Διάσπαση CWI, Militant, τροτσκισμός, Τεντ Γκραντ, Πήτερ Ταφ

Η CWI (Committee for a Workers’ International – Επιτροπή για μια Εργατική Διεθνή) βρίσκεται ξανά σε κρίση και είναι αντιμέτωπη με μια μεγάλη διάσπαση. Παρά τους ισχυρισμούς του Πήτερ Ταφ, του επικεφαλής της CWI, γενικού γραμματέα του SPEW (Socialist Party of England and Wales – Σοσιαλιστικό Κόμμα Αγγλίας και Ουαλίας) και ηγετικού στελέχους του παλιού Militant (της τάσης στη Βρετανία, από την οποία γεννήθηκε η CWI) και της φράξιας του, η διαμάχη περιστρέφεται γύρω από ζητήματα προσωπικού γοήτρου των ηγετών της CWI.

Τα γεγονότα και, σημαντικότερο και κυριότερο, το εσωτερικό καθεστώς, που οδήγησαν στη σημερινή διάσπαση, μας αναγκάζουν να γυρίσουμε στο 1991-92, στην προηγούμενη πολύ μεγάλη διάσπαση της CWI. Στη μεγάλη κρίση του 1991-92, βγήκαν για πρώτη φορά στην επιφάνεια, με εμφατικό τρόπο, οι ύπουλες μέθοδοι του Ταφ και του γραφειοκρατικού καθεστώτος που εξέθρεψε. Οι μέθοδοι αυτοί περιλαμβάνουν εκφοβισμό, μηχανορραφίες, συκοφαντίες κατά των αντιπολιτευόμενων συντρόφων και συντροφισσών, διαγραφές, στάση πληρωμών των μισθών των αντιπολιτευόμενων επαγγελματιών και πολλές άλλες χουλιγκανικές μεθόδους, παρμένες από το πολιτικό σχολείο του σταλινισμού.

Αρκετοί ίσως αναρωτηθούν γιατί να μπει κανείς στον κόπο να «σκαλίσει» την ιστορία και να ασχοληθεί με πράγματα που έγιναν πριν από σχεδόν 30 χρόνια. Αρχικά, τα φαινόμενα, που οδήγησαν στην πρόσφατη διάσπαση της CWI, δεν ανήκουν αποκλειστικά στο παρελθόν. Επαναλαμβάνονται σήμερα και έχουν το εξαιρετικά επιζήμιο αποτέλεσμα να αποθαρρύνουν αγωνιστές, που έχουν περάσει τη ζωή τους αγωνιζόμενοι για το σοσιαλισμό. Αυτές οι μέθοδοι δυσφημίζουν τη σημαία του τροτσκισμού στα μάτια της εργατικής τάξης και της πρωτοπορίας της. Οι υπεύθυνοι για τα σκάνδαλα αυτά έκαναν ό,τι μπορούσαν, για να καλύψουν τα ίχνη τους και να αποκρύψουν τα γεγονότα, ώστε να μπορούν να επαναλάβουν τα ίδια εγκλήματα. Γι’ αυτό το λόγο, είναι αναγκαίο να «πέσει φως» στα ιστορικά γεγονότα, ώστε να αποκατασταθεί η πραγματικότητα.

Το ξέσπασμα της κρίσης του 1991

Τον Πήτερ Ταφ πάντα τον χαρακτήριζαν η φιλοδοξία για προσωπική ανέλιξη, η έπαρση και η μεγαλομανία. Όλη η ιστορική του διαδρομή στο Militant και μετέπειτα στην CWI, έως και σήμερα, αποδεικνύουν του λόγου το αληθές. Σε αντίθεση με τον Τεντ Γκραντ, βασικό θεωρητικό ηγέτη και εκ των ιδρυτών του Militant και της CWI και, στη συνέχεια, της IMT (Διεθνής Μαρξιστική Τάση), ο οποίος ήταν μαρξιστής θεωρητικός υψηλού διαμετρήματος, η σκέψη του Ταφ ήταν πολύ επιφανειακή. Όσες ιδέες εξέφραζε ήταν απλά αναμάσημα των ιδεών του Τεντ Γκραντ, τον οποίο φθονούσε. Θεωρούσε ότι τα ταλέντα του υποτιμούνταν. Γι’ αυτό το λόγο, ο Ταφ συστηματικά προσπαθούσε στα παρασκήνια να υποσκάψει την εικόνα του Τεντ Γκραντ. Ήθελε μια οργάνωση υπάκουων ρομπότ, που θα του έλεγαν «ναι» σε όλα.

Ο Ταφ, επίσης επιδίωκε να απομονώσει τον Άλαν Γουντς (σ.σ: ηγετικό στέλεχος της Αντιπολίτευσης και σήμερα ηγέτης της IMT, έπειτα από το θάνατο του Τεντ Γκραντ, το 2006), από τον οποίο ένιωθε ότι «απειλείται». Στο πλαίσιο αυτό, οι «αυλικοί» του Ταφ ασκούσαν συστηματική ψυχολογική πίεση στην Άνα Μουνιόθ, σύντροφο του Άλαν, η οποία επίσης δούλευε στο Κέντρο της Διεθνούς και η οποία υπέστη νευρικό κλονισμό και η υγεία της εξασθένισε. Η Άνα, η οποία κατάγεται από την Ισπανία, είχε φυλακιστεί και υποστεί βασανιστήρια από τη δικτατορία του Φράνκο. Σύμφωνα με τα λεγόμενά της, η εμπειρία της από το καθεστώς του Ταφ ήταν πιο αλγεινή, καθώς δεν περίμενε ότι θα μπορούσε να δεχτεί τέτοια συμπεριφορά από ανθρώπους, που θεωρούσε και αποκαλούσε «συντρόφους». Αυτό το γεγονός είναι ενδεικτικό του τερατώδους, γραφειοκρατικού καθεστώτος του Ταφ και της κλίκας του.

Οι προσπάθειες του Ταφ να παραμερίσει τους Τεντ Γκραντ και Άλαν Γουντς βγήκαν στην επιφάνεια τον Απρίλη του 1991. Ο Ταφ είχε ήδη πετύχει να ενισχύσει τον έλεγχό του πάνω στο βρετανικό τμήμα και επεδίωκε να κάνει το ίδιο και στη Διεθνή. Η ανοιχτή πλέον αμφισβήτηση απέναντι στο κύρος του Ταφ επιτάχυνε τον εκφυλισμό της ηγετικής κλίκας. Όσα γίνονταν μέχρι πρότινος στα παρασκήνια, πλέον γίνονταν ανοιχτά.

