Φέτος, στις 14 Μαρτίου 2026, πέθανε σε ηλικία 96 ετών ο Γερμανός φιλόσοφος και κοινωνιολόγος, Γιούργκεν Χάμπερμας.
Με αφορμή τον θάνατό του, βρέθηκε και πάλι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος η Σχολή της Φρανκφούρτης, της οποίας ο Χάμπερμας υπήρξε επιφανής συνεχιστής.
Το κείμενο που ακολουθεί, είναι το πρώτο μέρος ενός αναλυτικού άρθρου που γράφτηκε από το στέλεχος της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Διεθνούς στη Βρετανία, Ντάνιελ Μόρλεϊ, τον Απρίλιο του 2023. Η ελληνική μετάφραση δημοσιεύθηκε στην «Κομμουνιστική Επανάσταση» (τεύχος 134, Μάρτιος 2026)
Μετάφραση-επιμέλεια: Σταμάτης Καραγιαννόπουλος.
Η ιδέα ότι «η εργατική τάξη έχει διαφθαρεί» και ότι «είναι πολύ συντηρητική για να φέρει σε πέρας τη σοσιαλιστική επανάσταση», είναι ευρέως διαδεδομένη μεταξύ της λεγόμενης αριστερής διανόησης και των ηγετών της εδώ και πολύ καιρό. Αυτοί οι διανοούμενοι μας λένε ότι η σοσιαλιστική επανάσταση είναι «μη ρεαλιστική» και έχει «αποτύχει στο παρελθόν».
Αυτό το παλιό «επιχείρημα» παρουσιάζεται πάντα σαν ολοκαίνουργιο. Στην πραγματικότητα, έχει επαναληφθεί από γενιά σε γενιά μικροαστών διανοουμένων. Όσοι θέλουν να δικαιολογήσουν τον δικό τους πολιτικό οπορτουνισμό πάντα βρίσκουν τον τρόπο να κατηγορήσουν την εργατική τάξη.
Η Σχολή της Φρανκφούρτης, ή αλλιώς «Ινστιτούτο Κοινωνικής Έρευνας» έδωσε σε αυτές τις χρεοκοπημένες ιδέες την εντύπωση μιας πνευματικής αξιοπιστίας. Οι βασικοί στοχαστές της – ο Τέοντορ Αντόρνο (Γερμανία 11 Σεπτεμβρίου 1903 – 6 Αυγούστου 1969), ο Μαξ Χορκχάιμερ (Γερμανία 14 Φεβρουαρίου 1895 – 7 Ιουλίου 1973) και ο Χέρμπερτ Μαρκούζε (Γερμανία 19 Ιουλίου 1898 – 29 Ιουλίου 1979) – συχνά περιγράφονται ως «μαρξιστές», ακόμα και ως «οι πιο καινοτόμοι μαρξιστές του 20ού αιώνα».
Αυτοί οι στοχαστές υποστήριζαν ότι ο καπιταλισμός έχει αλλάξει πολύ από την εποχή του Μαρξ και, ως εκ τούτου, «χρειάζεται εκσυγχρονισμό», ότι η εργατική τάξη έχει χάσει τουλάχιστον μέρος της επαναστατικής της «δύναμης» και ότι αυτό είναι αποτέλεσμα του ολοένα και πιο ισχυρού ρόλου της μαζικής κουλτούρας, τον οποίο, υποτίθεται ότι ο Μαρξ παρέβλεψε. Ισχυρίζονταν ότι το εποικοδόμημα της ιδεολογίας και της κουλτούρας έχει αποκτήσει μεγάλη αυτονομία έναντι της οικονομικής βάσης, σε αντίθεση, τάχα, με ό,τι εξήγησε ο Μαρξ.
Για να κατανοήσουμε τη φύση αυτών των ιδεών της Σχολής της Φρανκφούρτης πρέπει να τις συγκρίνουμε με τα θεμελιώδη στοιχεία της μαρξιστικής φιλοσοφίας. Αυτό δεν θα είναι ένα εύκολο έργο, καθώς, όπως όλοι οι μικροαστοί φιλόσοφοι του 20ού αιώνα, οι εκπρόσωποι αυτής της σχολής φαίνεται να έχουν αλλεργία στο να εξηγούν τις ιδέες τους με στοιχειώδη σαφήνεια.
Ιστορικός Υλισμός
Ο μαρξισμός είναι πρωτίστως μια υλιστική φιλοσοφία. Σύμφωνα με αυτήν υπάρχει μόνο ένα σύμπαν, το οποίο αποτελείται από ύλη. Η συνείδηση δεν υπάρχει ανεξάρτητα από την ύλη, αλλά είναι μια έκφραση της ύλης, οργανωμένης με έναν συγκεκριμένο τρόπο, δηλαδή είναι το προϊόν ενός υλικού νευρικού συστήματος. Ο φιλοσοφικός υλισμός, όταν εφαρμόζεται στη μελέτη της κοινωνίας, είναι γνωστός ως Ιστορικός Υλισμός.
