Οι προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης – Μέρος Β΄

papandreou_vouli.jpg
Πού οφείλεται το «ήπιο» προφίλ;

 
Η θέση της κυβέρνησης Παπανδρέου σήμερα, είναι σαφώς δυσκολότερη από εκείνη της κυβέρνησης Σημίτη. Η κυβέρνηση Σημίτη ήρθε στην εξουσία σε μια περίοδο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, διεθνούς οικονομικής ευφορίας, αλλά και σημαντικής υποχώρησης του εργατικού κινήματος. Αντίθετα, η κυβέρνηση Παπανδρέου έρχεται στην εξουσία λίγους μήνες μετά από την είσοδο της ελληνικής οικονομίας σε μια βαθειά ύφεση και στον «απόηχο» της αγωνιστικής αφύπνισης που προκάλεσε στις μάζες του εργατικού κινήματος και της πρωτοπόρας νεολαίας η αντεργατική επίθεση της κυβέρνησης της Ν.Δ
Η νέα κυβέρνηση είναι από την αρχή αντιμέτωπη με πανίσχυρες και αντίθετες κοινωνικές πιέσεις. Το περιεχόμενο των προγραμματικών της δηλώσεων, αντανακλά αυτές τις πιέσεις. Από τη μια πλευρά είναι οι ασφυκτικές πιέσεις του καπιταλισμού. Σε συνθήκες κρίσης, τα αφεντικά δεν μπορούν να ανεχθούν άλλη πολιτική εκτός από εκείνη που θα μεταθέτει τα βάρη πάνω στις πλάτες της εργατικής τάξης. Από την άλλη πλευρά, είναι οι πιέσεις της εργατικής βάσης του ΠΑΣΟΚ. Οι εργαζόμενοι δεν ψήφισαν ΠΑΣΟΚ για να συνεχιστεί η πολιτική της ΝΔ. Έχουν δείξει με μαζικούς αγώνες την προηγούμενη περίοδο, ότι δεν είναι διατεθειμένοι να ανεχθούν κι άλλες θυσίες στο βωμό της ενίσχυσης των καπιταλιστικών κερδών.
Όμως όπως προαναφέραμε, η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ δεν είναι ένας «ουδέτερος» δέκτης αυτών των αντίθετων πιέσεων. Πολιτικά ανήκει ολόψυχα στο αστικό στρατόπεδο. Γι’ αυτό, οι πολιτικές της εξαγγελίες, στην πραγματικότητα δε γίνονται από τη σκοπιά των αφηρημένων αρχών της «δικαιοσύνης», της «προόδου» και της «κοινωνικής αλληλεγγύης» που η ίδια επικαλείται. Γίνονται από τη σκοπιά της ανάγκης να σωθεί ο καπιταλισμός. Και ο καπιταλισμός, σε τελική ανάλυση απειλείται – όχι από αυτές καθ’ αυτές τις κρίσεις του, που ανεξάρτητα από το βάθος και την έκτασή τους μπορεί να τις ξεπερνά καταστρέφοντας μαζικά τις παραγωγικές δυνάμεις – αλλά από την επαναστατική δύναμη της εργατικής τάξης.  
Αφομοιώνοντας λοιπόν, τα μαθήματα από την πολιτική του Ομπάμα στις ΗΠΑ και διαισθανόμενος την θερμοκρασία «βρασμού» που αναπτύσσεται στην εργατική συνείδηση μετά την επώδυνη εμπειρία της κυβέρνησης Καραμανλή, ο Παπανδρέου καταλαβαίνει ότι η κυβέρνησή του πρέπει οπωσδήποτε να δώσει την εικόνα μιας εξουσίας που «συμπονά» και «δίνει κάτι» στις εργατικές μάζες, οι οποίες εξαθλιώνονται με ραγδαίους ρυθμούς. Διότι αν δεν το κάνει αυτό άμεσα, η σταθερότητα ολόκληρου του καπιταλιστικού οικοδομήματος θα κινδυνεύσει και η νέα κυβέρνηση θα οδηγηθεί γρήγορα σε απαξίωση, φέρνοντας στην επιφάνεια ένα σοβαρό πρόβλημα εξουσίας για την άρχουσα τάξη. Αυτή είναι η αιτία για την «ηπιότητα» και τις μικρο-παραχωρήσεις που περιείχαν οι προγραμματικές δηλώσεις της νέας κυβέρνησης, αλλά και για την απουσία από αυτές, μέτρων που επιτακτικά απαιτούν οι καπιταλιστές και τα διεθνή καπιταλιστικά επιτελεία, όπως η απελευθέρωση των απολύσεων, η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων και του κατώτερου μισθού, η γενναία απαλλαγή των εργοδοτών από ασφαλιστικές εισφορές κ.α.
