Η επαναφύπνιση της παγκόσμιας εργατικής τάξης και τα καθήκοντα που αντιμετωπίζουν οι Μαρξιστές – Μέρος πρώτο

Του Alan Woods   

Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2006

Η πολιτική είναι η επιστήμη των προοπτικών. Αυτό είναι το κλειδί ολόκληρης της δουλειάς μας. Η παρούσα παγκόσμια κατάσταση επιβεβαιώνει πλήρως τη γενική γραμμή του προηγούμενο κειμένου παγκόσμιων προοπτικών. Ίσως να είναι απαραίτητο να διορθώσουμε τη μία ή την άλλη λεπτομέρεια, αλλά η θεμελιώδης ανάλυση της σημερινής περιόδου έχει επιβεβαιωθεί από την ροή των γεγονότων. Αυτό θα πρέπει να ισχυροποιήσει την εμπιστοσύνη μας στις μαρξιστικές ιδέες και στους εαυτούς μας.

Αποτελεί πρώτης τάξεως ειρωνεία πως τόσοι πολλοί έχουν εγκαταλείψει το Μαρξισμό – ορισμένοι κατηγορηματικά, άλλοι σιωπηρά – ακριβώς όταν η ιστορία έχει δικαιώσει τα βασικά του αξιώματα σαν σε εργαστηριακή επίδειξη. Η αστική τάξη, οι ρεφορμιστές, οι Σταλινικοί και οι σέχτες, δεν έχουν την παραμικρή ιδέα για τις πραγματικές διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα. Δεν είναι τυχαίο πως όλες οι άλλες τάσεις βρίσκονται σε κατάσταση απόλυτης σύγχυσης, απαισιοδοξίας και σκεπτικισμού. Οι στρατηγοί των αστών – ιδιαίτερα στις ΗΠΑ – δεν έχουν πραγματικές προοπτικές. Με τα λόγια του Τρότσκι, γλιστράνε προς την καταστροφή με τα μάτια τους κλειστά.

Ο Λένιν είπε κάποτε πως η πολιτική είναι συγκεντρωμένη οικονομία. Ωστόσο δεν είναι δυνατό να μειώσουμε την πολιτική σε καθαρά οικονομικά. Ο οικονομικός κύκλος έχει μεγάλη σημασία. Πράγματι, σε τελική ανάλυση είναι αποφασιστικός – αλλά μόνο σε τελική ανάλυση. Στην εισαγωγή του 1924 στο βιβλίο «Τα πέντε πρώτα χρόνια της Κομμουνιστικής Διεθνούς» αναφερόμενος στην κατάσταση στη Γερμανία, ο Τρότσκι εξήγησε:

 «Σήμερα περισσότερο από ποτέ είμαστε υποχρεωμένοι να ακολουθήσουμε τις διακυμάνσεις στην εμπορική και βιομηχανική συγκυρία στη Γερμανία και ο τρόπος με τον οποίο αντανακλώνται στις συνθήκες ζωής του Γερμανού εργάτη. Είναι η οικονομία που αποφασίζει, αλλά μόνο σε τελική ανάλυση. Πιο άμεση σημασία έχουν εκείνες οι πολιτικές-ψυχολογικές διαδικασίες που τώρα λαμβάνουν χώρα εντός του Γερμανικού προλεταριάτου και οι οποίες επιπλέον έχουν μια δική τους εσωτερική λογική.» (Τα πέντε πρώτα χρόνια της Κομμουνιστικής Διεθνούς, vol. 1, σελ.7)

Ο Μαρξισμός δεν έχει τίποτα κοινό με τον οικονομικό ντετερμινισμό, ο οποίος αποδίδει σχεδόν αποκλειστική σημασία στο ζήτημα του οικονομικού κύκλου. Αυτό που είναι απαραίτητο να καταλάβουμε είναι πως η φύση και τα αποτελέσματα του οικονομικού κύκλου διαφέρουν σε διαφορετικά στάδια της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Τα «μπουμ» που συνόδευαν τις περιόδους ιστορικής ανόδου του καπιταλισμού, δεν είναι καθόλου όμοια με εκείνα που συμβαίνουν στην περίοδο της νεκρικής του παρακμής.

Υπάρχουν περίοδοι καπιταλιστικής ανόδου, κατά τη διάρκεια των οποίων τα «μπουμ» είναι μεγάλης διάρκειας και οι υφέσεις σύντομες και ρηχές. Τέτοια ήταν η περίοδος πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και η περίοδος που ακολούθησε το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτές οι περίοδοι χαρακτηρίζονται από πλήρη (ή σχετικά πλήρη) απασχόληση, βελτίωση του επιπέδου ζωής και υποχώρηση της ταξικής πάλης. Αυτές είναι οι κλασσικές περίοδοι του ρεφορμισμού.  

