Τούτες τις ημέρες της προεκλογικής περιόδου οι εργαζόμενοι κατακλύζονται από αμφιλεγόμενες έννοιες. «Συμμετοχική δημοκρατία», «ανοιχτή κοινωνία», «νέα εποχή» και «αλλαγή» προτείνει η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, προσπαθώντας να διασκεδάσει τις εντυπώσεις για την πλήρη προσχώρησή της στη λογική της διαχείρισης του καπιταλισμού. «Προοδευτική αριστερή διακυβέρνηση» αντιπροτείνει η ηγεσία του ΣΥΝ, εννοώντας έναν  «ανθρώπινο» «μη νεοφιλελεύθερο» καπιταλισμό. «Λαϊκή εξουσία και οικονομία» είναι η διέξοδος που προτείνει για τους εργαζόμενους η ηγεσία του ΚΚΕ ως ένα ενδιάμεσο στάδιο πριν από το σοσιαλισμό, στα πλαίσια ενός καπιταλισμού που θα κυβερνάται «αντιμονοπωλιακά, αντι-ιμπεριαλιστικά» από μια συμμαχία εργατών και μη μονοπωλιακών αστικών στρωμάτων…

Για άλλη μια φορά λοιπόν, ο μεγάλος απών από τα προγράμματα των σοσιαλιστικών κομμάτων είναι ο ίδιος ο σοσιαλισμός. Οι ηγεσίες τον μεταχειρίζονται είτε ως «αξία» (ΠΑΣΟΚ), είτε ως έννοια προς αναζήτηση (ΣΥΝ) ή σαν μια υπόθεση για κάποιο απροσδιόριστο μέλλον, όταν αφηρημένα «θα είναι καλύτεροι οι κοινωνικοί και πολιτικοί συσχετισμοί» (ΚΚΕ). Πόσο δίκιο όμως έχουν οι ηγεσίες να εξαφανίζουν τον σοσιαλισμό από τα μάτια των εργαζομένων;

Καπιταλιστική βαρβαρότητα

Εδώ και μια 15ετία, οι θιασώτες της οικονομίας της αγοράς έψαλαν πολλές φορές τη νεκρώσιμη ακολουθία του σοσιαλισμού. Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ και των παραμορφωμένων εργατικών κρατών της Ανατολικής Ευρώπης έδωσε το έναυσμα, για να ξεκινήσει μια δίχως προηγούμενο εκστρατεία κατασυκοφάντησης του σοσιαλισμού, η οποία πάντα διεξαγόταν στο όνομα της «ελευθερίας» και του «ρεαλισμού». Για τους απολογητές του, ο καπιταλισμός είναι το μοναδικό σύστημα που ταιριάζει στην ανθρώπινη φύση. Η ελεύθερη οικονομία, υποστήριζαν και υποστηρίζουν, αν αφεθεί να λειτουργήσει απρόσκοπτα μπορεί να δημιουργήσει ευημερία για όλους, παγκόσμια ειρήνη και να δώσει ευκαιρίες, για να αμβλυνθούν οι ανισότητες. Το ίδιο το ιδεολογικό φετίχ τους όμως, όλα αυτά τα χρόνια, τους διαψεύδει κατηγορηματικά.

Από το 1990 έως σήμερα, η ανθρωπότητα ζει σε ένα καθεστώς αυξανόμενης ανισότητας, έντασης της εκμετάλλευσης, ιμπεριαλιστικών πολέμων και εθνικιστικών συγκρούσεων. Ο καπιταλισμός, απαλλαγμένος από το «αγκάθι» των παραμορφωμένων εργατικών κρατών και χωρίς ιδεολογικό αντίπαλο μετά την δεξιά στροφή των εργατικών ηγεσιών, έδειξε το αληθινό του πρόσωπο. Τα δικαιώματα εκατομμυρίων εργαζόμενων σε όλο των κόσμο δέχτηκαν ολομέτωπη επίθεση. Στον πρώην αποικιακό κόσμο, οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις βάθυναν την εκμετάλλευση, εξαναγκάζοντας στο όνομα της «παγκοσμιοποίησης» τις φτωχές χώρες να ανοίγουν τις αγορές τους και να καταργούν κάθε μέτρο κοινωνικής προστασίας σε μια προσπάθεια να εξοικονομήσουν χρήματα, για να πληρώσουν τους τόκους των χρεών τους στις μεγάλες τράπεζες της Δύσης.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με στοιχεία από τον «Εκόνομιστ», ο μισός πληθυσμός της Αφρικής, περίπου 360 εκατομμύρια άνθρωποι, βρίσκονται σήμερα κάτω από τα όρια της φτώχειας. Αλλά η πιο πρόσφατη έκφραση των εγκλημάτων του καπιταλισμού είναι η καταδίκη μιας ολόκληρης ηπείρου, της Λ. Αμερικής, μέσα σε λίγα χρόνια στη μαζική υπανάπτυξη. Από το 1997 έως το 2002, στις μισές χώρες της Λ. Αμερικής, είχαμε αρνητική ανάπτυξη, η  ανεργία σε όλη την ήπειρο αυξήθηκε κατά 9% και 20 εκατομμύρια άνθρωποι προστέθηκαν σε αυτούς που ζουν κάτω από τα όρια της φτώχειας.

