dead_end.jpg

 

Οι πρόωρες εκλογές και οι ιστορικές ευθύνες της Αριστεράς
Η κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου δρομολογώντας την προσφυγή σε «εθνικές κάλπες» δε φαίνεται να «μπλοφάρει». Αντίθετα, βιάζεται να περισώσει ότι μπορεί από τηφθίνουσα εκλογική της απήχηση, καθώς καταρρέει κάτω από το βάρος της ανίατης αρρώστιας του ελληνικού καπιταλισμού και της οργής που αναπτύσσεται ραγδαία μέσα στους κόλπους της συντριπτικής πλειονότητας του εργαζόμενου λαού.
Η ύφεση, όπως ομολογεί η ίδια η κυβέρνηση, θα είναι βαθύτερη από τους επίσημους υπολογισμούς, τόσο για φέτος όσο και για του χρόνου και αυτό σημαίνει ότι παρά τις εκτεταμένες περικοπές, το επόμενο διάστημα το χρέος θα αυξάνει με φρενήρεις ρυθμούς. Ταυτόχρονα, τα κρατικά έσοδα 10μήνου εμφανίζονται μειωμένα συγκριτικά με τους κυβερνητικούς στόχους, κατά 2 δις ευρώ.  Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι ακόμα και ο ακραιφνής φιλοκυβερνητικός Γ. Πρετεντέρης, αποδεχόμενος το αδιέξοδο και την κυβερνητική αποτυχία στην οικονομία, έγραφε χθες στα «Νέα» ότι «…τα πράγµατα εξελίσσονται χειρότερα από όσο τα παρουσίαζαν έως τώρα. Με άλλα λόγια, ούτε οι θυσίες πιάνουν τόπο, ούτε η χρεοκοπία απεφεύχθη, ούτε φαίνεται φως στο βάθος του τούνελ.» (http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=136&artID=4602650).
Όπως ακριβώς η ύφεση έτσι και οι διεθνείς προστάτες της κυβέρνησης δεν δείχνουν κανένα έλεος. Σε συνθήκες διεθνούς οικονομικής αβεβαιότητας, οι ευρωπαϊκές καπιταλιστικές δυνάμεις, με προεξάρχουσα τη Γερμανία, στέλνοντας μήνυμα αυστηρότητας σε όλες τις καταχρεωμένες χώρες, ειδικά εκείνες του Ευρωπαϊκού Νότου, δείχνουν με τη στάση τους ότι δεν συζητούν οποιαδήποτε μορφή ρύθμισης του ελληνικού χρέους που θα θίγει τους πιστωτές. Στο μεταξύ, η νέα εκτόξευση των «spread» κάνει ακόμα πιο πολύ τον ελληνικό καπιταλισμό όμηρο της «τρόικας», ενώ το φάντασμα της εκροής καταθέσεων από τις τράπεζες επανέρχεται, όπως έδειξαν τα σχετικά στοιχεία για τον περασμένο Σεπτέμβριο.
Το σκηνικό έχει λοιπόν ήδη στηθεί για μια χρεοκοπία ή μια «αναδιάρθρωση» του χρέους προς όφελος των πιστωτών, που θα σημάνει νέα και τρομερά επώδυνα μέτρα για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα: νέες δραστικές περικοπές στις συντάξεις και τους μισθούς των δημόσιων υπαλλήλων, μαζικές απολύσεις στο Δημόσιο τομέα, πλήρη κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, νέες δραστικές αυξήσεις στα τιμολόγια των κρατικών υπηρεσιών και στον ΦΠΑ κλπ., όλα στο βωμό της «συνέπειας της χώρας απέναντι στις αγορές», στην πραγματικότητα, της υποταγής στους ληστές του χρηματιστικού κεφαλαίου.