Τέτοιες μεταβατικές περίοδοι μεταφέρουν μια συγκεκριμένη ψυχολογία που ξεκινώντας από την άρχουσα τάξη και τους ιδεολόγους της, εκτείνεται μέσα από τη μεσαία τάξη και στην ίδια την εργατική τάξη. Υπάρχει ένα γενικό αίσθημα αισιοδοξίας, πως αυτός είναι ο καλύτερος από τους καλύτερους δυνατούς κόσμους, πως το σήμερα είναι καλύτερο από το χθες και το αύριο θα είναι καλύτερο από το σήμερα. Σε τέτοιες περιόδους η επαναστατική τάση αναπόφευκτα θα βρεθεί απομονωμένη και αδύναμη.

Κάτω από τέτοιες συνθήκες ο ρεφορμισμός υπήρξε η κυρίαρχη τάση στο εργατικό κίνημα και η δεξιά ήταν η κυρίαρχη δύναμη μέσα στο ρεφορμιστικό στρατόπεδο. Οι πιέσεις του καπιταλισμού διαπέρασαν τότε το εργατικό κίνημα από πάνω προς τα κάτω, οδηγώντας στο ρεφορμιστικό εκφυλισμό των μαζικών εργατικών κομμάτων («κομμουνιστικών» όσο και σοσιαλδημοκρατικών). Δημιουργήθηκε η ψευδαίσθηση πως ο καπιταλισμός είχε επιλύσει τα προβλήματά του και η επανάσταση ήταν κάτι που αφορούσε το παρελθόν. Κάτω από αυτές τις συνθήκες το γνήσιο Μαρξιστικό ρεύμα απομονώθηκε και περιορίστηκε σε μια μικρή μειοψηφία για μια ολόκληρη ιστορική περίοδο.

Τώρα ωστόσο η κατάσταση έχει αλλάξει στο αντίθετό της. Το καπιταλιστικό σύστημα παρουσιάζει όλα τα συμπτώματα της νεκρικής παρακμής του. Έχει απωλέσει την ισορροπία του και δε μπορεί να επιστρέψει πίσω σε αυτήν. Όπως είχαμε προβλέψει στο τελευταίο κείμενο διεθνών προοπτικών, οποιαδήποτε προσπάθεια για την επίτευξη εκ νέου μιας οικονομικής ισορροπίας, θα καταστρέφει αναπόφευκτα την πολιτική και την κοινωνική ισορροπία. Αυτό τώρα είναι ένα γεγονός που μπορεί να παρατηρηθεί σε παγκόσμια κλίμακα. Με την εξαίρεση της Κίνας, οι ρυθμοί ανάπτυξης στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες είναι υπερβολικά νωθροί. Οι ΗΠΑ, είναι γεγονός, κατάφερε ένα ρυθμό ανάπτυξης της τάξεως του 3%, αλλά υποφέρει από σοβαρότατες ανισορροπίες και όπως θα δείξουμε δεν είναι καθόλου βέβαιο πως θα καταφέρει να τον διατηρήσει για πολύ καιρό. Από την άλλη μεριά, ο ρυθμός ανάπτυξης της Ε.Ε. είναι μόλις 1,8% (ή πιο πιθανά 1,5%). Η ανάπτυξη της Ιταλίας είναι μόλις 0,2%. Και αυτό το αποκαλούν «μπουμ»!

Η περίοδος που ακολούθησε το 1945 έδειξε, ίσως για τελευταία φορά, τι είναι ικανό να πετύχει το καπιταλιστικό σύστημα. Αυτή ήταν μια τεράστια παράσταση με πυροτεχνήματα για μια οικονομική ανάπτυξη με πλήρη απασχόληση και υψηλή ποιότητα ζωής, τουλάχιστον όσο αφορά τις περισσότερο αναπτυγμένες χώρες της Ευρώπης, της Ιαπωνίας και της Βόρειας Αμερικής. Ήταν μια περίοδος όπου οι μεταρρυθμίσεις και οι παραχωρήσεις οδηγούσαν στη βελτίωση των συνθηκών των μαζών και τη μείωση της ταξικής πάλης στις αναπτυγμένες χώρες (η κατάσταση στις περισσότερες από τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες ήταν τελείως διαφορετικές).

Κατά την περίοδο 1948-73 η ετήσια ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας (βάσει σταθερού δολαρίου του 1990) ήταν πέντε τοις εκατό. Το Παγκόσμιο εμπόριο επίσης διευρυνόταν ταχύτατα και λειτουργούσε σαν τονωτικό για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Κατά την ίδια περίοδο η ετήσια αύξηση στις παγκόσμιες εξαγωγές αγαθών ήταν 7,4% και της παγκόσμιας εξαγωγής βιομηχανικών προϊόντων ήταν 9,8%. Αυτή ήταν μια παρατεταμένη περίοδος καπιταλιστικής επέκτασης που διήρκησε μέχρι την πρώτη σοβαρή παγκόσμια ύφεση το 1974.

