Νταβός, οικονομική επιβράδυνση, οι αστοί ανησυχούν, Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ

Στην πρόσφατη συνάντηση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός, οι πλούσιοι και ισχυροί συγκεντρώθηκαν για να συζητήσουν μια στρατηγική για την υπεράσπιση του συστήματός τους. Στο παρελθόν, η επικρατούσα διάθεση ήταν αυτή της αισιοδοξίας και της αποφασιστικότητας. Φέτος, όμως, αυτό που επικρατούσε ήταν η απελπισία. Η άρχουσα τάξη έχει βρεθεί, από εκεί που γιόρταζε τη νίκη της, να κοιτάζει πλέον στην άβυσσο μέσα σε μόλις 25 χρόνια.

Μετά την κατάρρευση του Τείχους του Βερολίνου, η αστική τάξη ήταν φαινομενικά ασταμάτητη. Όπως έχουμε υπογραμμίσει πολλές φορές, νόμιζαν ότι κέρδισαν τη «μάχη με το σοσιαλισμό» και πίστευαν ότι η ιστορία είχε τελειώσει, όπως δήλωσε ο Φουκουγιάμα. Αυτή η ψευδαίσθηση τελικά κατέρρευσε λόγω της κρίσης, που ξεκίνησε το 2007 και η οποία σήμερα εισέρχεται σε ένα ακόμη πιο κρίσιμο στάδιο.

Καταθλιπτική διάθεση στο Νταβός

Από την αρχή της κρίσης του 2008, τίποτα δεν έχει επιλυθεί. Δεν υπήρξε ποτέ πραγματική ανάκαμψη στην παγκόσμια οικονομία μετά το 2008 και τώρα έχουμε μπροστά μας άλλη μία παγκόσμια ύφεση. Αυτή τη φορά, ωστόσο, όλα τα περιθώρια για αποτελέσματα από τα μέτρα που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν για την έξοδο της οικονομίας από την ύφεση έχουν ήδη εξαντληθεί.

Αυτό που ανησυχεί την αστική τάξη τώρα είναι η λεγόμενη «καμπύλη ανεστραμμένης απόδοσης». Στο παρελθόν, όταν το βραχυπρόθεσμο χρέος είχε υψηλότερη απόδοση (επιτόκιο) από το μακροπρόθεσμο χρέος – μια κατάσταση που εμφανίστηκε αρκετές φορές τους τελευταίους μήνες – η ύφεση ξέσπασε σε σχετικά σύντομο διάστημα.

Σε αντίθεση με το παρελθόν, όταν η εμπιστοσύνη των αστών στο σύστημά τους φαινόταν ακλόνητη, η πρόσφατη συνάντηση των πλουσίων και ισχυρών του κόσμου στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός είχε άρωμα απελπισίας.

Φέτος, πολλοί παγκόσμιοι ηγέτες, που ήταν πρωταγωνιστές αυτής της συνάντησης παλιότερα (όπως οι Μακρόν και Τραμπ), έμειναν μακριά από το Νταβός. Ο Τραμπ, παρεμπιπτόντως, έχει μπει σε κοκορομαχία με το Κογκρέσο για τη χρηματοδότηση του συνοριακού τείχους, ενώ ο Μακρόν ήταν απασχολημένος, προσπαθώντας να εξουδετερώσει τις διαμαρτυρίες των κίτρινων γιλέκων, που προκάλεσαν σοβαρές διαταραχές στη γαλλική οικονομία.

Τα ρεπορτάζ από τις συναντήσεις του φόρουμ αντανακλούσαν τη διάθεση απελπισίας. Ο Γκίντιον Ράχμαν σχολίασε στους Financial Times: «Όλοι χρειάζονται ήρωες – ακόμα και οι πλουτοκράτες του Νταβός. Αλλά η “παγκόσμια ελίτ” έχει προς το παρόν ξεμείνει από ενθουσιασμό και ιδέες».

