european_elections_2009.jpg
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗΣ ΤΑΣΗΣ

 
Τι έδειξαν οι Ευρωεκλογές 

 
Η ανάγνωση των αποτελεσμάτων των χθεσινών Ευρωεκλογών στην Ελλάδα φανερώνει τα εξής σημαντικά πολιτικά στοιχεία :
 
1)    Καταποντισμός του παραδοσιακού κόμματος του κεφαλαίου.
Η Ν.Δ με το 32,29%  και τις 1 εκ. 656 χιλιάδες ψήφους που απέσπασε, γνώρισε την μεγαλύτερη ήττα στην ιστορία της, καθώς ουδέποτε είχε συγκεντρώσει σε εθνικές εκλογές ή Ευρωεκλογές τόσο χαμηλό ποσοστό. Ξεπέρασε ακόμα και τα δύο χαμηλότερα ποσοστά της ιστορίας της, που ήταν το  35,86% επί αρχηγίας Γ. Ράλλη στις εθνικές εκλογές του 1981 και το 32,66% στις Ευρωεκλογές του 1994 επί αρχηγίας Μ. Έβερτ. Πιο ανησυχητικό όμως για την αστική τάξη, είναι το γεγονός ότι ακόμα και τότε,  το κόμμα του κεφαλαίου είχε λάβει πολλές περισσότερες ψήφους από ότι χθες. Το 1994 είχε πάρει 500.000 ψήφους περισσότερες από τις χθεσινές Ευρωεκλογές και το 1981 έλαβε 400.000 ψήφους περισσότερες. Δίχως αμφιβολία, το αποτέλεσμα αυτών των Ευρωεκλογών σηματοδοτεί μια μεγάλη και αναπτυσσόμενη τάση συρρίκνωσης της λαϊκής βάσης του παραδοσιακού κόμματος του κεφαλαίου, η οποία συνιστά πλέον τον πιο μεγάλο πονοκέφαλο για τα επιτελεία του ελληνικού καπιταλισμού.
Πιο αναλυτικά, η ΝΔ  έχασε 9,54%  και 1εκ. 341 χιλιάδες ψήφους (!!!) συγκριτικά με τις εθνικές εκλογές του 2007, αλλά και 10,72% και 978 χιλιάδες ψήφους συγκριτικά με τις Ευρωεκλογές του 2004. Δίχως άλλο, το μέγεθος της λαϊκής αποδοκιμασίας της κυβέρνησης δείχνει ότι είναι η πιο λαομίσητη κυβέρνηση της μεταπολίτευσης. Οι αστοί βλέπουν την κυβέρνησή τους να μετράει μέρες παραμονής στην εξουσία, ενώ ξεπροβάλει η προοπτική μιας ιστορικής συντριβής στις εθνικές εκλογές, που θα θέσει σε αμφισβήτηση την ενότητα και το μέλλον της Ν.Δ. Ο προβληματισμός τους μάλιστα αντανακλάστηκε καθαρά και στις χθεσινές τηλεοπτικές συζητήσεις, όπου δημοσιογράφοι – εκπρόσωποι μεγάλων συγκροτημάτων του Τύπου και γνωστά στελέχη της ηγεσίας της ΝΔ έθεταν θέμα «έκτακτου συνεδρίου», ακόμα και «επανίδρυσης του κόμματος».
Στις δηλώσεις του μετά το αποτέλεσμα ο Καραμανλής θέλησε να εμφανίσει μια ψεύτικη εικόνα αυτοπεποίθησης.  Επιχείρησε να καθησυχάσει την αστική τάξη, αφήνοντας να εννοηθεί ότι μπορεί να αναστραφεί το κλίμα στις εθνικές εκλογές και ότι επίσης μπορούν ταυτόχρονα να ληφθούν τα μέτρα που χρειάζονται για να  φορτωθούν τα βάρη της κρίσης στους εργαζόμενους. Όμως αυτά τα δύο δεν μπορούν να συμβαδίσουν, ιδιαίτερα από τη στιγμή που η κυβέρνηση εξαιτίας του υψηλού χρέους δεν έχει περιθώρια για μαζικούς διορισμούς και μικρο-παροχές που θα ανέκοπταν την πτωτικής πορεία της ΝΔ. Έτσι η ψεύτικη αυτή επίδειξη αυτοπεποίθησης του Καραμανλή, εκφράζει απλά την αδυναμία του κόμματος που, ακριβώς επειδή είναι οργανικά δεμένο με ένα σύστημα που βρίσκεται σε βαθειά κρίση, οδηγείται «με τα μάτια κλειστά» στη συρρίκνωση, που θα θέσει σε αμφισβήτηση την ενότητά του και την ύπαρξή του με τη σημερινή μορφή.