Οι Μαρξ και Ένγκελς στη Γερμανική Ιδεολογία εξήγησαν τα ακόλουθα: «[Οι] άνθρωποι πρέπει να είναι σε θέση να ζήσουν για να μπορούν να δημιουργήσουν Ιστορία. Αλλά η ζωή περιλαμβάνει πριν απ’ όλα τα άλλα , φαγητό κατοικία, ένδυση και πολλά άλλα πράγματα. Η πρώτη ιστορική πράξη είναι επομένως η παραγωγή των μέσων για την ικανοποίηση αυτών των αναγκών, η παραγωγή της ίδιας της υλικής ζωής. Και πράγματι, αυτή είναι μια ιστορική πράξη, μια θεμελιώδης προϋπόθεση όλης της Ιστορίας, η οποία σήμερα, όπως και πριν από χιλιάδες χρόνια, πρέπει να εκπληρώνεται καθημερινά απλώς και μόνο για να διατηρηθεί η ανθρώπινη ζωή».[1]
Η «παραγωγή υλικής ζωής» υποχρεώνει τους ανθρώπους να αναπτύξουν εργαλεία παραγωγής και να συνάψουν συγκεκριμένες σχέσεις, «σχέσεις παραγωγής» όπως εξήγησε ο Μαρξ, οι οποίες είναι ανεξάρτητες από τη θέλησή μας. Έτσι, οι μορφές που παίρνει η κοινωνία δεν καθορίζονται από τις συνειδητές μας επιθυμίες ή από τις ιδέες που έχουμε, αλλά τελικά από τη δεδομένη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Σε αυτή την υλική βάση αντιστοιχούν διαφορετικές μορφές συνείδησης. «Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει την ύπαρξή τους, αλλά η κοινωνική τους ύπαρξή που καθορίζει τη συνείδησή τους». [2]
Με άλλα λόγια, οι τάξεις δεν προκύπτουν από τις ιδέες μας, αλλά λόγω της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Στις προκαπιταλιστικές ταξικές κοινωνίες, είχαμε πατρίκιους, πληβείους, σκλάβους, άρχοντες, υποτελείς και δουλοπάροικους. Στον καπιταλισμό, η κοινωνία χωρίζεται σε δύο κύριες αντίπαλες τάξεις: την καπιταλιστική τάξη, η οποία κατέχει τα μέσα παραγωγής, και την εργατική τάξη, η οποία παράγει όλο τον πλούτο, αλλά η ίδια δεν κατέχει τίποτα. Για να επιβιώσουν, οι εργάτες πρέπει να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη στους καπιταλιστές.
Σε τελική ανάλυση, οι σχέσεις ιδιοκτησίας της καπιταλιστικής κοινωνίας είναι αυτές που καθορίζουν τη συνείδηση της εργατικής τάξης. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ιδεολογίες δεν παίζουν κανένα ρόλο και δεν είναι άξιες εξέτασης. Σημαίνει μόνο ότι τα κύρια ιδεολογικά χαρακτηριστικά μιας δεδομένης κοινωνίας μπορούν να εξηγηθούν, σε τελική ανάλυση, από την οικονομική δομή αυτής της κοινωνίας.
Ιδεαλιστική ενοχοποίηση του Διαφωτισμού
Οι «μαρξιστές» της Σχολής της Φρανκφούρτης θεώρησαν ότι αυτή η υλιστική εξήγηση ήταν πολύ απλοϊκή, «μηχανιστική» και αναγωγική. Σύμφωνα με αυτούς, ο Μαρξ και ο Ένγκελς δεν έλαβαν υπόψη τον αντίκτυπο της αστικής κουλτούρας και ιδεολογίας, η οποία πίστευαν ότι υπερισχύει των ταξικών συμφερόντων της εργατικής τάξης, μετατρέποντάς την σε μια τάξη «εγγενώς δουλοπρεπή» στα συμφέροντα του καπιταλισμού.
Η Σχολή της Φρανκφούρτης ήθελε να παρουσιαστεί ως οι διανοούμενοι που δεν αποδέχονταν τίποτα «όπως φαίνεται», αλλά που αντίθετα αποκάλυπταν ανελέητα τις αντιφάσεις για να αποκαλύψουν κάτι εντελώς διαφορετικό. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αναφέρονταν στη Σχολή τους ως «κριτική θεωρία». Αυτοί και οι οπαδοί τους πιστεύουν ότι με αυτόν τον τρόπο βελτίωσαν τον μαρξισμό, απελευθερώνοντάς τον από τον δογματισμό.
Η εστίασή τους στην κουλτούρα, τον πολιτισμό και σε άλλα στοιχεία του «εποικοδομήματος» υποτίθεται επίσης, ότι εκσυγχρονίζει τον μαρξισμό για τον 20ό αιώνα, ο οποίος είδε τη γέννηση της μαζικής κουλτούρας μέσω του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης. Το ερώτημα είναι: επικαιροποίησε και βελτίωσε η Σχολή της Φρανκφούρτης τον μαρξισμό προκειμένου να εξηγήσει καλύτερα αυτή τη νέα εποχή της μαζικής κουλτούρας, της ψυχαγωγίας και της προπαγάνδας ή τον εγκατέλειψε εντελώς;
Στο βιβλίο τους «Διαλεκτική του Διαφωτισμού», πιθανώς το πιο σημαντικό βιβλίο της Σχολής της Φρανκφούρτης, οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ εξηγούν την εναλλακτική τους πρόταση στον Ιστορικό Υλισμό. Για τη Σχολή της Φρανκφούρτης, η σύγχρονη κοινωνία είναι μια κοινωνία απόλυτης κυριαρχίας του καπιταλιστικού συστήματος επί των μαζών. Σύμφωνα με αυτούς, η μεγάλη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου στη Δύση κατά τη μεταπολεμική περίοδο παρήγαγε μόνο μια νέα και πιο ύπουλη μορφή κυριαρχίας.
Οι πολυτέλειες της σύγχρονης ζωής και η μαζική κουλτούρα υποτίθεται ότι κατάφεραν να δημιουργήσουν έναν απαράμιλλο κομφορμισμό, από τον οποίο ήταν όλο και πιο δύσκολο για κάθε εργάτη να ξεφύγει. Με άλλα λόγια, η εργατική τάξη είχε υποστεί πλύση εγκεφάλου από τη μαζική κουλτούρα και έτσι σε μεγάλο βαθμό είχε γίνει μέρος του κυρίαρχου συστήματος. Έτσι, τάχα η σοσιαλιστική επανάσταση δεν μπορούσε πλέον να πραγματοποιηθεί, και αν εκδηλωνόταν, θα μπορούσε μόνο να οδηγήσει σε συνέχιση της ίδιας παλιά καταπίεσης.
