Ο αγώνας των ηθοποιών για την υπογραφή Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας δεν αποτελεί μια στενή συντεχνιακή διεκδίκηση, αλλά μια μάχη για την αξιοπρέπεια της εργασίας και την ίδια την ποιότητα του πολιτισμού. Τα τελευταία χρόνια, το θέατρο αντιμετωπίζεται ολοένα και περισσότερο ως «μαγαζί», ως επιχείρηση που μετρά μόνο έσοδα και κέρδη, παραγνωρίζοντας ότι πίσω από κάθε παράσταση υπάρχει σκληρή, πολύωρη και επίπονη δουλειά. Οι πρόβες, η μελέτη και η σωματική και ψυχική κατάθεση των ηθοποιών θεωρούνται συχνά «αόρατη εργασία», απλήρωτη και ανασφάλιστη, παρότι αποτελούν τη βάση του καλλιτεχνικού αποτελέσματος.
Οι κινητοποιήσεις του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών και οι απεργίες που οργάνωσε στις 5 και 27 Δεκεμβρίου έφεραν αυτή την αλήθεια στο προσκήνιο. Η εικόνα των ηθοποιών στους δρόμους, με το ζεστό κρασί και τα φυλλάδια στα χέρια, δεν ήταν μια γραφική διαμαρτυρία, αλλά μια συμβολική «παράσταση» διεκδίκησης ζωής με δικαιώματα. Έδειχνε ότι η τέχνη δεν είναι εθελοντισμός, ούτε πολυτέλεια, αλλά επάγγελμα που πρέπει να επιτρέπει σε όσους το υπηρετούν να ζουν αξιοπρεπώς. Όπως κανείς δεν θα δεχόταν ένας ποδοσφαιριστής να πληρώνεται μόνο για τους αγώνες και όχι για τις προπονήσεις, έτσι και οι ηθοποιοί δεν μπορούν να αποδέχονται ότι οι πρόβες δεν θεωρούνται εργασία.
Η απαίτηση για μισθό 1.250 ευρώ, για πληρωμένες πρόβες με πλήρη ασφαλιστική κάλυψη και για συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας, δεν είναι υπερβολική. Αντίθετα, αποκαθιστά μια αδικία δεκαετιών. Από την κατάργηση των κλαδικών συμβάσεων και μετά, οι ηθοποιοί εργάζονται σε καθεστώς ατομικών συμφωνιών, συχνά με το «μαχαίρι στον λαιμό», με αμοιβές χαμηλότερες από παλιότερα, ενώ το κόστος ζωής έχει αυξηθεί δραματικά.
Απέναντι σε αυτό, η στάση των εργοδοτικών ενώσεων, που μιλούν για «κοινό στόχο» και «διάλογο», έρχεται σε αντίφαση με τις πρακτικές τους. Δεν μπορεί να υπάρχει κοινός στόχος όταν η μία πλευρά διεκδικεί στοιχειώδη δικαιώματα και η άλλη αρνείται να αναγνωρίσει ακόμη και τον χρόνο εργασίας. Οι προσπάθειες για «κοινές συνελεύσεις» εργαζομένων και εργοδοτών υπονομεύουν τις συλλογικές αποφάσεις των εργαζόμενων ηθοποιών.
Ο πολιτισμός δεν είναι απλώς προϊόν προς κατανάλωση, αλλά βασικό στοιχείο της κοινωνικής ζωής. Για να παραμείνει ζωντανός, χρειάζεται εργαζόμενους με δικαιώματα και ασφάλεια. Οι ηθοποιοί θέλουν τα θέατρα ανοιχτά. Όταν όμως απεργούν και τα θέατρα κλείνουν, δεν ευθύνονται εκείνοι, αλλά η αδιαλλαξία της εργοδοσίας που αρνείται να αναγνωρίσει το αυτονόητο: ότι χωρίς Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και στοιχειώδη δικαιώματα δεν υπάρχει πραγματικός πολιτισμός. Σε τελική ανάλυση ο πολιτισμός μπορεί να ανθίσει και να αναπτυχθεί απρόσκοπτα μόνο όταν εξαφανιστεί η κερδοσκοπία των ιδιωτών παραγωγών.
Φώτης Τσιούμας