Ο οικονομολόγος του Χάρβαρντ, Κένεθ Ρόγκοφ, δήλωσε στους FT: «Αυτό είναι το πιο “επίπεδο” Νταβός που θυμάμαι. Κανονικά, υπάρχει μια χώρα-αστέρι ή μια βιομηχανία-αστέρι, για την οποία μιλάνε όλοι. Αλλά φέτος, δεν υπάρχει τίποτα».

Ο Ράχμαν παραθέτει μια σειρά από προηγούμενους ήρωες: Ερντογάν, Βραζιλία, Μακρόν, Bitcoin, Κίνα και Μόντι. Όλοι τους βρίσκονται σήμερα σε πολύ δεινή κατάσταση. Δεν υπάρχει ούτε ένας λόγος για τους αστούς να είναι ενθουσιασμένοι, ωστόσο υπάρχουν πολύ λόγοι για να είναι ανήσυχοι.

Μία από τις βασικές ανησυχίες αφορούσε το διεθνές εμπόριο. Ο Μάρτιν Γουλφ, επικεφαλής της οικονομικής στήλης των Financial Times, γράφει:

«Από τη βιομηχανική επανάσταση, η παγκόσμια οικονομία έχει βιώσει δύο μεγάλα κύματα οικονομικής ολοκλήρωσης ή, όπως το αποκαλούμε τώρα, “παγκοσμιοποίησης”: στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα και στα τέλη του 20ου και τις αρχές του 21ου αιώνα. Η σύγκρουση ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις, το οικονομικό κραχ, ο εθνικισμός και ο προστατευτισμός σκότωσαν το πρώτο κύμα παγκοσμιοποίησης. Ο ίδιος συνδυασμός, πιθανώς σε διαφορετική ιστορική ακολουθία, θα μπορούσε να σκοτώσει και το δεύτερο».

Ειδικότερα, εκφράζεται ανοιχτά η ανησυχία για τη στροφή προς τον προστατευτισμό από την πλευρά των ΗΠΑ:

«Αν ενέργειες, που έχουν γίνει, δεν είναι εξαιρετικά επιζήμιες μέχρι στιγμής, πολύ περισσότερο βλάπτει η ιδεολογική απόρριψη των θεμελιωδών αρχών του παγκόσμιου εμπορικού συστήματος από τον ιδρυτή τους, τις ΗΠΑ : αντί της απελευθέρωσης, υπάρχει προστατευτισμός, αντί της πολυμέρειας, υπάρχει μονομέρεια, αντί των παγκόσμιων κανόνων, υπάρχει η εθνική ευχέρεια».

Οι ΗΠΑ δε βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο της απελευθέρωσης του εμπορίου, όπως στο παρελθόν. Είναι σαφές ότι ο προστατευτισμός θεριεύει στις ΗΠΑ και οι αστοί ανησυχούν ότι ο προστατευτισμός του Τραμπ δεν είναι μόνο ένα προσωρινό φαινόμενο, αλλά πρόκειται να αποτελέσει μόνιμο χαρακτηριστικό της αμερικανικής πολιτικής, ανεξάρτητα από την εκάστοτε κυβέρνηση.

Επιπλέον, το αίσθημα μεταξύ των αξιωματούχων ήταν ότι ο πολιτικός έλεγχος φεύγει από τα χέρια τους:

«… ο τοξικός συνδυασμός του λαϊκισμού, του προστατευτισμού και του εθνικισμού, που στοιχειώνει πολλές χώρες από τη Βραζιλία έως τη Μεγάλη Βρετανία, είναι απίθανο να εξαφανιστεί σύντομα – και οι τεχνολογικές αλλαγές, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, θα μπορούσαν να δυσχεράνουν την κατάσταση. Αυτό οδήγησε πολλά διευθυντικά στελέχη αυτή τη βδομάδα να μπουν σε ένα νέο κύκλο συζητήσεων για το πώς θα μειωθεί η ολοένα αυξανόμενη διάθεση θυμού μέσω του κοινωνικού ακτιβισμού».