Ο κομφορμισμός και η κοινωνική καταπίεση δεν ήταν για τον Αντόρνο και τον Χορκχάιμερ προϊόντα του καπιταλισμού, αλλά το προπατορικό αμάρτημα της περιόδου του Διαφωτισμού – της εποχής των ραγδαίων εξελίξεων στην Τέχνη, την Επιστήμη και τη Φιλοσοφία κατά τις πρώτες μέρες της αστικής κοινωνίας – ή, για να είμαστε πιο συγκεκριμένοι, της «σκέψης του Διαφωτισμού».
Ισχυρίζονται τα εξής: «Δεν έχουμε καμία αμφιβολία – και εδώ έγκειται το petitio principii μας (σημ.επιμ.: το να θεωρείται δεδομένο κάτι που πρέπει να αποδειχθεί) – ότι η ελευθερία στην κοινωνία είναι αχώριστη από τη διαφωτιστική σκέψη. Πιστεύουμε, ωστόσο, ότι έχουμε αντιληφθεί με την ίδια σαφήνεια ότι η ίδια η έννοια αυτής της σκέψης, όπως και οι συγκεκριμένες ιστορικές μορφές, οι θεσμοί της κοινωνίας με τους οποίους είναι συνυφασμένη, περιέχει ήδη το σπέρμα της οπισθοδρόμησης που λαμβάνει χώρα παντού σήμερα.» [3]
Αλλά, θα μπορούσε κανείς να ρωτήσει: τι ακριβώς συμβαίνει με αυτή την «σκέψη του διαφωτισμού» που έχει παγιδεύσει την κοινωνία με τόσο καταστροφικές συνέπειες; Το μόνο που μας λένε είναι ότι «ο Διαφωτισμός είναι ολοκληρωτικός».[4] Πράγματι, λένε ότι «ο Διαφωτισμός συμπεριφέρεται απέναντι στα πράγματα όπως ένας δικτάτορας απέναντι στους ανθρώπους». [5] Και αυτό υποστηρίζουν ότι γίνεται «Διότι ο Διαφωτισμός είναι τόσο ολοκληρωτικός όσο οποιοδήποτε σύστημα». [6]
Παρά το περίπλοκο ύφος και τη συγχυσμένη σκέψη που χαρακτηρίζει αυτό το βιβλίο, πρέπει να επαινέσουμε τον Αντόρνο και τον Χορκχάιμερ για τη σαφήνειά τους σε ένα σημείο. Έχουν εγκαταλείψει κάθε ίχνος υπεράσπισης του Ιστορικού Υλισμού, υπέρ του πιο κραυγαλέου ιδεαλισμού. Σύμφωνα με την κοσμοθεωρία τους, η Ιστορία διέπεται από μια παντοδύναμη, ολοκληρωτική ιδέα. Αυτή η ιδέα δεν εκφράζει τα συμφέροντα μιας συγκεκριμένης τάξης, αλλά υπάρχει από μόνη της και έχει τη δύναμη να καταπιέζει την κοινωνία! Το καθοριστικό χαρακτηριστικό αυτής της ιδέας, μας λένε, είναι ότι θέλει να κυριαρχεί, να ελέγχει και να διατάζει συστηματικά τα αντικείμενα του εξωτερικού κόσμου.
Σαφώς, η «σκέψη του διαφωτισμού» για την οποία γίνεται λόγος εδώ, είναι η συστηματική και επιστημονική σκέψη, ή αυτό που ονομαζόταν «Λογική» στο φιλοσοφικό λεξιλόγιο του Διαφωτισμού. Έτσι, για τη Σχολή της Φρανκφούρτης, η Λογική ή η επιστημονική σκέψη είναι η πηγή της ολοκληρωτικής καταπίεσης, και όχι οι αντιφάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Για τον Αντόρνο και τον Χορκχάιμερ, η Λογική δεν παράγεται από την κοινωνία σε ένα δεδομένο στάδιο της Ιστορίας, αλλά είναι μια υπερ-ιστορική δύναμη, που υπάρχει εκτός της κοινωνίας και του χρόνου.
Είναι απολύτως σαφές, ότι αυτή είναι μια θεμελιωδώς ιδεαλιστική άποψη, η οποία συνοψίζεται στο εξής: όλα τα κακά του καπιταλισμού και ο λόγος για τον οποίο ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να χειραφετήσει την ανθρωπότητα, οφείλονται στον υποτιθέμενο ολοκληρωτικό χαρακτήρα της επιστημονικής σκέψης.
Όμως, το ερώτημα στο οποίο δεν μπορούν να απαντήσουν είναι: από πού προέρχεται αυτή η παντοδύναμη ιδέα; Πότε και γιατί προέκυψε και υποδούλωσε την ανθρωπότητα; Δεν δίνουν καμία απάντηση σε αυτό το αποφασιστικό ερώτημα, επειδή δεν το θεωρούν σημαντικό. Πιθανότατα, κατά την άποψή τους, ακόμη και το να θέσουν ένα τέτοιο ερώτημα θα ήταν ένα αμάρτημα της «σκέψης του Διαφωτισμού».
Σύμφωνα με αυτούς, ο Διαφωτισμός θέλει να κυριαρχήσει στα πράγματα, ταξινομώντας τη γνώση επιστημονικά. Αλλά γιατί αυτό να οδηγήσει από την κυριαρχία επί των πραγμάτων στην κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο, όπως ισχυρίζονται; Ο Αντόρνο και ο Χορκχάιμερ απλώς ισχυρίζονται ότι «[αυτό] που οι άνθρωποι θέλουν να μάθουν από τη φύση είναι πώς να τη χρησιμοποιούν για να κυριαρχούν πλήρως σε αυτήν και σε άλλους ανθρώπους. Αυτός είναι ο μόνος στόχος… Η εξουσία και η γνώση είναι συνώνυμα». [7]
Έτσι, υποστηρίζεται, χωρίς καμία απολύτως απόδειξη, ότι ο Διαφωτισμός «κυριαρχεί» στα πράγματα και, ως εκ τούτου, αναπόφευκτα οδηγεί σε μια κοινωνία στην οποία οι άνθρωποι κυριαρχούνται. Φυσικά, δεν προσδιορίζεται ποτέ ποιοι κυριαρχούν σε ποιους. Γιατί κάποιοι άνθρωποι κατάφεραν να ασκήσουν αυτή τη δύναμη του Διαφωτισμού και κάποιοι άλλοι όχι;
Η «θεωρία» τους είναι εντελώς αφηρημένη, αόριστη και αυθαίρετη. Έχοντας εγκαταλείψει τον υλισμό, δεν ασχολούνται με συγκεκριμένες τάξεις που εκμεταλλεύονται άλλες τάξεις για συγκεκριμένους, ιστορικά καθορισμένους σκοπούς. Δεν υπάρχουν εργάτες και καπιταλιστές, δουλοπάροικοι και φεουδάρχες ή σκλάβοι και δουλοκτήτες. Αντίθετα, έχουμε έναν αφηρημένο «άνθρωπο» που κυριαρχεί πάνω σε έναν άλλο αφηρημένο «άνθρωπο», χάρη στη θαυματουργή δύναμη της αφηρημένης «λογικής».