Η κρίση ξέσπασε στις κορυφές της οργάνωσης και η βάση δεν ήξερε τίποτα γι’ αυτήν – σε αντίθεση με όσα διαδίδουν μέχρι σήμερα ο Ταφ και οι υποστηρικτές του και όσα πιστεύουν μέχρι και σήμερα αρκετοί καλοί αγωνιστές της CWI, στους οποίους δε δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να μάθουν την αλήθεια. Σε μια συνάντηση του IS (International Secretariat – Διεθνής Γραμματεία), οι Τεντ Γκραντ και Άλαν Γουντς κατηγόρησαν τον Ταφ ότι οργανώνει μια κλίκα στη Διεθνή. Συγκεκριμένα, ισχυρίζονταν ότι:

1) Υπήρχε μια κλίκα στις κορυφές της οργάνωσης, η οποία λειτουργούσε έξω από τις επίσημες δομές της και είχε σφετεριστεί το ρόλο των δημοκρατικά εκλεγμένων οργάνων,

2) Αυτές οι ζηνοβιεφικές μέθοδοι, οι οποίες περιλαμβάνουν την ανέλιξη συγκεκριμένων προσώπων στη βάση της αφοσίωσης στην κλίκα, είχαν προκαλέσει τεράστια ζημιά στην οργάνωση,

3) Η κλίκα συστηματικά υπερασπιζόταν συγκεκριμένα πρόσωπα από την κριτική και απέκρυπτε την καταχρηστική συμπεριφορά τους και συστηματικά προσπαθούσε να εξολοθρεύσει οποιονδήποτε κριτικά σκεπτόμενο, διαφωνούντα σύντροφο, που πήγαινε κόντρα στα σχέδιά της.

Η κλίκα του Ταφ εφαρμόζει το σχέδιο για την εξολόθρευση της Αντιπολίτευσης

Ο Ταφ, στη συνέχεια, πέρασε στην αντεπίθεση, επιδιώκοντας να χρησιμοποιήσει την επιρροή του στο βρετανικό τμήμα. Το Πανευρωπαϊκό Σχολείο του Μάη ακυρώθηκε αιφνίδια, με μεγάλη οικονομική ζημιά. Η κλίκα του Ταφ χρειαζόταν χρόνο, για να προετοιμάσει το έδαφος. Το πρώτο μέρος του σχεδίου ήταν να συγκληθεί μια έκτακτη συνεδρίαση της ΚΕ (Κεντρική Επιτροπή) του βρετανικού τμήματος τον Μάη του 1991. Μια ηχηρή επιδοκιμασία υπέρ του Ταφ θα χρησιμοποιούταν, εν συνεχεία, για μια έκτακτη σύγκληση του IEC (International Executive Committee – Διεθνής Εκτελεστική Επιτροπή). Η συνεδρίαση της βρετανικής ΚΕ έγινε, για να βάλει την τυπική σφραγίδα υπέρ της ηγεσίας του Ταφ, και τα μέλη της πιέζονταν, για να ευθυγραμμιστούν με εκείνη. Η ΚΕ ψήφισε υπέρ της απόρριψης των ισχυρισμών των Γκραντ και Γουντς περί κλίκας. Οι δύο τελευταίοι άρχισαν τότε να γράφουν δημόσια κείμενα, ώστε να αποκρούσουν τις επιθέσεις εναντίον τους και να εκθέσουν το καθεστώς. Για το «έγκλημα» αυτό, δέχτηκαν λυσσαλέες επιθέσεις και λογοκρισία.

Στη συνέχεια, η μάχη ενάντια στη γραφειοκρατική κλίκα στις κορυφές της οργάνωσης, οδηγήθηκε στο ζήτημα της «Ανοιχτής Στροφής», δηλαδή της πρότασης της πλειοψηφίας για σπάσιμο από το Εργατικό Κόμμα και την ίδρυση μιας ανεξάρτητης οργάνωσης. Σε μια οργάνωση, που λειτουργεί με υγεία, τέτοιες διαφορές θα αντιμετωπίζονταν με διάλογο, χωρίς γραφειοκρατικές απειλές και αντίποινα. Αλλά αυτές ακριβώς οι τελευταίες ήταν οι μέθοδοι της συμμορίας του Ταφ.

Ο Ρομπ Σιούελ (σ.σ: ηγετικό στέλεχος της Αντιπολίτευσης τότε, σήμερα στέλεχος της ΙΜΤ και επικεφαλής του βρετανικού της τμήματος) έπρεπε να πάει στο Γουόλτον για λογαριασμό της οργάνωσης. Όμως, δεν κατάφερε να πάει, λόγω ενός σοβαρού προβλήματος υγείας του νεογέννητου αγοριού του. Η ηγεσία της οργάνωσης ήταν ενήμερη για το πρόβλημά του, ωστόσο αυτό δεν την εμπόδισε να επιτεθεί ενάντια στον Σιούελ για την απουσία του. Η ατμόσφαιρα στη συνεδρίαση της ΚΕ, τον Ιούλιο του 1991, θύμιζε κυνήγι μαγισσών εναντίον του Σιούελ και της Αντιπολίτευσης. Ο Τεντ Γκραντ έκανε εκεί ίσως τον πιο σύντομο λόγο της πολιτικής ζωής του: «Τα έχω ξαναδεί όλα αυτά. Αυτό είναι χιλισμός (σ.σ: ο Τζέρι Χίλι ήταν εκ των ηγετών της 4ης Διεθνούς). Αυτό είναι ζηνοβιεφισμός. Αυτό είναι σταλινισμός. Με τέτοιες μεθόδους, δε θα καταφέρετε να χτίσετε τίποτα. Όλος ο μηχανισμός, που έχετε στα χέρια σας, ο Τύπος, τα γραφεία, τα πάντα θα μετατραπούν σε σκόνη με τέτοιες μεθόδους». Η ΚΕ ψήφισε υπέρ μιας μομφής εναντίον του Ρομπ Σιούελ, ενώ του αφαιρέθηκαν όλες οι αρμοδιότητες.

Εκείνη την περίοδο, το βρετανικό τμήμα απαριθμούσε περίπου 200 επαγγελματίες, με τους μισούς περίπου να δουλεύουν στο Κέντρο του τμήματος. Όλος ο μηχανισμός κινητοποιήθηκε, για να «υπερασπίσει την οργάνωση» και να τσακίσει την Αντιπολίτευση. Λίγοι είχαν το θάρρος να μη συμμετάσχουν σ’ αυτό το βρώμικο παιχνίδι. Οι λίγοι επαγγελματίες της Αντιπολίτευσης είχαν απομονωθεί τελείως και παρενοχλούνταν συνεχώς, όποτε ήταν εφικτό. Όσοι αντιστέκονταν, καλούνταν στην ΕΕ (Εκτελεστική Επιτροπή), ώστε να δώσουν εξηγήσεις, και απειλούνταν με πειθαρχικά μέτρα. Τους αφαιρέθηκαν όλα τα καθήκοντα και στη συνέχεια κατηγορούνταν ότι δεν επιτελούν τα καθήκοντά τους! Συχνά-πυκνά στην ΚΕ και στην ΕΕ, όπου η Αντιπολίτευση αποτελούσε μια μικρή μειοψηφία, περνούσαν ψηφίσματα μη εμπιστοσύνης απέναντι στα αντιπολιτευόμενα στελέχη.