Επιπρόσθετα, η ανάγκη για «ηπιότητα» υπαγορεύεται και από την ύπαρξη ενός ακόμα παράγοντα. Της παρούσας πολιτικής αδυναμίας του παραδοσιακού κόμματος της άρχουσας τάξης στην Ελλάδα. Η ΝΔ με την παρατεταμένη κατάσταση κρίσης στο εσωτερικό της και την απαξίωση της, ακόμα και μέσα στις τάξεις των πιο καθυστερημένων στρωμάτων της κοινωνίας που παραδοσιακά την στηρίζουν, δεν μπορεί να αποτελέσει στην παρούσα φάση ένα χρήσιμο και αξιόπιστο πολιτικό στήριγμα για τη νέα κυβέρνηση. Αυτό κάνει μεγαλύτερη την ανάγκη της κυβέρνησης Παπανδρέου να είναι προσεκτική απέναντι στους εργαζόμενους. Η εφαρμογή της συνταγής της «υπευθυνότητας χωρίς να υπολογίζεται το πολιτικό κόστος» που έκανε σημαία του προεκλογικά ο Καραμανλής, θα σήμαινε για την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ μια απότομη και βαθειά απαξίωση από τις μάζες. Κι αυτή με τη σειρά της, χωρίς αξιόπιστο στήριγμα από τα δεξιά στην αντιπολίτευση, δεν θα μπορούσε παρά να οδηγήσει στην άνοδο της απήχησης των κομμάτων της παραδοσιακής Αριστεράς, ζωντανεύοντας τους χειρότερους εφιάλτες της άρχουσας τάξης.

Οικονομία – Εργασία : άτολμες μικρο-παραχωρήσεις
Οι προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης βασίστηκαν σε μια λογική αμνήστευσης των εγκλημάτων του καπιταλισμού. Ο πρωθυπουργός, μιλώντας για «κρίση διακυβέρνησης» αθώωσε πλήρως τον βασικό υπαίτιο της κρίσης, δηλαδή την ίδια την άρχουσα τάξη στην Ελλάδα και παγκόσμια. Με αυτή τη στάση της, η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ ξαναδείχνει στην πράξη ότι έχει αποδεχθεί πλήρως το πολιτικό και ιδεολογικό οπλοστάσιο της αστικής Δεξιάς, η οποία παραδοσιακά συσκοτίζει την αδυναμία του καπιταλισμού να προχωρήσει μπροστά την κοινωνία, με την αποπροσανατολιστική φλυαρία για την ανάγκη «μιας σωστής και νοικοκυρεμένης διαχείρισης της οικονομίας».
Η βασική θέση των προγραμματικών δηλώσεων για την οικονομία ήταν πως η χώρα λόγω του υψηλού χρέους και του ελλείμματος βρίσκεται σε κατάσταση «έκτακτης ανάγκης». Όμως ο Γ. Παπανδρέου περιορίστηκε να επιρρίψει τις ευθύνες στην κακοδιαχείριση της Ν.Δ, «παραλείποντας» να αναφέρει τους ταξικούς θύτες του εγκλήματος του υπέρογκου δημόσιου χρέους. Για άλλη μια φορά, αποπροσανατολίζοντας τους εργαζόμενους, απέφυγε να αναφέρει ότι για τα ελλείμματα δεν ευθύνονται οι εργαζόμενοι, αλλά οι σπάταλοι, αδιαφανείς και διεφθαρμένοι μηχανισμοί του αστικού κράτους, οι ληστρικές «επιδρομές» των εμπόρων όπλων και των δανειστών του Δημοσίου και οι πολλαπλές επιδοτήσεις και φοροαπαλλαγές στο μεγάλο κεφαλαίο. 
