mass_organisations.jpg

Η ΚΡΙΣΗ, Η ΠΑΛΗ ΤΩΝ ΤΑΞΕΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΖΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ

Όλα δείχνουν σήμερα ότι έχουμε επιστρέψει στην κατάσταση που περιέγραψε ο Τρότσκι το 1938 στο «Μεταβατικό Πρόγραμμα»: σε μία οργανική κρίση του καπιταλισμού χωρίς διέξοδο πέρα από διαρκείς περικοπές και πτώση του βιοτικού επιπέδου. Παρ’ όλα αυτά, όταν ο Τρότσκι έγραψε για μία οργανική κρίση, δεν εννοούσε ότι δεν ήταν πιθανή μία ανάκαμψη στην οικονομία. Ο κύκλος ανάκαμψης – ύφεσης δεν πρόκειται να εξαφανιστεί μέχρι να ανατραπεί ο καπιταλισμός. Αλλά ο χαρακτήρας του κύκλου δεν είναι ο ίδιος κατά τη σημερινή περίοδο της καπιταλιστικής παρακμής, όπως ήταν στην περίοδο της νεανικής του επέκτασης.

Με τον ερχομό της κρίσης, στις περισσότερες χώρες παρατηρήθηκε πτώση των απεργιακών κινητοποιήσεων. Το ξέσπασμα της κρίσης εξέπληξε τους εργαζομένους και η αρχική αντίδραση ήταν σοκ και αποπροσανατολισμός. Αυτό δεν προκαλεί έκπληξη. Πρόκειται για ένα πολύ συγκεκριμένο σύμπτωμα. Οι εργαζόμενοι βλέπουν τα εργοστάσια να κλείνουν, τις θέσεις εργασίας τους να βρίσκονται σε κίνδυνο, τους ηγέτες των συνδικαλιστικών οργανώσεων να μην προσφέρουν καμία εναλλακτική λύση, αλλά αντίθετα, να χρησιμοποιούν αυτή την κατάσταση για να αποθαρρύνουν τις απεργίες. Βραχυπρόθεσμα, οι εργαζόμενοι δεν βλέπουν άλλη επιλογή παρά να δεχθούν τις απολύσεις. Επειδή οι ηγέτες των συνδικάτων δεν προσφέρουν εναλλακτική λύση, υπάρχει μια υποχωρητική, μοιρολατρική στάση.

Ο Τρότσκι εξηγούσε πολλές φόρες ότι η σχέση ανάμεσα στον οικονομικό κύκλο και την συνείδηση δεν είναι μια αυτόματη σχέση. Η συνείδηση επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, οι όποιοι πρέπει να αναλυθούν με συγκεκριμένο τρόπο. Επισήμανε επίσης, ότι ένα από τα πιο περίπλοκα και δύσκολα καθήκοντα που αντιμετωπίζει η μαρξιστική ανάλυση είναι η απάντηση στο ερώτημα: σε ποια φάση βρισκόμαστε τώρα;

Επί του παρόντος, η συνείδηση υστερεί σε σχέση με την αντικειμενική κατάσταση στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες. Οι μαζικές οργανώσεις της εργατικής τάξης έχουν μείνει πολύ πίσω από την πραγματική κατάσταση. Πάνω απ ‘όλα, η ηγεσία του προλεταριάτου υστερεί σε σχέση με την αντικειμενική κατάσταση. Οι παράγοντες αυτοί δεν έπεσαν από τα σύννεφα: έχουν δημιουργηθεί λόγω δεκαετιών καπιταλιστικής οικονομικής ανάκαμψης, με πλήρη απασχόληση και σχετική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Αυτή η διαδικασία ήταν εγγυημένη από την αντεπαναστατική δράση του σταλινισμού και της σοσιαλδημοκρατίας που, ελέγχοντας τις οργανώσεις που η τάξη αναγνωρίζει ως δικές της, αποτέλεσαν τροχοπέδη και αποπροσανατόλισαν τις μάζες που έδωσαν τεράστιες ταξικές μάχες αυτήν την περίοδο.

Οι ρεφορμιστές ηγέτες λένε στους εργαζόμενους ότι αν είναι υπομονετικοί και προβούν στις αναγκαίες παραχωρήσεις και θυσίες, όλα θα είναι καλά και οι παλιές συνθήκες θα αποκατασταθούν. Αυτό είναι μια απάτη. Οι αστοί δεν μπορούν να αποκαταστήσουν τις παλιές συνθήκες. Το μόνο πράγμα που τους ενδιαφέρει είναι να ρίξουν όλο το βάρος της κρίσης στους ώμους των εργαζομένων και της μεσαίας τάξης. Ένα εφιαλτικό σενάριο ανοίγει για τις μάζες παντού. Όλοι μιλούν για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, αλλά αυτό είναι αδύνατον χωρίς μεγάλες περικοπές στο βιοτικό επίπεδο. Αυτό θα εξακολουθεί να ισχύει ακόμα και στην περίπτωση της ανάκαμψης.

Τα πρώτα σημάδια ανάκαμψης θα οδηγήσουν σε ένα κύμα οικονομικών απεργιών, που θα έχουν βαθιά επίδραση σε όλες τις εργατικές οργανώσεις, ωθώντας τους σε αγώνα, παρά την ανεπαρκή σημερινή ηγεσία. Ακόμη και η δεξιά πτέρυγα των συνδικαλιστικών οργανώσεων και η σοσιαλδημοκρατική ηγεσία θα επηρεαστούν και θα αναγκαστούν να στραφούν προς τ’ αριστερά από την επίμονη πίεση από τα κάτω. Οι μαζικές οργανώσεις θα συγκλονιστούν από την κορυφή ως τη βάση από ένα κύμα ριζοσπαστικοποίησης.