 
2)    Αλλαγή συσχετισμού δύναμης ανάμεσα στα αστικά και τα εργατικά κόμματα, δηλαδή ανάμεσα στα κόμματα που έχουν ιδρύσει οι εκπρόσωποι της αστικής τάξης και έχουν  θεμελιωθεί πάνω στην υποστήριξη του καπιταλισμού (ΝΔ, ΛΑΟΣ) και τα κόμματα που έχουν ιδρυτικές αναφορές στην εργατική τάξη και τον σοσιαλισμό (ΚΚΕ, ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ).
Στις χθεσινές Ευρωεκλογές, η ΝΔ και το ΛΑΟΣ απέσπασαν αθροιστικά 39,44%. Αυτό το  ποσοστό είναι το δεύτερο χαμηλότερο που έχουν λάβει ιστορικά τα αστικά κόμματα με κοινοβουλευτική παρουσία σε εθνικής εμβέλειας εκλογικές αναμετρήσεις, αμέσως μετά από εκείνο των εθνικών εκλογών του 1981 (Εκείνο ανερχόταν σε 38,67%, συνυπολογισμένων των ποσοστών της ΝΔ και των μικρότερων ακροδεξιών ή κεντρώων κομμάτων που διέθεταν βουλευτές τις παραμονές των εκλογών). Ακόμα και τότε όμως, το άθροισμα των ψήφων των αστικών κοινοβουλευτικών κομμάτων ήταν κατά 250.000 ψήφους περίπου μεγαλύτερο από το σημερινό άθροισμα της ΝΔ και του ΛΑΟΣ.
Αντίθετα, το αθροιστικό ποσοστό του ΠΑΣΟΚ, του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ στις χθεσινές εκλογές ήταν 49,55%.  Συγκριτικά με τις Ευρωεκλογές του 2004 είναι αυξημένο κατά 1,88%, αλλά σε σχέση με τις εθνικές εκλογές του 2007 είναι μειωμένο κατά 1,74%. Αυτή η κατά 10 περίπου ποσοστιαίες μονάδες διαφορά υπέρ των εργατικών κομμάτων αντανακλά σε τελική ανάλυση την κύρια τάση της κοινωνίας, που συνεχίζει να είναι προς τ’ αριστερά, προς την αμφισβήτηση δηλαδή του καπιταλισμού και των κυρίαρχων αστικών πολιτικών.
3)    Αύξηση της αποχής, όχι σαν στάση αδιαφορίας, αλλά σαν έκφραση πολιτικής αποδοκιμασίας για την κυρίαρχη αστική πολιτική και απογοήτευσης από την πολιτική της Αριστεράς.
Καταρχήν πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι το αληθινό ποσοστό της αποχής δεν είναι το 47,37 % που εμφανίζεται στις κυβερνητικές ανακοινώσεις. Αυτό το ποσοστό αντιστοιχεί στους ισχύοντες πλασματικούς εκλογικούς καταλόγους που δεν έχουν «εκκαθαριστεί».  Συνεπώς, η πραγματική αποχή λογικά ισοδυναμεί με το λιγότερο από το μισό αυτού του ποσοστού, παρ’ ότι ακόμα και έτσι, είναι σαφώς πολύ αυξημένη συγκριτικά με εκείνη των προηγούμενων ευρωεκλογών, που σε επίσημο, «ακαθάριστο» ποσοστό είχε ανέλθει σε 36,68%. Όμως αυτό το γεγονός, καθόλου δεν σημαίνει ότι μπορεί δικαιολογημένα κάποιος να υποστηρίξει πως η βασική τάση των χθεσινών Ευρωεκλογών στην Ελλάδα ήταν εκείνη της αποχής, σε αντίθεση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες που αυτό συνέβη. Η κύρια τάση ήταν η εκλογική αποδοκιμασία της κυβέρνησης και της ΝΔ.