Ο Διαφωτισμός στις πραγματικές του διαστάσεις
Στην πραγματικότητα, ο Διαφωτισμός αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες προόδους που έχει κάνει ποτέ η ανθρωπότητα – πνευματικά, πολιτικά και καλλιτεχνικά. Αντί να εισαγάγει μια αδιανόητη καταπίεση, ξεκίνησε τη διαδικασία κατάργησης της δουλείας, του δογματισμού και του θρησκευτικού σκοταδισμού της φεουδαρχικής κοινωνίας και της Εκκλησίας. Μια ομάδα ηρώων της σκέψης και της κουλτούρας ανέπτυξε την Επιστήμη και την Τέχνη σε ένα πρωτοφανές επίπεδο. Οι πρώτοι υλιστές του Διαφωτισμού δεν είχαν εμμονή με την «κυριαρχία». Ήταν εγκυκλοπαιδικά μυαλά που προσπαθούσαν να απελευθερώσουν την ανθρωπότητα από τις δεισιδαιμονίες.
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς δήλωναν ενθουσιασμένοι με αυτή την άνοδο της ορθολογικής σκέψης, και την ανάπτυξη της Επιστήμης και της Τεχνολογίας στα πρώτα στάδια του καπιταλισμού. Τη χαρακτήριζαν ένα ποιοτικό βήμα προς τα εμπρός για την ανθρωπότητα. Ακριβώς εδώ βρίσκεται ο προοδευτικός χαρακτήρας του καπιταλισμού, επειδή, αναπτύσσοντας τις παραγωγικές δυνάμεις, θέτει τις βάσεις για τον σοσιαλισμό. Χωρίς επιστημονική σκέψη, ο σοσιαλισμός είναι αδύνατος. Η αντίθεση της Σχολής της Φρανκφούρτης σ’ αυτή την ιστορική πρόοδο σημαίνει την υπεράσπιση της ίδιας οπισθοδρόμησης, άγνοιας και σκοταδισμού που υπερασπιζόταν η Εκκλησία την εποχή του Διαφωτισμού.
Είναι αλήθεια ότι τα ιδανικά του Διαφωτισμού για την ελευθερία και τον ορθολογισμό δεν μπορούσαν να πραγματοποιηθούν εκείνη την εποχή. Υπήρχε μια αντίφαση μεταξύ των υψηλών ιδανικών και της υλικής πραγματικότητας της καπιταλιστικής κοινωνίας. Στα χέρια της αστικής τάξης, η Επιστήμη και η Λογική θα χρησιμοποιούνταν για περαιτέρω κέρδος, και επομένως για εκμετάλλευση.
Μια τέτοια κατανόηση του ζητήματος ήταν πάντα αναπόσπαστο κομμάτι των ιδεών του Μαρξ και του Ένγκελς. Ο Ένγκελς στο Ουτοπικός και Επιστημονικός Σοσιαλισμός ανέφερε τα εξής: «Γνωρίζουμε σήμερα ότι αυτό το βασίλειο της λογικής δεν ήταν τίποτα περισσότερο από το εξιδανικευμένο βασίλειο της αστικής τάξης… ότι αυτή η ισότητα περιορίστηκε στην αστική ισότητα ενώπιον του νόμου… και ότι η κυβέρνηση της λογικής, το Κοινωνικό Συμβόλαιο του Ρουσσώ, πραγματοποιήθηκε , και μπορούσε μόνο να πραγματοποιηθεί, ως δημοκρατική αστική δημοκρατία. Οι μεγάλοι στοχαστές του 18ου αιώνα δεν μπορούσαν, όπως και οι προκάτοχοί τους, να υπερβούν τα όρια που τους επέβαλλε η εποχή τους.»[8]
Δεν υπάρχει τίποτα το πρωτότυπο στην ιδέα της Σχολής της Φρανκφούρτης ότι «ο Διαφωτισμός δεν απελευθέρωσε την ανθρωπότητα από την εκμετάλλευση και την καταπίεση». Αλλά ενώ ο Μαρξ και ο Ένγκελς κατανοούσαν ότι η πραγματική βάση αυτής της αποτυχίας έγκειται στον ταξικό χαρακτήρα της κοινωνίας εκείνης της εποχής, αυτό το γεγονός διέφυγε εντελώς από τον Αντόρνο και τον Χορκχάιμερ.
Στην πραγματικότητα, αυτοί επανέλαβαν το ιδεαλιστικό λάθος πολλών στοχαστών του Διαφωτισμού. Οι τελευταίοι πίστευαν ότι η «Λογική» είναι κάτι με το οποίο όλοι οι άνθρωποι είναι εγγενώς προικισμένοι και ότι, ως εκ τούτου, κατ αρχήν, οι ιδέες του Διαφωτισμού θα μπορούσαν να είχαν αναπτυχθεί σε οποιαδήποτε στιγμή της Ιστορίας. Ομοίως, η Σχολή της Φρανκφούρτης είδε τη «Λογική» ως μια δύναμη ανεξάρτητη και ανώτερη από την Ιστορία. Αντί για την αισιοδοξία των στοχαστών του Διαφωτισμού, έβλεπαν στη Λογική μόνο κυριαρχία και θάνατο.
