Βόρεια Ιρλανδία εκλογές

Οι εκλογές για τη Συνέλευση της Βόρειας Ιρλανδίας, στις 2 Μάρτη, αποτέλεσαν ακόμα ένα χτύπημα στο κατεστημένο. Οι παλιές βεβαιότητες γύρω από τη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής (ΣΜΠ: Συμφωνία ημι-αυτονομίας που υπογράφτηκε το 1998), αρχίζουν να καταρρέουν. Παρότι, τα αποτελέσματα των εκλογών δεν έβγαλαν τη χώρα από το πολιτικό αδιέξοδο που βρίσκεται το τελευταίο διάστημα, εξέφρασαν τις σημαντικές αλλαγές που συμβαίνουν στη συνείδηση των μαζών κάτω από την επιφάνεια. Για πρώτη φορά, μετά το διαμελισμό της Ιρλανδίας από τον Βρετανικό Ιμπεριαλισμό, ο «ενωτισμός» έχασε τη πλειοψηφία! Αλλά πως φτάσαμε ως εδώ;

Το Ενεργειακό Σκάνδαλο

Η αφορμή για τις εκλογές υπήρξε το ενεργειακό σκάνδαλο που συμμετείχε ο ένας από τους δύο κυβερνητικούς εταίρους, το Δημοκρατικό Ενωτικό Κόμμα (ΔΕΚ), που οδήγησε στις 9 Γενάρη, τον Μάρτιν Μακ Γκίνες του Σιν Φέιν (Ιρλανδικό εθνικιστικό κόμμα), αναπληρωτή πρωθυπουργό, σε παραίτηση. Καθώς το κοινοβούλιο απέτυχε να εκλέξει νέο αναπληρωτή, σύμφωνα με τη ΣΜΠ, προκηρύχτηκαν εκλογές για τις 2 Μάρτη.

Το ενεργειακό σκάνδαλο ξέσπασε το Νοέμβρη του 2016, όταν ένα επενδυτικό σχήμα της κυβέρνησης με στόχο τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας από τις επιχειρήσεις, κατασκευασμένο από την ηγεσία του ΔΕΚ, εμφάνισε μια ξαφνική άνοδο στις αιτήσεις, πριν τον απότομο τερματισμό του. Η συμμετοχή στο πρόγραμμα επέτρεπε σε μία επιχείρηση να εισπράττει 1.6£ για κάθε 1£ που ξοδεύει σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Με λίγα λόγια, μια επιχείρηση μπορούσε να βγάλει καθαρό κέρδος απλώς σπαταλώντας ενέργεια, που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να εκπληρωθούν βασικές ανάγκες του πληθυσμού σε σίτιση και θέρμανση. Υπολογίζεται ότι μέσω της «επένδυσης», η κυβέρνηση ζημιώθηκε κατά 500 εκατομμύρια λίρες, η πλειοψηφία των οποίων μπήκαν στις τσέπες λίγων επιχειρηματιών, αλλά και σε συγγενικά πρόσωπα πολιτικών προσώπων.

Το σκάνδαλο αυτό, που δεν είναι το πρώτο που σχετίζεται με το ΔΕΚ το τελευταίο καιρό, οδήγησε το Σιν Φέιν, το οποίο ήταν το δεύτερο κόμμα που συμμετείχε στη συγκυβέρνηση(!), σε διαχωρισμό από τη κυβέρνηση και τελικά στη παραίτηση που οδήγησε στις εκλογές. Όμως, η στάση του αυτή, δε φανερώνει μια πολιτική στάση αρχών, αλλά μια οπορτουνιστική προσπάθεια πολιτικής επιβίωσης, καθώς όλο το προηγούμενο διάστημα συμμετείχε στην ίδια κυβέρνηση που είχε προχωρήσει σε μία σειρά επιθέσεις ενάντια στην εργατική τάξη.
Το γεγονός αυτό αποτελεί απλώς τη κορυφή του παγόβουνου της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί στο βόρειο τμήμα του νησιού τα τελευταία χρόνια.

