικό χαρακτήρα της. Εκμεταλλευόμενη τη μαζική αντιδεξιά ψήφο της εργατικής τάξης και της νεολαίας προς τον ΣΥΡΙΖΑ και φουσκωμένη από αλαζονεία επιχειρεί να προωθήσει σχέδια για μια περαιτέρω δεξιά στροφή του κόμματος. Έτσι, ο Α. Τσίπρας στις πρώτες μετεκλογικές του δηλώσεις προανήγγειλε «τον μετασχηματισμό του ΣΥΡΙΖΑ σε μια μεγάλη παράταξη, σε ένα σύγχρονο και μαζικό, αριστερό, προοδευτικό κίνημα».

Πίσω από αυτά τα θολά λόγια κρύβονται οι εξής επιδιώξεις: 1) Ο Α. Τσίπρας θέλει να απαλλαγεί από τους όποιους εσωκομματικούς αμφισβητίες από τ’αριστερά έχουν απομείνει στο κόμμα. Γι’ αυτό, θέλει να διαλύσει τον υπάρχοντα κομματικό μηχανισμό μέσα σ’ ένα πλατύτερο και μαζικότερο κόμμα χωρίς ψήγματα δημοκρατικών διαδικασιών και δομών, στο οποίο θα επικρατούν απόλυτα οι προσωπικοί του υποστηρικτές, σε όλα τα επίπεδα.

2) Θέλει να φτιάξει ένα ακόμα φιλικότερο προς την άρχουσα τάξη και τον καπιταλισμό κόμμα, αποδεικνύοντας στους αστούς ότι έχει ξεπεράσει πλήρως τις «παιδικές, ριζοσπαστικές-αριστερές του ασθένειες». Το βασικό μέσο γι’ αυτόν το σκοπό θα είναι η «διεύρυνση προς το Κέντρο»,  δηλαδή η επιτάχυνση της διαδικασίας ένταξης καριεριστών προερχόμενων από την ελεγχόμενη από τους αστούς παλιά ηγεσία του ΠΑΣΟΚ και από το νέο, ακόμα πιο ελεγχόμενο από τους ίδιους και μόνιμα ευρισκόμενο υπό το φάσμα μια νέας διάσπασης, ΚΙΝΑΛ.

Το νέο κομματικό «όραμα» του Α. Τσίπρα είναι ένα προσωποπαγές σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, επίσημα και ολόψυχα αποδεκτό από την ελληνική άρχουσα τάξη και την αντιδραστική διεθνή σοσιαλδημοκρατία. Ένα τέτοιο κόμμα όμως, δεν έχει τίποτα το προοδευτικό. Θα είναι ένας αρχηγοκεντρικός εκλογικός μηχανισμός με καριερίστες του κοινοβουλίου και του αστικού κράτους, που δεν θα έχει κανέναν χώρο για τα αιτήματα και την ενεργή παρέμβαση της εργατικής τάξης και της νεολαίας. Ήδη ο υπάρχων μνημονιακός ΣΥΡΙΖΑ έχει αποδειχθεί οργανικά ανίκανος να χτίσει ισχυρούς δεσμούς με τις μαζικές συνδικαλιστικές οργανώσεις της εργατικής τάξης και της νεολαίας. Ένα κόμμα όπως αυτό που επιθυμεί να φτιάξει ο Τσίπρας, δεν πρόκειται καθόλου να αλλάξει αυτήν την κατάσταση.

Το πιθανότερο ενδεχόμενο με αυτήν τη σχεδιαζόμενη νέα δεξιά στροφή, είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, ως συνέχεια της σημερινής του κατάστασης να αποδειχθεί και τυπικά απόλυτα ανίκανος να συνδεθεί ενεργά με τα μαζικά κινήματα που έρχονται ενάντια στη Ν.Δ. Ο ρόλος του στα νέα αυτά κινήματα θα τείνει να είναι εντελώς παθητικός. Με νωπές τις μνήμες από την αντεργατική μνημονιακή του διακυβέρνηση, θα είναι σε θέση να συνδεθεί στην καλύτερη περίπτωση μόνο με τα πιο παθητικά και πολιτικά καθυστερημένα στοιχεία της εργατικής τάξης και της νεολαίας.