Αυτή η βιτριόλικη ατμόσφαιρα εκτρεφόταν επιμελώς από τον Ταφ και την κλίκα του. Οι επαγγελματίες της πλειοψηφίας έλαβαν την οδηγία να κατασκοπεύουν τους αντιπολιτευόμενους και να καταγράφουν τη δραστηριότητά τους. Οι συζητήσεις των αντιπολιτευόμενων παρακολουθούνταν μέσω του κεντρικού αρχείου των τηλεφωνικών κλήσεων, ενώ στο γραφείο του Ταφ βρέθηκε ένα εκτυπωμένο αντίτυπο του αρχείου κλήσεων του Τεντ Γκραντ. Φυσικά, όλα αυτά παρέμεναν κρυφά από τη βάση της οργάνωσης.

Η νίκη του Ταφ δεν ήταν μια νίκη ιδεών, αλλά μια νίκη του μηχανισμού. Δεν υπήρξε κανένας δημοκρατικός διάλογος, άλλα μια συστηματική προσπάθεια εξολόθρευσης της Αντιπολίτευσης. Την ώρα που οι επαγγελματίες της πλειοψηφίας μπορούσαν να κάνουν ό,τι ήθελαν και να ταξιδέψουν οπουδήποτε, ώστε να υπερασπιστούν τις θέσεις τους, με όλα τα έξοδα πληρωμένα, κάθε κίνηση των αντιπολιτευόμενων στελεχών περιοριζόταν αυστηρά και παρουσιάζονταν συνεχώς εμπόδια. Όταν άρχισε να μπαίνει επί τάπητος το ζήτημα της ύπαρξης κλίκας στην ηγεσία της οργάνωσης, η πλειοψηφία του IS επέβαλε έναν κανόνα ότι μόνο μέλη του IS μπορούσαν να διευθύνουν συνεδριάσεις γι’ αυτό το ζήτημα. Δεδομένου του προβλήματος υγείας του Τεντ Γκραντ, αυτό σήμαινε ότι μόνο ο Άλαν Γουντς μπορούσε να ταξιδέψει στα διάφορα τμήματα, ώστε να υπερασπιστεί τις θέσεις της Αντιπολίτευσης.

Ο επαγγελματικός μηχανισμός χρησιμοποιούταν ως πολιορκητικός κριός, ώστε να τσακιστεί η Αντιπολίτευση. Η κατάσταση άρχιζε να γίνεται αφόρητη, ειδικά στο Κέντρο της οργάνωσης. Η Αντιπολίτευση απαίτησε να συσταθεί μια Ελεγκτική Επιτροπή, ώστε να ερευνήσει αν ευσταθούσαν οι ισχυρισμοί των αντιπολιτευόμενων επαγγελματιών περί εκφοβισμού εναντίον τους. Φυσικά, η πρόταση αυτή απορρίφθηκε.

Η «συνδιάσκεψη» της ντροπής

Ο αποκαλούμενος «διάλογος» στο ζήτημα της «Ανοιχτής Στροφής» δεν είχε τίποτα κοινό με έναν πραγματικό διάλογο. Στους τομείς (σ.σ: πυρήνες) της οργάνωσης, τοποθετούνταν συγκεκριμένα πρόσωπα, ώστε να προβοκάρουν και να δηλητηριάσουν τη συζήτηση. Ο Ταφ απέκτησε τη «συντριπτική πλειοψηφία» του στην έκτακτη συνδιάσκεψη του Νοέμβρη του 1991 (93% των ψήφων), κινητοποιώντας ολόκληρο τον επαγγελματικό μηχανισμό. Αντί να εκλεγούν αντιπρόσωποι στη βάση της αναλογικότητας, όπως ορίζει κανονικά η διαδικασία και όπως είχε ζητήσει η Αντιπολίτευση, η ηγεσία αποφάσισε να αφήσει το ζήτημα «στη δικαιοδοσία των τομέων». Όταν ένας τομέας ελεγχόταν από την πλειοψηφία, ο ταφικός επαγγελματίας επιχειρηματολογούσε υπέρ της θέσης «ο νικητής τα παίρνει όλα». Όταν ένας τομέας ελεγχόταν από τη μειοψηφία, ο ίδιος ταφικός επιχειρηματολογούσε υπέρ μιας αναλογικής αντιπροσώπευσης. Έτσι, παρότι η Αντιπολίτευση ήταν στη μειοψηφία, η συνδιάσκεψη ήταν τελείως δυσανάλογη με τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων μέσα στην οργάνωση. Για παράδειγμα, η Αντιπολίτευση είχε μεγάλη επιρροή στους τομείς του Λονδίνου, ωστόσο μόλις ένας από τους 43 Λονδρέζους αντιπροσώπους ήταν υποστηρικτής της!

Η αυξανόμενη αδιαλλαξία απέναντι στις πολιτικές διαφωνίες αντανακλάστηκε στις αποδοκιμασίες, τα γιουχαΐσματα, τις κραυγές και τις διακοπές κατά τη διάρκεια των ομιλιών των αντιπολιτευόμενων στη συνδιάσκεψη. Όλη η διαδικασία ήταν σκηνοθετημένη στα παρασκήνια από την αρχή ως το τέλος. Σ’ αυτόν τον κωμικοτραγικό «διάλογο», ο οποίος διήρκεσε 7 ώρες, μόνο τέσσερις αντιπολιτευόμενοι κλήθηκαν στο βήμα! Ο επαγγελματικός μηχανισμός χρησιμοποιήθηκε, για να επιτευχθεί το προσδοκώμενο αποτέλεσμα στη συνδιάσκεψη, το οποίο και επετεύχθη. Όπως συμβαίνει με όλους τους ανασφαλείς ανθρώπους, ο Ταφ χρειαζόταν να δείξει ότι είχε υπέρ του μια «συντριπτική πλειοψηφία». Ο Τρότσκι περιγράφει μια παρόμοια ψυχολογία του Στάλιν, στην ομώνυμη βιογραφία του.

Καθεστώς τρομοκρατίας «αστυνομικού» τύπου!

Μετά τη συνδιάσκεψη, η κλίκα του Ταφ κλιμάκωσε την επίθεσή της εναντίον της Αντιπολίτευσης. Η ατμόσφαιρα στο Κέντρο ήταν δηλητηριώδης. Όταν εμφανίστηκαν ξανά εκεί, για να εργαστούν, τα στελέχη της Αντιπολίτευσης, αντιμετωπίστηκαν με περιφρόνηση. Τους αντιμετώπιζαν σαν λεπρούς και αποκλείονταν από όλες τις συνεδριάσεις. Τα γραφεία τους ήταν κλειδωμένα, ενώ είχαν παρθεί οι υπολογιστές τους, τα τηλέφωνά τους κ.λπ. Η καθημερινότητά τους είχε γίνει ανυπόφορη. Υπό αυτές τις συνθήκες, η προσέλευση για «εργασία» γινόταν όλο και δυσκολότερη, φτάνοντας μέχρι το σημείο να γίνει άνευ νοήματος. Έτσι, η προσέλευση των αντιπολιτευόμενων στελεχών στο Κέντρο γινόταν όλο και πιο αραιή. Λίγο αργότερα, ξεκίνησαν να λαμβάνουν σημειώματα απόλυσης χωρίς αποζημίωση. Τους εμποδιζόταν η πρόσβαση στις προσωπικές τους βιβλιοθήκες και τα άλλα αντικείμενα που βρίσκονταν στα γραφεία τους. Η κλίκα του Ταφ έφτασε μέχρι το σημείο να απολύσει και εγκυμονούσα αντιπολιτευόμενη επαγγελματία, λίγες μέρες προτού γεννήσει, αρνούμενη να πληρώσει τους οφειλόμενους μισθούς της και το επίδομα μητρότητάς της!

