Η περίοδος που καλύπτεται από τις ακόλουθες επιστολές εκτείνεται από το Δεκέμβριο του 1922 ως το Μάρτιο του 1923, δηλαδή στις τελευταίες μέρες της πολιτικής ζωής του Λένιν, όταν αγωνιζόταν εναντίον μιας ολοένα και πιο επώδυνης και εξουθενωτικής ασθένειας. Η δυσκολία, με την οποία έγραφε, αντανακλάται στη συντομία αυτών των σημειώσεων, που συχνά διακόπτονται από μακρά διαστήματα, όταν οι γιατροί του επέτρεπαν να γράφει.

Ωστόσο, παρά την έντονα συμπυκνωμένη τους φύση, οι επιστολές αυτές αποτελούν μαρτυρία της απόλυτης κατανόησης από το Λένιν της κατάστασης που εξελισσόταν στο κράτος και το κόμμα. Σε συνδυασμό με τα τελευταία του άρθρα (Σελίδες από ένα Ημερολόγιο, Για τη Συνεργασία, Η Επανάστασή μας, Πώς θα έπρεπε να αναδιοργανώσουμε το Σώμα Εργατικής και Αγροτικής Επιθεώρησης  και Καλύτερα λιγότερα, αλλά καλύτερα) συνιστούν ένα επεξεργασμένο πρόγραμμα για μια πάλη κατά της γραφειοκρατίας.

Στην τελευταία ενεργή περίοδο της ζωής του, ο Λένιν ήταν κύρια απορροφημένος από τα προβλήματα της σοβιετικής οικονομίας υπό τη Νέα Οικονομική Πολιτική. Το 1921, κάτω από την πίεση των εκατομμυρίων μικροϊδιοκτητών αγροτών, το εργατικό κράτος υποχρεώθηκε να υποχωρήσει από το δρόμο του σοσιαλιστικού σχεδιασμού και εκβιομηχάνισης, με σκοπό την προμήθεια σιτηρών για τους πεινασμένους εργάτες των πόλεων.

Η παλιά πρακτική του εμφυλίου πολέμου, της επίταξης των σιτηρών, έπρεπε να εγκαταλειφθεί, για να εξευμενιστούν οι αγρότες, των οποίων η υποστήριξη ήταν απαραίτητη, προκειμένου το εργατικό κράτος να μην υποκύψει στην αντίδραση. Μια ελεύθερη αγορά σιτηρών επανεγκαθιδρύθηκε και δόθηκαν παραχωρήσεις στους αγρότες και τους μικροεμπόρους, ενώ ταυτόχρονα οι κύριοι μοχλοί της οικονομικής εξουσίας (εθνικοποιημένες τράπεζες και βαριά βιομηχανία, κρατικό μονοπώλιο του  εξωτερικού εμπορίου) παρέμειναν στα χέρια του εργατικού κράτους.

Αυτή η υποχώρηση κατέστη αναγκαστική για τους μπολσεβίκους, κυρίως επειδή οι εργάτες της Δύσης είχαν καθυστερήσει να καταλάβουν την εξουσία και να σπεύσουν σε βοήθεια. Συνεχώς από το 1905 και έπειτα, ο Λένιν είχε ξανά και ξανά επαναλάβει ότι χωρίς μια τέτοια βοήθεια, οι Ρώσοι εργάτες δε θα μπορούσαν να κρατηθούν στην κρατική εξουσία. Δοσμένης της καθυστέρησης, του αναλφαβητισμού και της υλικής και πνευματικής εξαθλίωσης της Ρωσίας, το καθήκον που αντιμετώπιζαν οι μπολσεβίκοι δεν ήταν να δημιουργήσουν μια σοσιαλιστική, αταξική κοινωνία, αλλά να σώσουν εκατομμύρια ανθρώπων από θανάσιμη πείνα, να ανοικοδομήσουν μια συντριμμένη οικονομία και να εξασφαλίσουν τη στέγαση και τη στοιχειώδη εκπαίδευση – ούτε λίγο, ούτε πολύ – να σύρουν τη Ρωσία στον εικοστό αιώνα.