Η «αυτονομία» του μικροαστού
Παρά την αφηρημένη φύση αυτών των ιδεών της Σχολής της Φρανκφούρτης, δεν είναι δύσκολο να δούμε τι πραγματικά κρύβεται πίσω από αυτές. Είναι οι ιδέες των αποθαρρυμένων μικροαστών διανοουμένων, οι οποίοι θεωρούν την ανάπτυξη του καπιταλισμού ως τίποτα άλλο παρά καταπίεση και καταστροφή. Ο Αντόρνο συνόψισε την άποψή του ως εξής: «Καμία παγκόσμια ιστορία δεν οδηγεί από την αγριότητα στον ανθρωπισμό, αλλά υπάρχει μία που οδηγεί από τη σφεντόνα στη βόμβα μεγατόνων. Καταλήγει στην ολοκληρωτική απειλή, την οποία η οργανωμένη ανθρωπότητα θέτει στους οργανωμένους ανθρώπους… το παγκόσμιο πνεύμα, ένα άξιο αντικείμενο ορισμού, θα έπρεπε να οριστεί ως μόνιμη καταστροφή». [9]
Στα γραπτά τους, συνήθως ανατρέχουν σε μια παλαιότερη εποχή μικροαστικής ελευθερίας, της «ατομικής αυτονομίας», όπως την αποκαλούν. Η μεγάλης κλίμακας, επιστημονικά οργανωμένη βιομηχανική παραγωγή τρομοκρατεί τέτοια μικροαστικά άτομα, όπως και η μαζική κουλτούρα. Σύμφωνα με αυτούς, η επιστημονική σκέψη, και όχι η ίδια η καπιταλιστική τάξη, είναι αυτή που έχει καταστρέψει την κοινωνία.
Τέτοιοι μικροαστοί διανοούμενοι, δεδομένου του πόσο μορφωμένοι αισθάνονται, θεωρούν ότι θα έπρεπε να έχουν τον έλεγχο πάνω στην καπιταλιστική κοινωνία. Ταυτόχρονα όμως, είναι απρόθυμοι να τεθούν στην υπηρεσία της μόνης πραγματικής εναλλακτικής λύσης: της οργανωμένης εργατικής τάξης. Η προοπτική της εξουσίας της εργατικής τάξης είναι τρομακτική στα μάτια τους. Οι εργάτες τους φαίνονται αμόρφωτοι και ανόητοι.
Κοιτάζουν περιφρονητικά την εργατική τάξη, τη θεωρούν συνένοχη στα εγκλήματα του καπιταλισμού λόγω του υποτιθέμενου αφελούς «κομφορμισμού» της έναντι της μαζικά παραγόμενης κουλτούρας των μεγάλων επιχειρήσεων. Υποθέτουν ότι, σε περίπτωση που οι εργάτες καταλάβουν ποτέ την εξουσία, αυτό θα σήμαινε απλώς τη συνέχιση της ίδιας καταπιεστικής, γραφειοκρατικά οργανωμένης κοινωνίας που ήδη έχουμε, επειδή οι εργάτες τάχα, είναι παγιδευμένοι στη κομφορμιστική νοοτροπία που γεννά η επιστημονική παραγωγή και η μαζική κουλτούρα.
Στην πραγματικότητα, ωστόσο, αυτό που εκφράζουν αυτοί οι άνθρωποι είναι η οπτική της μικροαστικής τάξης, μιας τάξης σε ιστορικό αδιέξοδο, η οποία στριμώχνεται ανάμεσα στις μεγάλες επιχειρήσεις και την εργατική τάξη. Ο συνεργάτης της Σχολής της Φρανκφούρτης, Βάλτερ Μπένγιαμιν, το παραδέχτηκε αυτό με ειλικρίνεια, γράφοντας τα ακόλουθα: «Αργά ή γρήγορα, μαζί με τις μεσαίες τάξεις που συντρίβονται από την πάλη μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, ο ελεύθερος επαγγελματίας συγγραφέας πρέπει επίσης να εξαφανιστεί». Αυτό είναι που τρομάζει περισσότερο αυτούς τους κυρίους!
Η «Τεχνολογική Ορθολογικότητα» του Μαρκούζε
Η Σχολή της Φρανκφούρτης, και ιδιαίτερα ο Μαρκούζε, κατέλαβε εξέχουσα θέση κατά την μεταπολεμική περίοδο. Αυτή ήταν μια «χρυσή εποχή» για τον καπιταλισμό, μια περίοδος πρωτοφανούς ανάπτυξης, καθώς οι προηγμένες καπιταλιστικές οικονομίες ανοικοδομούνταν μετά την καταστροφή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτή η διαρκής οικονομική ανάκαμψη κατέστη δυνατή, όχι μόνο χάρη στην τεράστια καταστροφή του πολέμου, αλλά και χάρη στις ιδιαίτερες πολιτικές συνθήκες που δημιούργησε το τέλος του πολέμου.
Το επαναστατικό κύμα που σάρωσε τη Δυτική Ευρώπη προδόθηκε από τους σταλινικούς και σοσιαλδημοκράτες ηγέτες, οι οποίοι κατάφεραν να χαλιναγωγήσουν την εργατική τάξη. Αυτή ήταν μια αντεπανάσταση με δημοκρατική μορφή. Αυτή η ήττα παρείχε την πολιτική προϋπόθεση για την ανάκαμψη. Ο αναδυόμενος αμερικανικός ιμπεριαλισμός μπόρεσε επίσης να επιβάλει την εξουσία του στη Δυτική Ευρώπη. Φοβούμενοι τη σοσιαλιστική επανάσταση, οι αμερικάνοι ιμπεριαλιστές βοήθησαν στην ανοικοδόμηση των οικονομιών της Ευρώπης. Επέβαλαν το δολάριο ως παγκόσμιο νόμισμα και έριξαν τα δασμολογικά εμπόδια της μεσοπολεμικής περιόδου. Μια σειρά από παράγοντες λοιπόν, συνδυάστηκαν για να προκαλέσουν μια ισχυρή οικονομική ανάκαμψη.[10]
Αυτή η ανάκαμψη, η μεγαλύτερη στην ιστορία του καπιταλισμού, δημιούργησε μια (προσωρινή) κοινωνική ισορροπία. Έτσι, δόθηκαν στην εργατική τάξη σημαντικές παραχωρήσεις, όπως το «κράτος πρόνοιας». Αυτές οι μεταρρυθμίσεις δεν έγιναν λόγω της «καλής θέλησης» της καπιταλιστικής τάξης, αλλά κάτω από την επίδραση της ταξικής πάλης και του φόβου της ύπαρξης της ΕΣΣΔ.
