yperkerdi.jpg
Κράτος – Αστυνομία – Μετανάστες

Το κράτος που ορθώνεται πάνω στα θεμέλια του ελληνικού καπιταλισμού είναι διεφθαρμένο, σπάταλο και καταπιεστικό για τους εργαζόμενους. Αλλά η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, όπως τόσο καλά έχει αποδείξει ότι γνωρίζει να κάνει όλα αυτά τα χρόνια, δεν θέλει να συγκρουστεί ούτε στο ελάχιστο με τον ταξικό χαρακτήρα του αστικού κράτους, αντίθετα θέλει να το εκσυγχρονίσει, διατηρώντας την καταπιεστική του ουσία.
 
Η νέα κυβέρνηση δεσμεύθηκε για «προσλήψεις μόνο από το ΑΣΕΠ» και εξήγγειλε την «αλλαγή στη σύνθεση των πειθαρχικών συμβουλίων». Όμως με ΑΣΕΠ ή χωρίς ΑΣΕΠ και ανεξάρτητα από το ποιοι θα απαρτίζουν τα πειθαρχικά συμβούλια, ο γραφειοκρατικός και ταξικός χαρακτήρας της κρατικής μηχανής παραμένει ίδιος. Ασφαλώς, το ίδιο συμβαίνει και με μέτρα όπως «η ανάρτηση όλων των πράξεων του Δημοσίου και της Αυτοδιοίκησης στο διαδίκτυο».

Τα ερωτήματα που θα έπρεπε να απαντήσει μια πραγματικά σοσιαλιστική κυβέρνηση είναι τα ακόλουθα. Πώς θα ελεγχθούν δημοκρατικά από τους εργαζόμενους πολίτες τα στελέχη της κρατικής μηχανής για να εξασφαλιστεί η διαφάνεια και να αντιμετωπιστεί η διαφθορά; Πώς θα εγκαθιδρυθεί μια κατάσταση όπου η κατοχή μιας κρατικής θέσης δεν θα συνεπάγεται υλικά προνόμια; Πώς θα εξασφαλιστεί η ενεργή άσκηση της εξουσίας από τον ίδιο τον εργαζόμενο λαό; Όλα αυτά φυσικά δεν απασχολούν τη νέα κυβέρνηση. Εκείνη θέλει απλά να περάσει με ένα «λούστρο» αξιοκρατίας και εκμοντερνισμού μια κρατική μηχανή που υπάρχει για να προασπίζει την εκμετάλλευση και που διαρκώς γεννά και νέους καταχραστές.

Φανερή έγινε αυτή η πρόθεση και στις πρώτες ενέργειες της κυβέρνησης σχετικά με την αστυνομία. Το μέλημα της κυβέρνησης να φτιασιδώσει την εικόνα αυτού του αντιδραστικού μηχανισμού, φανερώθηκε καταρχήν με τη δημαγωγική μετονομασία του «Υπουργείου Δημόσιας Τάξης» σε «Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη». Αμέσως μετά, οι πρωθυπουργικές εξαγγελίες για «αποφασιστικά μέτρα κατά της αστυνομικής βίας» και «καμία ανοχή σε περιστατικά κατάχρησης της εξουσίας», σε συνδυασμό  με τις  πρώτες πράξεις του νέου υπουργού, ο οποίος προανήγγειλε ότι θα καταργήσει την ποινικοποίηση της «κουκούλας» και προέβη σε φραστικές επιθέσεις ενάντια στη βία της αστυνομίας με αφορμή την πρόσφατη επίδειξη αστυνομικής βαρβαρότητας στα Εξάρχεια, έδειξαν ότι η νέα κυβέρνηση στην προσπάθειά της να φορέσει φωτοστέφανο στον εντεταλμένο τιμωρό κάθε απόπειρας αμφισβήτησης της άρχουσας τάξης, δεν θα διστάσει να δανειστεί αντι-αστυνομικές «κορώνες», ακόμα και από το λεξιλόγιο των «αντι-εξουσιαστών»…