Όμως, και ο ανεπτυγμένος καπιταλιστικός κόσμος κάθε άλλο παρά παράδεισος έγινε για τους εργαζόμενους. Από τις ΗΠΑ μέχρι την Ιαπωνία, εκατομμύρια εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν λιτότητα, περικοπές, απολύσεις, ξερίζωμα των κοινωνικών κατακτήσεων, αύξηση της φτώχειας. Οι καπιταλιστές παράλληλα, στρέφονται όλο και πιο πολύ στο γρήγορο και εύκολο κέρδος, δηλαδή στις εξαγορές και τις συγχωνεύσεις, στις υπηρεσίες, στο χρηματιστηριακό τζόγο και στις αγοραπωλησίες νομισμάτων, ενώ μεταφέρουν τις βιομηχανίες τους σε χώρες που δεν υπάρχουν εργατικά δικαιώματα, όπου μπορούν να παράγουν σε καθεστώς απάνθρωπης εκμετάλλευσης.

Ιδιαίτερα τα τελευταία 3 χρόνια, η διεθνής οικονομική ύφεση έχει σημάνει την αποφασιστική όξυνση της επιθετικότητας των καπιταλιστών σε όλες τις χώρες για να διατηρήσουν ψηλά τα επίπεδα των κερδών τους. Οι απανωτές ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, πλάι στο ναυάγιο του «κόσμου της ευημερίας», ξεκινώντας από τον πόλεμο του Κόλπου του 1991 και καταλήγοντας στο ίδιο σημείο σήμερα, με τις «έξυπνες» βόμβες και τις εκατόμβες αμάχων θυμάτων, έθεσαν οριστικά τέλος στις αυταπάτες για ένα ειρηνικό κόσμο.

Πού οφείλονται όμως όλα αυτά; Μήπως είναι το αποτέλεσμα «κακής διαχείρισης», «νεοφιλελεύθερων υπερβολών» ή «κακής λειτουργίας της ελεύθερης αγοράς»;

Ένα σύστημα ταυτισμένο με την κρίση και τον παραλογισμό

Ο καπιταλισμός διέψευσε τους υποστηρικτές του και τις ηγεσίες της Αριστεράς που συμβιβάστηκαν με την «αναγκαιότητα» της ύπαρξής του, όχι εξαιτίας κάποιων συγκυριών, αλλά γιατί είναι ένα σύστημα ταυτισμένο με την κρίση. Το καπιταλιστικό σύστημα στηρίζεται στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Οι μηχανές μπαίνουν σε λειτουργία, όχι για να καλυφθούν οι κοινωνικές ανάγκες, αλλά αντίθετα με σκοπό το κέρδος των ιδιοκτητών τους. Αλλά το κέρδος δεν είναι τίποτα άλλο από την απλήρωτη εργατική δύναμη και, για να αυξάνεται διαρκώς, οι καπιταλιστές επιδιώκουν να εκμεταλλεύονται όλο και σκληρότερα τους εργαζόμενους, ωθώντας τους να δουλεύουν περισσότερο και με χαμηλότερους μισθούς. Με αυτό τον τρόπο, όμως, συρρικνώνουν διαρκώς την καταναλωτική δύναμη των εργαζομένων, δημιουργούν τις προϋποθέσεις, για να μείνουν αδιάθετα τα εμπορεύματα και έτσι να ξεκινήσει ο «φαύλος κύκλος» των κρίσεων υπερπαραγωγής με τα κλεισίματα επιχειρήσεων, το σταμάτημα των επενδύσεων και την εμφάνιση μαζικής ανεργίας.