Η κυβέρνηση και ο αστικός φιλοκυβερνητικός Τύπος προσπαθούν να εκμεταλλευτούν το φαινόμενο της αυξημένης αποχής, μιλώντας για «Νεοδημοκράτες που έστειλαν μήνυμα στην κυβέρνηση». Τίποτα όμως δεν είναι πιο μακριά από την αλήθεια. Χωρίς, όπως είναι φυσικό, τα exit polls να μπορούν να μας διαφωτίσουν για την πολιτική προέλευση της αποχής, είναι ξεκάθαρο από τα ίδια τα αποτελέσματα ότι η αποχή  προέρχονταν σε σημαντικό βαθμό και από ψηφοφόρους των εργατικών κομμάτων, αφού σε απόλυτους αριθμούς οι ψήφοι του ΠΑΣΟΚ συγκριτικά με τις Ευρωεκλογές του 2004 μειώθηκαν κατά 200 χιλιάδες περίπου, του ΚΚΕ κατά 150 χιλιάδες, ενώ ένα διαφωτιστικό στοιχείο για την πολιτική προέλευση των ψηφοφόρων που επέλεξαν να απέχουν είναι η εκλογική αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ, τον οποίο τα γκάλοπ των προηγούμενων μηνών έφερναν ακόμα και στο 18%. Αυτά δείχνουν ότι ένα πολύ μεγάλο τμήμα των ψηφοφόρων που απείχαν προέρχεται από τα εργατικά κόμματα ή είναι προσανατολισμένο σε αυτά. Όλοι αυτοί οι ψηφοφόροι δεν πείσθηκαν από την πολιτική των ηγεσιών του ΠΑΣΟΚ, του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ για να προσέλθουν στις κάλπες και είναι δεδομένο ότι διάκεινται εχθρικά έναντι της ΝΔ, παρότι η ηγεσία της επιχειρεί να τους βαφτίσει συλλήβδην από χθες το βράδυ «δυσαρεστημένους Νεοδημοκράτες». Επιπρόσθετα, όπως αναφέρθηκε στη χθεσινή εκπομπή του καναλιού «ΜEGA» για τις Ευρωεκλογές, το «exit poll» της εταιρείας GPO έδειξε ότι 1 στους 4 ψηφοφόρους της ΝΔ δεν είναι σίγουρος πως θα την ξαναψηφίσει στις εθνικές εκλογές. Αυτό δείχνει ότι όχι μόνο δεν υπάρχουν αυξημένες πιθανότητες να επωφεληθεί η ΝΔ στο μέλλον από τους ψηφοφόρους που απείχαν, αλλά και ότι η σταθερότητα όλων αυτών που την ψήφισαν χθες, είναι αμφισβητούμενη.
4)    Αυξανόμενη τάση εκλογικής συσπείρωσης στο ΠΑΣΟΚ με σκοπό να φύγει η Ν.Δ πιο γρήγορα από την εξουσία, χωρίς κανέναν ενθουσιασμό και με τις λιγότερες από κάθε άλλη φορά αυταπάτες για την πολιτική της ηγεσίας του.
Το ΠΑΣΟΚ έλαβε το 36,65% των ψήφων, δηλαδή 2,62% περισσότερο συγκριτικά με τις Ευρωεκλογές του 2004, αλλά σχεδόν 200 χιλιάδες ψήφους λιγότερες από τότε. Συγκριτικά με τις εθνικές εκλογές του 2007, το ΠΑΣΟΚ έχασε σχεδόν 850 χιλιάδες ψήφους και 1,45%. Δηλαδή είχε μόνο ποσοστιαία αύξηση συγκριτικά με τις πιο πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις εθνικής εμβέλειας, χάνοντας εκατοντάδες χιλιάδες πραγματικές ψήφους.