Στις 25 Νοέμβρη του 1991, η ΕΕ έστειλε μια εγκύκλιο, η οποία δήλωνε ότι καμία προσωπική ιδιοκτησία δεν μπορούσε να φύγει από τα γραφεία του Κέντρου χωρίς έγκριση. Η μαρτυρία του Ρομπ Σιούελ για την εμπειρία που βίωσε είναι γλαφυρή. Όταν προσπάθησε να πάρει τα βιβλία του, εμποδίστηκε. Κάθε βιβλίο, από τα μερικές εκατοντάδες που είχε, έπρεπε να ελεγχθεί σελίδα-σελίδα από μέλη της ΕΕ μήπως βρεθεί τίποτα «ύποπτο». Όταν τελικά κατέβασε τα βιβλία του, μετά από πολλή ώρα, έπρεπε να περάσει μέσα από 15-20 παρατεταγμένους επαγγελματίες, κοντά στην έξοδο, που προσπαθούσαν να τον εκφοβίσουν. Αυτό ήταν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της αλήτικης συμπεριφοράς του Ταφ και της κλίκας του.

Στις 29 Νοέμβρη, η οργανωτική επιτροπή πέρασε το εξής ψήφισμα: «Απαλλάσσονται των καθηκόντων τους άμεσα οι επαγγελματίες που είναι μέλη της μειψηφούσας φράξιας, με δικαίωμα έφεσης στην ΚΕ. Καθ’ όλη της διάρκεια της απαλλαγής από τα καθήκοντά τους, δεν επιτρέπεται να έχουν πρόσβαση στο Κέντρο ή σε οποιοδήποτε άλλο κτίριο της οργάνωσης, εκτός αν συνοδεύονται από κάποιο μέλος της ΚΕ. Η ΚΕ πρέπει να συνεδριάσει άμεσα για να εξετάσει τις απαλλαγές και αν καταλήξει στο ότι οι επαγγελματίες της μειοψηφίας δεν εκπληρώνουν το ρόλο τους κατά τη διάρκεια της περιόδου μετά το Συνέδριο, τότε θα πρέπει να σταματήσουν να πληρώνονται από την οργάνωση και δεν θα θεωρούνται πλέον επαγγελματίες».

Στις 2 Δεκέμβρη, η ΕΕ συνεδρίασε, για να συζητήσει το «ιστορικό εργασίας» των αντιπολιτευόμενων επαγγελματιών. Κατόπιν, τους έστειλε μια επιστολή με ένα αναλυτικό, ανακριτικό ερωτηματολόγιο, το οποίο έπρεπε να απαντηθεί. Παρά τις σαφείς απαντήσεις, η ΕΕ έστειλε νέα επιστολή στις 11 Δεκέμβρη, απαιτώντας εκ νέου απαντήσεις στα ίδια, αλλά και άλλα πρόσθετα, ερωτήματα. Αυτό επρόκειτο να είναι το «νομιμοποιητικό» πρόσχημα για την έκδοση των σημειωμάτων απόλυσης.

Οι επαγγελματίες του Κέντρου δέχονταν οδηγίες να μη μιλάνε καν στα αντιπολιτευόμενα στελέχη. Σύντροφοι, με τους οποίους γνωρίζονταν πολλά χρόνια, δεν τους έλεγαν ούτε καλημέρα. Η ΕΕ πέρασε ένα ψήφισμα σχετικά με την «ασφάλεια», σύμφωνα με το οποίο ήταν υποχρεωτικό για όλους τους επαγγελματίες να ψάχνονται οι τσάντες τους πριν από την αποχώρησή τους από τα γραφεία. Αυτό το μέτρο κατευθυνόταν ξεκάθαρα ενάντια στην Αντιπολίτευση, κάτι που θα αποδεικνυόταν στη συνέχεια και στην πράξη. Όταν έφευγαν ο Τεντ Γκραντ και ο γραμματέας του, Άλασταιρ Γουίλσον, από τα γραφεία, έψαχναν τις τσάντες τους, ενώ άλλοι έφευγαν ανενόχλητοι. Σύμφωνα με μαρτυρία του Τεντ Γκραντ, ενώ πήγαινε να ανοίξει την πόρτα, για να φύγει, ένας επαγγελματίας έσπρωξε την πόρτα να κλείσει και μπήκε από μπροστά, εμποδίζοντάς τον να φύγει από το κτίριο. Παρότι δε βρέθηκε τίποτα «μεμπτό» στην τσάντα του, αναγκάστηκε να περιμένει «μέχρις ότου ένα μέλος της ΕΕ να έρθει και να του δώσει άδεια να φύγει». Ο Τεντ Γκραντ δήλωσε τα εξής: «Αυτή τη στιγμή, νιώθω ανήμπορος να πάω στο Κέντρο, επειδή το υπάρχον κλίμα μίσους εναντίον της Αντιπολίτευσης, το οποίο δημιουργήθηκε σκοπίμως από την πλειοψηφία της ΕΕ, έχει ως αποτέλεσμα η φυσική μου ακεραιότητα και η προσωπική μου αξιοπρέπεια να μην είναι πια εγγυημένες. Συστήνω και στους υπόλοιπους συντρόφους της Αντιπολίτευσης, οι οποίοι έχουν επίσης υποστεί παρενόχληση, να αποφεύγουν να πηγαίνουν στο Κέντρο, μέχρι να δοθούν ικανοποιητικές διαβεβαιώσεις από την πλειοψηφία της ΕΕ ότι οι προκλήσεις θα σταματήσουν».

Η διαγραφή της Αντιπολίτευσης

Ο Πήτερ Ταφ δεν μπορούσε να ανεχθεί ένα δημοκρατικό διάλογο στα ζητήματα που έθετε η Αντιπολίτευση. Ο Τεντ Γκραντ, παρά την υποχθόνια, συκοφαντική εκστρατεία εναντίον του, συνέχιζε να απολαμβάνει υψηλά επίπεδα κύρους και σεβασμού στη βάση της οργάνωσης και ο Ταφ δεν μπορούσε να είναι ήρεμος για την έκβαση της διαμάχης. Παρ’ όλα αυτά, ήταν υποχρεωμένος να συνεχίσει τη μάχη στο IEC. Εκεί, στη συνεδρίαση του Ιουνίου, που είχε προηγηθεί, το 40% είχε υποστηρίξει τους ισχυρισμούς περί κλίκας. Με τόσο μεγάλη διεθνή αντιπολίτευση εναντίον τους, ο Ταφ και τα πρωτοπαλίκαρά του θεωρούσαν ότι αυτή είναι η τελική μάχη. Όπως και στην τωρινή συγκυρία, ήταν έτοιμοι να διασπάσουν τη Διεθνή.