Καθοριστικός παράγοντας για την εμφάνιση των κρίσεων είναι η αναρχία της παραγωγής. Στον καπιταλισμό δεν είναι η κοινωνία που λογαριάζει τι της χρειάζεται αλλά οι καπιταλιστές, που παράγουν, για να πραγματοποιήσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερα κέρδη. Γι’ αυτό το λόγο, στην καπιταλιστική οικονομία υπάρχει πάντα η τάση να παράγονται περισσότερα εμπορεύματα από αυτά που μπορεί να καταναλώσει η κοινωνία.

Η εμφάνιση των κρίσεων υπερπαραγωγής είναι η χαρακτηριστικότερη έκφραση της αντιδραστικής φύσης αυτού του συστήματος, που έχει την τάση να καταστρέφει το χρήσιμο κοινωνικό πλούτο, γιατί η ύπαρξή του δεν εξυπηρετεί την ακόρεστη ανάγκη της αστικής τάξης για κέρδη. Παράλληλα, οι ίδιες οι κρίσεις οξύνουν τον ανταγωνισμό μεταξύ των καπιταλιστών για τις αγορές και τις πρώτες ύλες, με φυσική συνέπεια τους πολέμους με τους οποίους η καταστροφή υλικού πλούτου συμπληρώνεται από την φυσική εξόντωση χιλιάδων  ανθρώπινων ζωών. Η σημερινή παγκόσμια οικονομική ύφεση που υπονομεύει την παραγωγικές δυνάμεις παγκόσμια και η πρόσφατη αιματηρή ιμπεριαλιστική εκστρατεία στο Ιράκ επιβεβαιώνει με έναν επώδυνο για την ανθρωπότητα τρόπο, πως ο καπιταλισμός έχει μέσα του το σπέρμα της καταστροφής.

Σε μια πρόσφατη συνέντευξή του ο νεοφιλελεύθερος Σ. Μάνος, προσπαθώντας να υπερασπίσει τον καπιταλισμό, χρησιμοποίησε ένα από τα κλασσικά επιχειρήματα των αστών ιδεολόγων, υποστηρίζοντας πως το σύστημα της ελεύθερης αγοράς στηρίζεται στην «κοινή λογική». Ας μας συγχωρέσει όμως ο ίδιος και η νέα ηγεσία του ΠΑΣΟΚ που τον δέχτηκε με τιμές στα ψηφοδέλτια του κόμματος, αλλά είμαστε αναγκασμένοι να πούμε πως αυτό είναι ένα μεγάλο ψέμα. Το σύστημα, στο οποίο ορκίζονται πίστη οι «νεοφιλελεύθεροι», οι «ριζοσπάστες φιλελεύθεροι» και οι «σοσιαλφιλελεύθεροι», είναι ένα παράλογο σύστημα. Οι καλύτερες αποδείξεις γι’ αυτό είναι η έκρηξη των κοινωνικών ανισοτήτων και η μάστιγα της ανεργίας.

Δεν έχει καμία «κοινή λογική» το φαινόμενο σε όλο τον κόσμο τα ωράρια εργασίας να επιμηκύνονται και ταυτόχρονα, 1 δισεκατομμύριο άνθρωποι να είναι άνεργοι ή υποαπασχολούμενοι. Επίσης, δεν έχει ίχνος «κοινής λογικής» η εικόνα που προκύπτει από  την ετήσια έκθεση του ΟΗΕ, σύμφωνα με την οποία σήμερα, ενώ οι παραγωγικές δυνάμεις στον πλανήτη έχουν αναπτυχθεί σε βαθμό που επιτρέπει να τρέφονται καθημερινά 10 δισεκατομμύρια άνθρωποι, 2,3 δισ. κάτοικοι της γης ζουν κάτω από τα όρια της φτώχειας και, παράλληλα, οι τρεις πλουσιότεροι άνθρωποι στον κόσμο κατέχουν πλούτο ίσο με το ΑΕΠ των 44 πιο φτωχών χωρών!  Και, για να δούμε, τέλος, πως το βασίλειο της «κοινής λογικής» λειτουργεί και στην Ελλάδα, είναι να απορεί κανείς με το είδος αυτής της λογικής που υπαγορεύει σήμερα, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΣΥΕ, 19 οικογένειες μεγαλοκαρχαριών του ντόπιου κεφαλαίου να κατέχουν περιουσίες ίσες με τα εισοδήματα 2,5 εκατομμυρίων Ελλήνων…