Αυτές οι παραχωρήσεις ενίσχυσαν μαζικά τον ρεφορμισμό και τις αυταπάτες για τον καπιταλισμό, τουλάχιστον στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες. Φαινόταν ότι ο καπιταλισμός είχε ξεπεράσει τις αντιφάσεις του και ότι η ταξική πάλη είχε αμβλυνθεί οριστικά. Οι νεότερες τεχνικές παραγωγής, όπως ο Φορντισμός (δηλαδή η εξαιρετικά οργανωμένη, σχεδιασμένη και μηχανοποιημένη βιομηχανική παραγωγή), σε συνδυασμό με την κρατική ρύθμιση, φάνηκαν να εξαλείφουν τις καπιταλιστικές κρίσεις και την ανάγκη για επανάσταση. Το βιοτικό επίπεδο ανέβαινε. Σήμερα ήταν καλύτερο από χθες, και αύριο θα ήταν ακόμα καλύτερο.
Καθ’ όλη αυτή την περίοδο, η άρχουσα τάξη ασπαζόταν το δόγμα του κεϋνσιανισμού, το οποίο κήρυττε την κρατική παρέμβαση στην οικονομία για την εξομάλυνση των αντιφάσεων του καπιταλισμού. Δεδομένου ότι η εφαρμογή του συνέπεσε με μια οικονομική άνθηση και με μια παρατεταμένη περίοδο σχετικής ταξικής ειρήνης, φαινόταν ότι οι κεϋνσιανές πολιτικές λειτούργησαν και είχαν τελειοποιήσει τον καπιταλισμό ή είχαν λύσει τις εσωτερικές του αντιφάσεις.
Αυτό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο οι απόψεις της Σχολής της Φρανκφούρτης για μια αμβλυμμένη ταξική πάλη και μια αποβλακωμένη εργατική τάξη, πραγματικά επικράτησαν μεταξύ της διανόησης.
Ο Μαρκούζε που ήταν ο πιο σαφής στο να συσχετίσει την απόρριψη του Ιστορικού Υλισμού από τη Σχολή με αυτήν την εποχή της καπιταλιστικής άνθησης. Σύμφωνα με αυτόν, ο καταπιεστικός χαρακτήρας της Λογικής αποκαλύφθηκε στην μεταπολεμική εποχή ως «Τεχνολογική ορθολογικότητα»: «Το ολοκληρωτικό σύμπαν της Τεχνολογικής ορθολογικότητας είναι η τελευταία μεταστοιχείωση της ιδέας της Λογικής».[11] Τι είναι όμως η «Τεχνολογική ορθολογικότητα» και πώς λειτουργεί;
Το μόνο που μας λένε για αυτή τη μυστηριώδη «Τεχνολογική ορθολογικότητα» είναι ότι ευθύνεται γι’ αυτό που ο Μαρκούζε περιγράφει ως την «άνετη, ομαλή, λογική, δημοκρατική ανελευθερία», η οποία «επικρατεί στον προηγμένο βιομηχανικό πολιτισμό, ένα δείγμα Τεχνολογικής προόδου» και «φαίνεται ολοένα και πιο ικανή να ικανοποιήσει τις ανάγκες των ατόμων μέσω του τρόπου με τον οποίο είναι οργανωμένη».[12] Με άλλα λόγια, ένας τρόπος σκέψης – η «Τεχνολογική ορθολογικότητα» – έχει επιφέρει την ίδια την μεταπολεμική άνθηση, την οποία, παρά τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και την αύξηση του μεγέθους της εργατικής τάξης, ο ίδιος θεωρεί ως κάτι αρνητικό.[13]
Μας λένε ότι η «Τεχνολογική ορθολογικότητα» είναι τόσο αποτελεσματική που οι καπιταλιστικές κρίσεις αποτελούν πλέον παρελθόν. Παρόλο που εξακολουθούμε να έχουμε καπιταλισμό, οι νόμοι του καπιταλισμού έχουν υποταχθεί σε αυτή τη νεοσύστατη ορθολογική οργάνωση, η οποία είναι σε θέση να εκπληρώσει την «υπόσχεση μιας ολοένα και πιο άνετης ζωής για έναν ολοένα και αυξανόμενο αριθμό ανθρώπων που», και ως εκ τούτου, «δεν μπορούν να φανταστούν έναν ποιοτικά διαφορετικό λόγο».[14]
Σύμφωνα με τον Μαρκούζε, «αν ο εργάτης και το αφεντικό του απολαμβάνουν το ίδιο τηλεοπτικό πρόγραμμα και επισκέπτονται τα ίδια θέρετρα, αν η δακτυλογράφος έχει τόσο ελκυστική εμφάνιση όσο η κόρη του εργοδότη της, αν ο Νέγρος έχει μια Κάντιλακ, αν όλοι διαβάζουν την ίδια εφημερίδα, τότε αυτή η αφομοίωση δεν υποδηλώνει την εξαφάνιση των τάξεων, αλλά τον βαθμό στον οποίο οι ανάγκες και οι ικανοποιήσεις που εξυπηρετούν τη διατήρηση του κατεστημένου μοιράζονται σε όλον τον πληθυσμό». [15]
Εδώ βλέπουμε τις αντιδραστικές προκαταλήψεις της Σχολής της Φρανκφούρτης σε πλήρη έκφραση: υποθέτει ότι οι «νέγροι γενικά» κατείχαν Κάντιλακ και ζούσαν παρόμοιες ζωές ως μέλη της άρχουσας τάξης, και ότι οι εργατικές μάζες είναι συνένοχοι στη «διατήρηση του κατεστημένου». Το θεμελιώδες σφάλμα πηγάζει από την ιδεαλιστική υπόθεση του Μαρκούζε ότι η λεγόμενη ιδεολογία της «Τεχνολογικής ορθολογικότητας» είχε ξεπεράσει τις ταξικές υλικές αντιφάσεις.
