Με ενθουσιασμό υποδέχθηκε η πλειοψηφία του αστικού Τύπου την υπογραφή συμφωνιών για την προμήθεια μεγάλων ποσοτήτων αμερικανικού φυσικού αερίου, αλλά και την ενεργοποίηση του λεγόμενου κάθετου διαδρόμου, που σκοπό έχει κυρίως την σύνδεση και τον συντονισμό λειτουργίας ήδη υπαρχόντων αγωγών ώστε να διασφαλιστεί η διέλευση του φυσικού αερίου στα ανατολικά Βαλκάνια, φτάνοντας μέχρι και την Ουκρανία, που με την σειρά της παρέχει τη δυνατότητα μεταφοράς πιο βαθιά στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη.
Υπαρκτά τα προβαλλόμενα ελληνικά «οφέλη»;
Ωστόσο, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες να παρουσιαστούν αυτά ως μια μεγάλη επιτυχία της κυβέρνησης αλλά και της χώρας, κάνοντας λόγο για «ενεργειακή αλλά και στρατηγική αναβάθμιση της χώρας», τη μετατροπή της σε «ενεργειακό κόμβο» και πύλη εισόδου για το αμερικάνικο LNG στην Ευρώπη, μια πιο προσεκτική ματιά καταδεικνύει τη χαρακτηριστική αδυναμία να μετατρέψουν τους διθυράμβους σε χειροπιαστά οφέλη για την Ελλάδα, και πολύ περισσότερο ασφαλώς, για την ελληνική εργατική τάξη.
Ακόμα και η συνήθης ρητορική περί θέσεων εργασίας δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι είναι πολύ περιορισμένη, όπως είναι και οι πραγματικές θέσεις εργασίας που θα προκύψουν από την συμφωνία. Χαρακτηριστικό επίσης, είναι ότι δεν υπάρχει καμία αναφορά στο αντίτιμο που θα λαμβάνει η Ελλάδα, όπως συνηθίζεται σε τέτοιες συμφωνίες, ενώ διαβάζουμε ότι οι ΗΠΑ πιέζουν τις υπόλοιπες χώρες του Κάθετου Διαδρόμου να μειώσουν τα ποσά που λαμβάνουν με βάση προηγούμενες συμφωνίες.
Ο λόγος είναι ότι τέτοια οφέλη δεν αποτέλεσαν ποτέ το αντικείμενο μιας συμφωνίας που επιβλήθηκε από, και εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ΗΠΑ και τον, για πάνω από μια δεκαετία εκφρασμένο στρατηγικό στόχο των ΗΠΑ, να αντικαταστήσουν το ρωσικό φυσικό αέριο με αμερικάνικο LNG.
Φυσικό αέριο και αμερικάνικος ιμπεριαλισμός
Το γεγονός ότι η συμφωνία προωθεί τα συμφέροντα των ΗΠΑ είναι αναμφίβολο, σε βαθμό που και οι πλέον φιλοκυβερνητικοί αναλυτές αναγκάζονται να το παραδεχτούν με αμηχανία. Με τη χρήση της τεχνολογίας εξόρυξης φυσικού αερίου από σχιστόλιθο, οι ΗΠΑ κατάφεραν να παράγουν φυσικό αέριο (και πετρέλαιο) από τεράστια κοιτάσματα που προηγουμένως θεωρούνταν μη εκμεταλλεύσιμα. Η νέα μέθοδος όμως έρχεται με αυξημένο οικονομικό και περιβαλλοντικό κόστος.
Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι παρ’ όλο που το φυσικό αέριο έχει πάρα πολλές χρήσεις και είναι το μόνο ορυκτό καύσιμο που εκτιμάται ότι η ζήτησή του θα συνεχίσει να αυξάνεται στις ερχόμενες δεκαετίες, η χρήση του, ιστορικά έχει περιοριστεί από το γεγονός ότι είναι πολύ πιο δύσκολο (σε σχέση με το πετρέλαιο) να μεταφερθεί για μεγάλες αποστάσεις και σε μεγάλες ποσότητες.
Σύντομα, σε μια τυπική έκφραση της αναρχίας της καπιταλιστικής παραγωγής, οι ΗΠΑ βρέθηκαν να παράγουν περισσότερο φυσικό αέριο από όσο η αμερικανική αγορά μπορούσε να απορροφήσει ή να διοχετεύσει στους γείτονες (Μεξικό και Καναδάς), κάνοντας την τιμή του φυσικού αερίου εντός των ΗΠΑ να καταρρεύσει ήδη από το 2012. Η μηχανική υποστήριξη που παρείχαν κυβέρνηση και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα οδήγησαν στο παράδοξο ενός ζημιογόνου κλάδου που αύξανε συνεχώς την ετήσια παραγωγή του.
Η λύση των εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου γρήγορα προήχθη ως η ενδεδειγμένη από το εξορυκτικό κεφάλαιο ως η σανίδα σωτηρίας που θα εξασφάλιζε όχι μόνο την επιβίωση, αλλά και την κερδοφορία των εταιριών. Η λύση αύτη βέβαια έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα της εργατικής τάξης των ΗΠΑ που σε συνδυασμό με το αυξημένο περιβαλλοντικό κόστος, τώρα καλείται να πληρώσει και αυξημένο κόστος για την ενέργεια.