Αυτή είναι η ασφαλέστερη ένδειξη για το ότι η δεξιά πολιτική της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ που στηρίζεται σε γενικόλογες φιλολαϊκές κορώνες, στην ανέξοδη ηθικολογία και στις υποσχέσεις για πολλαπλές επιδοτήσεις στα κέρδη των καπιταλιστών, δεν κερδίζει πραγματική υποστήριξη μέσα στην κοινωνία.  Παρ’ όλα αυτά, για άλλη μια φορά αποδεικνύεται ότι το ΠΑΣΟΚ, εκμεταλλευόμενο την αδυναμία των ηγεσιών της «παραδοσιακής Αριστεράς» να δώσουν μια σοβαρή πολιτική προοπτική στην εργατική τάξη,  διατηρεί μεγάλη εκλογική απήχηση μέσα στις εργατικές μάζες, σαν ο πιο ισχυρός πόλος συσπείρωσης ενάντια στη ΝΔ. Αυτό το γεγονός μας προϊδεάζει σαφώς για την σοβαρή πιθανότητα μιας νίκης που θα εξασφαλίσει στο ΠΑΣΟΚ την αυτοδυναμία αργά ή γρήγορα, σε μια από τις ερχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις.
5)    Κίνηση ενός μικρού κομματιού των μικροαστικών στρωμάτων προς το ακροδεξιό ΛΑΟΣ.
Η κίνηση αυτή, ασφαλώς και δεν είναι τόσο ισχυρή που να δικαιολογεί την άποψη περί «δεξιάς στροφής της κοινωνίας» που άρχισαν να διαλαλούν, κύρια οι ηγεσίες της «παραδοσιακής Αριστεράς», για να ρίξουν τις ευθύνες για την εκλογική τους στασιμότητα, στο ίδιο το εκλογικό σώμα. Το ΛΑΟΣ έλαβε το 7,15 % των ψήφων και 367.000 ψήφους. Πήρε δηλαδή 3,03% περισσότερο συγκριτικά με τις Ευρωεκλογές  του 2004 και 115 χιλιάδες ψήφους περισσότερες. Συγκριτικά με τις εθνικές εκλογές του 2007 έλαβε 3,35% περισσότερο και 94 χιλιάδες περισσότερες ψήφους.
Οι 100 περίπου χιλιάδες νέοι ψηφοφόροι του ΛΑΟΣ στο σύνολο του εν δυνάμει ενεργού εκλογικού σώματος των 7,5 περίπου εκατομμυρίων, δεν συνιστούν μια σοβαρή στροφή της κοινωνίας προς την άκρα Δεξιά. Στην πραγματικότητα, με δεδομένη την τεράστια φθορά της ΝΔ, το ΛΑΟΣ δεν επωφελήθηκε αποφασιστικά. Η άνοδός του, μόνο μερικά οφείλεται στην αυξανόμενη ξενοφοβία, κύρια από τις τάξεις των μικροαστικών στρωμάτων στις πόλεις, ενώ σε σημαντικό βαθμό συνιστά μια ψήφο διαμαρτυρίας για την επιθετική πολιτική του κεφαλαίου ενάντια στους μικροαστούς. Πρέπει να τονίσουμε λοιπόν, ότι η κύρια τάση της κοινωνίας συμπεριλαμβανομένων και των μικροαστικών στρωμάτων, συνεχίζει να είναι προς τα εργατικά κόμματα και την Αριστερά και όχι προς την άκρα Δεξιά.