Από την δική τους πλευρά, οι εκπρόσωποι του ντόπιου και ξένου κεφαλαίου αντιμετωπίζουν τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα με προβληματισμό και αμηχανία. Είναι αλήθεια, όπως έχουμε επανειλημμένα σημειώσει στην «Μαρξιστική Φωνή», ότι μια σειρά από σημαντικά πολιτικά γεγονότα και στοιχεία τους προηγούμενους μήνες, όπως η ανοιχτή διάσπαση στη ΝΔ, η αποχώρηση της Ανανεωτικής Πτέρυγας από τον ΣΥΝ και η πολιτική μεταστροφή του ΛΑΟΣ από την φιλολαϊκή δημαγωγία προς τη «συνετή» υποστήριξη της κυβέρνησης και του Μνημονίου, μας προϊδέασαν για μια μελλοντική κεντροδεξιά κυβέρνηση συνεργασίας. Όμως οι αστοί, πριν καταφύγουν σε αυτή τη λύση θα ήθελαν περισσότερο χρόνο, καθώς είναι χαρακτηριστικό ότι π.χ ακόμα δεν έχει πραγματοποιηθεί ούτε η επίσημη ίδρυση ενός εκ των βασικών πολιτικών υποστυλωμάτων της μελλοντικής κυβερνητικής συνεργασίας, δηλ. του νέου κόμματος της Ντ. Μπακογιάννη. Αλλά η ίδια η ραγδαία ανάπτυξη της κρίσης του καπιταλισμού και η αύξηση της κοινωνικής απομόνωσης της κυβέρνησης, φέρνουν πιο νωρίς από ότι οι αστοί υπολόγιζαν την προοπτική μιας κυβέρνησης συνεργασίας.
Η αμηχανία των αστών επιτείνεται, καθώς συνειδητοποιούν το γεγονός ότι τα πολιτικά στηρίγματα μιας κυβέρνησης συνεργασίας είναι πολύ αδύναμα. Η δεξιά ηγεσία του ΠΑΣΟΚ θα πάει βαριά «λαβωμένη» στην συγκρότηση μιας τέτοιας κυβέρνησης μετά από μια πιθανή εκλογική συντριβή. Η ηγεσία της ΝΔ, συναισθανόμενη ότι η ώρα της «έμπρακτης συναίνεσης» καταφθάνει, δηλώνει πλέον ότι θα σεβαστεί το Μνημόνιο, έχει όμως αποτύχει να συσπειρώσει την παραδοσιακή βάση ψηφοφόρων της Δεξιάς και θα είναι αναμφίβολα ο πιο «αδύναμος κρίκος» αυτής της κυβέρνησης. Το υπό ίδρυση κόμμα της Ντ. Μπακογιάννη τίποτα δεν δείχνει ότι μπορεί να έχει μια σημαντική εκλογική απήχηση για να αποτελέσει ένα κυβερνητικό στήριγμα με κύρος στην κοινωνία. Το ΛΑΟΣ παραπαίει στις δημοσκοπήσεις, με ποσοστά αισθητά κάτω από εκείνα του περσινού Σεπτέμβρη. Τέλος, η «Δημοκρατική Αριστερά» «πνέει τα λοίσθια» από τα πρώτα της κιόλας βήματα και το πιθανότερο είναι ότι δεν θα έχει θέση στη νέα Βουλή. Με τέτοιους πολιτικούς εταίρους σε βαθειά κρίση, η επερχόμενη κυβέρνηση συνεργασίας θα είναι ακόμα πιο ασταθής από την σημερινή του Γ. Παπανδρέου και αυτό το καταλαβαίνουν καλά οι διορατικότεροι αστοί, στο εσωτερικό και το εξωτερικό.