Στο ζήτημα του εργατικού εισοδήματος, αντί η νέα κυβέρνηση, μέσα από μια αποφασιστική αύξηση του κατώτερου μισθού, της κατώτερης σύνταξης και του επιδόματος ανεργίας στα επίπεδα μιας αξιοπρεπούς διαβίωσης, να καλύψει τις μεγάλες απώλειες από την παρατεταμένη λιτότητα και την «έκρηξη» της ακρίβειας, ανακοίνωσε λιγοστά άτολμα μέτρα «ελεημοσύνης», που δεν αλλάζουν την θέση των δοκιμαζόμενων εργαζόμενων μαζών, βαδίζοντας στην πραγματικότητα, πάνω «στα χνάρια» της κυβέρνησης της Ν.Δ.
 Η χορήγηση έκτακτου επιδόματος «στα χαμηλά εισοδήματα», για την οποία ταυτόχρονα έμεινε αδιευκρίνιστο το πότε και σε ποιους συγκεκριμένα θα δοθεί, ισοδυναμεί με μια ασπιρίνη για την μόνιμη και χρόνια καπιταλιστική «νόσο» της φτώχειας, που μαστίζει τα εργατικά νοικοκυριά. Η αύξηση των 30 ευρώ στη σύνταξη του ΟΓΑ, αποτελεί ένα ευτελές βοήθημα για χιλιάδες ανθρώπους που έτσι κι αλλιώς, δεν μπορούν να ζήσουν ούτε το πρώτο δεκαήμερο του μήνα στηριγμένοι στην πενιχρή αυτή σύνταξη. Οι αυξήσεις μισθών και συντάξεων πάνω απ’ τον πληθωρισμό για το 2010, ισοδυναμούν μετά βίας με ένα 2% και δεν διαφέρουν ουσιαστικά από το «πάγωμα», στο οποίο είχε προβεί στις αρχές του έτους η κυβέρνηση της Ν.Δ.
Το περίφημο «πάγωμα των τιμολογίων των ΔΕΚΟ για 1 χρόνο» που επίσης εξαγγέλθηκε, αποτελεί ένα φθηνό επικοινωνιακό «τρυκ», καθώς, για παράδειγμα, την τριετία 2005 – 2008 οι αυξήσεις της ΔΕΗ ήταν διαρκείς και υπέρογκες, με την κατακραυγή για αυτές νε έχει ήδη υποχρεώσει την προηγούμενη κυβέρνηση να προβεί σε πάγωμα για το τρέχον έτος. Το ίδιο υψηλές ήταν και οι αυξήσεις στις αστικές συγκοινωνίες. Ουσιαστική ανακούφιση για τους εργαζόμενους θα αποτελούσε μόνο η άμεση άρση των αυξήσεων που επιβλήθηκαν από το 2004 και η παράλληλη, δραστική μείωση των τιμολογίων για άνεργους, χαμηλόμισθους και συνταξιούχους.
Ο πρωθυπουργός εξήγγειλε πομπωδώς μια «επιθετική πολιτική για την προστασία των εργαζομένων», δεσμευόμενος για την «καταπολέμηση των καταχρηστικών πρακτικών μείωσης της απασχόλησης με πρόσχημα την κρίση, ριζική αναθεώρηση του καθεστώτος «ενοικίασης» των εργαζομένων, ενίσχυση του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας, κατάργηση των stage στον δημόσιο τομέα». Αν όμως εξετάσουμε αυτές τις εξαγγελίες μια – μια, το φωτοστέφανό τους αφαιρείται πολύ σύντομα. Τι στ’ αλήθεια σημαίνει «καταπολέμηση της καταχρηστικής μείωσης της απασχόλησης με πρόσχημα την κρίση»; Μια κυβέρνηση που θέλει να ασκήσει μια «επιθετική πολιτική» υπέρ των εργαζομένων δεν πρέπει να τους μιλά με γρίφους. Είναι επιτακτική ανάγκη να ανακοινώσει απλά και καθαρά την απαγόρευση των απολύσεων και να αναγνωρίσει και στους εργάτες που απολύονται το δικαίωμα να υπερασπιστούν «επιθετικά» την επιβίωσή τους, καταλαμβάνοντας τις μεγάλες εταιρείες που προβαίνουν σε απολύσεις και ζητώντας την εθνικοποίησή τους. Κάθε άλλη πολιτική εκτός από αυτή, δεν θα είναι ούτε «επιθετική», ούτε και θα καταπολεμήσει τις «καταχρηστικές πρακτικές που χρησιμοποιούν σαν πρόσχημα την κρίση».