Η ηγεσία του ΛΑΟΣ παρά την εθνικιστική της δημαγωγία, δεν έχει την δύναμη να δημιουργήσει ένα μαζικό πολιτικό κίνημα, που με σημαία τον ρατσισμό και τον εθνικισμό θα μπορούσε να σταθεί απειλητικά ενάντια στο εργατικό κίνημα και την πρωτοπόρα νεολαία. Αυτό που πάνω από όλα επιδιώκει από χθες, είναι να επιδείξει όσο το δυνατόν πιο «υπεύθυνη στάση» στην αστική τάξη, χωρίς δημαγωγικές ακρότητες, με στόχο να διαπραγματευτεί με καλύτερους όρους με την ηγεσία της ΝΔ, μια προνομιούχα θέση στην νομή της αστικής εξουσίας. Αργά ή γρήγορα, η ακόμα πιο ενεργή στήριξη που θα παρέχει στις κυρίαρχες πολιτικές του κεφαλαίου το κόμμα του Καρατζαφέρη, θα υπονομεύσει το δημαγωγικό, «φιλολαϊκό» του προφίλ, θα κάνει πιο φανερή την αντιδραστικότητά του και θα το μεταβάλει και αυτό σε φορέα αντανάκλασης της βαθειάς κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού.
6)    Αδυναμία των ηγεσιών της «παραδοσιακής Αριστεράς» να εκφράσουν πολιτικά την αυξανόμενη δυσαρέσκεια της εργατικής τάξης και της νεολαίας για την κυβέρνηση και τον καπιταλισμό.
Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ είδε τα εκλογικά αποτελέσματα να συντρίβουν τους μεγαλεπήβολους στόχους της για διψήφια ποσοστά, αποδεικνύοντας σε τελική ανάλυση πόσο μακριά βρίσκεται από τις πραγματικές ανάγκες και την συνείδηση των πλατειών εργατικών μαζών. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, σε μια περίοδο που η εργατική τάξη και η νεολαία «βράζουν» από δυσαρέσκεια για τον καπιταλισμό, απέτυχε να φθάσει ακόμα και το ποσοστό που είχε λάβει στις εθνικές εκλογές. Με το 4,7 % και τις 241 χιλιάδες ψήφους που απέσπασε, έχασε 0,34% και σχεδόν 120 χιλιάδες ψήφους (!!!) συγκριτικά με τις εθνικές εκλογές του 2007. Η εικόνα αυτή είναι εικόνα συρρίκνωσης της εκλογικής βάσης του ΣΥΡΙΖΑ,  ενώ αξιοσημείωτο είναι ότι αυτή εμφανίζεται στις Ευρωεκλογές, που θεωρούνται πάντα προνομιακή ευκαιρία για την άνοδο των ποσοστών της παραδοσιακής Αριστεράς.
Μόνο ο όρος «παταγώδης αποτυχία» ταιριάζει στα εκλογικά αποτελέσματα του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό όμως που σε τελική ανάλυση απέτυχε παταγωδώς, είναι  η πολιτική της ηγεσίας του, που με γενικόλογες, σοσιαλδημοκρατικές, αταξικές τοποθετήσεις και συνθήματα («Για τις ανάγκες των πολλών» κ.λ.π),  καθ’ όλη της διάρκεια της προεκλογικής περιόδου έδωσε στους εργαζόμενους να καταλάβουν ότι δεν έχει να προτείνει κάτι ποιοτικά διαφορετικό από την εξίσου πλειοδοτούσα σε γενικόλογες, φιλεργατικές κορώνες ηγεσία του ΠΑΣΟΚ.
Το ΚΚΕ έδειξε ότι συγκριτικά με τον ΣΥΡΙΖΑ, διαθέτει πιο γερές ρίζες μέσα στις εργαζόμενες μάζες, γεγονός που σε σημαντικό βαθμό οφείλεται στην πιο ξεκάθαρη, πιο συνεπή και ταξική γλώσσα που εμπεριέχεται στις θέσεις του κόμματος σχετικά με τον καπιταλισμό και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρ’ όλα αυτά, το ζητούμενο για το ΚΚΕ στις σημερινές συνθήκες δεν ήταν να διατηρήσει την απήχησή του, αλλά να την αυξήσει και μάλιστα αποφασιστικά. Η στασιμότητα της απήχησης του κόμματος σε συνθήκες μεγάλης δυσαρέσκειας για την κυβέρνηση και την αστική τάξη και στον απόηχο σημαντικών κινημάτων της εργατικής τάξης και της νεολαίας, είναι μια ξεκάθαρη απόδειξη ότι η πολιτική της ηγεσίας δεν μπορεί να αναπτύξει το κόμμα και την επιρροή του, καθώς δεν  μπορεί να πείσει ευρύτερα τμήματα της εργατικής τάξης και της νεολαίας.