Οι συμμετέχοντες στο Νταβός είχαν πολλούς λόγους να ανησυχούν. Οι ενδείξεις δείχνουν ότι η ανάπτυξη των τελευταίων δύο ετών στις ΗΠΑ, μακριά από το να είναι η αρχή μιας βιώσιμης ανάκαμψης, ήταν μόνο ένα προσωρινό τρικ που τροφοδοτήθηκε από τον Τραμπ, ο οποίος ράντισε με χρήμα τις μεγάλες αμερικανικές επιχειρήσεις .

Το άρθρο του Ράχμαν τελειώνει:

«Φαίνεται ότι ο κόσμος έχει απογοητεύσει το Νταβός. Αλλά, και πάλι, ίσως το Νταβός έχει απογοητεύσει τον κόσμο».

«Συγχρονισμένη επιβράδυνση»

Στις 7 Απριλίου, οι Financial Times και το Ινστιτούτο Brookings δημοσίευσαν τον δείκτη TIGER, ο οποίος προβλέπει «μια συγχρονισμένη επιβράδυνση» στην παγκόσμια οικονομία. Αυτό οφείλεται στην πτώση των εξαγωγών σε ορισμένες χώρες:

«Ο δείκτης υποχώρησε, εν μέρει επειδή τα στοιχεία που δείχνουν την πραγματική οικονομική δραστηριότητα ήταν χειρότερα, με χώρες όπως η Ιταλία να πέφτουν σε ύφεση, τη Γερμανία να την αποφεύγει μετά βίας και την αμερικανική οικονομία να χάνει τη δυναμική ανάπτυξης που είχε, καθώς οι θετικές επιδράσεις των φοροελαφρυνσέων του Τραμπ στην οικονομία αρχίζουν να φθίνουν».

Η παραπάνω παράγραφος, από μόνη της, δεν αποτελεί ιδιαίτερα ανησυχητική διαπίστωση. Η παγκόσμια οικονομία θα μειώσει το ρυθμό ανάπτυξής της, αλλά θα συνεχίσει να αυξάνεται με ρυθμό 3,3%. Ο καθηγητής Πρασάντ του Ινστιτούτου Brookings δήλωσε ότι «η επιβράδυνση δε φαίνεται να οδηγεί σε παγκόσμια ύφεση», ωστόσο «όλα τα μέρη της παγκόσμιας οικονομίας χάνουν σε δυναμική». Με άλλα λόγια, μην περιμένετε να βελτιωθούν τα πράγματα. Αν μη τι άλλο, θα επιδεινωθούν.

Το ΔΝΤ τον Απρίλιο προβλέπει οικονομική ανάπτυξη της τάξης του 3,3%, που συνιστά μείωση από την πρόβλεψη του 3,7% τον Οκτώβριο. Το παγκόσμιο εμπόριο αναμένεται να αυξηθεί κατά 3,4%, πρόβλεψη αρκετά μειωμένη σε σχέση με το 3,8% που ήταν η εκτίμηση του 2018. Η οικονομική επιβράδυνση πλήττει γενικά όλες τις μεγάλες οικονομίες.

Τον Ιανουάριο, το ΔΝΤ υποβάθμισε επίσης τον ρυθμό ανάπτυξης από την προηγούμενη πρόβλεψή του. Εκείνη την περίοδο, ο Γκρεγκ Ιπ έγραφε στο Wall Street Journal:

«Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εξακολουθεί να πιστεύει ότι η παγκόσμια οικονομία θα φθάσει σε ένα αξιοσέβαστο ποσοστό ανάπτυξης 3,5%. Αλλά αυτή είναι η δεύτερη υποβάθμιση σε σχέση με πριν από ένα χρόνο, όταν το ΔΝΤ μιλούσε για “τον ευρύτερο συγχρονισμένο παγκόσμιο ρυθμό ανάπτυξης” από το 2010.

Αυτή η τελευταία απογοήτευση δεν είναι η πραγματική ουσία, αλλά περισσότερο μάλλον οι συνεχείς απογοητεύσεις που συνοδεύουν την οικονομική επέκταση εξ αρχής».