Έτσι στις 24/10 ο Αλέξης Παπαχελάς έγραφε χαρακτηριστικά στην «Καθημερινή» εκφράζοντας την έλλειψη εμπιστοσύνης στο σημερινό αστικό πολιτικό προσωπικό: «..Δυστυχώς, το ΠΑΣΟΚ και η Ν.Δ. μαζί διαθέτουν ελάχιστο πολιτικό προσωπικό που μπορεί να ανταποκριθεί στο σημερινό αδιέξοδο…». Την έλλειψη εμπιστοσύνης στην προοπτική μιας συμμαχικής κυβέρνησης απηχεί από την πλευρά του διεθνούς κεφαλαίου πιο καθαρά, το δημοσίευμα μια «έγκυρης» φωνής του, του περιοδικού «Εκόνομιστ» που γράφει : «..Εάν όντως διεξαχθούν εθνικές εκλογές, τότε το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι μία δυσκίνητη κυβέρνηση συνασπισμού» επισημαίνει και συμπληρώνει: «το πρόγραμμα δημοσιονομικής λιτότητας πιθανότατα θα επιβραδυνθεί, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις θα αναβληθούν και οι πιθανότητες της Ελλάδας να αποφύγει την χρεοκοπία θα είναι μικρότερες από ποτέ..».
Σε αυτό το σημείο, είναι ανάγκη να ξεκαθαριστεί ότι το πολύ πιθανό σενάριο αδύναμων εναλλασσόμενων στην εξουσία κυβερνήσεων συνεργασίας, «πληγωμένων» από τα αλλεπάλληλα χτυπήματα της κρίσης και της εργατικής και νεολαιίστικης οργής, κρύβει στο βάθος του αναπόφευκτα σε κάποιο στάδιο την κίνηση της αστικής τάξης στην κατεύθυνση της πολιτικής αντίδρασης. Η πρόταση του «έγκυρου» αστού δημοσιογράφου Τάσου Τέλογλου για διακυβέρνηση με αναστολή άρθρων του Συντάγματος πριν από λίγους μήνες,  από «γραφική» μπορεί να αποδειχθεί προφητική. Ήδη η προωθούμενη από διάφορες πλευρές λύση της «κυβέρνησης τεχνοκρατών» (βλέπε ενδεικτικά το προαναφερόμενο άρθρο του Παπαχελά στην «Καθημερινή»), αλλά και τα «παιχνίδια» του Παπανδρέου με τους «θεσμούς» (βλέπε προχθεσινές διαρροές για μια παράτυπη αναβολή του δευτέρου γύρου των Δημοτικών) αντανακλούν την αίσθηση που αρχίζει να αποκτά η άρχουσα τάξη, ότι η αστική «δημοκρατία» και οι επιταγές των θεσμών της αποτελούν όλο και πιο πολύ ένα «περιττό βάρος». Αν μάλιστα, όπως είναι αναπόφευκτο, η απήχηση της Αριστεράς ενισχυθεί σαν αποτέλεσμα της γρήγορης απαξίωσης που αναμένει τις κυβερνήσεις συνεργασίας, τότε ακόμα και η ίδια η ψευδεπίγραφη, «βαθειά εδραιωμένη» τάχα, σημερινή αστική κοινοβουλευτική «δημοκρατία», θα τείνει να αποβεί επικίνδυνη για την άρχουσα τάξη.
Μπροστά στις προοπτικές αυτές, οι ευθύνες της Αριστεράς είναι ιστορικές.  Οι αστοί ετοιμάζονται για έναν ακόμα πιο αδυσώπητο πόλεμο ενάντια στην εργατική τάξη. Το πιο σημαντικό πράγμα για ένα στρατό την ώρα του πολέμου είναι η ενότητα των γραμμών του. Αυτό είναι ανάγκη να το συνειδητοποιήσουν όλες οι ηγεσίες της Αριστεράς. ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ πρέπει να βάλουν στην άκρη τα διάφορα χωριστά πολιτικά τους «σχέδια» και να προωθήσουν στην πράξη την ενότητα της Αριστεράς, σαν μέσο για την επιδίωξη της ενότητας της ίδια της εργατικής τάξης στον αγώνα για να υπάρξει διέξοδος από την καπιταλιστική κρίση προς όφελος των εργατικών συμφερόντων.