Η πολιτική αλαζονεία του Τσίπρα και τα σχέδιά του, που βρίσκονται σε πλήρη αναντιστοιχία με το πνεύμα της αντιδεξιάς ψήφου που του έδωσε η εργατική εκλογική βάση του ΣΥΡΙΖΑ στις 7 Ιουλίου, δεν πρόκειται να μείνει πολιτικά ατιμώρητη από αυτήν. Η υποστήριξη των κομμάτων που βρίσκονται στ’ αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ και έχουν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση θα τείνει να ενισχυθεί από τις εργατικές μάζες και τη νεολαία, μέσα από τη διαδικασία εξαγωγής πολιτικών συμπερασμάτων για τις πολιτικές αιτίες που οδήγησαν στην άνοδο της ΝΔ στην εξουσία και μέσα από την ίδια την πείρα των νέων μαζικών κινημάτων, στα οποία ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι στην καλύτερη περίπτωση «ουραγός» ή ένας απρόθυμος, υποκριτικός και δημαγωγικός κοινοβουλευτικός τους υποστηρικτής. Από αυτήν τη διαδικασία είναι ανάγκη να βγει αποφασιστικά ενισχυμένο το μαζικό εργατικό κόμμα που εκπροσωπεί τον κομμουνισμό στη χώρα, δηλαδή το ΚΚΕ. Αλλά για να συμβεί αυτό, θα πρέπει να διορθωθούν επειγόντως τα σοβαρά λάθη στην πολιτική και την τακτική του κόμματος, που το έχουν οδηγήσει στη σημερινή αδυναμία να αυξήσει ουσιαστικά την επιρροή του μέσα στις μάζες της εργατικής τάξης και της νεολαίας.

ΚΚΕ: Το «ρήγμα» με τις πλατύτερες εργατικές μάζες και πως θα ξεπεραστεί

Το ΚΚΕ έλαβε ποσοστό 5,3% και 299.592 ψήφους, εκλέγοντας 15 βουλευτές και σημειώνοντας το ίδιο σχεδόν αποτέλεσμα με τις Ευρωεκλογές, με μια μικρή απώλεια 3.011 ψήφων. Για μία ακόμα φορά από τον Ιούνιο του 2012, το κόμμα έμεινε σε γενικές γραμμές, με την ίδια σταθερή, αλλά και στάσιμη, εκλογική απήχηση. Συνεχίζει να αντλεί την εκλογική του σταθερότητα από τις βαθιές ιστορικές του ρίζες στην εργατική τάξη, την ακούραστη δραστηριότητα των μελών του και την ξεκάθαρη άρνησή του κατά τις 3 τελευταίες δεκαετίες να εμπλακεί σε οποιαδήποτε σχέδια αστικής διαχείρισης. Όμως ταυτόχρονα, συνεχίζει να μην εμφανίζει ούτε μια στοιχειώδη δυναμική αύξησης της επιρροής του, όπως έδειξαν και οι κάλπες της 7ης Ιουλίου. Και για το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί να ευθύνεται ούτε ο «δικομματισμός», ούτε κάποιο άλλο, ανυπέρβλητο αντικειμενικό εμπόδιο. Ευθύνονται τα ίδια τα επαναλαμβανόμενα λάθη στην πολιτική και την τακτική του.

Ως ενεργοί εκλογικοί υποστηρικτές του κόμματος, τα μέλη της Κομμουνιστικής Τάσης δικαιούμαστε να το επαναλάβουμε, χωρίς να κατηγορηθούμε για κακόβουλη κριτική: η σεχταριστική τακτική της περιόδου 2010-2015, με αποκορύφωμα την άρνηση συμμετοχής – ΑΣΦΑΛΩΣ ΜΕ ΈΝΑ ΡΙΖΙΚΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΑΠΟ ΕΚΕΙΝΟ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΣΥΡΙΖΑ, ΔΙΚΟ ΤΟΥ, ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ – στη μάχη των εργατικών μαζών του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα του Ιούλη του 2015, έχει δημιουργήσει ένα μεγάλο «ρήγμα» ανάμεσα στο κόμμα και τις πλατιές εργατικές μάζες. Το καθήκον του ΚΚΕ είναι μέσα από εξαντλητική συζήτηση να διορθώσει άμεσα αυτά τα κρίσιμα λάθη.

Δυστυχώς, τα πρώτα δείγματα από τις δημόσιες δηλώσεις της ηγεσίας για τα εκλογικά αποτελέσματα δεν είναι ενθαρρυντικά. Υποστηρίζεται ότι το κόμμα κατάφερε να επιβιώσει από τις «συμπληγάδες του δικομματισμού» και ότι είχαμε μια δεξιά στροφή στο εκλογικό σώμα. Σε ό,τι αφορά τη «δεξιά στροφή» έχουμε ήδη απαντήσει πιο πάνω με στοιχεία και επιχειρήματα. Σε ό,τι αφορά τις «συμπληγάδες του δικομματισμού», αυτές θεωρούμε ότι μετατρέπονται σε μια δικαιολογία με μεταφυσικές διαστάσεις.