Η «κοινή λογική» των κυρίων Μάνου, Ανδριανόπουλου και της παρέας τους είναι η δική τους λογική, η λογική της άρχουσας τάξης. Για τους εργαζόμενους, αυτή η λογική ισοδυναμεί με το χειρότερο παραλογισμό. Αυτός ο καπιταλιστικός παραλογισμός λοιπόν δεν έχει χώρο για «συμμετοχική δημοκρατία», δε χωράει «προοδευτική διακυβέρνηση», ούτε σταδιακή αλλαγή μέσα από μια «λαϊκή εξουσία». Αυτό τον παραλογισμό κάθε συνειδητός  εργαζόμενος έχει συμφέρον να παλέψει, για να  τον ξεριζώσει άμεσα. Κι η ρίζα του βρίσκεται στις σχέσεις παραγωγής, στο καθεστώς κάτω από το οποίο αυτή η κοινωνία παράγει. Η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής πρέπει να αντικατασταθεί  από την κοινωνικοποιημένη ιδιοκτησία.

Σοσιαλισμός: ουτοπία ή αναγκαιότητα;

Σαν αποτέλεσμα της ιδεολογικής κυριαρχίας της αστικής τάξης και της δεξιάς μετατόπισης των ηγεσιών των εργατικών κομμάτων, σε ένα τμήμα της κοινωνίας έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ο σοσιαλισμός αποτελεί μια ανεφάρμοστη ουτοπία. Αυτή η εντύπωση είναι πέρα για πέρα λαθεμένη. Ο σοσιαλισμός είναι μια αναγκαιότητα που προκύπτει μέσα από την εξέλιξη του ίδιου του καπιταλισμού. Στα πλαίσια του καπιταλισμού – όπως καλά το δείχνει, από τη μια πλευρά, η μεγάλη τεχνολογική εξέλιξη και, από την άλλη, η μαζική καταστροφή μηχανών τελευταίας τεχνολογίας ή το πέρασμά τους σε αχρηστία που επιβάλουν οι κρίσεις – η τάση για ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων συγκρούεται με τις υφιστάμενες καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, με άλλα λόγια με την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής.

Αν η εργαζόμενη κοινωνία δεν πάρει στα χέρια της τα μέσα παραγωγής, τότε η παραγωγή και οι παραγωγοί διαρκώς θα καταστρέφονται. Αν η οικονομία αφεθεί στην καπιταλιστική αναρχία ο αδυσώπητος ανταγωνισμός, οι  κρίσεις και οι πόλεμοι θα απειλούν να ρίξουν την κοινωνία στη βαρβαρότητα. Το πέρασμα σε μια σοσιαλιστική κοινωνία χωρίς αναρχία της παραγωγής, χωρίς ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, σε μια κοινωνία που τα μέσα παραγωγής θα είναι κοινωνική ιδιοκτησία και η οικονομία θα σχεδιάζεται, για να καλύψει ολόπλευρα της κοινωνικές ανάγκες, δεν είναι μια ονειροπόληση, αλλά ο μόνος δρόμος, για να διασφαλιστούν τα επιτεύγματα του ανθρώπινου πολιτισμού και να εξασφαλιστεί η κοινωνική πρόοδος.

