kaknavatos.jpg
Σαν πρόκες να καρφώνονται οι λέξεις….
 
Έκτωρ Κακναβάτος  (1920- 2010)

Ο Έκτωρ Κακναβάτος (φιλολογικό ψευδώνυμο του Γιώργου Κοντογιώργη ) γεννήθηκε το 1920 στον Πειραιά , σπούδασε μαθηματικά κι εργάστηκε ως καθηγητής μέσης εκπαίδευσης. Έχει τιμηθεί με το κρατικό βραβείο ποίησης το 1983. Έργα του: fuga (1943) , Διασπορά (1961), Η κλίμακα του λίθου (1964), Τετραψήφιοι (1971), Τετραψήφιο με την έβδομη χορδή (1972), Διήγηση (1974), Οδός Λαιστρυγόνων (1978), Τα μαχαίρια της Κίρκης (1980) κ.α.

Δεν θέλουμε να σταθούμε σε νεκρολογίες, ίσως γιατί λόγω ιδιοσυγκρασίας τις αποφεύγουμε. Σκοπός αυτού του κειμένου είναι να αποδείξουμε, ίσως το αυταπόδεικτο, ότι η φωνή του ποιητή δεν σωπαίνει μαζί με τον ίδιο. Νέο-υπερρεαλιστής  και πολιτικός ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, ο Έκτωρ Κακναβάτος έγραψε σε καιρούς  πολιτικά σκοτεινούς, με τα βιώματα της δικτατορίας του Μεταξά, της κατοχής και του εμφυλίου να διαπερνούν την ποίησή του. Ο Έκτωρ Κακναβάτος, αγωνιστής τόσο σαν ποιητής όσο και σαν άνθρωπος  εντάχθηκε στον ΕΑΜ κατά την διάρκεια της εθνικής αντίστασης, ενώ δέχτηκε διώξεις και οδηγήθηκε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης  κατά τη διάρκεια του εμφυλίου.
 Η ποιητική του διακρίνεται από έναν εξαίσιο χειρισμό της γλώσσας με έναν λόγο λιτό, πυκνό, απαλλαγμένο από περιττά καλολογικά στοιχεία  («γαρουφαλλένια δύση / η εσπέρα / η ψύχρα»).
Η γεμάτη αγωνιστικότητα ποίησή του διακατέχεται από το συνεχές αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη («ο πλανήτης έτριζε από αιμοφιλία»,  «άσχετο που με τους αστούς μακάρια πια / παρακμάζει· σωστά», «μα η φυλή μου εμένα / που νύχτα μονομαχεί και μέρα με το ανέφικτο; / και που ανηφορίζει; / Κι ακόμα του κρανίου τόπο ανήφορο κι ακόμα;», «μην η λοξή του απ’ το βημόθυρο / κρύα ματιά του ταξιάρχη / που ως το καρυόφυλλο η ψυχή μου τρέμει», «για κείνο το άσπρο ανάμεσα του τρία και του τέσσερα χρεώθηκα βροχές».)
Ένα ακόμα στοιχείο που βλέπουμε  στην ποιητική του Κακναβάτου, όπως και στους περισσότερους  ποιητές της γενιάς  του, είναι η απογοήτευση, πολιτική και κοινωνική. Η απογοήτευση όχι με την μορφή παραίτησης, αλλά με τη μορφή των ονείρων που παρέμειναν  ανεκπλήρωτα, με τη μορφή των νεανικών και γεμάτων παρόρμηση ελπίδων που διαψεύσθηκαν κι απαιτούν τώρα έναν δικό τους χώρο στο ποίημα («με τι ακόμα να μετρούσα της γενιάς μου/ το εμβαδόν; /Με τι άλλο ;/ Ο πλανήτης έτριζε από αιμοφιλία / απ’ της  γενιάς μου όλα τα έναστρα / τις εννιά στοίβες όνειρα που έδωσα / όλα σπάνιες πέτρες / να φύγει ο κόμπος στο λαιμό» , «Όμως το ρήγμα στον κρόταφο / απ’ τη ριπή σου πίκρα / εννιά μίλια ρήγμα η διάψευση / στον κρόταφο», «Μη διακόπτεις·  λοιπόν είμαστε σε τόνο χαμηλό / για τη βαθειά πληγή να λέμε / αν πρέπει σώνει και καλά να λες για δαύτην / κι ας είναι άβυσσο / κι ας είναι από σκοτάδι πιο άρρητη»).
Η ποίηση του Κακναβάτου, όμως, άπτεται και θεμάτων πέραν της πολιτικής, αποκτώντας βαθύτατα υπαρξιακή χροιά. Εκεί πρωταγωνιστεί ο θάνατος, η μνήμη, η διαδικασία της δημιουργίας. Οι θεματικές αυτές προσεγγίζονται  χωρίς επιτήδευση και ανούσια μεγαλοστομία, μα με ακραίες νοητικές μεταπηδήσεις («Χάθηκες μέσα σε κάτι άσπρο / Τοίχοι, αφίσες, η πρώτη του μονόπρακτου: ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΑΝΕΠΟΠΤΗΣ / σκεφτόμουνα πλάι σε ρουμπινέτα / το πρόβλημα του Αιγίσθου : διαβήτες, Κλυταιμνήστρες ,τρίγωνα / τα τσιγάρα μου που τελείωσαν / το πρόβλημα της αποχέτευσης σε διαμερίσματα Ερινυών / το δυσκίνητο λεωφορείο/ ΑΝΩ ΛΙΟΣΙΑ – ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ /  το κοφτερό τσεκούρι η μόνη λύση σε Μυκήνες», «ύστερα χίλια κομμάτια με την άρνηση / κλασματικός ακόμα υπήρχες …χαράζοντας γητειές κι ευθείες κάθετες»,  «Όλη τη νύχτα τουφεκούσες ένα φεγγάρι / κόκκινο / το πρωί σε βρήκανε μες στα αποτσίγαρα» , «μήγαρις βγω από νερά αλλοιωμένος / και γίνει φως και σκότος / ημέρα πρώτη της δημιουργίας»).
Το έργο ποιητών όπως του Κακναβάτου , που κραυγάζει όταν οι περισσότεροι επιλέγουν τη σιωπή, σήμερα θα πρέπει να επανεξεταστεί με όρους πολιτικής και κοινωνίας. Την αίσθηση που μου αφήνει η ανάγνωση της ποιητικής του Κακναβάτου δε μπορώ να την εκφράσω με σαφήνεια, παρά μονάχα  οικειοποιούμενη έναν στίχο του Μανόλη Αναγνωστάκη : «σαν πρόκες να καρφώνονται οι λέξεις … να μην τις παίρνει ο άνεμος».

Μαρία Κοτσώνη