Δεν υπήρχε περίπτωση δημοκρατικού διαλόγου στη Διεθνή ή ένα Παγκόσμιο Συνέδριο, όπου θα παίρνονταν οι αποφάσεις. Η κλίκα του Ταφ έκανε ό,τι χρειαζόταν, ώστε να μη δοθεί βήμα στην Αντιπολίτευση και η πλειοψηφία των μελών να «μείνει στο σκοτάδι», την ώρα που τροφοδοτούταν με μια σειρά ψεμάτων και συκοφαντιών από το μηχανισμό του Λονδίνου. Διαδιδόταν συστηματικά η φήμη ότι ο Τεντ Γκραντ, ο βασικός θεωρητικός της οργάνωσης, που είχε συντάξει όλα τα βασικά κείμενα προοπτικών, τα οποία εγκρίνονταν κάθε χρόνο από τα συνέδρια του βρετανικού τμήματος και της Διεθνούς, είχε «ξεμωραθεί».

Οι βασικοί ηγέτες της Αντιπολίτευσης, Τεντ Γκραντ, Άλαν Γουντς και Ρομπ Σιούελ, δεν αποχώρησαν, ούτε έσπασαν, από το Militant ή τη CWI. Διαγράφηκαν σε μια συνεδρίαση στο Λονδίνο στις 16 Γενάρη του 1992, με την κατηγορία ότι «δημιουργούσαν ένα κόμμα μέσα στο κόμμα». Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε τυπικά σε έκτακτη συνεδρίαση της ΚΕ στις 20 Γενάρη και άνοιξε μια περίοδο εκκαθαρίσεων μέσα στην οργάνωση. Είναι ξεκάθαρο ότι ήταν η συμμορία του Ταφ, που πήρε την πρωτοβουλία να διασπαστεί η CWI.

Οι διαγραφές – που επισήμως αποκαλούνταν «αποχωρήσεις» – διαδόθηκαν στον αστικό Τύπο. Οι αντιπολιτευόμενοι «έθεσαν εαυτούς εκτός οργάνωσης», σύμφωνα με την κλίκα του Ταφ, που στην πραγματικότητα αποτελούσε μια ύπουλη μέθοδο διαγραφής χωρίς δικαίωμα απολογίας. «Λυπούμαστε που ο Τεντ Γκραντ έσπασε μ’ αυτό τον τρόπο», δήλωνε κυνικά και υποκριτικά το έντυπο του Militant, το οποίο χρησιμοποιούταν, για να «κουκουλώσει» την αλήθεια. Την ημέρα των διαγραφών, απαγορεύτηκε η είσοδος στα γραφεία συντρόφων που ξόδεψαν δεκαετίες χτίζοντας την τάση. Στον 78χρονο Τεντ Γκραντ, ιδρυτή της τάσης, δεν επιτράπηκε ούτε καν η πρόσβαση στις τουαλέτες των γραφείων, προτού τα μέλη στην υποδοχή των γραφείων να μιλήσουν προσωπικά με τον Ταφ και να πάρουν την άδειά του.

Πολλά στελέχη και μέλη της Αντιπολίτευσης κλήθηκαν για «συνέντευξη» – που στην πραγματικότητα σήμαινε ανάκριση. Μέχρι πρότινος, η κλίκα του Ταφ λειτουργούσε στα παρασκήνια. Τώρα, οι γραφειοκρατικές μέθοδοί της εφαρμόζονταν ανοιχτά. Αποκαλούσαν εαυτούς «η πλειοψηφία», ένας τίτλος που, με κάποιον τρόπο, σήμαινε ότι αυτονόητα είχαν δίκιο. Αυτοί οι στενοκέφαλοι δεν μπορούσαν να αντέξουν να βρίσκονται στη μειοψηφία. Είχαν ξεχάσει ότι οι Μαρξ και Ένγκελς υπερασπίζονταν τις ιδέες τους ευρισκόμενοι στη μειοψηφία κατά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους. Το ίδιο μπορεί, βέβαια, να ειπωθεί για τον Λένιν και ακόμη περισσότερο για τον Τρότσκι.

Μια «ενδιαφέρουσα» ομολογία

Φυσικά, όλες οι τερατώδεις, γραφειοκρατικές μέθοδοι, που περιγράφηκαν παραπάνω λεπτομερώς, διαψεύδονταν από τον Ταφ και την κλίκα του. Ωστόσο, λίγα χρόνια πριν – και πολλά μετά τη διάσπαση της CWI – ήρθε στο φως της δημοσιότητας μια μαρτυρία, που δεν μπορεί να αφήσει κανένα περιθώριο αμφιβολίας, ακόμα και στον πιο δύσπιστο.

Ο Στέφεν Μόργκαν ήταν επαγγελματίας της CWI και υποστηρικτής του Πήτερ Ταφ, ο οποίος έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εξόντωση της Αντιπολίτευσης. Το 2012, εν τέλει, ήρθε σε σύγκρουση με τον Ταφ και απολύθηκε από τη CWI. Λίγο καιρό μετά, δημοσίευσε ένα άρθρο, με τίτλο «Γιατί “απολύθηκα” από τη CWI – Σκέψεις πάνω στον Εκφυλισμό της». Όπως παραδέχεται στο άρθρο ο Μόργκαν, «συμμετείχα όντως στην κλίκα του Ταφ».

Ο Μόργκαν έγραψε το άρθρο, για να «ξεπλύνει» το όνομά του. Το συμπέρασμά του για τη διαμάχη του 1991-92 είναι ότι, σε τελική ανάλυση, οι μέθοδοι και των δύο στρατοπέδων ήταν περίπου ίδιες! Οι πολύ αργοπορημένες ομολογίες και απόπειρες για απολογία του Μόργκαν στερούνται κάθε αξίας. Το μόνο ενδιαφέρον στοιχείο αυτού του αξιοθρήνητου άρθρου είναι η ανοιχτή ομολογία ότι υπήρχε κλίκα, οργανωμένη από τον Ταφ. Ας πάρουμε μια γεύση για τη λειτουργία της κλίκας, μέσα από τα λεγόμενα του Μόργκαν:

«Κοιτώντας πίσω, είναι ειρωνικό ότι, μόλις αφότου το Militant βρισκόταν στο επίκεντρο ενός κυνηγιού μαγισσών από τη γραφειοκρατία των Εργατικών, ένα παρόμοιο κυνήγι μαγισσών συνέβη μέσα στις γραμμές του ίδιου του Militant, με στόχο την εξολόθρευση του ελεύθερου διαλόγου και της δημοκρατίας. Ποιος ήταν πιο αδίστακτος εξαρτάται από την οπτική του καθενός. Το κυνήγι μαγισσών διαδόθηκε διεθνώς μέσα στη CWI και, με τα ίδια κριτήρια, δηλαδή το να είναι κάποιος ανεξάρτητα σκεπτόμενος, ηγέτες τμημάτων της CWI, που αποτελούσαν ενδεχόμενη απειλή για τον Ταφ, απομακρύνονταν με παρόμοιο τρόπο».