Ωστόσο, από τότε το καπιταλιστικό σύστημα δεν κατόρθωσε να επανακάμψει και να επιτύχει αντίστοιχα αποτελέσματα. Εάν πάρουμε τους ρυθμούς ανάπτυξης, την κερδοφορία, την παραγωγικότητα, την ανεργία ή οποιονδήποτε άλλο δείκτη, τα αποτελέσματα είναι γενικά χειρότερα. Ανάμεσα στο 1973 και το 1998 ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας ήταν 2,9%. Κατά την περίοδο 1990-98, την πλέον σημαντικό περίοδο οικονομικής ανάπτυξης από το 1973, ήταν μόλις 2,6%. Εάν λάβουμε υπόψη το παγκόσμιο εμπόριο, η μέση αύξηση των παγκόσμιων εξαγωγών κατά την περίοδο 1973-1998 ήταν 4,7% και αυτή των βιομηχανικών προϊόντων 5,9%. Κατά την περίοδο 1990-1998 τα αντίστοιχα νούμερα αντίστοιχα ήταν 6,5% και 6,7% αντίστοιχα (πηγή: WTO, Διεθνής Οργανισμός Εμπορίου).

Κατά την περίοδο μετά το 1945 η ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου ήταν η σημαντικότερη ατμομηχανή για την παγκόσμια οικονομία. Αλλά κατά τα πρόσφατα χρόνια υπήρξε επιβράδυνση της ανάπτυξής του. Το διεθνές εμπόριο το 2000 αυξήθηκε περισσότερο από 10%, αλλά το 2001 μόλις κατά 1,5%, το 2002 2% και το 2003 μόλις πάνω από 3%.

Ο οικονομικός κύκλος και η ταξική πάλη

Το πιο σημαντικό ερώτημα στο οποίο πρέπει εστιάσουμε την προσοχή μας είναι οι πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες της κρίσης του καπιταλισμού – ο τρόπος που αυτή βρίσκει ψυχολογική έκφραση ανάμεσα στις μάζες. Ακόμα και τα γεγονότα των τελευταίων δύο ή τριών μηνών μας έχουν εμπλουτίσει με μια πληθώρα πληροφοριών από αυτή την άποψη. Μια σοβαρή πολιτική κρίση αναπτύσσεται από τη μια χώρα στην άλλη. Παντού υπάρχει αναβρασμός ανάμεσα στις μάζες. Οι εκρήξεις στη Γαλλία δείχνουν την αυξανόμενη διάθεση εξέγερσης ανάμεσα στη νεολαία. Από τη μια χώρα στην άλλη υπήρχαν σημαντικές απεργίες. Συμβαίνει μια επιτάχυνση στη διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης. Είμαστε μάρτυρες ενός νέου ξυπνήματος της εργατικής τάξης σε διεθνές επίπεδο.

Από την οπτική γωνία της ταξικής πάλης μια βαθιά κρίση δεν είναι απαραίτητα καλή. Ξαφνική μαζική ανεργία μπορεί να προκαλέσει μια παροδική παράλυση της ταξικής πάλης. Οι εργάτες τραυματίζονται για κάποιο διάστημα, παρόλο που αυτό μπορεί αργότερα να οδηγήσει σε καταλήψεις εργοστασίων και οι μάζες θα ξεκινήσουν να εξάγουν μεγάλης σημασίας πολιτικά συμπεράσματα. Η τωρινή κατάσταση από την άλλη μεριά, μπορεί να λειτουργήσει και λειτουργεί σαν τονωτικό για την ταξική πάλη. Υπάρχει μια ασθενική ανάπτυξη, αλλά αυτή συνοδεύεται από υψηλή, επίμονη, οργανική ανεργία. Πρόκειται για ένα μπουμ με κόστος της εργατικής τάξης. Αυτό βασίζεται σε ανηλεή πίεση, κλεισίματα επιχειρήσεων, απολύσεις, ανεργία, εντατικοποίηση, επιθέσεις στις συντάξεις. Παντού το μήνυμα είναι το ίδιο: «δουλέψτε μέχρι να πεθάνετε».

Κατά τους τελευταίους λίγους μήνες, για να πάρουμε ορισμένα τυχαία επιλεγμένα παραδείγματα, η Telstar, η κορυφαία εταιρία τηλεπικοινωνιών της Αυστραλίας, έκοψε 12,000 θέσεις εργασίας, ενώ η Deutsche Telekom 19,000 θέσεις. Η φαρμακευτική εταιρία Merck ανακοίνωσε ένα τρίχρονο «εξυγιαντικό» σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο περικόπτονται 7,000 θέσεις εργασίας.