Ο Ιπ παραθέτει στοιχεία για την ανάπτυξη μεταξύ του 2010 και του 2019, η οποία έφτανε κατά μέσο όρο το 3,8% ετησίως, έναντι του 4,4% της περιόδου 2000-2007, αλλά ακόμη και αυτή η μετριοπαθής ανάπτυξη επιβραδύνεται. Αναφέρει τη Βραζιλία, την Κίνα, τη Γερμανία, την Ιαπωνία, τη Ρωσία και τη Βρετανία, οι οποίες πέρσι αναπτύχθηκαν πιο αργά απ’ ό,τι τα προηγούμενα οκτώ χρόνια. Άλλες χώρες, όπως η Ιταλία, όπως είδαμε, βρίσκονται ήδη σε ύφεση.

Ένας από τους παράγοντες πίσω από αυτό είναι οι προσπάθειες των κεντρικών τραπεζών να κάνουν την πίστωση ακριβότερη. Η ΕΚΤ, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ και η Τράπεζα της Ιαπωνίας «έσφιξαν» τη νομισματική τους πολιτική την προηγούμενη χρονιά. Ωστόσο, αυτό μόνο δεν εξηγεί το φαινόμενο. Αν όντως είχαμε μια σοβαρή ανάπτυξη, τέτοιες μικρές νομισματικές προσαρμογές δε θα μπορούσαν να εκτροχιάσουν την οικονομική ανάπτυξη.

Το πρόβλημα είναι πολύ βαθύτερο και από απλά συγκυριακές αποφάσεις κεντρικών τραπεζιτών ή εμπορικές συναλλαγές μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας ή το Brexit. Η πραγματικότητα είναι ότι το καπιταλιστικό σύστημα δεν αντιμετωπίζει ένα μικρό χτύπημα, μια σύντομη ύφεση, αλλά μια σημαντική οργανική κρίση. Είναι γεγονός ότι ο καπιταλισμός έχει ξεπεράσει τον ιστορικό του ρόλο. Δεν μπορεί πλέον να αναπτύσσει τις παραγωγικές δυνάμεις με τον τρόπο που το έκανε στο παρελθόν και ζούσε εδώ και δεκαετίες με δανεικό χρόνο.

Πτώση της παραγωγικότητας

Από την αρχή της κρίσης, οι επενδύσεις μειώνονται, ιδίως στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες. Αυτό οδήγησε σε μείωση της παραγωγικότητας. Η παραγωγικότητα της εργασίας είναι καθοριστική για την ανάπτυξη του παραγωγικού δυναμικού της οικονομίας. Υπό μια ευρεία ιστορική έννοια, καθορίζεται από την ικανότητα των εργαζομένων και το επίπεδο των μηχανημάτων και των υποδομών. Είναι μια έκφραση του επιπέδου που επιτεύχθηκε από τις παραγωγικές δυνάμεις, οι οποίες τώρα επιβραδύνουν δραματικά.

Υπάρχει μια τάση επιβράδυνσης του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας στις χώρες του ΟΟΣΑ από τη δεκαετία του ’70, από πάνω από 25% μέσα σε μια επταετία στις αρχές της δεκαετίας του ’70 σε 21% τη δεκαετία που προηγήθηκε μέχρι το 2007. Έκτοτε, αυξήθηκε κατά μόλις 8,7% μεταξύ του 2007 και του 2017. Πρέπει να σημειωθεί ότι μέρος της αύξησης της παραγωγικότητας, κατά την περίοδο πριν από το 2007, δεν πραγματοποιήθηκε μέσω επενδύσεων, αλλά με την εντατικοποίηση τη εργασίας του υπάρχοντος εργατικού δυναμικού.