Το 8,35% και οι 429 χιλιάδες ψήφοι δεν είναι επιτυχία για το ΚΚΕ. Το κόμμα ανέβηκε μόλις κατά 0,20% σε σχέση με τις εθνικές εκλογές του 2007. Όμως το πιο ανησυχητικό από όλα είναι ότι έχασε σχεδόν 150 χιλιάδες ψήφους, τόσο από τις Ευρωεκλογές του 2004, όσο και από τις εθνικές εκλογές του 2007. Γι’ αυτές τις σοβαρές απώλειες ψήφων δεν μπορεί να θεωρείται σαν κύρια αιτία η προβοκατόρικη επίθεση που δέχθηκε το κόμμα προεκλογικά για τα οικονομικά του, από τον Πάγκαλο και τον Καρατζαφέρη. Ίσα – ίσα, που οι άθλιες και αστήρικτες αυτές επιθέσεις, κατά κοινή ομολογία έφεραν μεγαλύτερη συσπείρωση στις γραμμές του κόμματος, ενώ καθόλου δεν φαίνεται να έχουν ωφεληθεί εκλογικά, τόσο το ΠΑΣΟΚ, όσο και το ΛΑΟΣ από την εξαπόλυσή τους. 
Σαν πιστοί υποστηριχτές των ιδρυτικών σκοπών του ΚΚΕ και σαν ενεργοί συμπαραστάτες σε μια ακόμα εκλογική του εκστρατεία, έχουμε ηθική και πολιτική υποχρέωση να κάνουμε ξεκάθαρο στους συντρόφους με τους οποίους για άλλη μια φορά παλέψαμε μαζί, ότι κατά τη γνώμη μας τα μη ικανοποιητικά αποτελέσματα του ΚΚΕ οφείλονται αποκλειστικά στην κυρίαρχη ηγετική πολιτική. Η κλιμάκωση της επιστροφής στις σταλινικές αντιλήψεις που σφραγίστηκε στο πρόσφατο συνέδριο του κόμματος και η συνέχιση της αδιέξοδης λογικής των χωριστών κινητοποιήσεων μέσα στο εργατικό κίνημα και τη νεολαία, είναι οι σημαντικότερες αιτίες για τις οποίες το κόμμα σήμερα, μέσα στις πιο ευνοϊκές συνθήκες της αναπτυσσόμενης δυσαρέσκειας της εργατικής τάξης για τον καπιταλισμό, δεν κερδίζει νέους υποστηριχτές. Η σημερινή σταλινική πολιτική πρέπει επειγόντως να εγκαταλειφθεί και το κόμμα να επιστρέψει σε μια γνήσια λενινιστική πολιτική. Μόνο έτσι θα γίνει ικανό να διαδραματίσει τον σημαντικό ιστορικό του ρόλο και να κερδίσει την εργατική τάξη στο πρόγραμμα του κομμουνισμού.
Στο σημείο αυτό είναι ανάγκη να τονίσουμε ότι σε πολύ μεγάλο βαθμό η ψήφος στους «Οικολόγους Πράσινους» ήταν μια έκφραση της απογοήτευσης και της δυσπιστίας που προκαλεί στις εργατικές μάζες η πολιτική των ηγεσιών της «παραδοσιακής Αριστεράς». Τέλος, τα θλιβερά ποσοστά του ΑΝΤΑΡΣΥΑ και των άλλων συνδυασμών της «επαναστατικής», «αντικαπιταλιστικής αριστεράς» επιβεβαιώνουν για άλλη μια φορά την θέση ότι η δημιουργία επαναστατικών «πόλων» δεν μπορεί να είναι μια υπόθεση μικρών οργανώσεων και ομάδων στο περιθώριο του εργατικού κινήματος, αλλά είναι ζήτημα που απαιτεί την παρέμβαση των μαρξιστών στο πραγματικό εργατικό κίνημα και τις μαζικές του οργανώσεις, πολιτικές και συνδικαλιστικές.