Επίσης, παρακάτω, ο Μόργκαν αποκαλύπτει:

«Ήμουν ένας πολύτιμος σύμμαχος εναντίον των Γκραντ και Γουντς, τόσο στα γραφεία της CWI, όσο και γενικότερα στη Βρετανία, αλλά και διεθνώς. Όταν κλήθηκα να επιστρέψω από την Ουγγαρία (σ.σ: όπου είχε σταλεί προηγουμένως να δουλέψει για τη CWI), αυτό δεν έγινε για πολιτικούς λόγους. Ήταν επειδή ήθελαν όλα τα “βαριά όπλα”, για να δώσουν την εσωτερική μάχη. Ήθελαν να διασφαλίσουν απόλυτα ότι εκείνοι, που φαίνονταν να είναι μαζί τους, δε θα “παραστρατήσουν”. Σε ό,τι τους αφορούσε, το κέρδισμα των νέων ομάδων από την Ανατολική Ευρώπη στη Διεθνή ήταν άνευ σημασίας. Η νίκη της κλίκας ήταν πρώτη προτεραιότητα».

Ο Μόργκαν έπεσε θύμα του εκφυλισμένου καθεστώτος, που ο ίδιος βοήθησε να χτιστεί. Ως εκ τούτου, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως «θύμα». Ο μόνος λόγος που έχει κάποια αξία να διαβαστεί το αξιοθρήνητο άρθρο του είναι επειδή παρόμοια πράγματα έγιναν ξανά πρόσφατα. Λίγους μήνες πριν, ξέσπασε νέα κρίση στη CWI και ο Ταφ διέγραψε το ιρλανδικό, το αμερικανικό και άλλα τμήματα, τα οποία «τόλμησαν» να ασκήσουν κριτική στην ηγεσία. Αυτό ήταν περίπου μια επανάληψη αυτού που συνέβη πριν από σχεδόν 30 χρόνια. Η ίδια ακριβώς κλίκα χρησιμοποίησε τις ίδιες ακριβώς βρώμικες μεθόδους. Η μόνη διαφορά ήταν ότι αυτή τη φορά η μειοψηφία διέγραψε την πλειοψηφία! Ή «ορθότερα», η πλειοψηφία «έθεσε εαυτόν εκτός οργάνωσης». Αυτή είναι ακριβώς η ίδια φόρμουλα που χρησιμοποιήθηκε εναντίον της Αντιπολίτευσης το 1991-92.

Η πρόσφατη κρίση της CWI

Η πρόσφατη διάσπαση της CWI ήρθε έπειτα από τη διακήρυξη ίδρυσης μιας φράξιας από τον Ταφ και τους υποστηρικτές του στο IS. Αυτό έγινε, αφού ηττήθηκαν σε μια ψηφοφορία στο IEC. Η φράξια ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν «βασικές πολιτικές διαφορές» με τους αντιπάλους της στο IEC, οι οποίοι αντιπροσώπευαν τη μεγάλη πλειοψηφία των εθνικών τμημάτων και των μελών της CWI. Η φράξια του Ταφ κατηγορεί την πλειοψηφία ότι εγκατέλειψε τη δουλειά στα συνδικάτα, ότι διολίσθησε σε μικροαστικές θέσεις στο ζήτημα της λεγόμενης πολιτικής ταυτοτήτων και ότι προσχώρησε στο «μικροαστικό μαντελισμό» (σ.σ: ο Ερνέστ Μαντέλ ήταν εκ των βασικών ηγετών της 4ης Διεθνούς), δηλαδή ότι βασίζονταν σε άλλες κοινωνικές δυνάμεις εκτός της εργατικής τάξης. Ιδιαίτερα το ιρλανδικό και το αμερικανικό τμήμα στοχοποιήθηκαν ως οι βασικοί υπαίτιοι για τα φαινόμενα αυτά.

Προσποιούμενη ότι «αποκαλεί τα πράγματα με το όνομά τους», η φράξια περιέγραφε την πλειοψηφία ως μια «φράξια όλων όσων δεν ανήκουν στη φράξια». Αυτός ο άστοχος χαρακτηρισμός δεν αντανακλά τη φύση της πλειοψηφίας της CWI, ούτε πολιτικά ούτε οργανωτικά. Δεν υπάρχει μια πλήρως σχηματισμένη και ομοιογενής φράξια, αλλά μια ετερογενής αντιπολίτευση, με αρκετές τάσεις εντός της, μερικές εκ των οποίων αντιπροσωπεύουν αρκετά διαφορετικές σχολές σκέψεις μεταξύ τους. Ένα υγιές καθεστώς, βασισμένο στις αρχές του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, θα έβλεπε την εμφάνιση «πολιτικών διαφορών» ως ευκαιρία για έναν υπομονετικό, εκτεταμένο διάλογο, στα πλαίσια μιας προσπάθειας να αναγνωριστούν και να επιλυθούν αυτές οι διαφορές, και όχι σαν μια βιαστική πορεία προς μια διάσπαση, όπως έκανε η φράξια του Ταφ, ώστε να αποτρέψει μια «αλλαγή καθεστώτος». Όποιες «πολιτικές διαφορές» και αν υπάρχουν, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τις χοντροκομμένες μεθόδους της φράξιας του Ταφ που οδήγησαν στη διάσπαση προτού εξαντληθούν όλα τα περιθώρια να επιλυθεί η διαμάχη. Η φράξια προέβη σε μια πράξη πολιτικής ισοπέδωσης της πλειοψηφίας, στην οποία δεν ενδιαφερόταν για τίποτα άλλο παρά τη θέση της και τα εγωιστικά της συμφέροντα.