Αυτό είναι το μόνο «μπουμ» που μπορεί να αναμένει κανείς κατά αυτή την περίοδο. Πρέπει να ερωτηθεί το εξής: τι θα συμβεί στην περίπτωση που θα υπάρξει μια κρίση; Είναι ξεκάθαρο πως ετοιμάζεται μια σοβαρή κρίση. Ο χρόνος που θα συμβεί αυτό δε μπορεί να προβλεφθεί με οποιαδήποτε βεβαιότητα. Η οικονομική επιστήμη ποτέ δεν ήταν μια ακριβής επιστήμη και ποτέ δεν πρόκειται να γίνει. Στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να πετύχει την περιγραφή των γενικών τάσεων. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Οι συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης τώρα γίνονται αισθητές. Οι καπιταλιστές προσπαθούν να αυξήσουν το μερίδιο τους στην υπεραξία σε βάρος των εργατών. Αυτό μπορεί να γίνει φανερό παντού. Σε κάθε χώρα το μερίδιο των εργατών στον εθνικό πλούτο μειώνεται, ενώ το μερίδιο των καπιταλιστών αυξάνεται.

Οι καπιταλιστές έχουν διατηρήσει τα κέρδη τους, ενώ από την άλλη μεριά, διευρύνοντας τόσο τη σχετική όσο και την απόλυτη υπεραξία, αυξάνουν τη συμμετοχή τους στις διεθνείς αγορές μέσω της μεγαλύτερης εντατικοποίησης του διεθνούς καταμερισμού εργασίας (ή της «παγκοσμιοποίησης», όπως την αποκαλούν συνήθως). Αυτό τους έχει βοηθήσει παροδικά. Είναι ο λόγος που οι παγκόσμιες υφέσεις που έχουν συμβεί από το 1987 και έπειτα υπήρξαν ιδιαίτερα ήπιες σε σχέση με τις τέσσερις βαθύτερες υφέσεις των προηγούμενων 18 χρόνων. Αλλά στην οικονομία, το παρελθόν δεν αποτελεί ένδειξη του μέλλοντος. Το γεγονός πως οι δύο τελευταίες υφέσεις ήταν ρηχές, δε σημαίνει πως αυτό θα συμβεί και με την επόμενη. Αντίθετα, όλα δείχνουν πως τεράστιες αντιφάσεις ετοιμάζουν το δρόμο για μια σοβαρή κρίση, όταν αυτή φτάσει.

Οι ΗΠΑ

Για να αποφύγει την ύφεση – καθώς ανησυχεί για τις πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες – η Αμερικανική αστική τάξη συμπεριφέρθηκε πολύ ανεύθυνα από καπιταλιστική ματιά. Οι Ρεπουμπλικάνοι, οι οποίοι στο παρελθόν αγκάλιασαν τις αρχές της υγιούς οικονομίας, των ισορροπημένων προϋπολογισμών και του ισχυρού δολαρίου, τα έχουν εγκαταλείψει πια όλα αυτά και συμπεριφέρονται σαν τον άσωτο μέθυσο, ο οποίος σκορπάει στη ρουλέτα την οικογενειακή περιουσία. Το αποτέλεσμα ήταν μια τεράστια αύξηση στις πιστώσεις και χωρίς προηγούμενο επίπεδα κρατικών, επιχειρηματικών και ατομικών χρεών. Καμία άλλη χώρα δε θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα με μια τέτοια κατάσταση. Το IMF (Διεθνές Νομισματικό Ταμείο) θα χτυπούσε την πόρτα της απαιτώντας περιοριστικά μέτρα. Μόνο η ειδική θέση της Αμερικής ως το ισχυρότερο έθνος στον κόσμο την έχει σώσει. Αλλά αυτή η κατάσταση δε μπορεί να συνεχιστεί επ’ άπειρο.

Ο Μαρξ πολύ καιρό πριν εξήγησε πως οι καπιταλιστές μπορούσαν να αποφύγουν την κρίση για κάποιο καιρό μέσω του θεσμού της πίστωσης. Αυτό υπηρετεί την επέκταση της αγοράς πέρα από τα φυσικά της όρια. Αλλά αργά ή γρήγορα αυτό πρέπει να γυρίσει στο αντίθετό του. Τα χρέη πρέπει να αποπληρωθούν με τόκο. Έτσι, η διεύρυνση της πίστης αυξάνει την αγορά, αλλά μόνο με το κόστος της μακροπρόθεσμης μείωσής της. Ο Greenspan, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για αυτή την πολιτική, έχει βγει στη σύνταξη. Ο «Economist» της 15ης Οκτωβρίου 2005 διατύπωσε την ερώτηση: «θέλει κανένας λογικός άνθρωπος να πάρει αυτή τη δουλεία;» Ο λόγος για αυτό το σκεπτικισμό είναι πως ο καπιταλισμός των ΗΠΑ βασίζεται σε σαθρά μη υγιή θεμέλια. Ο Greenspan έχει αφήσει πίσω του ένα χάος, το οποίο ο άτυχος διάδοχός του θα πρέπει να βάλει σε τάξη, τακτοποιώντας το τεράστιο έλλειμμα του προϋπολογισμού («Το έλλειμμα του Greenspan»).