Ο θρίαμβος του σοσιαλισμού απαιτεί μια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σ’ ένα επίπεδο ανήκουστο σε οποιαδήποτε άλλη προηγούμενα υπαρκτή κοινωνία. Μόνο όταν οι συνθήκες γενικής στέρησης και φτώχειας έχουν εξαλειφθεί, μπορούν οι στοχασμοί του Μαρξ να υψωθούν σε ορίζοντες ευρύτερους από εκείνους της ταπεινωτικής καθημερινής πάλης για επιβίωση. Οι συνθήκες για έναν τέτοιο μετασχηματισμό υφίστανται ήδη στον κόσμο σήμερα. Για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, μπορούμε να πούμε αληθινά ότι δεν υπάρχει πλέον λόγος για κανέναν να πεινάει, να είναι άστεγος, να είναι αγράμματος. Οι δυνατότητες είναι παρούσες – στην επιστήμη, την τεχνική και τη βιομηχανία και δημιουργήθηκαν από την ανάπτυξη του ίδιου του καπιταλισμού, ο οποίος αντλεί για τον εαυτό του όλες τις πλουτοπαραγωγικές πηγές του πλανήτη, αν και μ’ έναν ημιτελή, αναρχικό και ανεξέλικτο τρόπο. Μόνο στη βάση ενός ολοκληρωμένου, αρμονικού σχεδιασμού της παραγωγής, μπορούν οι δυνατότητες αυτές να πραγματωθούν. Αλλά αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τον όρο της κοινής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και ενός δημοκρατικού σοσιαλιστικού σχεδιασμού.

Αυτές οι στοιχειώδεις αλήθειες του μαρξισμού θεωρούνταν δεδομένες από το Λένιν και τους μπολσεβίκους. Δεν οδήγησαν τους εργάτες στη νίκη τον Οκτώβριο του 1917 με την προοπτική της «οικοδόμησής του σοσιαλισμού» μέσα στα σύνορα της πρώην τσαρικής αυτοκρατορίας, αλλά για να ρίξουν το σύνθημα για τη διεθνή σοσιαλιστική επανάσταση:

«Εμείς κάναμε την αρχή», έγραφε ο Λένιν στην τέταρτη επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης. «Πότε, σε ποια εποχή και ώρα, ποιου έθνους οι προλετάριοι θα ολοκληρώσουν αυτή τη διαδικασία δεν είναι σημαντικό. Το σημαντικό πράγμα είναι ότι ο πάγος έσπασε· ο δρόμος είναι ανοικτός, ο τρόπος έχει δειχθεί».

Για τον Λένιν, η πρωταρχική σημασία της Ρωσικής Επανάστασης ήταν εκείνη του παραδείγματος στα μάτια των εργατών του κόσμου. Η αποτυχία του επαναστατικού κύματος που σάρωσε ολόκληρη την Ευρώπη  την περίοδο 1918-21 ήταν ο αποφασιστικός παράγοντας για τις κατοπινές εξελίξεις. Στη βάση μιας νικηφόρας ευρωπαϊκής επανάστασης, το γιγάντιο απόθεμα της Ρωσίας σε ορυκτό πλούτο, η τεράστια εργατική της δύναμη, θα μπορούσαν να έχουν συνδεθεί με την επιστήμη, την τεχνική και τη βιομηχανία της Γερμανίας, της Βρετανίας και της Γαλλίας. Οι Σοσιαλιστικές Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης θα μπορούσαν να έχουν μεταμορφώσει τις ζωές των λαών της Ευρώπης και της Ασίας και να ανοίξουν το δρόμο στην Παγκόσμια Σοσιαλιστική Ομοσπονδία. Αντ’ αυτού, εξαιτίας της δειλίας και της ασυνέπειας των εργατικών ηγετών, οι ευρωπαϊκές εργατικές τάξεις αντιμετώπισαν δεκαετίες κακουχιών, ανεργίας, το φασισμό και ένα νέο παγκόσμιο πόλεμο. Από την άλλη πλευρά, η απομόνωση του μοναδικού εργατικού κράτους στον κόσμο σε μια καθυστερημένη, αγροτική χώρα άνοιξε το δρόμο στο γραφειοκρατικό εκφυλισμό και τη σταλινική αντίδραση.

