Ο Φρίντριχ Ένγκελς για τη βία και το στρατό

Αποσπάσματα από το έργο του Φρίντριχ Ενγκελς: «Αντι-Ντύρινγκ», σελ. 244-246, 253, 271-272, εκδόσεις «Αναγνωστίδη».

army.jpg

…Η αστική τάξη και όλες της οι παραγωγικές ικανότητες ήταν περιορισμένες, αιχμάλωτες μέσα στα στενά πλαίσια των φεουδαρχικών πολιτικών θεσμών του Μεσαίωνα. Τα όρια των θεσμών αυτών τα είχε κατά πολύ ξεπεράσει όχι μόνο η μανιφακτούρα, αλλά και η χειροτεχνία ακόμα. Τα χίλια δυο προνόμια των συντεχνιών, οι τοπικοί και οι επαρχιακοί τελωνειακοί φραγμοί είχαν καταντήσει αληθινοί δυνάστες και αλυσίδες για την παραγωγή. Η επανάσταση της αστικής τάξης έβαλε τέρμα σε όλα αυτά. Όχι όμως προσαρμόζοντας, σύμφωνα με τις απόψεις του κ. Ντίρινγκ, την οικονομική πραγματικότητα στις πολιτικές συνθήκες – αυτό δηλαδή που επεδίωκαν μάταια και για αρκετά χρόνια οι ευγενείς και η βασιλεία – αλλά, αντίστροφα, παραμερίζοντας τις παλιές, τις σάπιες πολιτικές συνθήκες και δημιουργώντας νέες, κατάλληλες για τη σταθεροποίηση και παραπέρα ανάπτυξη της καινούριας «οικονομικής πραγματικότητας».

Μέσα σ’ αυτή την, ευνοϊκή γι’ αυτήν, πολιτική και νομική ατμόσφαιρα, η αστική τάξη αναπτύχθηκε γρήγορα και λαμπρά, και τόσο λαμπρά μάλιστα, που, αυτή τη στιγμή, δεν απέχει πολύ από το σημείο, που το 1789, βρισκόταν η τάξη των ευγενών. Γίνεται όλο και περισσότερο όχι μόνο κοινωνικά περιττή, αλλά και εμπόδιο στην κοινωνική ανάπτυξη, και όλο και περισσότερο απομακρύνεται από την παραγωγική δραστηριότητα και μεταβάλλεται όλο και περισσότερο, όπως στον καιρό τους οι ευγενείς, σε μια τάξη παρασιτική.

Ο στρατός έχει γίνει ο κύριος σκοπός, αυτοσκοπός του κράτους. Οι λαοί δεν έχουν πια κανένα άλλο λόγο ύπαρξης, έξω από το να εφοδιάζουν και να ταΐζουν τους στρατιώτες. Ο μιλιταρισμός αυτός φέρνει μέσα του και το σπέρμα της ίδιας του της καταστροφής. Ο ανταγωνισμός αναγκάζει τα διάφορα κράτη, από τη μια μεριά, να διαθέτουν κάθε χρόνο όλο και περισσότερα χρήματα για το στρατό, το στόλο, τα πυροβόλα κλπ, δηλαδή να επιταχύνουν όλο και περισσότερο την οικονομική τους κατάρρευση και, από την άλλη, να καταπιάνονται όλο και πιο σοβαρά με τη γενική υποχρεωτική στρατιωτική θητεία και έτσι στο τέλος να εξοικειώνουν ολόκληρο το λαό στο χειρισμό των όπλων, κάνοντάς τον έτσι ικανό, στη δεδομένη στιγμή, να επιβάλει τη δική του θέληση πάνω στη μεγαλόσχημη στρατιωτική διοίκηση. Και η στιγμή αυτή θα έρθει μόλις οι τεράστιες λαϊκές μάζες – οι εργάτες της υπαίθρου και της πόλης και οι αγρότες – αποκτήσουν την απαραίτητη θέληση.

Στο σημείο αυτό, ο στρατός των δυναστών θα μετατραπεί σε λαϊκό στρατό. Η στρατιωτική μηχανή αρνείται υπηρεσία και ο μιλιταρισμός εξαφανίζεται, σύμφωνα με τη διαλεκτική της ίδιας του της ανάπτυξης. Εκείνο που δεν μπόρεσε να καταφέρει η αστική δημοκρατία του 1848, ακριβώς γιατί ήταν αστική και όχι προλεταριακή, δηλαδή να οπλίσει τις εργαζόμενες μάζες με τη θέληση, που το περιεχόμενό της να ανταποκρίνεται στην ταξική τους θέση, θα το καταφέρει σίγουρα ο σοσιαλισμός. Αυτό όμως σημαίνει διάσπαση του μιλιταρισμού εκ των έσω και ταυτόχρονα τη διάσπαση όλων των μόνιμων στρατών…

Για τον κ. Ντύρινγκ, η βία είναι το απόλυτο κακό και η πρώτη πράξη βίας είναι γι’ αυτόν το προπατορικό αμάρτημα. Ολόκληρη η περιγραφή του, η σχετική με τη βία, είναι μια ιερεμιάδα για τον τρόπο με τον οποίο όλη η ως τώρα ιστορία έχει μολυνθεί από το προπατορικό αμάρτημα, για την επονείδιστη διαστροφή όλων των φυσικών και κοινωνικών νόμων από τούτη τη διαβολική δύναμη, τη βία.

Το ότι όμως η βία παίζει και έναν άλλο ρόλο στην ιστορία, έναν επαναστατικό προοδευτικό ρόλο, το ότι, δηλαδή, σύμφωνα με τα λόγια του Μαρξ, είναι η μαμή, που από κάθε παλιά κοινωνία ξεγεννά μια καινούρια κοινωνία, το ότι αποτελεί το όργανο με το οποίο επιβάλλεται η κοινωνική εξέλιξη και σπάζει τις αποστεωμένες, τις νεκρές πολιτικές μορφές – για όλα αυτά δε λέει ούτε λέξη ο κ. Ντίρινγκ. Μόνο αναστενάζοντας και βογκώντας, παραδέχεται πως ίσως, για να ανατραπεί το οικονομικό σύστημα της εκμετάλλευσης, μπορεί να χρειαστεί δυστυχώς η βία! Γιατί κάθε χρήση βίας διαφθείρει εκείνον που τη χρησιμοποιεί. Και όλα αυτά λέγονται, παρά τη μεγάλη ηθική και πνευματική ανύψωση που επέφεραν όλες οι νικηφόρες επαναστάσεις.

Και όλα αυτά λέγονται στη Γερμανία, όπου μια εξέγερση, στην οποία θα μετείχε ο λαός, θα είχε το λιγότερο σαν αποτέλεσμα να ξεριζώσει τη δουλοφροσύνη, που έχει φωλιάσει στην εθνική συνείδηση, ύστερα από την ταπείνωση του τριακονταετούς πολέμου. Και αυτό το άτονο, το ξεζουμισμένο και πλαδαρό κήρυγμα έχει την αξίωση να επιβληθεί στο πιο επαναστατικό κόμμα που γνώρισε η ιστορία.