Αυτό στο οποίο αναφέρεται στην πραγματικότητα ο όρος «Τεχνολογική ορθολογικότητα» είναι η ιδεολογία του Κεϋνσιανισμού και της κρατικής παρέμβασης, η οποία ήταν το κυρίαρχο οικονομικό δόγμα στη Δύση. Όπως όλοι οι μικροαστοί διανοούμενοι, ο Μαρκούζε αντίκρισε με δέος την πνευματική τάση της εποχής του. Για τον Μαρκούζε, η ταξική πάλη είναι δευτερεύουσα σε σχέση με τη δύναμη της «Τεχνολογικής ορθολογικότητας» (δηλαδή των κεϋνσιανών πολιτικών), η οποία υπέθεσε ότι μπορούσε απλώς να συνεχίσει να προσφέρει αγαθά, να βελτιώνει το βιοτικό επίπεδο και να αποφεύγει μόνιμα τις κρίσεις υπερπαραγωγής χάρη στην υπέρτατη ορθολογικότητά της.
Από αυτή την άποψη, ο Μαρκούζε και η Σχολή της Φρανκφούρτης ενσαρκώνουν την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι η καταναλωτική διαθεσιμότητα προηγμένης τεχνολογίας για την εργατική τάξη, όπως η Κάντιλακ και οι τηλεοράσεις, την κάνει να αποδέχεται την εκμετάλλευσή της από τον καπιταλισμό. Αν ο καπιταλισμός είναι σε θέση να κάνει τέτοια είδη αρκετά προσιτά, τότε σίγουρα κανείς δεν θα θέλει να τον ανατρέψει. Το συμπέρασμα είναι ότι κάθε εργαζόμενος που έχει τηλεόραση – ή σήμερα ένα iPhone – πρέπει να είναι και ικανοποιημένος και να έχει ένα καλό βιοτικό επίπεδο.
Χρεοκοπία στο φώς της πραγματικότητας
Είναι στοιχειώδες για κάθε μαρξιστή ότι, όσο ισχυρή κι αν είναι μια οικονομική άνθηση, οι αντιφάσεις του καπιταλισμού και της ταξικής πάλης δεν εξαλείφονται. Στην πραγματικότητα, ήταν στο απόγειο της μεταπολεμικής οικονομικής ανόδου το 1968 και το 1969 που οι γαλλικές και ιταλικές εργατικές τάξεις ξεσηκώθηκαν με τεράστια επαναστατικά κινήματα, τα οποία προκάλεσαν σοκ σε όλο τον κόσμο.
Εντωμεταξύ, η οικονομική άνθιση προετοίμαζε μια τεράστια κρίση υπερπαραγωγής. Οι διαρκείς βελτιώσεις του βιοτικού επιπέδου είναι αδύνατες στον καπιταλισμό, διότι ο καπιταλισμός δεν είναι ορθολογικός και έχει τα όριά του. Όσο υπάρχει καπιταλισμός, η παραγωγή θα λαμβάνει χώρα με σκοπό τα κέρδη της καπιταλιστικής τάξης και όχι την ορθολογική κάλυψη των αναγκών της κοινωνίας στο σύνολό της. Ακόμα και όταν το βιοτικό επίπεδο βελτιώνεται, η αγορά περιορίζεται από το γεγονός ότι η εργατική τάξη δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να αγοράσει πίσω την αξία που δημιουργεί.
Έτσι, η αγορά φτάνει τελικά στο όριο της ικανότητάς της να απορροφήσει όλα αυτά τα νέα εμπορεύματα. Ο καπιταλιστής παρακάμπτει αυτή την αντίφαση επανεπενδύοντας την υπεραξία που εξάγεται από την απλήρωτη εργασία της εργατικής τάξης. Ωστόσο, αυτό απλώς δημιουργεί μεγαλύτερη παραγωγική ικανότητα και μεγαλύτερες ποσότητες εμπορευμάτων. Τελικά, ξεσπά μια κρίση υπερπαραγωγής.
Η μεταπολεμική άνοδος που εντυπωσίασε τόσο πολύ τον Μαρκούζε δεν ήταν διαφορετική. Όταν τελείωσε λοιπόν, τι απέγινε η «Τεχνολογική ορθολογικότητα» του Μαρκούζε; Τι απέγινε η «ομαλή, άνετη έλλειψη ελευθερίας» και τα «κοινά συμφέροντα» των πρώην ανταγωνιστικών τάξεων; Όλα αυτά εξανεμίστηκαν στην ύφεση του 1974-75 και στην αναθέρμανση της καπιταλιστικής επίθεσης εναντίον της εργατικής τάξης.
Είναι αλήθεια ότι οι δυτικοί εργάτες διατήρησαν και μετά την κρίση τις τηλεοράσεις και τα αυτοκίνητά τους, αλλά σε πολλές περιπτώσεις όχι και τις δουλειές τους, καθώς επέστρεψε η μαζική ανεργία. Τα λεγόμενα «κοινά συμφέροντα» μεταξύ εργατών και καπιταλιστών της περιόδου της «Τεχνολογικής ορθολογικότητας» αποδείχθηκαν μια σκληρή ψευδαίσθηση, την οποία δεν είχαν τόσο οι καπιταλιστές όσο οι ρεφορμιστές ηγέτες της εργατικής τάξης, και ένα στρώμα διανοουμένων όπως ο Μαρκούζε.