Ωστόσο, σε αντίθεση με την επένδυση σε νέα μηχανήματα, υπάρχει ένα όριο για το πόσο κέρδος μπορεί να επιτευχθεί μέσω της παραγωγικότητας από την εντατικοποίηση της εργασίας. Σε ετήσια βάση, μεταξύ του 1970 και του 2006, μόνο δύο φορές υπήρξε αύξηση της παραγωγικότητας κάτω από 1,5%, το 1980 και το 1982. Αλλά, από το 2006, η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας υπερέβη το 1,5% μόνο μία φορά, το 2010, όταν ήταν 2,5%. Αυτή η επιβράδυνση της αύξησης της παραγωγικότητας αποτελεί ένδειξη του πόσο σοβαρή είναι η κρίση.

Πτώση των επενδύσεων

Μακροπρόθεσμα, ο μόνος τρόπος για την επίτευξη οικονομικής ανάπτυξης είναι μέσω των επενδύσεων. Στον καπιταλισμό, αυτό συνήθως γίνεται με τη μορφή δημόσιων επενδύσεων σε υποδομές ή με τη μορφή ιδιωτικών επενδύσεων στην παραγωγή. Μόνο με την αύξηση του κεφαλαίου, μπορούν οι καπιταλιστές να αυξήσουν την παραγωγικότητα της εργασίας με βιώσιμο τρόπο. Ωστόσο, οι ιδιωτικές επενδύσεις προέρχονται από τα κέρδη των καπιταλιστών. Ο Τεντ Γκραντ εξήγησε το φαινόμενο αυτό από τη δεκαετία του 1950:

«Το πλεόνασμα που παράγει η εργατική τάξη, πέραν ενός μικρού μέρους που πάει στην κάλυψη των δικών της αναγκών και εξαιρουμένου ενός μέρους που καταναλώνεται από τους καπιταλιστές, επιστρέφεται πίσω στην παραγωγή. Ολόκληρος ο ιστορικός ρόλος του καπιταλισμού ήταν η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας με τη χρήση του πλεονάσματος στο χτίσιμο κεφαλαίων» («Θα υπάρξει ύφεση;», Τεντ Γκραντ).

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι αστοί σε περιόδους κρίσης επιδιώκουν να επεκτείνουν το ποσοστό εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, να μειώσουν τα έξοδά τους και να αυξήσουν τα κέρδη. Αυτό σημαίνει μείωση των μισθών, επίθεση στις συνθήκες εργασίας αλλά και μείωση των φόρων στις επιχειρήσεις, για να τους δώσουν, όπως λένε, «κίνητρα». Ωστόσο, παρά τις προσπάθειές τους να αυξήσουν τα κέρδη τους τις τελευταίες δεκαετίες, οι επενδύσεις βρίσκονται σε συνεχή πτώση, ακόμη και πριν από την πρόσφατη κρίση.

Στις χώρες του ΟΟΣΑ, ειδικότερα, σημειώθηκε σημαντική μείωση του επιπέδου των επενδύσεων ως μερίδιο της συνολικής οικονομίας. Από το 26% περίπου της δεκαετίας του 1970, ο σχηματισμός ακαθάριστων κεφαλαίων έχει πέσει σήμερα στο 21%.

Η τάση μείωσης των ποσοστών επένδυσης συνεχίζεται εδώ και καιρό. Σε προηγούμενες λιγότερο σοβαρές περιόδους ύφεσης, κάθε φορά που εμφανιζόταν κρίση, συνοδευόταν από πτώση των επενδύσεων και, μολονότι οι επενδύσεις τείνουν να ανακάμπτουν μερικώς μετά από ύφεση, δεν έχουν φτάσει ποτέ στα προ κρίσης επίπεδα.

Ωστόσο, η πτώση των επενδύσεων από 26 σε 21% του ΑΕΠ δεν αντανακλά πλήρως τον αντίκτυπο που είχε αυτή η πτώση. Οι αριθμοί αυτοί μετράνε τον ακαθάριστο σχηματισμό κεφαλαίου, δηλαδή η απόσβεση δεν υπολογίζεται. Αν εξετάσει κανείς την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, η αλλαγή που σημειώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες είναι ακόμη πιο δραματική.

Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του συνολικού αποθέματος κεφαλαίου ήταν περίπου 3% στις ΗΠΑ, αλλά μειώνεται σταθερά από το 1980, και ιδιαίτερα μετά την κρίση. Η κατάσταση στη Γερμανία και την Ιαπωνία είναι πιο δραματική. Το 1950 και το 1965, το γερμανικό κεφάλαιο αυξήθηκε κατά 6 έως 10 τοις εκατό, αλλά ο ρυθμός ανάπτυξής του είναι τώρα μόλις 1 τοις εκατό. Η Ιαπωνία είχε ετήσιο ρυθμό αύξησης πάνω από 10 τοις εκατό μεταξύ του 1959 και του 1973, αλλά τώρα αυξάνεται με λιγότερο από 1 τοις εκατό.

Η Κίνα είναι η εξαίρεση. Η κορύφωση της ανάπτυξης ήρθε το 2010. Μεγάλο μέρος των παγκόσμιων επενδύσεων στον κατασκευαστικό τομέα κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες έχει συγκεντρωθεί στην κινεζική οικονομία, αλλά αυτό φθάνει πλέον στα όριά του και παρατηρούμε την απότομη πτώση του ρυθμού ανάπτυξής της Κίνας από το 2010.

Ουσιαστικά, το πρόβλημα της έλλειψης επενδύσεων και η συνακόλουθη πτώση του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ αποκαλύπτει το μέγεθος του προβλήματος. Όλες οι προσπάθειες των αστών να αυξήσουν το επίπεδο των επενδύσεων απέτυχαν, ή τουλάχιστον απέτυχαν να επαναφέρουν τον καπιταλισμό στην προηγούμενη κατάσταση.

Σε τελική ανάλυση, η μόνη ιστορική αιτιολόγηση για την ύπαρξη του καπιταλισμού είναι η ικανότητά του να επενδύει στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, αλλά αυτό δε συμβαίνει πλέον. Υπό αυτές τις συνθήκες, η τεράστια αύξηση της ανισότητας χρησιμεύει μόνο για την αύξηση του πακτωλού των χρημάτων που συσσωρεύονται στον έναν πόλο της κοινωνίας, χωρίς καμία σημαντική αύξηση των επενδύσεων. Αυτό αναδεικνύει με μεγάλη σαφήνεια πως ο καπιταλισμός έπαιξε τον ρόλο του και πρέπει να καταργηθεί, προκειμένου να προχωρήσει μπροστά η κοινωνία.

Ο εθισμός της παγκόσμιας οικονομίας στο δανεισμό

Ο τρόπος, με τον οποίο προσπάθησαν να αποφύγουν την κρίση οι αστοί, ήταν να μειώσουν το κόστος δανεισμού, μειώνοντας μ’ αυτό τον τρόπο το κόστος των επενδύσεων και των καταναλωτικών δαπανών. Για μια ολόκληρη ιστορική περίοδο, απορρύθμισαν και μείωσαν τα επιτόκια, για να διατηρήσουν τις επενδύσεις και την κατανάλωση.

Αντίθετα με τις επενδύσεις, ωστόσο, η κατανάλωση σε πρώτη φάση δεν αυξάνει το μακροπρόθεσμο δυναμικό της οικονομίας. Απλώς αυξάνει το πόσο από το δυναμικό της οικονομίας χρησιμοποιείται σε μια δεδομένη στιγμή. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι αστοί οικονομολόγοι τείνουν να επικεντρώνονται σ’ αυτό που ονομάζουν «προσφορά», που βασικά σημαίνει το κόστος παραγωγής.

Ωστόσο, παραμένει γεγονός ότι χωρίς κατανάλωση δε θα υπάρχει κανείς για να αγοράσει τα αγαθά που παράγονται. Έτσι, καθώς οι καπιταλιστές επιτέθηκαν στους πραγματικούς μισθούς καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, της δεκαετίας του ’90 και του 2000, έπρεπε να αντικαταστήσουν την αγοραστική δύναμη αυτών των εργαζομένων με κάτι άλλο. Αυτό το κάτι άλλο ήταν το χρέος.