Η κατάσταση στη Β. Ιρλανδία

Εδώ και περίπου 20 χρόνια, η πολιτική ζωή της χώρας καθορίζεται από τις βασικές κατευθύνσεις της ΣΜΠ. Αυτή μπόρεσε να «εφαρμοστεί» ομαλά τις τελευταίες δεκαετίες για δύο βασικούς λόγους. Από τη μία, οι απλοί άνθρωποι δεν επιθυμούσαν να επιστρέψουν στις πολεμικές επιχειρήσεις του παρελθόντος, κι από την άλλη, η συμφωνία συνέπεσε με μια σχετικά μακροχρόνια περίοδο καπιταλιστικής ανάπτυξης, όπου μπόρεσαν να εφαρμοστούν κάποιες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις.

Ωστόσο, η κατάσταση στην Β. Ιρλανδία τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει δραματικά. Στο παρελθόν, ο Βορράς αποτελούσε το πιο βιομηχανοποιημένο και οικονομικά πολύτιμο μέρος της χώρας. Αυτό υπήρξε κι ένα από τα βασικά κίνητρα που οδήγησε τη Βρετανική αστική τάξη στη «προσάρτιση» του. Παρόλα αυτά, σήμερα, η αποβιομηχανοποίηση έχει μετατρέψει το Βορρά σε ένα οικονομικό βάρος για την βρετανική αστική τάξη, που θα μπορούσε ευχάριστα να ξεφορτωθεί. Οι συνέπειες είναι ακόμα πιο επώδυνες για τους εργαζόμενους, καθώς με τις επιχειρήσεις να κλείνουν, οδηγούνται σε λύσεις «ευέλικτης» εργασίας ή στην ανεργία, ενώ οι αντιμεταρρυθμίσεις έχουν αντικαταστήσει τα κοινωνικά μέτρα.

Όπως χαρακτηριστικά γράφει η Σούζαν Μπριν στους «Belfast Times»:
«Παρότι, οι εξελίξεις και το μέλλον των θεσμών του Στόρμοντ (σ.σ. το κοινοβούλιο της Βόρειας Ιρλανδίας) συζητούνται μέχρι θανάτου από το πολιτικό και μιντιακό κατεστημένο, η πλειοψηφία των καθημερινών ανθρώπων δε δίνει δεκάρα. Οι λίστες αναμονής για περιστατικά καρκίνου έχουν φτάσει σε ιστορικό υψηλό. Όλα τα προγράμματα υγείας δεν έχουν πετύχει το στόχο τους. Οι ουρές και το χάος που επικρατεί στα κέντρα υγείας σημαίνει ότι πλέον οι άνθρωποι φοβούνται να μην αρρωστήσουν. Η προβλεπόμενη ανάπτυξη μετά την εκεχειρία δεν συνέβη ποτέ. Οι θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν ήταν κυρίως σε τηλεφωνικά κέντρα και παρόμοιες χαμηλόμισθες δουλειές. Το μέσο οικογενειακό εισόδημα είναι στις 14,645 λίρες – 3,000 λιγότερες από το μέσο όρο στη Μ. Βρετανία.»

Τα αποτελέσματα

Τα αποτελέσματα των εκλογών ήρθαν να εκφράσουν τις μοριακές διεργασίες που συμβαίνουν σε κοινωνικό επίπεδο. Με μια πρώτη ματιά, δε φαίνεται να συνιστούν κάποια ουσιαστική αλλαγή. Το Σιν Φέιν και το ΔΕΚ, βγήκαν πρώτα, με 27.9% και 28.1% αντίστοιχα, με σημαντική διαφορά από τα υπόλοιπα κόμματα (15 ποσοστιαίες μονάδες). Για άλλη μια φορά, θα οδηγηθούν πιθανότητα να συγκυβερνήσουν, φτάνοντας σε μια «συμφωνία», καθώς δε θέλουν να χάσουν την επιρροή που έχουν στις δύο κοινότητες του νησιού. Ωστόσο, η πίεση του Σιν Φέιν να μην είναι πρωθυπουργός η Αρλίν Φόστερ, που είναι στενά συνδεδεμένη με το ενεργειακό σκάνδαλο, έχει φέρει τις διαπραγματεύσεις σε αδιέξοδο και μέχρι στιγμής, σχεδόν ένα μήνα μετά τις εκλογές δεν έχει σχηματιστεί κυβέρνηση. Αυτό μπορεί να οδηγήσει προσωρινά στη διακυβέρνηση της Βόρειας Ιρλανδίας από τη κεντρική κυβέρνηση των Τόρις, κάτι το οποίο και οι ίδιοι απεύχονται σε μια περίοδο βαθιάς κρίσης και δεδομένου ότι έχουν να αντιμετωπίσουν το βαρίδι του «Μπρέξιτ».