Η φτωχή σε ορυκτούς πόρους Ευρώπη αποτέλεσε από την αρχή τον ιδανικό προορισμό για το αμερικάνικο φυσικό αέριο, και η επιβολή κυρώσεων στην Ρωσία τον Δούρειο Ίππο για την αντικατάστασή του στην ευρωπαϊκή αγορά από το ακριβότερο και επιβλαβέστερο LNG. Πέρα από το αυξημένο οικονομικό και περιβαλλοντικό κόστος αυτής της μεθόδου, πάνω από 30% του κάθε φορτίου ξοδεύεται στη διαδικασία υγροποίησης, μεταφοράς, και επαναεριοποίησης, καθιστώντας το μακράν το επιβλαβέστερο ορυκτό καύσιμο, ακόμα και από τον άνθρακα.
Κέρδη για το εγχώριο κεφάλαιο
Φυσικά, μια τέτοια συμφωνία δεν θα μπορούσε παρά να εξασφαλίζει κέρδη και για συγκεκριμένους εκπρόσωπους του εγχώριου μεγάλου κεφαλαίου. Στους μεγάλους κερδισμένους είναι το «εγχώριο» εφοπλιστικό κεφάλαιο που κατέχει πάνω από το 25% του παγκόσμιου τονάζ LNG, αλλά και οι κοινοπραξίες που θα «επενδύσουν» στα συγκεκριμένα έργα.
Για το είδος των επενδύσεων που σχετίζονται με αυτού του τύπου την «ανάπτυξη», είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της Gastrade, της κοινοπραξίας που ελέγχει τον εν λειτουργία πλωτό σταθμό της Αλεξανδρούπολης, που απέκτησε τα κονδύλια για ένα έργο προϋπολογισμού 380 εκ. ευρώ, απορροφώντας 166 εκ. ευρώ από το ελληνικό ΕΣΠΑ (κρατική επιχορήγηση με ευρωπαϊκή αμφίεση δηλαδή), κάτι για το οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έδωσε μετά χαράς ειδική άδεια, και λαμβάνοντας άλλα 300 εκ. ευρώ με την μορφή δανείου από την Εθνική Τράπεζα.
Βλέποντας την προνομιακή μεταχείριση, κολοσσοί από τον κλάδο της ενέργειας όπως η Motor Oil και η Elpedison, αλλά και ο Άκτωρ εκδήλωσαν ενδιαφέρον για παρόμοιες επενδύσεις σε τερματικούς σταθμούς εισαγωγής LNG. Οι ποσότητες φυσικού αερίου για τις οποίες η ελληνική κυβέρνηση φαίνεται να δεσμεύτηκε μακροπρόθεσμα, προμηνύουν την ύπαρξη πολλών ακόμα μονάδων σαν και αυτή της Αλεξανδρούπολης.
Η ουσία της συμφωνίας
Συμπερασματικά, η Ελλάδα αναλαμβάνει με αυτή την συμφωνία σημαντικό οικονομικό και περιβαλλοντικό κόστος, όπως και μεγάλο οικονομικό και περιβαλλοντικό ρίσκο, για να προωθήσει και να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του αμερικανικού κεφαλαίου πρωτίστως, και κατ’ επέκταση μιας χούφτας εκλεκτών της ελληνικής αστικής τάξης.
Το χρηματιστήριο-καρτέλ ενέργειας εξασφαλίζει ακριβό LNG που του αποφέρει υπερκέρδη ανεβάζοντας το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας συνολικά, ενώ ο κίνδυνος ατυχήματος-περιβαλλοντικής καταστροφής αυξάνεται σημαντικά.
Την ίδια ώρα, η Ελλάδα δένεται με τα αμερικανικά ενεργειακά συμφέροντα μακροπρόθεσμα σε συνθήκες σχετικής αποδυνάμωσης του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, που η μονομερής τήρηση των συμφωνιών ή και η κατά το δοκούν αναθεώρηση απαιτείται πλέον απροκάλυπτα, οδηγώντας αντί για διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών στην απόλυτη εξάρτηση από ένα μη ανταγωνιστικό καύσιμο. Διατηρώντας την ευθύνη για διοχέτευση του συμφωνημένου φυσικού αερίου, είναι πολύ πιθανό να κληθεί το κράτος να εγγυηθεί τα κέρδη των επενδυτών, αγοράζοντας σε προνομιακές (για τους επενδυτές) τιμές φυσικό αέριο που δεν χρειάζεται.
Η συμφωνία λοιπόν είναι ένα ακόμα χαρακτηριστικό παράδειγμα γιατί ο καπιταλισμός έχει αποδειχθεί εντελώς ανίκανος να αντιμετωπίσει στοιχειωδώς την κλιματική κρίση, ειδικά δε σε αυτή την φάση «πολυπολικότητας» και έντασης των διεθνών ανταγωνισμών, ενώ ήδη προδιαγράφει ένα μέλλον εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα για την ικανοποίηση του κεφαλαίου και των ιμπεριαλιστικών αξιώσεων των μεγάλων δυνάμεων.
Μια ενεργειακή μετάβαση στην κλίμακα που απαιτείται για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης μπορεί μόνο να είναι προϊόν διεθνούς συνεργασίας στο πλαίσιο μιας κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας προσανατολισμένης σε αυτόν τον σκοπό. Προϋποθέτει με άλλα λόγια, τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.
Αλέξανδρος Καραγκούνης