Ο σοσιαλισμός δεν αποτελεί την εφαρμογή μιας όμορφης κοινωνικής συνταγής. Δε θα στηριχθεί σε κάποιες ολότελα νέες συνθήκες που θα δημιουργηθούν κάπου, κάποτε. Θα βασιστεί σε 2 παράγοντες που ήδη υπάρχουν στη σημερινή κοινωνία. Ο πρώτος είναι το ίδιο το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, της τεχνολογίας, της επιστήμης, της παραγωγικότητας της εργασίας, το οποίο είναι αρκετά υψηλό, για να δημιουργηθεί μια κοινωνία χωρίς φτώχεια και κοινωνικούς αποκλεισμούς. Ο δεύτερος  είναι η ύπαρξη μιας τάξης που εξαιτίας της θέσης της στην παραγωγή θα έχει συμφέρον να προχωρήσει στον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, αλλά και τη δύναμη να επιβάλει τη θέληση των συμφερόντων της στην κοινωνία. Αυτή η τάξη είναι η εργατική τάξη, που σήμερα ενώ παράγει ολόκληρο τον κοινωνικό πλούτο αμείβεται με «ψίχουλα» ή στριμώχνεται στις ουρές των ανέργων και που, στις περισσότερες χώρες του πλανήτη, είναι  η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού.

Ο μόνος παράγοντας  που σήμερα λείπει, για να γίνει εφικτό το πέρασμα σε μια σοσιαλιστική κοινωνία, είναι ο υποκειμενικός παράγοντας, ένα μαζικό επαναστατικό κόμμα και μια μαζική επαναστατική διεθνής οργάνωση που θα εκφράζει πολιτικά την κατανόηση της εργατικής τάξης για το ρόλο που αντικειμενικά έχει να παίξει στην Ιστορία, σπάζοντας τα δεσμά της και μαζί και τα δεσμά ολόκληρης της κοινωνίας. Η απουσία αυτού του παράγοντα, και μόνο αυτή, είναι που κάνει σήμερα το σοσιαλισμό να φαντάζει ουτοπία στα μάτια εκατομμυρίων εκμεταλλευόμενων σε όλο τον κόσμο.

Το στίγμα του σταλινισμού

Ο γραφειοκρατικός εκφυλισμός της Σοβιετικής Ένωσης και η επανάληψή του στα παραμορφωμένα εργατικά κράτη που δημιουργήθηκαν μετά τον πόλεμο (Κίνα, Αν. Ευρώπη κ.α) δυσφήμησαν στα μάτια της κοινωνίας τον σοσιαλισμό. Όμως  ο μονοκομματισμός, ο αυταρχισμός και η γραφειοκρατική εξαχρείωση που συνόδευαν σε κάθε τους βήμα τα σταλινικά καθεστώτα δεν έχει καμία σχέση με το σοσιαλισμό. Αν και οι φιλελεύθεροι και οι αντιεξουσιαστές αστοί και μικροαστοί διανοούμενοι προσπαθούν να αποδείξουν δεκαετίες τώρα το αντίθετο, αυτά τα φαινόμενα δεν έχουν σχέση με τη μαρξιστική θεωρία. Ούτε και – όπως απλοϊκά μερικοί ρεφορμιστές υποστηρίζουν – αποτελούν τάχα το αναγκαίο τίμημα μιας θεωρίας που δεν μπορεί να εφαρμοστεί πλήρως.

Σύμφωνα με το διαλεκτικό υλισμό, οι υλικές και κοινωνικές συνθήκες διαμορφώνουν τα πολιτικά και ιδεολογικά φαινόμενα. Ο σταλινισμός ήταν ο καρπός συγκεκριμένων υλικών και κοινωνικών συνθηκών οι οποίες – σε πείσμα των λιγοστών νοσταλγών του αλλά και των πεσιμιστών που πιστεύουν ότι πάντα η γραφειοκρατικοποίηση θα είναι η κατάληξη των επαναστάσεων – σήμερα είναι αδύνατο να επαναληφθούν στο σύνολό τους. Αυτές οι συνθήκες ήταν η απομόνωση της σοσιαλιστικής επανάστασης σε μια καθυστερημένη χώρα και ο παραμορφωμένος χαρακτήρας που έλαβε η κατάργηση του καπιταλισμού σε ορισμένες χώρες μετά τον πόλεμο, με την εργατική τάξη και τις οργανώσεις της για μια σειρά λόγους να μην παίζει τον πρώτο ρόλο.