Το ΔΕΚ παρότι διατήρησε τη πρωτιά του, έχασε 10 έδρες από τις προηγούμενες εκλογές, ενώ ο μεγαλύτερος ηττημένος των εκλογών αυτών ήταν το άλλοτε ισχυρό Ενωτικό Κόμμα του Όλστερ (ΕΚΟ), το οποίο κατέρρευσε. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι μεμονωμένο. Όπως παρατηρείται τα τελευταία χρόνια παντού στον κόσμο, τα λεγόμενο κόμματα του «κέντρου» εξαφανίζονται, με τα πολιτικά άκρα να ισχυροποιούνται.

Η αποσχιστική ψήφος αυξήθηκε σημαντικά, με συνολική συμμετοχή 65%, το υψηλότερο ποσοστό μετά τις κοινοβουλευτικές εκλογές του 1998. Ωστόσο, παρά τη γενική αποδοκιμασία των πολιτικών του Στόρμοντ, η έλλειψη κάποια ξεκάθαρης εργατικής εναλλακτικής λύσης οδήγησε στη σταθεροποίηση των κομμάτων που κυβερνούσαν ήδη.

Παρόλα αυτά, ενώ επίσημα φαίνεται να μην άλλαξαν πολλά, τα αποτελέσματα έχουν προκαλέσει ανησυχία στην άρχουσα τάξη. Όπως προειδοποιούν οι Financial Times, «..οι εκλογές αυτές ακολουθούν το μοτίβο των άτακτων αποτελεσμάτων παντού, ξεκινώντας από τη περσινή απόφαση της Μ. Βρετανίας να αποχωρήσει από την Ε.Ε. και τη νίκη του Ντόναλντ Τραμπ στις Η.Π.Α.[…] Το ζήτημα αυτό αρμόζει τη μέγιστη προσοχή».

Η σημαντική άνοδος στις ψήφους για το Σιν Φέιν και η μείωση για τους «ενωτικούς», οδήγησε για πρώτη φορά στην απώλεια της πλειοψηφίας για τους τελευταίους. Το κοινοβούλιο, τη στιγμή αυτή είναι χωρισμένο ακριβώς στα 2, με 40 ενωτικούς, 40 αποσχιστές και 10 λοιπούς βουλευτές.

Η γενική εικόνα από τα εκλογικά αποτελέσματα φανερώνει μια αποφασιστική στροφή στο κλίμα στη Βόρειο Ιρλανδία, με το σύστημα να βρίσκεται σε αδιέξοδο σαν σύνολο, αλλά και πιο συγκεκριμένα με τον «ενωτισμό» σαν κυρίαρχη ιδεολογία της προτεσταντικής αστικής τάξης. Παρόλο που το ΔΕΚ παραμένει το μεγαλύτερο κόμμα στο κοινοβούλιο, πλέον η διαφορά του με το Σιν Φέιν είναι μόνο μία έδρα, 28 και 27 αντίστοιχα, με τους αποσχιστές να έρχονται δεύτεροι για 1000 μόνο ψήφους. Το αποτέλεσμα αυτό είναι συνταρακτικό, αν αναλογιστεί κανείς ότι μετά τη διάσπαση της Ιρλανδίας στα δύο από τον Βρετανικό ιμπεριαλισμό, η ισχύς του ενωτισμού τον καθιστούσε στα μυαλά των αστών μια μόνιμη βεβαιότητα.

Παρά την αποκρουστικότητα του ΔΕΚ, ένας άλλος από τους βασικούς λόγους που οδήγησε στο αποτέλεσμα αυτό είναι οι εξελίξεις γύρω από το «Μπρέξιτ» και οι συνέπειες που θα έχει αυτό για τις σχέσεις με την υπόλοιπη Ιρλανδία, η οποία είναι μέλος της Ε.Ε. Σήμερα, τα σύνορα μεταξύ των δύο περιοχών είναι ουσιαστικά ανύπαρκτα: η μεταφορά εμπορευμάτων και όλες οι οικονομικές συναλλαγές γίνονται ανεμπόδιστα, η Βόρεια Ιρλανδία παίρνει ένα σημαντικό ποσό από τα χρήματα που εισπράττει η Μ. Βρετανία από την Ε.Ε., ενώ πολλοί κάτοικοι της Ιρλανδίας (Βόρειας και Νότιας) έχουν συγγενείς στην άλλη πλευρά του νησιού.