Η νεολαιίστικη εξέγερση ενάντια στην αστυνομική βία τον περασμένο Δεκέμβρη, ανέδειξε μια βαθειά ριζωμένη κοινωνική δυσαρέσκεια ενάντια στον ρόλο της αστυνομίας. Οι επιθέσεις χιλιάδων άοπλων δεκαεξάχρονων παιδιών στα αστυνομικά τμήματα, προβλημάτισαν βαθειά την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, όπως και κάθε άλλο πολιτικό απολογητή του καπιταλισμού.  Χωρίς ισχυρή αστυνομία για να τρομοκρατεί τα μαζικά κινήματα, οι αντιδραστικές πολιτικές που έχει ανάγκη ο ελληνικός καπιταλισμός δεν μπορούν να επιβληθούν. Όμως, από την άλλη πλευρά, σε μια τόσο κρίσιμη φάση για τον ελληνικό καπιταλισμό, κατά την οποία, με την αυξανόμενη φτώχεια και ανεργία η κοινωνική οργή πολλαπλασιάζεται, από τους αστούς και τους πολιτικούς απολογητές τους δεν μπορεί να γίνεται ανεκτό να ξεσπούν μαζικά κινήματα σαν αποτέλεσμα του υπερβάλλοντα ζήλου θερμοκέφαλων «μπάτσων». Αυτό ακριβώς είναι που καθοδηγεί την τακτική της νέας κυβέρνησης έναντι της αστυνομίας.

Στην ίδια «διαλλακτική» στάση βλέπουμε να προσχωρεί η κυβέρνηση και στο ζήτημα των μεταναστών. Οι σχετικές εξαγγελίες της είναι το αποτέλεσμα της πίεσης που της ασκείται από την αυξανόμενη ριζοσπαστικοποίηση, ιδιαίτερα της νέας γενιάς των μεταναστών, που έγινε ορατή τον περασμένο Δεκέμβρη, αλλά και στα γεγονότα του Μαΐου και η οποία, αποτελεί έναν επιπλέον κίνδυνο για την σταθερότητα του αστικού καθεστώτος. Ασφαλώς το εξαγγελλόμενο σταμάτημα των απελάσεων των «μεταναστών 2ης γενιάς», στο βαθμό που θα εφαρμοστεί, θα αποτελέσει αντικειμενικά ένα πολύ σημαντικό βήμα μπροστά για τα δικαιώματα εκατοντάδων χιλιάδων κατατρεγμένων προλετάριων. Όμως σε όλα τα υπόλοιπα θέματα που σχετίζονται με τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, η κυβέρνηση άφησε το τοπίο θολό.  Η «αλλαγή του πλαισίου λειτουργίας του Ασύλου και υποδοχής των προσφύγων» και ο «εξορθολογισμός του καθεστώτος κτήσης ελληνικής ιθαγένειας» δεν έχει ξεκαθαριστεί αν θα κινούνται στην κατεύθυνση της εξασφάλισης των δημοκρατικών δικαιωμάτων χιλιάδων κατατρεγμένων ή αν θα τους δημιουργούν νέα εμπόδια στον αγώνα τους για μια πιο ανθρώπινη ζωή. Οι διαρκείς διαβεβαιώσεις από τον πρωθυπουργό για την ανάγκη καλύτερης φύλαξης των συνόρων και ο επαναλαμβανόμενος διαχωρισμός των «νόμιμων» από τους «παράνομους» μετανάστες, είναι ενδείξεις συνέχισης της διαχρονικής πολιτικής αναλγησίας και καταστολής ενάντια σε ανυπεράσπιστους ανθρώπους – θύματα των διεθνών εγκλημάτων του καπιταλισμού, αλλά και φυσικούς σύμμαχους του προλεταριάτου που ζει και εργάζεται νόμιμα στη χώρα.