Σε διάφορες χώρες, διάφοροι τομείς της οικονομίας έχουν συσσωρεύσει ποικίλα επίπεδα χρέους. Στην Ιαπωνία, για παράδειγμα, η κυβέρνηση κατέχει λίγο περισσότερο από το ήμισυ του συνολικού χρέους, ενώ στις ΗΠΑ είναι μόνο το ένα τρίτο. Στην Ιαπωνία, οι μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις κατέχουν το 32% του συνολικού χρέους, στη Γερμανία το 45%. Αυτό που είναι κοινό σε όλες τις χώρες είναι ότι, τις τελευταίες δεκαετίες, σημειώθηκε μαζική αύξηση του συνολικού χρέους.

Το 1960, σύμφωνα με μία μέτρηση, το συνολικό χρέος σε παγκόσμια κλίμακα ήταν περίπου το 90% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Ήταν λίγο υψηλότερο στις ΗΠΑ, όπου ήταν περίπου 140 τοις εκατό. Υπήρξε μια μικρή αύξηση μέχρι το 1980, αλλά το επίπεδο του χρέους ήταν λίγο-πολύ το ίδιο (120 τοις εκατό της παγκόσμιας οικονομίας). Μετά απ’ αυτό, ωστόσο, σημειώθηκε σημαντική αύξηση σε παγκόσμια κλίμακα. Μέχρι το 1990, το συνολικό χρέος σε παγκόσμια κλίμακα είχε φθάσει το 160%, και στις ΗΠΑ το 180%. Μέχρι το 2007, είχε φθάσει το 190 τοις εκατό και 250 τοις εκατό αντίστοιχα. Στην Ιαπωνία, η αλλαγή ήταν πιο δραματική, το χρέος αυξήθηκε σε 340 τοις εκατό το 2007, ξεκινώντας από τα ίδια επίπεδα με τις ΗΠΑ το 1970. Η Γερμανία, μετά την προσθήκη πολλών χρεών στη δεκαετία του 1990, στην πραγματικότητα επέστρεψε μερικά από τα χρέη της, αλλά αυτή είναι η εξαίρεση, και όχι ο κανόνας.

Το χρέος της περιόδου που προηγήθηκε του 2007 ήταν συγκεντρωμένο στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες της Δυτικής Ευρώπης, της Βόρειας Αμερικής, της Ιαπωνίας, της Αυστραλίας κλπ. Ωστόσο, η κρίση άλλαξε αυτή την κατάσταση.

Τον Ιανουάριο του 2007, οι προηγμένες χώρες κατείχαν το 160% και ο υπόλοιπος κόσμος περίπου το 30% του παγκόσμιου χρέους ως προς το ΑΕΠ. Δέκα χρόνια αργότερα, ο υπόλοιπος κόσμος κατείχε το 70 τοις εκατό, και οι προηγμένες καπιταλιστικές χώρες 150 τοις εκατό. Πολλά απ’ αυτά εξηγούνται από τη δραματική άνοδο του κινεζικού χρέους.

Το Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών, για παράδειγμα, εκτιμά ότι το παγκόσμιο χρέος ανέρχεται σε 317 τοις εκατό του παγκόσμιου ΑΕΠ, αντί για το 225 τοις εκατό που δίνεται από τα ιστορικά συγκρίσιμα στοιχεία του ΔΝΤ. Είτε έτσι είτε αλλιώς, η διαδικασία παραμένει η ίδια.

Αυτή ήταν μια σκόπιμη και «ανεύθυνη» πολιτική εκ μέρους των αστών, προκειμένου να αποφευχθεί η ύφεση σε προγενέστερο στάδιο. Η αύξηση του χρέους ενθαρρύνθηκε με επανειλημμένες παρεμβάσεις μέσω της κυβερνητικής πολιτικής: τα επιτόκια μειώθηκαν ξανά και ξανά και ο δανεισμός απορρυθμίστηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε να επιτραπεί στις τράπεζες να δανείζουν σε πελάτες που ήταν λιγότερο ικανοί να αποπληρώσουν τα δάνεια που είχαν λάβει.