Η ήττα της γερμανικής εργατικής τάξης τον Μάρτιο του 1921 ανάγκασε τη Σοβιετική Δημοκρατία να στραφεί στις δικές της δυνάμεις για να επιβιώσει. Σ’ ένα λόγο του στις 17 Οκτωβρίου 1921, ο Λένιν εξέφρασε τις συνέπειες:

«Πρέπει να θυμάστε ότι η σοβιετική γη μας είναι ερημωμένη ύστερα από πολλά χρόνια δοκιμασίας και οδύνης και δεν έχει καμία σοσιαλιστική Γαλλία ή σοσιαλιστική Αγγλία για γείτονές της, ώστε να μας συντηρούν με την υψηλά προηγμένη τεχνολογία και υψηλά ανεπτυγμένη βιομηχανία τους. Έχετε αυτό κατά νου! Πρέπει να έχετε υπόψιν σας ότι προς το παρόν όλη η υψηλά ανεπτυγμένη τεχνολογία και βιομηχανία ανήκει στους καπιταλιστές, οι οποίοι μας πολεμούν».

Προκειμένου να επιβιώσουν, ήταν απαραίτητο να συμφιλιωθούν με την επιθυμία των αγροτών για κέρδος, ακόμη και σε βάρος της εργατικής τάξης και της ανάπτυξης της βιομηχανίας – της μόνης αληθινής βάσης για μια μετάβαση στο σοσιαλισμό.

Προς τον καπιταλισμό ή το σοσιαλισμό;

Οι παραχωρήσεις που δόθηκαν στους αγρότες, μικροεπιχειρηματίες και κερδοσκόπους («Nepmen») αποσόβησαν την οικονομική κατάρρευση στα 1921-22. Οι εμπορικές συναλλαγές ανάμεσα στα αστικά κέντρα και την ύπαιθρο αποκαταστάθηκαν, αλλά με όρους σημαντικά δυσμενείς για τα πρώτα. Η μείωση των φόρων επί των αγροτών σήμανε περικοπές των χρηματικών ποσών που ήταν απαραίτητα για τη βιομηχανική επένδυση. Η βαριά βιομηχανία έπεσε σε τέλμα, την ίδια ώρα που ένα μεγάλο μέρος της ελαφράς βιομηχανίας βρισκόταν σε χέρια ιδιωτών. Το 1923, το 88% των επιχειρήσεων κατέχονταν ή εκμισθώνονταν από ιδιώτες, αν και αυτές ήταν κυρίως μικρές επιχειρήσεις.

Ακόμη και η αναζωογόνηση της γεωργίας ενίσχυε το καπιταλιστικό και όχι το σοσιαλιστικό στοιχείο στη σοβιετική κοινωνία. Τεράστια κέρδη επιτυγχάνονταν από τους κουλάκους, με τα μεγαλύτερα και γονιμότερα αγροκτήματα και το απαραίτητο κεφάλαιο για εξοπλισμό, άλογα και λιπάσματα. Στην πραγματικότητα, σύντομα έγινε σαφές ότι, υπό τη ΝΕΠ, η διαφορά ανάμεσα στον πλούσιο και το φτωχό στα χωριά αυξανόταν σε ανησυχητικά επίπεδα. Οι κουλάκοι άρχισαν να κρύβουν ποσότητες σιτηρών, για να ωθήσουν σε άνοδο την τιμή τους, ακόμη και αγοράζοντας τη σοδειά των φτωχών αγροτών, για να την πωλήσουν ξανά πίσω σ’ αυτούς αργότερα, όταν οι τιμές θα ανέβαιναν.