Η νέα κυβέρνηση αντί να προχωρήσει στην πλήρη κατάργηση του θεσμού της «ενοικίασης» εργαζομένων, μίλησε για «ριζική αναθεώρηση», διατηρώντας ουσιαστικά σε πλήρη ισχύ τον στυγνά εκμεταλλευτικό αυτό θεσμό. Η κατάργηση των «stage», μέρα με τη μέρα γίνεται ξεκάθαρο ότι αποτελεί το άλλοθι για την οριστική απαλλαγή από την αξίωση για μονιμοποίηση χιλιάδων εργαζόμενων, που στην πράξη δουλεύουν καλύπτοντας με εξευτελιστικούς όρους πάγιες και διαρκείς ανάγκες διαφόρων υπηρεσιών. Η γενική και αόριστη «ενίσχυση» του Σώματος Επιθεωρητών εργασίας, μεταξύ άλλων και για την «δραστική καταπολέμηση της εισφοροδιαφυγής», δεν πρόκειται να έχει ουσία αν δεν καταργηθούν όλα τα αντεργατικά μέτρα των τελευταίων χρόνων, αν δεν γίνουν στο Σώμα αυτό μαζικές προσλήψεις και αν δεν χάσει τον αποστεωμένο, γραφειοκρατικό χαρακτήρα του, μέσα από το πέρασμα του ελέγχου του στο οργανωμένο εργατικό κίνημα, που συγκριτικά με τους υπαλλήλους των κρατικών επιτροπών, έχει άμεσο συμφέρον να καταπολεμήσει και να εξαλείψει την εργοδοτική αυθαιρεσία.
Αναφορικά με το θέμα της κοινωνικής ασφάλισης, η στάση της νέας κυβέρνησης είναι πιο προσεκτική, καθώς έχει την εμπειρία των μεγάλων γενικών απεργιών που ταρακούνησαν συθέμελα τις κυβερνήσεις Σημίτη και Καραμανλή. Η νέα ηγεσία του Υπουργείου Εργασίας εκδήλωσε ανοιχτά την πρόθεσή της να καταργήσει τις δύο αντεργατικές ρυθμίσεις του «νομοσχεδίου Πετραλιά», που αυξάνουν τα όρια ηλικίας για τις γυναίκες με ανήλικα παιδιά και θέτουν πλαφόν 20% στις επικουρικές συντάξεις. Παράλληλα όμως, δεν άνοιξε τα χαρτιά της για το αν στο μέλλον θα αυξήσει τα όρια ηλικίας, περιοριζόμενη να εξαγγείλει διάλογο και να εγγυηθεί την καταβολή των συντάξεων. Παρ’ όλα αυτά και μόνο η ανακοίνωση της πρόθεσης της κυβέρνησης να καταργήσει διατάξεις ενός νόμου που πριν από 1,5 χρόνο έβγαλε μαζικά την εργατική τάξη στο δρόμο, αποτελεί ένδειξη της δύναμης του εργατικού κινήματος και των μεγάλων πιέσεων που αυτή ασκεί πάνω στη νέα κυβέρνηση.
Στον ζωτικό τομέα της Υγείας, οι προγραμματικές δηλώσεις μίλησαν για «Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας» σε κάθε Δήμο και για «ηλεκτρονική Κάρτα Υγείας και ηλεκτρονικό φάκελο ασθενούς που διασυνδέεται σε ενιαίο μηχανογραφικό σύστημα». Όμως η εξαγγελία «για 3000 προσλήψεις νέου προσωπικού κάθε χρόνο», αντιφάσκει με αυτούς του στόχους και φανερώνει το απατηλό της επίκλησής τους. Διότι μόνο για την κάλυψη των υπαρχόντων κενών σύμφωνα με τα σωματεία του χώρου της Υγείας (βλέπε ιστοσελίδα ygeianet.gr) απαιτείται η άμεση πρόσληψη 25.000 νοσηλευτών και 4.500 γιατρών. Έτσι οι 3.000 προσλήψεις ετησίως, όχι μόνο δεν αρκούν για ένα νέο σύστημα πρωτοβάθμιας φροντίδας, αλλά συνιστούν ένα μικρό μόνο «μπάλωμα» στην επιφάνεια των τεράστιων υπαρχόντων κενών. Τα επιπλέον χρήματα που υποσχέθηκε για την Υγεία στις προγραμματικές της Δηλώσεις η νέα κυβέρνηση, ισοδυναμούν με 1% του ΑΕΠ «εντός της τετραετίας» και κάθε άλλο παρά συνιστούν γενναιόδωρη παροχή, με δεδομένο ότι η Ελλάδα κατατάσσεται τελευταία στις σχετικές δαπάνες, με μόλις 2,3 % του ΑΕΠ, την ώρα που ο μέσος όρος στην Ε.Ε είναι στο 5%. Την ίδια στιγμή, η νέα κυβέρνηση δεν ανέφερε το πως θα αντιμετωπίσει την ύπαρξη ενός τεράστιου ποσοστού δαπανών για την Υγεία που πληρώνεται από τους ίδιους τους πολίτες, δηλαδή 58%, όταν στην ΕΕ το ποσοστό αυτό δεν ξεπερνά το 25%. Κουβέντα επίσης δεν περιείχαν οι Προγραμματικές δηλώσεις για το πώς θα αντιμετωπιστεί η έλλειψη Κέντρων Υγείας στις αστικές περιοχές.