Το SPEW, στο οποίο ο Ταφ είναι γενικός γραμματέας, έκανε μια συνδιάσκεψη στα τέλη του Ιουλίου, η οποία ακολουθήθηκε από μια «διεθνή συνδιάσκεψη», που απαρτιζόταν σχεδόν αποκλειστικά από μέλη του βρετανικού SPEW και όπου ανακοινώθηκε μια «νεοσυσταθείσα CWI». Τα μέλη του SPEW και της CWI που υποστηρίζουν την πλειοψηφία, ενημερώθηκαν ότι «είχαν θέσει εαυτούς εκτός οργάνωσης» (σας θυμίζει κάτι;), ή αλλιώς διαγράφηκαν χωρίς δικαίωμα απολογίας. Στη «διεθνή» συνδιάσκεψη, ανακοινώθηκε ένα Παγκόσμιο Συνέδριο της «νεοϊδρυθείσας CWI», που σήμαινε αναμφίβολα τη διαγραφή της πλειοψηφίας διεθνώς. Η ηγεσία του SPEW έλαβε διοικητικά μέτρα εναντίων των ηγετών της πλειοψηφίας, μεταξύ των οποίων ήταν η απομάκρυνσή τους και η παρακράτηση των μισθών τους. Χρησιμοποιώντας αυτές τις μεθόδους, η φράξια έδειξε ότι ο απώτερος σκοπός της ήταν να διατηρήσει την εξουσία της και να εξασφαλίσει για τον εαυτό της τους πόρους και το ίδιο το όνομα της CWI. Στην πραγματικότητα, αυτό ήταν ένα πραξικόπημα του IS και της ηγεσίας του SPEW εναντίον της συντριπτικής πλειοψηφίας της CWI.

Προτού η διαμάχη εντός της CWI διακοπεί βίαια και απότομα από το προαναφερόμενο «πραξικόπημα», μια σειρά από εθνικά τμήματά της είχαν ασκήσει αναλυτική κριτική στις θέσεις της φράξιας, υπογραμμίζοντας την αποτυχία της στη χάραξη των προοπτικών και την όλο και πιο έντονα μονοδιάστατη στρατηγική προσέγγιση μέσα σε μια όλο και πιο ρευστή παγκόσμια κατάσταση, στην οποία κλιμακώνονται οι επιθέσεις εναντίον της εργατικής τάξης και των καταπιεζόμενων στρωμάτων, αλλά και η οποία ανοίγει μεγάλες ευκαιρίες για τις ιδέες του σοσιαλισμού. Η φράξια του IS αρκέστηκε απλά στο να απαντήσει ότι οι αντίπαλοί της είναι αμετανόητοι μαντελικοί, με τους οποίους δεν αξίζει κανείς να μπει σε διαδικασία συζήτησης. Αυτό είναι ενδεικτικό του γραφειοκρατικού εκφυλισμού και της σεχταριστικής νοοτροπίας του Ταφ και της φράξιας του. Το «καθεστώς», που θέλουν να διατηρήσουν εκτέθηκε ανεπανόρθωτα από τις μεθόδους που χρησιμοποίησαν σ’ αυτή τη διαμάχη, οι οποίες βάζουν το πρεστίζ, το κύρος και τα πόστα πάνω από τις πολιτικές αρχές.

Η παρούσα κρίση της CWI δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη. Η μόνη εύλογη έκπληξη είναι που δεν προέκυψε νωρίτερα. Με επαρκείς υλικούς πόρους, ένα σάπιο καθεστώς μπορεί να αντέξει αρκετό καιρό, όπως είδαμε στην περίπτωση των χιλικών. Αλλά, στο τέλος, αργά ή γρήγορα, θα καταρρεύσει. Αυτή θα είναι και η μοίρα της CWI. Οι μέθοδοι του Ταφ είναι οι ίδιες καταστροφικές μέθοδοι των Χίλι και σία. Μόλις απειλούταν το πρεστίζ της ηγετικής ομάδας, ήταν έτοιμη να καταφύγει σε τέτοιες μεθόδους. Αλλά η κρίση του 1991-92 δεν ήταν «ατύχημα», όπως δεν είναι και η παρούσα κρίση της CWI. Η οργάνωση αυτή χτίστηκε σε σαθρά θεμέλια και η καταστροφή της είναι ένα αναπόφευκτο αποτέλεσμα. Είναι πλέον νεκρή και δεν μπορεί να αναστηθεί. Για να μπορέσει να προκύψει κάτι θετικό από αυτό το ναυάγιο, πρέπει πρώτα να γίνει μια ειλικρινής αποτίμηση του παρελθόντος.

Ποιοι είναι πραγματικά οι ηγέτες της σημερινής πλειοψηφίας της CWI – ο ρόλος τους στο παρελθόν και σήμερα

Η πλειοψηφία της CWI πήρε μια γεύση από τις μαφιόζικες μεθόδους του Ταφ και των «αυλικών» του. Σήμερα, ξεσηκώνονται για τον τρόπο που τους μεταχειρίστηκαν και περιγράφουν αυτό που τους συνέβη ως «γραφειοκρατικό πραξικόπημα». Ωστόσο, πρέπει να υπενθυμιστεί το παρελθόν τους σε εκείνους που σήμερα διατείνονται ότι υπερασπίζονται τις «δημοκρατικές παραδόσεις» της CWI. Αλλά η προσπάθειά τους να αποκρύψουν την πραγματική ιστορία δείχνει το δισταγμό τους να ανταποκριθούν σ’ αυτό το καθήκον. Απέχοντας παρασάγγας από μια ειλικρινή αποτίμηση του παρελθόντος, η Πλειοψηφία της CWI προσπαθεί να εξωραΐσει το παρελθόν και να ξεπλύνει το ποιόν της. Πασχίζει να παρουσιάσει αυτές τις γραφειοκρατικές μεθόδους σαν πολύ πρόσφατες παρεκκλίσεις. Για παράδειγμα, σε μια δήλωσή της, υπό τον τίτλο «Το γραφειοκρατικό πραξικόπημα δεν θα εμποδίσει την πλειοψηφία της CWI να χτίσει μια ισχυρή επαναστατική σοσιαλιστική Διεθνή», στις 26 Ιουλίου, διαβεβαίωνε ότι μέχρι πρότινος η CWI βασιζόταν σε «δημοκρατικές παραδόσεις», όχι στο γραφειοκρατικό συγκεντρωτισμό.

Ωστόσο, αυτό δεν είναι αλήθεια. Πρέπει να καταστεί σαφές ότι αυτές οι μέθοδοι υπερασπίζονταν ολόψυχα από πολλές ηγετικές φιγούρες της τωρινής ηγεσίας της πλειοψηφίας της CWI, που τώρα παραπονιούνται γι’ αυτές τις ίδιες μεθόδους. Στην κρίση του 1991-92, ήταν οι ίδιοι που πρόθυμα συμμετείχαν στα εγκλήματα, που έσυραν την καθαρή σημαία του τροτσκισμού στη λάσπη. Αξίζει, παρεμπιπτόντως, να αναφερθεί για παράδειγμα, ότι ο άνθρωπος, ο οποίος έπαιξε τον κύριο ρόλο για το νευρικό κλονισμό της συντρόφισσας Άνα Μουνιόθ, που περιγράφηκε παραπάνω, είναι εκ των ηγετικών φιγούρων της ηγεσίας της σημερινής πλειοψηφίας της CWI.