Είναι ασφαλώς απόλυτα φυσικό, όταν στις εκλογές υπάρχει ένα ισχυρό αντιδραστικό αστικό κόμμα που βρίσκεται ένα βήμα πριν την κυβέρνηση όπως η Ν.Δ και απέναντί του έχει ένα μεγαλύτερο από το ΚΚΕ κόμμα, με εργατική εκλογική βάση, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, η εργατική τάξη να εμφανίζει μια ορισμένη τάση συσπείρωσης στο μεγαλύτερο αυτό κόμμα από μια ενστικτώδη γενική διάθεση να αντιπαρατεθεί από ισχυρότερη θέση με το κόμμα του ταξικού της αντιπάλου. Ωστόσο, η προεκλογική πολιτική και τακτική του κόμματος παραδόθηκε «αμαχητί» σε αυτήν την τάση, αντί να ακολουθήσει την κατάλληλη γραμμή για να τη μετριάσει και την κάμψει. Επέλεξε λαθεμένα να μην ασχοληθεί με το κεντρικό ζήτημα που απασχολεί σήμερα τις εργατικές μάζες, το ζήτημα της εξουσίας και να προβάλει ως κεντρικό το δευτερεύον γι’ αυτές ζήτημα της «ισχυρής αντιπολίτευσης».

Αντί τα συνθήματα και οι δημόσιες προεκλογικές τοποθετήσεις του ΚΚΕ να καταλήγουν στη θέση ότι το κόμμα παλεύει για μια εργατική σοσιαλιστική λύση εξουσίας, αντί να εξηγείται υπομονετικά αυτή η λύση και να καλούνται οι εργαζόμενοι να την υποστηρίξουν ενεργά, το κόμμα «έθαψε» το (χωρίς ενδιάμεσα πλέον, καπιταλιστικά στάδια) πρόγραμμά του για την εργατική σοσιαλιστική εξουσία, το οποίο σωστά υιοθέτησε στα τελευταία του συνέδρια και το αντικατέστησε με μια προεκλογική ρητορική που εξέπεμπε, άμεσα ή έμμεσα, ως κεντρικό μήνυμα την πεποίθηση ότι η ριζική αλλαγή στην εξουσία και την κοινωνία είναι ακόμα πολύ μακριά.

Με αυτόν τον τρόπο, παρά τις προθέσεις του, έκανε τη μίζερη πολιτική συνδυασμού της άγριας λιτότητας με ορισμένες μικροπαραχωρήσεις στους ακραία εξαθλιωμένους που πρέσβευε ο ΣΥΡΙΖΑ, να μοιάζει ως η μόνη ρεαλιστική τάχα, λύση στα μάτια των πλατύτερων μαζών της εργατικής τάξης και της νεολαίας. Αντίθετα, μια προεκλογική καμπάνια που θα είχε στο επίκεντρο το ζήτημα της εξουσίας, μπορεί ασφαλώς, στον δεδομένο συσχετισμό πολιτικής δύναμης που είχαμε πριν την 7η Ιουλίου να μην παρήγαγε εκλογικά «θαύματα», αλλά σίγουρα θα μπορούσε να προσελκύσει εκλογικά περισσότερους πρωτοπόρους νεολαίους και ένα ευρύτερο τμήμα της εργατικής πρωτοπορίας. Στρώματα δηλαδή που τελικά, είτε στράφηκαν προς μια αντιδεξιά ψήφο στον ΣΥΡΙΖΑ, είτε ψήφισαν το ΜΕΡΑ 25 του Γ. Βαρουφάκη.

Ωστόσο, αυτός ο δεδομένος πριν από την 7η Ιουλίου πολιτικός συσχετισμός δύναμης ή αλλιώς ο «ισχυρός δικομματισμός», δεν έπεσε ξαφνικά από τον ουρανό, δεν διαμορφώθηκε ερήμην της πολιτικής και της τακτικής του κόμματος. Δυστυχώς, διαμορφώθηκε και από τα σοβαρά σεχταριστικά του λάθη, ιδιαίτερα της κρίσιμης περιόδου 2010-2015, με προεξάρχουσα τη στάση στο δημοψήφισμα και γενικότερα τη στάση έναντι του πρώτου εξαμήνου της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, τα οποία δημιούργησαν το υπάρχον «ρήγμα» μεταξύ του κόμματος και των πλατιών εργατικών μαζών.