Η Αμερικάνικη οικονομία είναι θεμελιωμένη πάνω σε ένα βουνό χρεών. Αργά ή γρήγορα τα βουνά βιώνουν χιονοστιβάδες. Όλοι οι σοβαροί οικονομολόγοι παραδέχονται πως οι ΗΠΑ είναι μια «οικονομία φούσκα». Αυτό που κάνει τα πράγματα χειρότερα είναι πως ο πληθωρισμός ξεκινάει ξανά την ανοδική του πορεία στις ΗΠΑ, με αποτέλεσμα να ενισχύεται η απειλή για αυξημένα επιτόκια. Αλλά ένας από τους βασικούς παράγοντες της επιμήκυνσης του καταναλωτικού μπουμ στις ΗΠΑ (για το οποίο ο Greenspan ήταν υπεύθυνος) ήταν τα ιστορικά χαμηλά επιτόκια. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τη διεύρυνση των πιστώσεων (και συνεπώς της αγοράς) αλλά μόνο με το κόστος της προετοιμασίας μιας επίπονης κρίσης στο μέλλον.

Ο Greenspan διαμόρφωσε μια κατάσταση όπου μια σειρά από αυξήσεις στα επιτόκια έχει γίνει απαραίτητη. Η Fed αύξησε τα επιτόκια οχτώ φορές τους τελευταίους 12 μήνες. Αλλά αυτό ήταν μια περίπτωση του τύπου «πολύ λίγο και πολύ αργά». Δεν έχει κάνει τίποτα για να μειώσει την κερδοσκοπική φούσκα, ή να χαμηλώσει τον πληθωρισμό, ο οποίος έφτασε το 4% κατά το 2005 – ο υψηλότερος πληθωρισμός από το 1991. Τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια στις ΗΠΑ είναι για αυτό το λόγο υψηλότερα από την Ευρώπη, ελκύοντας χρήματα παρά τα τεράστια ελλείμματα. Αργά ή γρήγορα, τα υψηλά επιτόκια θα εμβολίσουν το καταναλωτικό μπουμ στις ΗΠΑ. Αυτό θα έχει σοβαρές συνέπειες στην παγκόσμια οικονομία. Οι Ευρωπαίοι καπιταλιστές ήδη μιλούν για αύξηση των επιτοκίων, παρόλο που η οικονομία της Ε.Ε. αναπτύσσεται ελάχιστα.

Η ασθένεια της Αμερικάνικης οικονομίας μπορεί να απεικονιστεί από τις πυρετώδεις κινήσεις του δολαρίου. Το δολάριο, όπως προβλέψαμε, υπέστη απότομη πτώση. Πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, τη στιγμή που οι ΗΠΑ διαθέτουν ένα τρέχων έλλειμμα στον προϋπολογισμό της τάξεως περίπου των 800 δις δολαρίων; Αυτό που στην πράξη είναι πιο εντυπωσιακό είναι το γεγονός πως το δολάριο έχει ανακάμψει μερικώς. Έχει κερδίσει 3,5% σε σχέση με ένα μεγάλο πλήθος διεθνών νομισμάτων, και πολύ περισσότερο (14%) έναντι του Ευρώ.

Ωστόσο, αυτή η κατάσταση δε μπορεί να διατηρηθεί. Δεν αντικατοπτρίζει τη δύναμη της Αμερικάνικης οικονομίας, αλλά την αδυναμία της Ευρωπαϊκής. Η κατάσταση μπορεί να αντιστραφεί ανά πάσα στιγμή, με μια μεγάλης έκτασης εξαγωγή ξένων νομισμάτων και περαιτέρω απότομη πτώση του δολαρίου. Τώρα παρατηρείται ακραία νευρικότητα από τη μεριά της μπουρζουαζίας. Οποιοδήποτε σοκ, όπως μια ξαφνική αύξηση στις τιμές του πετρελαίου, μπορεί να προκαλέσει έναν αγώνα πωλήσεων στις παγκόσμιες χρηματιστικές συναλλαγές που θα προκαλέσει πανικό.

Στις δεδομένες συνθήκες, αυτό θα έχει σοβαρές συνέπειες για την πραγματική οικονομία. Θα εμβολίσει την κερδοσκοπική φούσκα που έχει οδηγήσει σε υπερτιμημένες τιμές μερισμάτων. Πάνω απ’ όλα, θα οδηγήσει στην κατάρρευση της αγοράς κατοικίας και ακινήτων γενικά. Εφόσον οι οικοδομικές και σχετικές δραστηριότητες αποτελούν το βασικό στοιχείο που στηρίζουν το «μπουμ» στην Αμερικάνικη οικονομία (μαζί με την κατανάλωση που βασίζεται στις πιστώσεις), πτώση σε αυτούς τους τομείς θα οδηγήσει σε απότομη καθίζηση της πραγματικής οικονομίας και σε μια κατηφορική σπείρα που θα είναι δύσκολο να ελεγχθεί.