Ο χαρακτήρας της πολιτικής που εξαγγέλθηκε

Συμπερασματικά, ο γενικός χαρακτήρας της πολιτικής που εξήγγειλε και ήδη άρχιζε να εφαρμόζει η νέα κυβέρνηση, θα λέγαμε ότι συνοψίζεται στον παρακάτω ορισμό : σε περιεχόμενο αποτελεί μια αντιδραστική, αντεργατική πολιτική, με ηπιότερη όμως μορφή από εκείνη της κυβέρνησης της ΝΔ, εξαιτίας της αντανάκλασης του φόβου της άρχουσας τάξης για τις επαναστατικές συνέπειες που θα έχει η διόγκωση της δυσαρέσκειας και της ριζοσπαστικοποίησης του εργαζόμενου λαού και της νεολαίας.
Η αστική τάξη για να στηρίξει την κυβέρνηση, προσπαθεί μέσα από τα ΜΜΕ να εμφανίσει ότι εξήγγειλε μια ριζικά διαφορετική πολιτική από εκείνη της ΝΔ, η οποία υποτίθεται ότι στηρίζεται στην «ενίσχυση της ζήτησης» και στην εγκατάλειψη του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, με βάση τις Κεϋνσιανές συνταγές. Διαβάζουμε σχετικά από την «Ελευθεροτυπία» της 22/10 : «Η επιμονή της κυβέρνησης – παρά τις πιέσεις Αλμούνια – στο πρόγραμμα αναθέρμανσης της οικονομίας συνιστά διαφορετική προσέγγιση από την κρατούσα στην Ε.Ε. νεοφιλελεύθερη άποψη, που θέλει μόνο δημοσιονομική προσαρμογή. Ακριβώς η αντίληψη της ελληνικής κυβέρνησης βασίζεται στις παλαιότερες Κεϋνσιανές, αλλά και στις σύγχρονες απόψεις Στίγκλιτς, Κρούγκμαν κ.ά. και γι’ αυτό δεν μπορεί να αναιρεθεί (ως άποψη και ως πολιτική) από την Ε.Ε». Αυτές οι απόψεις, με βάση της προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης, είναι εντελώς αστήρικτες.
Σε παλαιότερα άρθρα μας, διαφοροποιούμενοι από πολλούς συντρόφους μας στο ΣΥΝ και στο ΣΥΡΙΖΑ, έχουμε υποστηρίξει ότι μια πολιτική «ενίσχυσης της  ζήτησης», σύμφωνα με τις Κεϋνσιανές συνταγές, δεν πρόκειται από μόνη της να φέρει καμία ουσιαστική βελτίωση στη ζωή των εργαζόμενων και στην αντιμετώπιση της κρίσης. Γιατί η καπιταλιστική κρίση είναι οργανική. Μπορεί οι επιπτώσεις της να είναι οξυμένες από την χρόνια εφαρμογή νεοφιλελεύθερων πολιτικών, δεν προέκυψε όμως από αυτές. Είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της λειτουργίας της οικονομίας με σκοπό το κέρδος και της αναρχίας που προκύπτει από την κυριαρχία της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και διανομής. Δεν πρέπει να ξεχνάμε εξάλλου, ότι αυτές καθ’ αυτές οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές, ήταν το αποτέλεσμα της ίδιας της κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος και του προχωρημένα αντιδραστικού και παρηκμασμένου, σύγχρονου ιστορικού του σταδίου. Ήρθαν σαν αποτέλεσμα της αποτυχίας να αντιμετωπιστεί η καπιταλιστική κρίση με «Κεϋνσιανές» πολιτικές «ενίσχυσης της ζήτησης».
Μια πολιτική «ενίσχυσης της ζήτησης», με αυξημένους μισθούς και κρατικές δαπάνες δεν θα μπορούσε να έχει κανένα αποτέλεσμα, όσο οι βασικοί τομείς της οικονομίας δεν κοινωνικοποιούνται και δεν μπαίνουν κάτω από ένα δημοκρατικό σχεδιασμό των εργαζόμενων για να υπηρετήσουν τις κοινωνικές ανάγκες. Το μόνο που θα έφερνε αυτή η πολιτική στο έδαφος του καπιταλισμού, θα ήταν ακόμα μεγαλύτερα ελλείμματα, πληθωρισμό και ένα επενδυτικό σαμποτάζ από την αστική τάξη, που θα έθετε ακόμα πιο επιτακτικά στο προσκήνιο την ανάγκη για μια κοινωνικοποιημένη, σχεδιασμένη οικονομία. Διότι για να είναι σε θέση το κράτος «να δώσει απλόχερα», με πραγματικό κοινωνικό και οικονομικό αντίκρισμα, θα πρέπει να κατέχει τους βασικούς τομείς τις εθνικής οικονομίας. Όταν αυτοί βρίσκονται στα χέρια της αστικής τάξης, τότε η πολιτική «ενίσχυσης της ζήτησης» σημαίνει συσσώρευση κρατικών χρεών στις πλάτες των εργαζόμενων φορολογουμένων.  Έτσι η πολιτική αιχμή της Αριστεράς για την έξοδο από την κρίση, πρέπει να είναι πρωτίστως η πάλη για μια κοινωνικοποιημένη, δημοκρατικά σχεδιασμένη οικονομία, συνοδευόμενη ασφαλώς από την αμέριστη και έμπρακτη υποστήριξη κάθε επιμέρους διεκδίκησης που ενισχύει την αγοραστική δύναμη και βελτιώνει τη θέση των εργαζόμενων.
Η πολιτική που περιγράφηκε στις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης όμως, όχι μόνο δεν έχει σχέση με μια γνήσια σοσιαλιστική πολιτική, αλλά ταυτόχρονα, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε καν πολιτική «ενίσχυσης της ζήτησης» και «μη νεοφιλελεύθερη». Μια στοιχειώδης πολιτική «ενίσχυσης της ζήτησης» θα προϋπέθετε μια σοβαρή αύξηση των δαπανών για κοινωνική πολιτική και των δημόσιων επενδύσεων, κάτι που όπως δείξαμε δεν υπάρχει στις κυβερνητικές εξαγγελίες. Αντίθετα, αυτό που κυριαρχεί, είναι, όχι η αύξηση, αλλά η διαρκής συγκράτηση των κρατικών δαπανών. Επίσης, μια πολιτική «ενίσχυσης της ζήτησης», θα προϋπέθετε δραστικές αυξήσεις σε μισθούς, επιδόματα και συντάξεις, καθώς και μαζικές προσλήψεις στο κράτος, που επίσης δεν εμφανίζονται μέσα στις κυβερνητικές προγραμματικές δηλώσεις. Αντίθετα εξαγγέλθηκαν «αυξήσεις» που πρακτικά αποτελούν πάγωμα, ενώ ετοιμάζονται για απόλυση χιλιάδες συμβασιούχοι («stage» κ.α). Αυτά τα στοιχεία λοιπόν, κάνουν την κυβέρνηση Παπανδρέου όχι μια Κεϋνσιανή, αλλά αντικειμενικά, μια νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση, όμοια στην ουσία της πολιτικής της, με τις κυβερνήσεις Σημίτη.