Τι θα έπρεπε να έχει κάνει σε εκείνη την κρίσιμη για την εργατική τάξη περίσταση η ηγεσία του ΚΚΕ; Ας απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα αναλυτικά για μία ακόμα φορά, για να μη θεωρηθεί – όπως κακόβουλα και προκατειλημμένα θα μπορούσε να μας καταλογιστεί από κάποιους – ότι υποστηρίζουμε πως το ΚΚΕ θα έπρεπε να έχει υποστηρίξει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ ή να έχει συμμετάσχει σε αυτήν.

Το ΚΚΕ λοιπόν, θα έπρεπε με την πολιτική του να δείξει ότι δε μένει αδιάφορο έναντι του καθοριστικού ζητήματος της εξουσίας, το οποίο έθεταν με την υποστήριξή της δημιουργίας μιας αριστερής κυβέρνηση οι ίδιες οι εργατικές μάζες με την ψήφο τους στον ΣΥΡΙΖΑ τον Γενάρη του 2015. Έπρεπε να προτείνει στο νικητή των εκλογών ΣΥΡΙΖΑ την παροχή ψήφου ανοχής σε μια κυβέρνησή του στη Βουλή αν δεσμευόταν συγκεκριμένα να καταργήσει τα μνημόνια, να διαγράψει το χρέος και να αρνηθεί την κυβερνητική συνεργασία με αστικά κόμματα, όπως οι ΑΝΕΛ. Ταυτόχρονα, θα έπρεπε να δηλώσει ότι διατηρεί πλήρως το δικαίωμα να ασκεί δημόσια σκληρή κριτική σε κάθε υποχώρησή της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ από τις δεσμεύσεις της και πάνω απ’ όλα, θα έπρεπε ταυτόχρονα να υπερασπίζει και να διαδίδει υπομονετικά στην εργατική τάξη ένα ολοκληρωμένο επαναστατικό πρόγραμμα που θα εφαρμοζόταν με τη συντομότερη δυνατή ανάδειξη μιας επαναστατική-σοσιαλιστικής κυβέρνησης στηριγμένης στην οργανωμένη εργατική τάξη, σαν τη μόνη οριστική διέξοδο από το αδιέξοδο της κρίσης του καπιταλισμού. Είναι βέβαιο ότι η ρεφορμιστική ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ θα αρνιόταν να λάβει από το ΚΚΕ μια ψήφο ανοχής με αυτές τις προϋποθέσεις. Όμως η σημαντική κατάκτηση για το ΚΚΕ θα ήταν ένα μεγάλο ρεύμα συμπάθειας που θα αποκτούσε στα εκατομμύρια ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ για τη γνήσια προσπάθειά του να δώσει μια λύση εξουσίας στηριγμένη στις επαναστατικές του αρχές, καθώς και για την έγκαιρη αποκάλυψη των αληθινών, καθόλου αριστερών προθέσεων του Α. Τσίπρα και της ηγετικής του ομάδας.

«Πατώντας» πάνω σε αυτήν τη συμπάθεια, στις κρίσιμες στιγμές του δημοψηφίσματος του Ιουλίου εκείνης της χρονιάς, η ηγεσία του ΚΚΕ θα μπορούσε να χτίσει ακατάλυτους δεσμούς με τις μάζες της εργατικής τάξης και της νεολαίας εάν συμμετείχε ενεργά και ηγετικά στο κίνημα υπέρ του ΟΧΙ, προβάλλοντας πάντοτε ένα ανεξάρτητο, επαναστατικό σοσιαλιστικό πρόγραμμα και καλώντας διαρκώς τις μάζες να εμπιστεύονται μόνο τις δικές του δυνάμεις και όχι τις προθέσεις της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, η οποία ήδη αναζητούσε να βρει τρόπο να προδώσει τα αιτήματά τους. Με μια τέτοια, λενινιστική τακτική, το ΚΚΕ θα αναδεικνυόταν ως η φυσική πολιτική εναλλακτική λύση για τις εργατικές μάζες και, αργά ή γρήγορα, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ θα ήταν δυνατό να πέσει από τ’ αριστερά, από ένα ισχυρό, μαζικό πολιτικό κίνημα που θα καθοδηγούσε το ΚΚΕ. Αντί για όλα αυτά όμως, υιοθετήθηκε η γνωστή μη λενινιστική, αριστερίστικη τακτική της πολιτικής Κασσάνδρας, που απλώς προβλέπει και προειδοποιεί (σωστά) τις εργατικές μάζες, αρνούμενη όμως να συμμετάσχει στην ίδια τη μάχη τους να δημιουργήσουν μια λύση εξουσίας υπέρ των συμφερόντων τους. Αυτή η πολιτική και η τακτική είναι η αιτία που έχει δημιουργήσει τις συνθήκες για τη σημερινή εκλογική στασιμότητα του ΚΚΕ.