Η παγκόσμια οικονομική ύφεση του 1974 δεν είχε προβλεφθεί ούτε από τον Μαρκούζε, ούτε από τους Κεϋνσιανούς. Μόνο οι μαρξιστές κατανοούσαν το αναπόφευκτο μιας τέτοιας κρίσης. Αυτή η κρίση οδήγησε στην απαξίωση του κεϋνσιανισμού και έπεισε τους καπιταλιστές να στραφούν στον μονεταρισμό και να πάρουν πίσω τις μεταρρυθμίσεις που είχε κερδίσει προηγουμένως η εργατική τάξη.
Αυτό, με τη σειρά του, οδήγησε σε μια δεκαετία έντονης ταξικής πάλης στις δεκαετίες του 1970 και του 1980. Παρά τις τηλεοράσεις και τις συσκευές βίντεο, οι εργάτες πολέμησαν μαχητικά ενάντια στην προσπάθεια της άρχουσας τάξης να τους κάνει να πληρώσουν για την καπιταλιστική κρίση. Φυσικά, η άνοδος του βιοτικού επιπέδου, τα καταναλωτικά αγαθά και η αστική κουλτούρα μπορούν να επηρεάσουν και, για ένα διάστημα, να μαλακώσουν την ταξική συνείδηση. Αλλά αυτό μπορεί να είναι μόνο ένα προσωρινό φαινόμενο. Όταν η άνθηση τελειώνει και ξεκινά μια εποχή κρίσης, όπως συνέβη στη δεκαετία του 1970, η ταξική συνείδηση ενισχύεται για άλλη μια φορά.
Παρεμπιπτόντως, ίδιο ήταν και το «επιχείρημα» που χρησιμοποιήθηκε από τον Έρικ Χομπσμπάουμ και άλλους ρεφορμιστές πριν από την απεργία των ανθρακωρύχων του 1984-5 στη Βρετανία, ότι τάχα, οι νέοι ανθρακωρύχοι δεν θα απεργούσαν ποτέ, καθώς είχαν στεγαστικά δάνεια, βίντεο, αυτοκίνητα κ.λπ. Κι όμως, όταν ήρθε η ώρα, οι ανθρακωρύχοι απέργησαν για 12 μήνες υπερασπιζόμενοι τις θέσεις εργασίας και τις κοινότητές τους, αποδεικνύοντας ότι οι Χόμπσμπάουμ και οι Μαρκούζε έκαναν λάθος.
Σήμερα, μετά από δεκαετίες λιτότητας, ιδιωτικοποιήσεων, απορρύθμισης, αυξανόμενης ανισότητας και χρηματοπιστωτικών κρίσεων, για να μην αναφέρουμε την κλιματική κρίση, η ιδέα ότι ο καπιταλισμός έχει επιτύχει μια «ομαλή, άνετη ανελευθερία» και μια «ορθολογική συναίνεση» μεταξύ των τάξεων, η οποία παράγει ατελείωτη οικονομική ανάπτυξη, έχει χρεοκοπήσει πλήρως.
Πηγές
[1] Κ. Μαρξ, Η Γερμανική Ιδεολογία, Άπαντα Μαρξ & Ένγκελς τόμος 5, Progress Publishers, 1968, σελ. 36.
[2] Κ. Μαρξ, Πρόλογος στο βιβλίο «Συμβολή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας», International Library Publishing, 1904, σελ. 11.
[3] Μ. Χορκχάιμερ &Τ. Αντόρνο, Διαλεκτική του Διαφωτισμού, Verso Books, 1997, σελ. xiii.
[4] όπως προηγουμένως (ό.π.), σελ. 6.
[5] ό.π., σελ. 7.
[6] ό.π., σελ. 24.
[7] ό.π., σελ. 4.
[8] Φ. Ένγκελς: Ουτοπικός και Επιστημονικός Σοσιαλισμός, Τα Κλασικά του Μαρξισμού τόμος 1 , Wellred Books, 2013, σελ. 39.
[9] Τ. Αντόρνο, Αρνητική Διαλεκτική, Continuum Publishing, 2004, σελ. 320.
[10] Βλέπε Τ. Γκραντ, Θα υπάρξει ύφεση; 1960
[11] Χ. Μαρκούζε, Μονοδιάστατος Άνθρωπος, Routledge και Kegan Paul, 2002, σελ. 128.
[12] ό.π. , σελ. 3-4.
[13] Ο Μαρκούζε ξεκαθαρίζει, παρά την επιτηδευμένη γλώσσα του, ότι πιστεύει πως η «ορθολογική» νοοτροπία έχει ένα είδος μαγικής δύναμης να διαμορφώνει την κοινωνία και έτσι σφετερίζεται την ταξική πάλη: «Η επιστημονική ορθολογικότητα δημιουργεί μια συγκεκριμένη κοινωνική οργάνωση ακριβώς επειδή προβάλλει απλή μορφή[!;]… η οποία μπορεί να αξιοποιηθεί πρακτικά για όλους τους σκοπούς». ό.π. , σελ. 160.
[14] ό.π., σελ. 26.
[15] ό.π., σελ. 10. Για άλλη μια φορά, παρά την επιτηδευμένη γλώσσα του, είναι σαφές ότι ο Μαρκούζε πιστεύει ότι η δύναμη της ορθολογικής σκέψης έχει επισκιάσει την ταξική πάλη: «η [νέα, τεχνικά ορθολογιστική] καπιταλιστική ανάπτυξη έχει αλλάξει τη δομή και τη λειτουργία αυτών των δύο τάξεων [αστικής και προλεταριακής] με τέτοιο τρόπο ώστε να μη φαίνονται πλέον να είναι φορείς ιστορικού μετασχηματισμού. Ένα κυρίαρχο συμφέρον για τη διατήρηση και τη βελτίωση του θεσμικού status quo ενώνει τους πρώην ανταγωνιστές στις πιο προηγμένες περιοχές της σύγχρονης κοινωνίας» (ό.π.,, σελ. 43).