Οι προοπτικές της κυβέρνησης
Η σημερινή «ηπιότητα» της κυβέρνησης Παπανδρέου δεν θα διαρκέσει για πολύ. Οι ηγέτες του ΠΑΣΟΚ τώρα εμφανίζονται συγκρατημένα αισιόδοξοι. Αυτό συμβαίνει γιατί πιστεύουν στον καπιταλισμό. Πολλοί από αυτούς, έχουν και οι ίδιοι την αυταπάτη ότι το πρόβλημα είναι τελικά η «σωστή διαχείριση» και όχι το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα. Όμως για άλλη μια φορά θα διαψευστούν οικτρά.
Η κρίση στην ελληνική οικονομία θα γίνεται βαθύτερη. Ο ελληνικός καπιταλισμός είναι ο πιο αδύναμος κρίκος σε μια ευρωπαϊκή καπιταλιστική αλυσίδα που ήδη έχει υποστεί μεγάλη φθορά από την ύφεση. Είναι νόμος ότι οι πιο αδύναμες καπιταλιστικές οικονομίες, οι λιγότερο ισχυρές παραγωγικά και τεχνολογικά, σε μια διεθνή ύφεση πληρώνουν πάντα το μεγαλύτερο τίμημα. Οι μαζικές απολύσεις και οι περικοπές στους μισθούς θα είναι η βασική μέθοδος των καπιταλιστών για να αντιμετωπίσουν την πτώση των κερδών που φέρνει η κρίση. Η αυξανόμενη φτώχεια και ανεργία, σε συνδυασμό με τη διαρκή πίεση των καπιταλιστών για νέες κρατικές επιδοτήσεις των κερδών τους, δεν πρόκειται να δημιουργήσουν συνθήκες για την μείωση του ελλείμματος και του χρέους. 
Η κυβέρνηση για να πιάσει τους στόχους των Βρυξελών, θα χρειαστεί να εγκαταλείψει το «ήπιο προφίλ» και να πάρει αργά ή γρήγορα, τα σκληρά μέτρα που ζητούν εδώ και τώρα τα επιτελεία του εγχώριου και ξένου κεφαλαίου. Η απροθυμία της να εθνικοποιήσει τα μονοπώλια και να φορολογήσει τους μεγαλοκαρχαρίες του πλούτου, θα την αναγκάσει να κάνει μαζικές απολύσεις στο Δημόσιο, να περικόψει κι άλλο τις κοινωνικές δαπάνες και να χρησιμοποιήσει τον αστυνομικό τρόμο για να περιορίσει τις λαϊκές αντιδράσεις.