Ήδη παρατηρούμε ενδείξεις υπερπαραγωγής στα αυτοκίνητα και στην κινητή τηλεφωνία τόσο στην Ευρώπη, όσο και στην Αμερική. Η αυτοκινητοβιομηχανία είναι ακόμα πολύ σημαντική για τις ΗΠΑ. Πολλές άλλες βιομηχανίες εξαρτώνται από αυτήν. Όμως όλες οι φίρμες αυτοκινήτων στις ΗΠΑ βρίσκονται σε βαθιά κρίση. Η General Motors βρίσκεται στο όριο της χρεοκοπίας. Η Ford και η Daimler-Chrysler δε βρίσκονται σε πολύ καλύτερη κατάσταση. Η Delphi, ο μεγαλύτερος Αμερικάνικος προμηθευτής ανταλλακτικών αυτοκινήτων, χρεοκόπησε. Όλες οι βασικές Αμερικάνικες αυτοκινητοβιομηχανίες κάνουν πρωτοφανείς εκπτώσεις. Αυτό δεν αποτελεί ένδειξη «μπουμ», αλλά είναι ένα φαινόμενο που κανονικά συνδέεται με μια κρίση. Το Σεπτέμβριο του 2005 οι πωλήσεις αυτοκινήτων στις ΗΠΑ έπεσαν κατά 20% σε σχέση με τον αντίστοιχο Σεπτέμβρη του 2004. Οι πωλήσεις της GM εξάλλου έπεσαν κατά 24%. Σαν αποτέλεσμα των εκπτώσεων, οι πωλήσεις αυτοκινήτων αυξάνονται ξανά, αλλά τα κέρδη μειώνονται.

Αντί να αναπτύσσουν τις παραγωγικές δυνάμεις, οι καπιταλιστές καταγίνονται επί του παρόντος με ένα όργιο καταστροφής τους σε παγκόσμιο επίπεδο. Έχουμε δώσει ήδη ορισμένα παραδείγματα, αλλά η πραγματικότητα είναι πως εκατοντάδες χιλιάδες δουλειές καταστρέφονται στον παραγωγικό τομέα και αντικαθίστανται κυρίως από τη διεύρυνση παρασιτικών «υπηρεσιών». Εκείνοι οι εργάτες που διατηρούν τις δουλειές τους, καλούνται να εργάζονται περισσότερες ώρες κάτω από χειρότερες συνθήκες και συχνά να πληρώνονται λιγότερο. Υπάρχει μια βίαιη επίθεση από την πλευρά των εργοδοτών για αύξηση των κερδών σε βάρος των εργαζομένων. Αυτό αποτελεί ένα παγκόσμιο φαινόμενο. Υπάρχουν  συνεχείς επιθέσεις στην εργατική δύναμη, οι οποίες εξοργίζουν τους εργάτες. Απεργίες και διαμαρτυρίες βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη, όπως έχουμε δει ήδη ,όχι μόνο στη GM, αλλά ακόμα και στους εργάτες μεταφορών στη Νέα Υόρκη. Οι εργάτες της Boeing έχουν επίσης απεργήσει ενάντια στις προτεινόμενες αλλαγές στα επιδόματα. Θα ακολουθήσουν και άλλοι.

Ο Μαρξ παρατήρησε πως το ιδανικό πάντα για την αστική τάξη είναι να «βγάζει χρήμα από το χρήμα», γεγονός που εκφράζεται από τη φόρμουλα: Χ – Χ1. Εκεί λοιπόν που στο παρελθόν η μπουρζουαζία ανέπτυσσε τουλάχιστον τις παραγωγικές δυνάμεις και για το λόγο αυτό έπαιζε έναν προοδευτικό ρόλο, δεν το κάνει πλέον. Με αυξανόμενο τρόπο, οι καπιταλιστές αναζητούν να κάνουν εύκολα κέρδη μέσω κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων, απαλλάσσοντας τον εαυτό τους από την επίπονη ανάγκη για παραγωγή. Με εξαίρεση την Κίνα, όπου έχει συμβεί μια τεράστια ανάπτυξη στις παραγωγικές δυνάμεις, οι καπιταλιστές δεν επενδύουν στην παραγωγή στο ίδιο επίπεδο που το έκαναν στο παρελθόν. Οι αριθμοί που δίνουν τις παγκόσμιες Άμεσες Ξένες Επενδύσεις (FDI) για την περίοδο 1999 έως 2003 έχουν ως εξής:

1999: 1.08 τρισεκατομμύρια δολάρια

2000: 1.38 τρισεκατομμύρια δολάρια

2001: 817 δισεκατομμύρια δολάρια

2002: 678.8 δισεκατομμύρια δολάρια

2003: 559.6 δισεκατομμύρια δολάρια.