7)    Γιγάντωση της δυσαρέσκειας για τον καπιταλισμό μέσα στους κόλπους της εργατικής τάξης.
Στην παραδοσιακή εργατική περιφέρεια της Β’ Αθήνας, η ΝΔ έχασε 10 ολόκληρες ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τις εκλογές του 2007. Συνολικά, σε αυτή την περιφέρεια τα αστικά κόμματα συγκέντρωσαν μόλις 34% από 40,24% που είχαν λάβει το 2007, ενώ τα εργατικά κόμματα έλαβαν σχεδόν 52% από 55% που είχαν λάβει πριν από δύο χρόνια. Στην επίσης εργατική Β’ Πειραιά, η διαφορά ανάμεσα σε αστικά και εργατικά κόμματα είναι ακόμα μεγαλύτερη, με τη ΝΔ και το ΛΑΟΣ να έχουν λάβει χθες αθροιστικά μόλις 30,6% και το ΠΑΣΟΚ, το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ να  λαμβάνουν αθροιστικά 56.7%.
Το γκρέμισμα των ποσοστών των αστικών κομμάτων και η διατήρηση υψηλών ποσοστών για τα εργατικά κόμματα στις μεγάλες εργατικές περιφέρειες, αντανακλούν για άλλη μια φορά την μεγάλη δύναμη του εργατικού κινήματος και  τον δυσμενή συσχετισμό που διαμορφώνεται για την αστική τάξη μέσα στην κοινωνία στο έδαφος της βαθειάς καπιταλιστικής κρίσης.
Το μήνυμα των χθεσινών Ευρωεκλογών είναι λοιπόν σαφές. Η δυσαρέσκεια για τον καπιταλισμό και την κυβέρνηση διογκώνεται και ζητά επειγόντως να βρει αποτελεσματική πολιτική έκφραση. Είναι χρέος των ηγεσιών της Αριστεράς και ιδιαίτερα της ηγεσίας του ΚΚΕ που είναι εντεταλμένη να υπερασπίζει τις ιδέες του μαρξισμού, να ανταποκριθούν σε αυτή την ανάγκη και να υιοθετήσουν την κατάλληλη πολιτική, ώστε  να μετατρέψουν την διάχυτη δυσαρέσκεια των μαζών σε νικηφόρους ταξικούς αγώνες για την οριστική ανατροπή του σάπιου και διεφθαρμένου καπιταλισμού.
Η πολιτική αυτή μπορεί να είναι μόνο μια γνήσια μαρξιστική πολιτική που βασικά της στοιχεία θα έχει την υπομονετική επιδίωξη της οικοδόμησης του Ενιαίου Εργατικού Μετώπου, δηλαδή της αγωνιστικής συμμαχίας όλων των μαζικών συνδικαλιστικών και πολιτικών οργανώσεων των εργαζόμενων ενάντια στην επίθεση του καπιταλισμού και την υπεράσπιση ενός σοσιαλιστικού προγράμματος κοινωνικοποίησης των στρατηγικών τομέων της οικονομίας κάτω από εργατικό έλεγχο και εγκαθίδρυσης μιας αληθινά δημοκρατικής εξουσίας που θα εκφράζει τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των πληβείων συμμάχων της.
Για την κοινή αγωνιστική διεκδίκηση μιας τέτοιας πολιτικής κάνουμε έκκληση σήμερα σε κάθε αριστερό αγωνιστή.
Παλέψτε μαζί μας για να χτίσουμε μια μαζική Μαρξιστική Τάση στην Αριστερά, το εργατικό κίνημα και την πρωτοπόρα νεολαία.

Αθήνα – 8 Ιουνίου 2009