Παρόλα αυτά, η πορεία προς το «Μπρέξιτ» δε φαίνεται να μπορεί να αφήσει ανεπηρέαστη την αρμονική συνύπαρξη των κατοίκων της Ιρλανδίας, καθώς η δημιουργία αυστηρών συνόρων μοιάζει αναπόφευκτη. Η ελεύθερη μετακίνηση αγαθών και ανθρώπων αναμένεται να σταματήσει αυτόματα, παρά το αντίθετο συμφέρον που μπορεί να έχουν και οι άρχουσες τάξεις των δύο πλευρών. Ένας τέτοιος διαχωρισμός του νησιού, μέσα σε μία τελείως ασταθή περίοδο για τον παγκόσμιο, αλλά και τον βρετανικό καπιταλισμό, δεν είναι απίθανο να οδηγήσει σε αναζωπύρωση πολεμικών ενεργειών από αποσχιστικές ομάδες και να επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα μιας ενιαίας Ιρλανδίας.

Οι προοπτικές

Οι εκλογές στη Βόρεια Ιρλανδία, με τη σημαντική πτώση του «ενωτισμού», φανερώνουν για άλλη μια φορά τις σημαντικές αλλαγές στη συνείδηση των μαζών που λαμβάνουν χώρα παγκόσμια. Με την απώλεια της πλειοψηφίας που είχε ιστορικά ο «ενωτισμός», την άνοδο του Σιν Φέιν και τον Βρετανικό καπιταλισμό να βρίσκεται στη μέση μιας μεγάλης κρίσης, το ζήτημα των συνόρων, με την Ιρλανδία, αργά ή γρήγορα θα έρθει στο προσκήνιο, πολύ πιθανόν με τη μορφή κάποιου δημοψηφίσματος. Αυτό θα οδηγήσει σε συνολική αύξηση της δύναμης του Σιν Φέιν κι από τις δύο μεριές των συνόρων, λαμβάνοντας υπόψη και τα συνεχή μέτρα λιτότητας που λαμβάνει η κυβέρνηση στο Νότο.

Η παραμονή στη Μεγάλη Βρετανία δε προσφέρει για τους κατοίκους της Βόρειας Ιρλανδίας, τίποτε περισσότερο, παρά μόνο λιτότητα. Ωστόσο, δεν πρέπει να υπάρχουν αυταπάτες για τη κατάσταση του καπιταλισμού στη νότια πλευρά του νησιού, που προφανώς δεν έχει ξεφύγει από τη δίνη της διεθνούς κρίσης. Η ενότητα της Ιρλανδίας σε καπιταλιστική βάση δε θα μπορέσει να δώσει πραγματική λύση στο εθνικό ζήτημα, ούτε στα οικονομικά προβλήματα των εργαζόμενων και της νεολαίας της Βόρειας πλευράς. Το ζήτημα οφείλει να ιδωθεί στη ταξική του βάση, με αρχή, την ενότητα των εργαζομένων σε όλο το νησί.

Αυτό που χρειάζεται σήμερα η Ιρλανδία, περισσότερο από κάθε άλλο, είναι ένα μαζικό εργατικό κόμμα, με ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα, που θέτοντας στο στόχαστρο το βασικό εμπόδιο για τη ευημερία στο νησί, τον καπιταλισμό, θα θέσει τη βάση για την ενότητα της εργατικής τάξης και για τη μόνη πραγματική λύση: μια ενωμένη σοσιαλιστική Ιρλανδία, συνδεδεμένη μέσω μιας εθελοντικής ομοσπονδίας με μια σοσιαλιστική Σκωτία, Ουαλία και Αγγλία, σαν μέρος των Ενωμένων Σοσιαλιστικών Πολιτειών της Ευρώπης.
Μάριος Καλομενόπουλος

Κοινοποιήστε