Οι τάσεις αυτές παρακολουθούνταν με αγωνία από τον Λένιν, ο οποίος επανειλημμένα προειδοποιούσε για την ανάγκη η εργατική τάξη να κρατάει σφιχτά τα ηνία των βασικότερων τομέων της οικονομίας. Στο Τέταρτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, το Νοέμβριο του 1922, ο Λένιν έθεσε το ζήτημα με δυο λόγια:

«Η σωτηρία της Ρωσίας εναπόκειται στην καλή σοδειά των αγροτικών κτημάτων – αυτό δεν είναι αρκετό· και όχι μόνο στην καλή κατάσταση της ελαφράς βιομηχανίας που προμηθεύει τους αγρότες με καταναλωτικά αγαθά – και αυτό επίσης δεν είναι αρκετό· έχουμε ανάγκη επίσης από βαριά βιομηχανία. Και για να τη φέρουμε σε ικανοποιητική κατάσταση, θα μας πάρει πολλά χρόνια δουλειάς. Η βαριά βιομηχανία χρειάζεται κρατικές επιχορηγήσεις. Αν δεν είμαστε ικανοί να τις παρέχουμε, θα είμαστε καταδικασμένοι όχι μόνο σαν σοσιαλιστικό κράτος, αλλά, απλά, σαν πολιτισμένο κράτος».

Σ’ αυτή την περίοδο, ο Λένιν είχε καταπιαστεί με το πρόβλημα του εξηλεκτρισμού ως μιας πιθανής περιοχής, όπου ένα ρήγμα στο συμπαγή τοίχο της ρωσικής καθυστέρησης ήταν δυνατό να προκληθεί. Ο Τρότσκι, από την άλλη πλευρά, ήταν τελείως απορροφημένος από το συνολικό κρατικό σχεδιασμό της βιομηχανίας, ο οποίος είχε πρακτικά εξαφανιστεί υπό το καθεστώς της ΝΕΠ. Παράλληλα, τόνιζε την ανάγκη της ενίσχυσης του «Γκοσπάν», της κρατικής υπηρεσίας σχεδιασμού, ως μέσο για την ενθάρρυνση μιας σχεδιασμένης γενικής αναζωογόνησης της βιομηχανίας. Ο Λένιν, αρχικά, ήταν δύσπιστος απέναντι σ’ αυτή την ιδέα – όχι επειδή απέρριπτε το σχεδιασμό – αλλά εξαιτίας της επικρατούσας μάστιγας της γραφειοκρατίας στους σοβιετικούς θεσμούς, η οποία, φοβόταν, ότι θα μετέτρεπε ένα διευρυμένο και ενισχυμένο Γκοσπιάν σε γραφειοκρατικό παιχνίδι.

Ανεξάρτητα από τις διαφορετικές τους προσεγγίσεις σ’ αυτό το ζήτημα, ο Λένιν και ο Τρότσκι βρίσκονταν σ’ απόλυτη συμφωνία γύρω από την επιτακτική ανάγκη της ενίσχυσης των σοσιαλιστικών στοιχείων στην οικονομία και στον τερματισμό της διολίσθησης πίσω προς την κατεύθυνση ενός «αγροτικού καπιταλισμού». Εντούτοις, ήταν τέτοια η πίεση των συμφερόντων των κουλάκων, που ακόμη και ένα τμήμα της ηγεσίας των μπολσεβίκων άρχισε να λυγίζει. Το ερώτημα σχετικά με το ποιο δρόμο θα έπαιρνε η σοβιετική εξουσία τέθηκε με αποφασιστικό τρόπο από την αντιπαράθεση γύρω από το μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου το οποίο έσπασε το Μάρτιο του 1922.