Αυτά τα νούμερα δείχνουν πως το 2001 συνέβη μια πραγματική πτώση του FDI της τάξεως του 41%, το 2002 στο 17% και το 2003 άλλο 17%. Επιπλέον, όταν κοιτάμε τους αριθμούς σχετικά με το FDI εντός των ΗΠΑ, διαπιστώνουμε πως το 2003 συνέβη μείωση της τάξεως του 53%, που ήταν η μεγαλύτερη των τελευταίων 12 χρόνων. Στην κεντρική και Ανατολική Ευρώπη η πτώση του FDIFDI). [Πηγή: Έκθεση UNCTAD 2004]. Στην έκθεσή του για το Σεπτέμβριο του 2005, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (IMF) προειδοποίησε πως «παρά την ισχυρή αύξηση των επιχειρηματικών κερδών, η απόδοση των επενδύσεων ήταν γενικά ασθενής», και κάλεσε για μια αλλαγή στη στρατηγική: «Μέχρι τώρα η παγκόσμια ανάπτυξη διατηρήθηκε μέσω της αύξησης της κατανάλωσης, αλλά τώρα είναι καιρός να γυρίσουμε από μια ανάπτυξη βασισμένη στην κατανάλωση σε μια ανάπτυξη βασισμένη στις επενδύσεις». ήταν 30%, στην Ε.Ε. 20% και στην Ιαπωνία 35%. (Η Κίνα αποτελεί την εξαίρεση, που είναι η χώρα με τη μεγαλύτερη εισροή

Στην αναζήτησή τους για εύκολα κέρδη, οι καπιταλιστές έχουν επιδοθεί σε ένα νέο όργιο εξαγορών, το οποίο σχεδόν πάντα καταλήγει σε κλεισίματα εργοστασίων, δημεύσεις περιουσιών και απολύσεις. Κατά τους πρώτους μήνες του 2005 υπήρχε αύξηση 40% στις εξαγορές, συνολικής αξίας 1.657 τρις δολάρια. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (IMF) προσπαθεί να αποδώσει το φαινόμενο στο γεγονός πως «αποτελούν οικονομίες μεγέθους, οι οποίες επιτρέπουν μια μείωση στις πάγιες δαπάνες». Αυτό κατ’ ευφημισμό είναι γνωστό ως «δημιουργική καταστροφή». Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τίποτα δημιουργικό σε αυτή της διαδικασία. Μοιάζει με ένα είδος μοντέρνου Λουδισμού, με τη διαφορά πως στα παλιά χρόνια ήταν οι εργάτες που κατέστρεφαν τις μηχανές, ενώ σήμερα το κάνουν οι καπιταλιστές από μόνοι τους.

Ένα μεγάλο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας επί του παρόντος δεν είναι παραγωγική αλλά κερδοσκοπική. Τέτοιες δραστηριότητες είναι τα χρηματιστηριακά μπουμ, οι εξαγορές και η φούσκα στην αγορά κατοικίας. Αυτό δεν ωφελεί την οικονομία και δε δημιουργεί τη βάση για νέο πλούτο. Όλη αυτή η δραστηριότητα λειτουργεί σα μια τερατώδης βδέλλα, η οποία απομυζά τον πλούτο που δημιουργεί η εργατική τάξη, διοχετεύοντάς τον στις τσέπες των παρασίτων. Όταν κατέρρευσε το τελευταίο κερδοσκοπικό μπουμ, η αστική τάξη υποσχόταν πως δε θα επαναλάμβανε ποτέ ξανά την ίδια εμπειρία. Σαν τον μεθυσμένο, που αφού τα ήπιε για τα καλά σε ένα πάρτι, ξυπνάει το επόμενο πρωί με πολύ βαρύ πονοκέφαλο, και αναφωνεί: «Ποτέ ξανά! Έμαθα τομάθημά μου!». Τα επακόλουθα γεγονότα αποδεικνύουν πως δεν έχουν (ούτε αυτός, ούτε οι αστοί) μάθει τίποτα.