Μαχητική Αριστερή Αντιπολίτευση –  Σοσιαλιστική λύση εξουσίας

Η Αριστερά πρέπει να προετοιμαστεί από τώρα για την ολομέτωπη επίθεση στην εργατική τάξη, που θα έρθει αναπόφευκτα. Αν η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ υιοθετούσε, έστω και σε επίπεδο εξαγγελιών, μια πολιτική υπεράσπισης των εργαζόμενων και σοσιαλιστικής διεξόδου από την καπιταλιστική κρίση, ασφαλώς τότε, οποιοσδήποτε θα πρότεινε την αντιπαράθεση μαζί της, δεν θα μπορούσε να ονομάζεται σοσιαλιστής ή αριστερός. Όμως η πραγματικότητα, είναι εντελώς διαφορετική. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ πασχίζει να σώσει τον καπιταλισμό από την οργή των εργαζομένων και όχι τους εργαζόμενους από την καπιταλιστική βαρβαρότητα. Έτσι για να μην συγχύσει και αποπροσανατολίσει τους εργαζόμενους και τη νεολαία, η Αριστερά χρειάζεται να διακηρύξει καθαρά, ότι αυτή η κυβέρνηση δεν πρέπει να υποστηριχθεί ούτε στο ελάχιστο.

Η Αριστερά δεν πρέπει να γίνει ο «εξωτερικός σύμβουλος» της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, υιοθετώντας μια στάση που, τάχα θα «επικροτεί τα καλά» και θα «επισημαίνει τα άσχημα». Διότι «τα καλά» για μια τέτοια κυβέρνηση, είτε θα είναι το αποτέλεσμα ισχυρής αγωνιστικής πίεσης από τους εργαζόμενους και άρα στην πραγματικότητα, αυτό που πρέπει «να επικροτηθεί» και να προωθηθεί είναι οι μαζικοί αγώνες, είτε θα αποτελούν μέτρα δευτερεύουσας σημασίας και κινήσεις τακτικής με στόχο να αποπροσανατολιστούν οι εργαζόμενοι ενόψει της λήψης σκληρών, αντιδραστικών μέτρων.

Το πρώτο καθήκον της Αριστεράς σήμερα είναι να εξηγήσει στους εργαζόμενους το χαρακτήρα αυτής της κυβέρνησης και να τους προετοιμάσει για την επίθεση που αναπόφευκτα θα έρθει. Χωρίς να χάνει ούτε λεπτό, πρέπει να φροντίσει από τώρα να δημιουργηθεί η απαραίτητη προϋπόθεση για να αναπτυχθούν και να νικήσουν οι μαζικοί αγώνες κι αυτή δεν είναι άλλη από την ταξική ενότητα. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ θα χρησιμοποιήσει, όπως το έχει κάνει κατά κόρον στο παρελθόν, τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία της ΠΑΣΚΕ, σε συνεργασία με τη ΔΑΚΕ, για να εμποδίσει τους αγώνες. Σε αυτές τις συνθήκες η ενότητα των δυνάμεων του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ, από την κορυφή μέχρι τη βάση, σε αλληλέγγυα δράση με τους υποστηρικτές του ΠΑΣΟΚ που θα θελήσουν να αντιπαλέψουν αγωνιστικά την πολιτική της κυβέρνησης, είναι μια υπόθεση ζωτικής σημασίας.

Σε τελική ανάλυση όμως, το εργατικό κίνημα και η νεολαία δεν θα μπορέσουν να επιτύχουν τίποτα, αν δεν διαθέτουν τη δική τους λύση εξουσίας. Η Αριστερά δεν μπορεί να προτείνει διαρκώς στις εργαζόμενες μάζες μόνο μια επιτυχημένη αντιπολίτευση. Οι εργατικές οικογένειες σήμερα θέλουν μια ορατή πολιτική λύση, που θα τις απαλλάξει από τη θηλιά των χρεών, της φτώχειας και της ανεργίας. Αυτό σημαίνει μια σοσιαλιστική λύση εξουσίας. Σήμερα περισσότερο από ποτέ λοιπόν, η Αριστερά είναι ανάγκη να υιοθετήσει ένα πρόγραμμα σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας και ένα ενωτικό πολιτικό σχέδιο  για την πραγματοποίησή του στην εξουσία.

Αυτές είναι κατά τη γνώμη μας οι βασικές θέσεις για τις οποίες θα πρέπει να παλέψουν οι αγωνιστές του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ. Η Πανελλαδική Σύσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ που θα διεξαχθεί στα τέλη του Νοέμβρη, αντί να  ομφαλοσκοπεί με τα υπαρκτά οργανωτικά προβλήματα και τις αντιφάσεις του σχήματος, πρέπει να διακηρύξει ένα συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο για το πώς θα επιτευχθεί η πλατύτερη δυνατή αριστερή ενότητα σήμερα, καθώς και ο ζωτικός στόχος μιας σοσιαλιστικής κυβέρνησης της Αριστεράς αύριο, καλώντας τους εργαζόμενους και τη νεολαία σε μαχητική συσπείρωση για την πραγματοποίησή του.