Το μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου

Το μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου, που καθιερώθηκε τον Απρίλιο του 1918, ήταν ένα μέτρο ζωτικής σημασίας για την διασφάλιση της σοσιαλιστικής οικονομίας απέναντι στην απειλή της διείσδυσης και της κυριαρχίας του ξένου κεφαλαίου. Υπό το καθεστώς της ΝΕΠ το μονοπώλιο απέκτησε μια ακόμη μεγαλύτερη σημασία σαν ένα ανάχωμα απέναντι στις αυξανόμενες καπιταλιστικές τάσεις. Στις αρχές του 1922, κατ’ απαίτηση του Λένιν, ο Α.Μ. Lezhava επεξεργάστηκε ένα σχέδιο «Θέσεων για το Εξωτερικό Εμπόριο», το οποίο έδινε έμφαση στην ανάγκη ενίσχυσης του μονοπωλίου και αυστηρού ελέγχου των εξαγωγών και εισαγωγών. Παρ’ όλα αυτά, η Κεντρική Επιτροπή του κόμματος ήταν διαιρεμένη. Οι Στάλιν, Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ ήταν αντίθετοι στις προτάσεις του Λένιν και συνηγορούσαν στη χαλάρωση του μονοπωλίου, ενώ οι Σοκόλνικοφ, Μπουχάριν και Πιατάκοφ στην πραγματικότητα προχώρησαν τόσο πολύ, ώστε να καλούν σε κατάργησή του.

Στις 15 Μαΐου, ο Λένιν έγραψε την ακόλουθη επιστολή στο Στάλιν:

«Σύντροφε Στάλιν

Λαμβάνοντας υπόψη τούτο, πρότεινε την εξής ντιρεκτίβα προς έγκριση υπό του πολιτικού γραφείου συγκεντρώνοντας τις ψήφους των μελών του: «Η ΚΕ επανεπιβεβαιώνει το μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου και αποφασίζει να θέσει τέλος σε οποιαδήποτε προετοιμασία ενοποίησης του Ανώτατου Οικονομικού Συμβουλίου με το Κομισαριάτο του Εξωτερικού Εμπορίου». Όλοι οι Λαϊκοί Επίτροποι να βάλουν την απόρρητα την υπογραφή τους και να επιστρέψουν το πρωτότυπο στον Στάλιν. Κανένα αντίγραφο να μην κρατηθεί».

Την ίδια ώρα έγραφε στον Στάλιν και τον Φρούμκιν (αναπληρωτή Λαϊκό Επίτροπο Εξωτερικού Εμπορίου), τονίζοντας ότι «μια επίσημη απαγόρευση θα έπρεπε να τεθεί σε κάθε συζήτηση και διαπραγμάτευση, επιτροπή κλπ, αναφορικά με τη χαλάρωση του μονοπωλίου του εξωτερικού εμπορίου».

Η απάντηση του Στάλιν ήταν διφορούμενη:

«Δεν έχω καμία αντίρρηση σε μια «επίσημη απαγόρευση» μέτρων μετριασμού του μονοπωλίου του εξωτερικού εμπορίου στο παρόν στάδιο. Παρ’ όλα αυτά, θεωρώ ότι ο μετριασμός γίνεται απαραίτητος».

Στις 26 Μαΐου, ο Λένιν δέχτηκε την πρώτη έφοδο της ασθένειάς του, η οποία τον έθεσε εκτός δράσης μέχρι το Σεπτέμβριο. Στο μεσοδιάστημα, παρά το αίτημα του Λένιν, το ζήτημα του «μετριασμού» του μονοπωλίου ανέκυψε και πάλι. Στις 12 Οκτωβρίου, ο Σοκόλνικοφ πρότεινε μια απόφαση σε μια ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής για χαλάρωση του μονοπωλίου του εξωτερικού εμπορίου. Οι Λένιν και Τρότσκι ήταν απόντες και η απόφαση εγκρίθηκε με συντριπτική πλειοψηφία.