Ασφαλώς, πάντα υπάρχει κάποιο κερδοσκοπικό στοιχείο σε κάθε κύκλο. Ένα μπουμ κερδοσκοπίας στον τομέα της ακίνητης περιουσίας έπαιξε σημαντικό ρόλο στο μπουμ που προηγήθηκε του κραχ του 1929. Πριν από αυτό υπήρξε η φούσκα της Νότιας Θάλασσας κατά τον 18ο αιώνα και το σκάνδαλο με τις Ολλανδικές τουλίπες τον 17ο αιώνα. Αλλά η σημερινή φούσκα είναι η μεγαλύτερη κερδοσκοπική φούσκα στην ιστορία. μεγαλύτερη από του 1929 και από όλες τις υπόλοιπες. Και η μπουρζουαζία θα ζήσει για να το μετανιώσει. Προετοιμάζουν μια σημαντική κρίση σε ορισμένο στάδιο. Τα νούμερα της αύξησης των τιμών στην αγορά κατοικίας διεθνώς κατά την περίοδο 1997-2005 σε όρους ποσοστών έχουν ως εξής:

Νότια Αφρική: 244

Ισπανία: 145

Βρετανία: 154

Ιρλανδία: 192

Ιταλία: 69

Γαλλία: 57

Βέλγιο: 71

ΗΠΑ: 73

Γερμανία: – 0.2

Παρόλο που η αύξηση στις τιμές των κατοικιών στις ΗΠΑ ήταν χαμηλότερη από κάποιες άλλες χώρες, αντιστοιχεί στο 80% περίπου του συνολικού ΑΕΠ των ΗΠΑ για τα τελευταία πέντε χρόνια. Για να δώσουμε μια ιδέα του μεγέθους του προβλήματος, η φούσκα στις συναλλαγές του χρηματιστηρίου στα τέλη της δεκαετίας του 1920, μόλις πριν από το κραχ του 1929 ισοδυναμεί με το 55% του συνολικού ΑΕΠ των ΗΠΑ. Κατά τα τελευταία πέντε χρόνια στις ΗΠΑ η κατανάλωση και η κατασκευή κατοικιών αντιπροσώπευε όχι λιγότερο από το 90% της συνολικής αύξησης του ΑΕΠ. Πάνω από τα δύο πέμπτα από όλες τις εργασίες στον ιδιωτικό τομέα από το 2001 σχετίζονται με την κατοικία. Η κατάσταση προκαλεί ανησυχία στους σοβαρούς αστούς αναλυτές.

Το πρόβλημα μπορεί να παρουσιαστεί με απλό τρόπο. Κατά την τελευταία περίοδο υπήρξε μια τεράστια διεύρυνση των πιστώσεων και του χρέους. Αυτή είναι η βάση της καταναλωτικής έκρηξης στις ΗΠΑ. Ένα νοικοκυριό κατέχει περισσότερα από όσα αξίζει η περιουσία του. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Αμερικάνικος καπιταλισμός έχει διευρύνει την αγορά πολύ πέρα από τα φυσικά της όρια. Αλλά υπάρχει ένα μικρό προβληματάκι εδώ: τα χρέη πρέπει να ξεπληρωθούν και ενώ οι τιμές των κατοικιών (και οι τιμές στο χρηματιστήριο) μπορούν να αυξομειωθούν, τα χρέη παραμένουν σταθερά. Αργά ή γρήγορα το κενό θα πρέπει να συμπληρωθεί. Το παρόν όργιο κερδοσκοπίας, όπως κάθε άλλη φούσκα στην ιστορία, θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε μια κρίση.

Η κρίση στην αγορά κατοικίας θα επηρεάσει την πραγματική οικονομία πολύ σοβαρά. Το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας κατά την πρόσφατη περίοδο συνδέεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με την κατασκευαστική βιομηχανία. Μια απότομη πτώση στην αγορά κατοικίας θα επηρεάσει άμεσα τη δόμηση κατοικιών, η οποία είναι η κύρια δύναμη για την παρούσα οικονομική έκρηξη. Αλλά τα έμμεσα αποτελέσματα θα είναι ακόμα μεγαλύτερα. Όσο οι πιστώσεις συμπιέζονται, η κατανάλωση θα μειώνεται. Τα υψηλά επίπεδα του καταναλωτικού χρέους, το οποίο προηγούμενα διατηρούσε την (καταναλωτική) έκρηξη, θα οδηγήσει στον απότομο περιορισμό της αγοράς και το βάθεμα της κρίσης όταν αυτή τελικά φτάσει. Και όσο περισσότερο καθυστερεί η στιγμή της αλήθειας, τόσο βαθύτερη θα είναι η κρίση.

Όπως σε κάθε κρίση, όλοι οι παράγοντες που προώθησαν την οικονομία προς τα άνω κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης, θα γυρίσουν τώρα στο αντίθετό τους. Η αιτία γίνεται αποτέλεσμα και το αντίστροφο. Τα αποτελέσματα θα γίνουν σύντομα αισθητά στην παγκόσμια αγορά, ακριβώς σαν αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης. Όταν ο Αμερικανός καταναλωτής σταματήσει να ξοδεύει, σε ποιον θα πουλάει αγαθά η Κίνα; Και όταν η Κινέζικη οικονομία επιβραδυνθεί, θα επηρεαστεί ολόκληρη η Ασία άμεσα, επειδή η Κίνα είναι τώρα η βασική της αγορά.

Λονδίνο, 1 Φεβρουαρίου, 2006