Ας μιλήσουμε ειλικρινά: αν μετά από όλα αυτά υπάρχει κάτι που είναι αξιοθαύμαστο, δεν είναι η αντοχή του κόμματος απέναντι στις «συμπληγάδες του δικοματισμού», αλλά η αντοχή του μπροστά στα επαναλαμβανόμενα σεχταριστικά λάθη τη κεντρικής πολιτικής του γραμμής. Και ευτυχώς, αυτή η αντοχή είναι ακόμα αξιοσημείωτη σε μια σειρά εργατικούς Δήμους και προσφέρει μια καλή βάση-εφαλτήριο για μια αντεπίθεση ανάπτυξης της επιρροής του ΚΚΕ στο άμεσο μέλλον.

Έτσι, στην Αττική, στη μεγαλύτερη εργατική περιφέρεια της χώρας, το ΚΚΕ αναδείχθηκε τρίτο κόμμα ξεπερνώντας το ΠΑΣΟΚ, ενώ τα ποσοστά του στους εργατικούς Δήμους διατηρούνται πάντοτε σε αρκετά υψηλότερα επίπεδα από τον εθνικό του μέσο όρο. Και φυσικά, υπάρχει και η πρόσφατη μεγάλη νίκη στις τοπικές εκλογές στον Δήμο της Πάτρας, ο οποίος πρέπει και μπορεί να γίνει ένα ζωντανό κέντρο ανυπακοής και αγώνα ενάντια στη νέα κυβέρνηση της Ν.Δ, ικανό να εκτοξεύσει πανελλαδικά την επιρροή του ΚΚΕ.

Η ηγεσία του κόμματος τα τελευταία χρόνια έχει παίξει έναν θετικό ρόλο στην αριστερή προγραμματική στροφή, αλλά και στην τολμηρή και από αριστερή σκοπιά, αναθεώρηση των συμπερασμάτων του κόμματος για τις μεγάλες ιστορικές ήττες του παρελθόντος. Παρότι δυστυχώς, αυτές οι αλλαγές υπονομεύθηκαν από την απουσία υιοθέτησης μιας γνήσιας προλεταριακής-διεθνιστικής στάση στα «εθνικά θέματα» και ιδιαίτερα στα «ελληνοτουρκικά» και το Μακεδονικό, παραμένουν εξαιρετικά εξαιρετικά θετικές από μια ιστορική σκοπιά.

Ωστόσο, η ηγεσία οφείλει να ανοίξει το συντομότερο δυνατό σε όλο το φάσμα του κόμματος και των υποστηρικτών του μια ειλικρινή πολιτική συζήτηση με βασικά θέματα το πως θα διορθωθούν τα λάθη που κρατούν την επιρροή του στάσιμη και με ποια πολιτική θα γίνει δυνατό να αρχίζουν να κερδίζονται οι μάζες της εργατικής τάξης και της νεολαίας στο πρόγραμμα του κομμουνισμού. Είναι κρίσιμο αυτό να συμβεί τώρα, πριν το κόμμα βρεθεί μπροστά σε νέα μαζικά κινήματα της εργατικής τάξης και της νεολαίας και επαναλάβει τα ίδια μοιραία λάθη.

Από τη δική μας πλευρά, οι σύντροφοι της Κομμουνιστικής Τάσης είμαστε πάντοτε έτοιμοι να συμμετάσχουμε σε αυτήν την αναγκαία συζήτηση, τοποθετούμενοι από τη σκοπιά του ενεργού υποστηρικτή του κόμματος στις μάχες του με το αστικό πολιτικό στρατόπεδο. Και μέσα σε μια τέτοια συζήτηση είμαστε βέβαιοι ότι θα διαλυθεί η όποια προκατάληψη υπάρχει ακόμα για τον γνήσιο τροτσκισμό μεταξύ των αγωνιστών του κόμματος, εξαιτίας της παλιάς εκστρατείας διαστρεβλώσεων και συκοφαντιών από τον σταλινισμό, αλλά και ως αποτέλεσμα της πολιτικής χρεοκοπίας διαφόρων οπορτουνιστικών και σεχταριστικών οργανώσεων που μιλούσαν ή μιλούν στο όνομα του τροτσκισμού.

Το 2ο μέρος θα δημοσιευθεί αύριο
Σταμάτης Καραγιαννόπουλος