Ο σοσιαλισμός δεν είναι δυνατόν να υπάρξει χωρίς δημοκρατία. Ο καπιταλισμός, στον οποίο βασιλεύει η αναρχία και ο ανταγωνισμός, δε χρειάζεται, για να υπάρξει, τη συμμετοχή των μαζών και τον έλεγχο σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής. Ο σοσιαλισμός, αντίθετα, ως ένα σύστημα που λειτουργεί ορθολογικά και σχεδιασμένα με βάση τις κοινωνικές ανάγκες, απαιτεί τη συνειδητή δράση, τη συμμετοχή και τον έλεγχο της ίδιας της εργατικής τάξης. Τα  σταλινικά καθεστώτα, που στηρίζονταν στη δικτατορική διακυβέρνηση μιας γραφειοκρατικής κάστας, που υπεράσπιζε τα δικά της προνόμια και σαν παράσιτο θρέφονταν από τις παραγωγικές σχέσεις που εγκαθίδρυσε η σοσιαλιστική επανάσταση, ήταν φυσικό να καταρρεύσουν, γιατί από τη φύση τους ήταν μεταβατικά. Είτε θα κατέρρεαν με μια πολιτική επανάσταση της εργατικής τάξης που θα οδηγούσε την κοινωνία προς τα μπρος, σε μια υγιή εργατική δημοκρατία, είτε θα κατέρρεαν προς την κατεύθυνση της παλινόρθωσης του καπιταλισμού, κάτω από το βάρος του υπονομευτικού ρόλου της αντίφασης ανάμεσα στις προοδευτικές παραγωγικές σχέσεις, στις οποίες στηρίζονταν, και στον παρασιτικό ρόλο της γραφειοκρατίας, όπως και τελικά συνέβη. Είναι καιρός, λοιπόν, διδασκόμενοι από το παρελθόν, να συσπειρωθούμε στον αγώνα για την πραγματοποίηση του γνήσιου σοσιαλισμού, αποκαθιστώντας το όνομά του από το στίγμα του σταλινισμού.

Τι είναι στην πραγματικότητα ο σοσιαλισμός

Κι ενώ οι σταλινικοί παρουσιάζουν τον σοσιαλισμό σαν ένα στρατόπεδο εργασίας που λειτουργεί με άνωθεν διατάγματα προς μεγάλη ικανοποίηση των αστών διανοουμένων που δεν έχουν λόγο να διαφωνήσουν μαζί τους, έτσι και η σοσιαλδημοκρατία εμφανίζει τον σοσιαλισμό ως «αξία» και τρόπο κοινωνικής συμπεριφοράς, εξαφανίζοντας την ουσία του, δηλαδή το ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό.

Ο σοσιαλισμός όμως δεν είναι ωραία λόγια και φιλάνθρωπες πράξεις για τους φτωχούς και καταπιεσμένους. Είναι  η εκ βάθρων κοινωνική αλλαγή για την οριστική εξάλειψη των στερήσεων και της καταπίεσης. Σημαίνει την κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων και όλων των βασικών μέσων παραγωγής, των τραπεζών  και του μεγάλου εισαγωγικού και εξαγωγικού εμπορίου. Έχει ανάγκη την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος εργατικού ελέγχου και εργατικής διαχείρισης στις κοινωνικοποιημένες επιχειρήσεις και την ενοποίησή τους σε ενιαίους φορείς κατά κλάδο παραγωγής και δραστηριότητας. Χρειάζεται το σχεδιασμό της οικονομίας, στη βάση ενός πλάνου που θα αναπτύσσει αρμονικά την παραγωγή και θα καλύπτει τις κοινωνικές ανάγκες. Μπορεί να υπάρξει μόνο με την  εγκαθίδρυση μιας γνήσιας εργατικής δημοκρατίας στη θέση της ψευδεπίγραφης αστικής, με την αντικατάσταση του ελεγχόμενου και διακοσμητικού αστικού κοινοβουλίου από θεσμούς του εργαζόμενου λαού, που θα ασκεί την εξουσία μέσα από άμεσα εκλεγμένα και ανακλητά όργανα σε τοπικό περιφερειακό και κεντρικό επίπεδο, με μια εργατική κυβέρνηση που θα αποτελείται κι αυτή από εκλεγμένους και ανακλητούς εκπροσώπους των εργαζομένων, με βάση ένα ελεύθερο πολυκομματικό σύστημα.

Ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να χτιστεί στα στενά όρια ενός κράτους. Ο καπιταλισμός μετά από αιώνες κυριαρχίας έχει δημιουργήσει έναν παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, που κάνει το οποιοδήποτε εθνικό σοσιαλιστικό εγχείρημα μια αντιδραστική ουτοπία. Μέσα από τον κοινό αγώνα των εργαζόμενων διαφορετικών χωρών με άξονα το αίτημα για την κοινωνικοποίηση των πολυεθνικών μονοπωλίων που ελέγχουν την παγκόσμια αγορά, είναι απόλυτα εφικτό σήμερα ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός να  πραγματοποιηθεί σε ηπειρωτικό και διηπειρωτικό επίπεδο. Έτσι, και στη χώρα μας, ο αγώνας για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό πρέπει να είναι αλληλένδετος με τον αγώνα για μια Σοσιαλιστική Ενωμένη Ευρώπη, ως ένα βήμα για τις Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες ολόκληρου του κόσμου.

Ο σοσιαλισμός ξανά στο πρόγραμμα των εργατικών κομμάτων!

Ο σοσιαλισμός θα είναι αποτέλεσμα της δράσης των ίδιων των εργαζόμενων. Οι περισσότεροι από αυτούς δε θα χρειαστεί να διαβάσουν βιβλία, για να φτάσουν σε σοσιαλιστικά συμπεράσματα. Θα προσεγγίσουν την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού μέσα από την ίδια τους την εμπειρία, προσπαθώντας να αντιπαλέψουν την κρίση και τα χτυπήματα του καπιταλισμού. Αυτό που συμβαίνει στη Βενεζουέλα σήμερα είναι ενδεικτικό. Οι εργάτες καταλαμβάνουν τα εργοστάσια που κλείνουν οι καπιταλιστές σαμποτάροντας την όχι αρεστή σε αυτούς κυβέρνηση και τα λειτουργούν οι ίδιοι, απαιτώντας βοήθεια από το κράτος, όχι γιατί κάποιος τους έπεισε ιδεολογικά για το σοσιαλισμό, αλλά  για να μπορέσουν να ζήσουν τις οικογένειές τους.

Όμως, με μόνο όπλο το ταξικό ένστικτο των εργατών, δεν είναι δυνατό να συντελεστεί ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της κοινωνίας. Γι’ αυτό το σκοπό, χρειάζεται η πρωτοπορία της εργατικής τάξης να έχει ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα, που θα το έχει ζυμώσει μέσα στην πάλη των εργαζόμενων μαζών. Ένα τέτοιο πρόγραμμα πρέπει να κερδίσει την υποστήριξη της πλειοψηφίας των μελών στα μαζικά εργατικά κόμματα, ώστε να γίνει ένας ζωντανός πολιτικός οδηγός για μαζική δράση.

Σήμερα εξαιτίας όλης της προηγούμενης περιόδου υποχώρησης του εργατικού κινήματος και αποχώρησης των εργαζόμενων από τα κόμματά τους, ο σοσιαλισμός, με ευθύνη των ρεφορμιστικών ηγεσιών, έχει εξοβελιστεί από τα προγράμματα των εργατικών κομμάτων. Έτσι λοιπόν, είναι ανάγκη κάθε συνειδητός εργαζόμενος και νέος να αγωνιστεί για να επιστρέψει ο σοσιαλισμός στο προσκήνιο, να γίνει κεντρικός προγραμματικός στόχος του ΠΑΣΟΚ, του ΚΚΕ και του ΣΥΝ.

Μιλώντας με ιστορικούς όρους, οι επαναστάσεις και οι εξεγέρσεις στη Λ. Αμερική, οι μεγάλες απεργίες στην Ευρώπη και το γιγάντιο αντιπολεμικό κίνημα είναι γεγονότα που φανερώνουν πως δε βρισκόμαστε μακριά από την στιγμή, κατά την οποία, όπως και στη μια χώρα μετά την άλλη, έτσι και στην Ελλάδα, το εργατικό κίνημα με τον αγώνα του ενάντια στις επώδυνες επιπτώσεις της κρίσης του καπιταλισμού θα θέσει ξανά ζήτημα εξουσίας. Σε αυτές τις συνθήκες, ο αγώνας για την υιοθέτηση από τα κόμματα της Αριστεράς ενός σοσιαλιστικού προγράμματος είναι αγώνας ζωτικός!