Η έκκληση του σ. Παναγιώτη Λαφαζάνη για την πλατειά ενότητα της Αριστεράς είναι απόλυτα σωστή και πρέπει να υποστηριχθεί από όλες τις ηγεσίες. Η ρεαλιστική μορφή που αυτή η ενότητα μπορεί να πάρει σήμερα είναι η συγκρότηση ενός Αριστερού Μετώπου με τη συμμετοχή του ΚΚΕ, του ΣΥΝ και όλων των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ, της ευρύτερη Αριστεράς, αλλά και των πολιτικών και συνδικαλιστικών δυνάμεων του ΠΑΣΟΚ που αντιπολιτεύονται από μια αριστερή σκοπιά την κυβέρνηση και θέλουν να συμμετάσχουν στους πολιτικούς και ταξικούς αγώνες ενάντια στην πολιτική της. Τώρα περισσότερο από ποτέ έχουμε ανάγκη ένα τέτοιο Μέτωπο που θα τολμήσει να βάλει στόχο την εξουσία, σαν τον μόνο τρόπο για να προασπίσει ουσιαστικά και αποτελεσματικά τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Άμεσα η συμμετοχή στις επερχόμενες εθνικές εκλογές ενός Μετώπου σαν και αυτό θα μπορούσε να ενθουσιάσει του εργαζόμενους και να τους φέρει ξανά την ελπίδα.
Μέσα από την απαραίτητη διαδικασία ενός ανοικτού, δημοκρατικού διαλόγου μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων ενός τέτοιου Μετώπου σε ηγεσία και βάση, όλες εκείνες οι πολιτικές δυνάμεις που μιλούν στο όνομα του Μαρξισμού θα κληθούν να δοκιμάσουν τις ιδέες τους σε μεγάλα ακροατήρια και να πείσουν τους εργαζόμενους για το αδιέξοδο των παραδοσιακών ρεφορμιστικών και σταλινικών αυταπατών της «θεωρίας των σταδίων» και της «εθνικής αλλαγής». Ταυτόχρονα, θα έχουν χρέος να προωθήσουν αδιάκοπα την ζωτική αναγκαιότητα της εφαρμογής ενός προγράμματος ριζικής, επαναστατικής διεξόδου από την κρίση, με κύρια στοιχεία την διαγραφή του χρέους, την κοινωνικοποίηση των βασικών τομέων της οικονομίας και το δημοκρατικό της σχεδιασμό, την αντικατάσταση του σπάταλου και διεφθαρμένου αστικού κράτους από μια φτηνή και ελεγχόμενη δημοκρατικά από τους εργαζόμενους κρατική μηχανή, δηλαδή ενός προγράμματος ανατροπής του καπιταλισμού και εγκαθίδρυσης του σοσιαλισμού στην Ελλάδα, σαν ένα βήμα για τον αναγκαίο πανευρωπαϊκό και παγκόσμιο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.
Από τη στιγμή που μέσα στις πιο κρίσιμες συνθήκες για το παρόν και το μέλλον της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων στην Ελλάδα, καμία από τις μαζικές πολιτικές δυνάμεις της Αριστεράς δεν συγκεντρώνει από μόνη της την υποστήριξη της πλειονότητας των εργαζόμενων, ο ενωτικός δρόμος είναι ο μόνος που μπορεί να δώσει μια ορατή πολιτική διέξοδο. Αν η Αριστερά δεν τον ακολουθήσει, τότε, παρά τους σκληρούς αγώνες που είναι βέβαιο ότι θα δώσει, η εργατική τάξη χωρίς μια πολιτική λύση θα υποχρεωθεί σε νέες ήττες, μετά τις οποίες η παραδοσιακά αντιδραστική ελληνική άρχουσα τάξη και οι ξένοι προστάτες της θα έχουν τη δυνατότητα να ετοιμάσουν ένα ακόμα πιο «σκοτεινό» μέλλον για κάθε είδους εργατικό δικαίωμα, συμπεριλαμβανόμενων και των αυτονόητων έως σήμερα, στοιχειωδών δημοκρατικών δικαιωμάτων.

 

Σταμάτης Καραγιαννόπουλος