Έκτοτε, οι άνθρωποι, που αποτελούν σήμερα την ηγεσία της πλειοψηφία της CWI, συστηματικά επαναλαμβάνουν έναν ορυμαγδό ψεμάτων ενάντια στον Τεντ Γκραντ, τον Άλαν Γουντς και την τότε Αντιπολίτευση, για λόγους προσωπικού πρεστίζ. Τα ίδια τα θύματα του Ταφ διαστρεβλώνουν την ιστορία, για να καλύψουν τον παλιό τους ρόλο, εκτοξεύοντας νέες συκοφαντίες εναντίον του Τεντ Γκραντ. Για να αποκρύψουν το δικό τους ρόλο, προσπαθούν να κατηγορήσουν τον Τεντ Γκραντ για τη διάσπαση του 1992 και να τον τοποθετήσουν στο ίδιο τσουβάλι με τον Πήτερ Ταφ. Αυτή είναι μια τρομακτική συκοφαντία. Βάζει το θύμα στην ίδια θέση με το θύτη. Έτσι, παρέχει δικαιολόγηση στον τελευταίο, κι εκείνους που τον υποστηρίζουν.

Παραδείγματος χάριν, μια δήλωση της πλειοψηφίας της CWI λέει:

«Στα 45 χρόνια της ύπαρξής μας, χρειάστηκε να αντιπαλέψουμε αυτά τα φαινόμενα (το γραφειοκρατισμό) σε διάφορα επίπεδα και, κατά κύριο λόγο, καταφέραμε να τα διορθώσουμε χωρίς μεγάλες ζημιές. Ωστόσο, κατά καιρούς, χρειαζόταν η παρέμβαση των πολιτικά συνειδητών μελών ενάντια σε μια εκφυλισμένη, κεντρική ηγεσία, ώστε να προστατευθεί το πρόγραμμα της CWI. Αυτό έγινε, όταν η μεγάλη πλειοψηφία της CWI ξεσηκώθηκε εναντίον της ηγεσίας γύρω από τον Τεντ Γκραντ το 1992, και αυτό έπρεπε να γίνει και φέτος με την ηγεσία γύρω από τον Πήτερ Ταφ».

Η ιδέα ότι η βάση της CWI «ξεσηκώθηκε εναντίον της ηγεσίας γύρω από τον Τεντ Γκραντ το 1992» είναι καθαρή σκευωρία. Σίγουρα, υπήρχε ένας ξεσηκωμός, αυτός του μηχανισμού του Ταφ, για να σιγήσει και να τσακίσει την Αντιπολίτευση με αηδιαστικές, χουλιγκανικές μεθόδους, παρμένες από το σχολείο του σταλινισμού. Αυτοί που υπέγραψαν την παραπάνω δήλωση γνωρίζουν ακριβώς για τι μιλάνε, αφού συμμετείχαν σ’ αυτές τις ενέργειες, κάποιοι ίσως διστακτικά, αλλά οι περισσότεροι με πρωτοφανή ενθουσιασμό. Η βάση δε θα μπορούσε να «ξεσηκωθεί», για τον απλούστατο λόγο ότι δεν ήξερε τίποτα για το τι γινόταν στις κορυφές της οργάνωσης. Ο Τεντ Γκραντ ήταν βαθιά σεβαστός και είχε τεράστιο πολιτικό κύρος στη βάση της οργάνωσης, κυρίως λόγω της βαθιάς του κατανόησης για τα παγκόσμια γεγονότα και τις προοπτικές. Οι διαφορές, που εμφανίστηκαν τότε, δεν έγιναν ποτέ γνωστές στα μέλη με πολλές λεπτομέρειες, και η πυροδότηση της διαμάχης έγινε από πάνω προς τα κάτω, όχι το ανάποδο.

Πλαστογραφώντας την ιστορία, αυτοί οι άνθρωποι διαπράττουν ένα διπλό έγκλημα. Αποκρύπτοντας την αλήθεια, καθιστούν αδύνατο στη νέα γενιά να καταλήξει στα σωστά συμπεράσματα. Αυτό επιτρέπει στο «καρκίνωμα» να διαδοθεί και να έχει καταστροφικά αποτελέσματα. Η ιστορία επαναλαμβάνεται και θα συνεχίσει να επαναλαμβάνεται, όσο οι άνθρωποι συνεχίζουν να ψεύδονται για το παρελθόν, δεν παραδέχονται ειλικρινώς τα λάθη τους και δε βγάζουν τα αναγκαία συμπεράσματα. Όπως έλεγε ο Τρότσκι, «Η κινητήρια δύναμη της ιστορίας είναι η αλήθεια, όχι τα ψέματα».

Η IMT ο πραγματικός εκφραστής των δημοκρατικών παραδόσεων της παλιάς CWI

Ο Τρότσκι είχε πει ότι «οι περισσότερες από τις σεχταριστικές ομάδες και κλίκες, που γαλουχήθηκαν από τα ψίχουλα του τραπεζιού της Τέταρτης Διεθνούς, τραβάνε το δρόμο της “ανεξάρτητης” οργανωτικής ύπαρξης, με μεγάλες φιλοδοξίες, αλλά χωρίς την παραμικρή πιθανότητα επιτυχίας. Μπολσεβίκοι-Λενινιστές, μη χάνετε χρόνο, αφήστε αυτές τις ομάδες στη μοίρα τους».

Οι δυνάμεις που αντιπάλεψαν έγκαιρα και μέχρι τέλους τις ξένες προς τον μαρξισμό μεθόδους και το γραφειοκρατικό εκφυλισμό του Πήτερ Ταφ, προχώρησαν στην ίδρυση της Διεθνούς Μαρξιστικής Τάσης (ΙΜΤ). Μπροστά στις διώξεις, υπερασπίστηκαν τις πραγματικές αρχές και την κληρονομιά του επαναστατικού μαρξισμού. Αντιμετώπισαν αντιξοότητες και ξεπέρασαν μεγάλα εμπόδια, αλλά κατάφεραν να ξαναχτίσουν την τάση πάνω στις στέρεες βάσεις του μαρξισμού.

Η Διεθνής Μαρξιστική Τάση θεωρούμε ότι είναι η μόνη οργάνωση στον κόσμο που δικαιούται να ισχυρίζεται ότι συνεχίζει τη βαριά κληρονομιά των ιδεών των κλασικών του μαρξισμού, του Μαρξ, του Ένγκελς, του Λένιν, του Τρότσκι, αλλά και του ιδρυτή της, Τεντ Γκραντ. Γι’ αυτό, καλούμε όλους τους αγωνιστές του εργατικού κινήματος και της νεολαίας, που βλέπουν με αγανάκτηση και αποστροφή τα δεινά, που επιφέρει η κρίση του καπιταλιστικού συστήματος, να οργανωθούν στις γραμμές της!

Νίκος Σέντης

Βασική πηγή: το κείμενο του Ρομπ Σιούελ με τίτλο “The CWI split of 1991-1992: setting the record straight” που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα www.marxist.com

Άλλα κείμενα – πηγές για το άρθρο από την ιστοσελίδα www.marxist.com

A problem of prestige: the crisis within the Committee for a Workers’ International (CWI)
Documents of the Opposition in the “Militant” in 1991-92
CWI faction fight: Spanish section walks out
Open letter to the members and former members of the CWI