Η κατάρρευση του σταλινισμού έχει ενδυναμώσει τον ρεφορμιστικό και εθνικιστικό εκφυλισμό των πρώην σταλινικών ηγεσιών, όπως προέβλεψε ο Τρότσκι το 1928. Στην περίπτωση της Ιταλίας, το πρώην Κομμουνιστικό Κόμμα, μετά τη διάσπαση της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης, μετατράπηκε στο Δημοκρατικό Κόμμα – κάτι που είχε επιχειρήσει να κάνει και ο Μπλερ με το Εργατικό Κόμμα στη Βρετανία και απέτυχε. Παρ’ όλα αυτά, η άποψη των σεχταριστών ότι τα Κομμουνιστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα έχουν τελειώσει είναι λαθεμένη και έρχεται σε αντίθεση με την ιστορική εμπειρία.

Το 1931 το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα συρρικνώθηκε σε 5.000 μέλη μόνο, εξαιτίας των υπερ-αριστερών πολιτικών της «Τρίτης Περιόδου» υπό την καθοδήγηση της σταλινική ηγεσίας της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Ανέκαμψε όμως σύντομα και έγινε μία μαζική δύναμη. Το 1968 το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα έλαβε μόνο το 4% των ψήφων στις εκλογές και «διαγράφηκε» έτσι από τις σέχτες, για να γίνει όμως αργότερα το κύριο μαζικό κόμμα της εργατικής τάξης. Στη Βρετανία το Εργατικό Κόμμα στα 1980 έλαβε μόνο το 28% των ψήφων και υπήρξε ευρέως η πεποίθηση «ότι οι Εργατικοί δεν θα μπορούσαν ποτέ να ξανακερδίσουν εκλογές». Αλλά το 1998 οι Εργατικοί είχαν μία σαρωτική εκλογική νίκη. Έχουν υπάρξει πολλά άλλα παραδείγματα.

Η εξήγηση είναι απλή. Οι εργάτες δεν έχουν καμία εναλλακτική λύση πέραν των μαζικών οργανώσεων. Παρ’ όλο που οι ψήφοι μπορούν να αυξομειώνονται, τα μαζικά ρεφορμιστικά και τα πρώην σταλινικά κόμματα έχουν τεράστια αποθέματα υποστήριξης στις μάζες. Οι εργάτες δεν στρέφονται στις μικρές οργανώσεις. Όταν κινούνται στη δράση αναπόφευκτα εκφράζονται μέσω των μαζικών εργατικών οργανώσεων. Όλες οι προσπάθειες των σεχτών να χτίσουν «επαναστατικά κόμματα» έξω από τις μαζικές οργανώσεις κατέληξαν σε παταγώδη αποτυχία.

Το πρόβλημα είναι ότι η συνείδηση βρίσκεται πίσω από την αντικειμενική κατάσταση, οι μαζικές οργανώσεις βρίσκονται πίσω από αυτή και πάνω απ’ όλα, η ηγεσία της εργατικής τάξης βρίσκεται ακόμα πιο πίσω. Αυτή είναι η κύρια αντίφαση της παρούσας κατάστασης. Όμως ο ιστορικός υλισμός μας διδάσκει ότι οι συνθήκες καθορίζουν τη συνείδηση. Διαλεκτικά, η συνείδηση θα ευθυγραμμιστεί με την πραγματικότητα με έναν εκρηκτικό τρόπο.

Τα νέα στρώματα που θα μπουν στον αγώνα θα είναι πιο μαχητικά από την παλιότερη γενιά, της οποίας η ψυχολογία διαμορφώθηκε στα χρόνια της ανάπτυξης, αλλά δεν έχουν άμεση εμπειρία του παρελθόντος και δεν μελετούν τα προγράμματα των κομμάτων ή τις ομιλίες των ηγετών. Οδηγούνται από μία αφηρημένη ιδέα ότι είναι αναγκαίο να αλλάξει η κοινωνία. Την επόμενη περίοδο τα μαζικά κόμματα θα γεμίσουν από χιλιάδες εργατών και νέων ανθρώπων που θέλουν να αλλάξουν την κοινωνία.

Αυτό θα έχει επίδραση στην ηγεσία, η οποία επίσης θα αλλάξει πολλές φορές. Η διαδικασία θα ξεκινήσει στα συνδικάτα, όπου οι παλιοί ηγέτες που διαμορφώθηκαν την περίοδο της ανάπτυξης θα βρεθούν κάτω από έντονη πίεση. Αυτοί λοιπόν, είτε θα ανταποκριθούν στην πίεση ή θα ωθηθούν προς την άλλη πλευρά και θα αντικατασταθούν από πιο καινούρια και φρέσκα στοιχεία που βρίσκονται σε μεγαλύτερη επαφή με τη διάθεση της βάσης. Παράλληλα, οι κρίσεις και οι διασπάσεις στα μαζικά ρεφορμιστικά και αριστερά κόμματα θα είναι αναπόφευκτες, μαζί με την ανάδυση σε ένα συγκεκριμένο στάδιο αριστερο-ρεφορμιστικών και «κεντριστικών» τάσεων, δηλαδή τάσεων που κινούνται ανάμεσα στο ρεφορμισμό και τον επαναστατικό μαρξισμό. Σε αυτές τις συνθήκες, θα υπάρξει μια μεγάλη ζήτηση για τις γνήσιες μαρξιστικές ιδέες μέσα στις μαζικές οργανώσεις και θα δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την επιστροφή τους στο πρόγραμμα του επαναστατικού μαρξισμού μετά από πολλές δεκαετίες.