Για την καπιταλιστική μάστιγα της ανεργίας, σύμφωνα με τις προγραμματικές δηλώσεις προβλέπεται η δοκιμασμένη συνταγή της παροχής «ψίχουλων» στους ανέργους και της μετατροπής των αφεντικών – ενόχων σε ωφελημένους από την έξαρση του προβλήματος που οι ίδιοι και το σύστημά τους δημιουργούν. Πιο συγκεκριμένα, το επίδομα ανεργίας εξαγγέλθηκε ότι θα αυξηθεί σταδιακά στο 70% του βασικού μισθού, χωρίς όμως να αντιμετωπίζεται το πρόβλημα των περιορισμένων δικαιούχων, της μικρής διάρκειας της χορήγησής του σε μια περίοδο που η μόνιμη ανεργία κυριαρχεί και βέβαια, με τη διατήρηση σαν μέτρο υπολογισμού ενός βασικού μισθού που δεν είναι «αξιοπρεπής» ούτε ως επίδομα ανεργίας. Παράλληλα, εξαγγέλθηκαν νέα «επενδυτικά» κίνητρα για την δημιουργία θέσεων εργασίας, στα οποία θα περιλαμβάνεται και η παλιότερη προκλητική θέση του Παπανδρέου για «γενναίο πρόγραμμα επιδότησης των ασφαλιστικών εισφορών των νέων εργαζομένων για τέσσερα χρόνια», δηλαδή η υποχρέωση των εργαζόμενων, με τους φόρους και τα χρήματα των ταμείων τους, να επιδοτούν αυτούς που τους απολύουν για να μην χάσουν τα κέρδη τους. 
Μπροστά στην εντεινόμενη ληστρική επέλαση των τραπεζών, η κυβέρνηση υποχώρησε ακόμα και από αυτές τις αόριστες προεκλογικές υποσχέσεις για «αυξημένη παρουσία του κράτους στο τραπεζικό σύστημα» και  ανακοίνωσε μόνο ορισμένα μέτρα «προστασίας των δανειοληπτών από τις καταχρηστικές πρακτικές των Τραπεζών» και «νομοθετικές πρωτοβουλίες για αλλαγές στη λειτουργία του συστήματος ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ». Δηλαδή δεν εξήγγειλε ούτε «υπόνοια» για πιο ενεργή ανάμιξη του κράτους στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του τραπεζικού συστήματος, ενώ η «προστασία των δανειοληπτών» θα περιοριστεί σε κίνητρα για να ρυθμιστούν τα χρέη «κοινή συναινέσει», δηλαδή πρακτικά, για να σωθεί για τις τράπεζες ένα μέρος εσόδων από χρέη δανείων με ληστρικούς όρους, που σήμερα θεωρούνται ξεγραμμένα. Επίσης, παρά τη σχετική επικοινωνιακή «φημολογία», δεν ειπώθηκε κουβέντα για φορολόγηση – έστω και έκτακτη – των υπερκερδών των τραπεζών. Τέλος, το πακέτο των 28 δισ ευρώ σε εγγυήσεις και «ρευστό» χρήμα, που παρείχε η κυβέρνηση της Ν.Δ στο τραπεζικό κεφάλαιο, δεν τέθηκε σε αμφισβήτηση ούτε με έναν υπαινιγμό στις προγραμματικές δηλώσεις, από μια ηγεσία που πέρσι τέτοιο καιρό, μιλούσε για ένα μεγάλο σκάνδαλο διοχέτευσης των χρημάτων των φορολογουμένων στις τράπεζες.