Στις 13 Οκτωβρίου, ο Λένιν έγραψε στην Κεντρική Επιτροπή με τη μεσολάβηση του Στάλιν, με τον οποίο είχε ήδη συζητήσει το θέμα. Ο Λένιν διαμαρτυρόταν εναντίον της απόφασης και απαιτούσε να τεθεί ξανά το ζήτημα στην επόμενη ολομέλεια του Δεκεμβρίου. Κατόπιν ο Στάλιν έγραψε στα μέλη της ΚΕ.

«Η επιστολή του συντρόφου Λένιν δε με έχει πείσει ότι η απόφαση της ΚΕ ήταν λάθος… Παρ’ όλα αυτά, λαμβάνοντας υπόψιν την επιμονή του συντρόφου Λένιν, η λήψη απόφασης από την ολομέλεια της ΚΕ μπορεί να καθυστερήσει, θα ψηφίσω υπέρ μιας αναβολής, ώστε το ζήτημα να τεθεί ξανά σε συζήτηση στην επόμενη ολομέλεια, την οποία ο σύντροφος Λένιν πρόκειται να παρακολουθήσει». (5)

Στις 16 Οκτωβρίου, συμφωνήθηκε να αναβληθεί το θέμα μέχρι την επόμενη ολομέλεια. Εντούτοις, καθώς η ημερομηνία της ολομέλειας πλησίαζε, ο Λένιν άρχιζε να ανησυχεί ολοένα και περισσότερο ότι η κατάσταση της υγείας του δε θα του επιτρέψει να μιλήσει.

Στις 12 Δεκεμβρίου, έγραψε γράμμα προς τον Τρότσκι, ζητώντας του να αναλάβει ο ίδιος «την υπεράσπιση της κοινής μας άποψης για την αδιαπραγμάτευτη αναγκαιότητα της διατήρησης και ενίσχυσης του μονοπωλίου του εξωτερικού εμπορίου».

Οι επιστολές που γράφτηκαν από τον Λένιν με σαφήνεια δείχνουν το πολιτικό μέτωπο που υπήρχε μεταξύ του Λένιν και του Τρότσκι εκείνη την εποχή. Φανερώνουν τη ρητή πίστη του Λένιν στην πολιτική κρίση του Τρότσκι, μια πίστη που γεννήθηκε από χρόνια συνεργασίας στην ηγεσία του σοβιετικού κράτους. Και δεν είναι τυχαίο ότι ο Λένιν σ’ αυτή την εποχή δε θα στραφεί σε κανέναν άλλον, για να υπερασπίσει τις απόψεις του στην Κεντρική Επιτροπή. Ακόμη και οι άλλοι του έμπιστοι, ο Φρούμκιν και ο Στομονιάκοφ, δεν ήταν μέλη της Κεντρικής Επιτροπής.

Μαθαίνοντας τις προετοιμασίες του Λένιν για πάλη και το μέτωπό του με τον Τρότσκι, η Κεντρική Επιτροπή υποχώρησε χωρίς μάχη. Στις 18 Δεκεμβρίου, η απόφαση του Οκτωβρίου καταργήθηκε χωρίς όρους. Ο πρώτος γύρος της μάχης απέναντι στα φιλικά προς τους κουλάκους στοιχεία μέσα στην ηγεσία του κόμματος ηττήθηκε από τη φράξια του Λένιν. Η μάχη συνεχίστηκε μετά από το θάνατο του Λένιν από τον Τρότσκι και την Αριστερή Αντιπολίτευση, η οποία μόνη της κράτησε ψηλά τη σημαία του προγράμματος του Λένιν σε άμεση ρήξη με τη σταλινική πολιτική αντεπανάσταση.