Η φούσκα των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων, η οποία ήταν η αφετηρία της κρίσης του 2008, κατέστη δυνατή, μόνο επειδή η αμερικανική κυβέρνηση κατάργησε νόμους που εμπόδιζαν τις τράπεζες να δανείζουν σε ανθρώπους που ήταν γνωστό ότι δεν μπορούσαν να αποπληρώσουν τα δάνεια. Οι τράπεζες πόνταραν στο γεγονός ότι, αν έπρεπε να κατασχέσουν ένα σπίτι, θα άξιζε περισσότερο απ’ ό,τι άξιζε η αρχική υποθήκη.

Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής ήταν να διατηρηθεί ζωντανός ένας μεγάλος αριθμός εταιρειών και να παραμείνουν ανοικτά εργοστάσια, που διαφορετικά θα έπρεπε να κλείσουν. Το ίδιο ισχύει και για νοικοκυριά, που θα μπορούσαν εύκολα να λάβουν στεγαστικά δάνεια, καθώς και φθηνή πίστωση εν γένει, κάτι που διαφορετικά δε θα ήταν βιώσιμο. Αυτή η παρέμβαση εμπόδισε αποτελεσματικά την αγορά να διαδραματίσει το ρόλο της και να επιτύχει «δημιουργική καταστροφή», κατά τον ευφημιστικό όρο του Σουμπέτερ. Διατηρώντας τις εταιρείες τεχνητά ζωντανές, αποφεύχθηκαν μαζικές απολύσεις, μαζικές εξώσεις και τεράστιες περικοπές στην αγοραστική δύναμη. Κάποιος μπορεί να προσθέσει ότι ανησυχούσαν επίσης για την πυροδότηση της ταξικής πάλης, που πραγματικά είναι αυτό που τρέμουν.

Για μια ολόκληρη ιστορική περίοδο, η μπουρζουαζία προσπάθησε να αποφύγει την κρίση με φθηνή πίστωση, αλλά αυτή η στρατηγική δημιούργησε τεράστιο χρέος και μόνο καθυστέρησε το αναπόφευκτο.

Το πρόβλημα με το χρέος, φυσικά, είναι ότι τελικά πρέπει να επιστραφεί μαζί με τόκους. Το επιτόκιο αποτελεί το πραγματικό πρόβλημα. Αν δε δημιουργούν διαρκώς περισσότερο χρέος όποιοι δανείζονται χρήμα, η αγοραστική τους δύναμη σταδιακά θα μειωθεί λόγω της πληρωμής των τόκων. Έτσι, για να αυξάνεται διαρκώς η αγοραστική δύναμη ή η δυνατότητα των εταιρειών ή των κυβερνήσεων να επενδύουν, πρέπει να συσσωρεύουν συνεχώς περισσότερο χρέος. Αυτό συμβαίνει, ιδιαίτερα αν δεν υπάρχει επαρκής ανάπτυξη στην οικονομία. Όμως, περισσότερο χρέος σημαίνει μεγαλύτερος τόκος και συνεπώς δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος.

Στην τελευταία έκθεσή του, το Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων προειδοποιεί ότι «οι δαπάνες για αποπληρωμή επιτοκίων του δημοσίου χρέους ενδέχεται να εκτρέψουν τις επενδύσεις από την πραγματική οικονομία». Αυτό ισχύει όχι μόνο για το δημόσιο χρέος, αλλά και για τις επιχειρήσεις. Η επίλυση του προβλήματος των επενδύσεων και της κατανάλωσης με την προσθήκη χρέους κάνει το πρόβλημα χειρότερο στο μέλλον.


Νίκλας Άλμπιν Σβένσον

Μετάφραση: Σοφία Παπακωνσταντίνου