Στο ζήτημα του νέου φορολογικού συστήματος, η νέα κυβέρνηση μίλησε για «πάταξη της φοροδιαφυγής», όμως δεν είπε ούτε κουβέντα για τη ζωτική βοήθεια που μπορεί να προσφέρει σε αυτό το σκοπό η θεσμοθέτηση ελέγχου από εκλεγμένα όργανα των εργαζόμενων στην οικονομική κατάσταση και τη λειτουργία των μεγάλων επιχειρήσεων, η οποία μέσα σε λίγα 24ωρα θα μπορούσε να αποκαλύψει τα τεράστια σκάνδαλα φορο-κλοπής των καπιταλιστών και να φέρει εκατομμύρια ευρώ στα δημόσια ταμεία. Εξήγγειλε «ενιαία φορολογική κλίμακα για όλα τα εισοδήματα από εργασία και μερίσματα», λες και είναι «δίκαιο» οι εργαζόμενοι να πληρώνουν το ίδιο ποσοστό φόρου επί του χαμηλού τους εισοδήματος με τα παρασιτικά αστικά στρώματα, που απολαμβάνουν παχυλά μερίσματα από κέρδη εταιρειών. Μίλησε για «αυστηρό έλεγχο των δημόσιων οικονομικών», αλλά αρνήθηκε να θέσει ζήτημα ακόμα και έκτακτης – σε αυτή την κατά τα άλλα «έκτακτη κατάσταση» – βαριάς φορολόγησης των υπερκερδών του μεγάλου κεφαλαίου. Κι όχι μόνο αυτό. Υποσχέθηκε ρητά τη «χαμηλή φορολογία των αδιανέμητων κερδών των επιχειρήσεων», συνεχίζοντας την πολιτική παροχής «φορολογικών κινήτρων» στους καπιταλιστές, σε μια περίοδο που όχι μόνο έχουν σταματήσει να επενδύουν, αλλά και προβαίνουν σε αθρόες απολύσεις.
Για να διασκεδάσει τις εντυπώσεις για την πολιτική χαμηλής φορολόγησης των κερδών των αφεντικών, η κυβέρνηση εξήγγειλε την «προοδευτική φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας και των κληρονομιών», τη «φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας και της επιχειρηματικής της δραστηριότητας», καθώς και «των ακινήτων των off shore εταιρειών». Με αυτή τα μέτρα – αδύναμες πινελιές φορολογικής «δικαιοσύνης», που παρ’ όλα αυτά η συγκεκριμένη μορφή τους μένει ακόμα αδιευκρίνιστη, η κυβέρνηση προσπαθεί να κερδίσει υποστήριξη κύρια ανάμεσα τα τσακισμένα μικροαστικά στρώματα και να ενισχύσει τα ταμεία του κράτους με έσοδα από ορισμένες, ιδιαίτερα προκλητικές, κατηγορίες της άρχουσας τάξης, για τις οποίες ασφαλώς οι προβλεπόμενες απώλειες θα αποτελούν «παρωνυχίδα». Αν όμως συνειδητοποιήσει κανείς ότι πρακτικά, τα νέα αυτά φορολογικά έσοδα σε ένα μεγάλο βαθμό θα διοχετευθούν στους κάθε λογής παρασιτικούς δανειστές του Δημοσίου με τη μορφή τόκων, μερισμάτων και αποδόσεων, σε τελική ανάλυση, είναι σα να μπαινοβγαίνουν χρήματα στις ίδιες φουσκωμένες τσέπες.
Τέλος, ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στις προγραμματικές δηλώσεις, στην «αύξηση της χρηματοδότησης του Προγράμματος των Δημοσίων Επενδύσεων στο 4% του ΑΕΠ, με στόχο να προσεγγίσει το 5% στο τέλος της τετραετίας». Όμως εδώ πρέπει να σημειώσουμε ενδεικτικά, ότι επί των δεξιών κυβερνήσεων Σημίτη, που ακολούθησαν με επιμέλεια μια νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική, το ΠΔΕ αντιπροσώπευε το 5,4% του ΑΕΠ, ήταν δηλαδή υψηλότερο από αυτό που βαρύγδουπα εξήγγειλε η  νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.