Βενεζουέλα αντιπολίτευση Μαδούρο ρεφορμισμός

«Συνέβη πραξικόπημα στη Βενεζουέλα! Ο Μαδούρο έχει καταλύσει τη δημοκρατία!». Μόλις λίγες ημέρες πριν από την 15η επέτειο του βραχύβιου πραξικοπήματος εναντίον του δημοκρατικά εκλεγμένου προέδρου Τσάβες (11 έως 13 Απριλίου 2002), τα πρόσωπα που διεξήγαγαν το πραξικόπημα (η ολιγαρχία της Βενεζουέλας, τα αφεντικά τους στην Ουάσιγκτον και οι λακέδες τους στο Μπουένος Άιρες, τη Μπραζίλια, το Σαντιάγο της Χιλής και τη Λίμα, απολαμβάνοντας την εύνοια των μέσων μαζικής ενημέρωσης στη Μαδρίτη και τις ΗΠΑ), τώρα φωνάζουν εναντίον ενός υποτιθέμενου «πραξικοπήματος» του Μαδούρο.

Ποια είναι η πραγματικότητα; Η άμεση αιτία αυτής της υποκριτικής υστερίας είναι η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου (TSJ) στις 29 Μαρτίου, η οποία ανέφερε ότι εφόσον η Εθνική Συνέλευση (η οποία ελέγχεται από την αντιδραστική αντιπολίτευση) περιφρονεί τις αποφάσεις δικαστηρίου, το TSJ θα αναλάβει πλέον τις εξουσίες της. Αμέσως, ο πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης, Χούλιο Μπόρχες, ονόμασε αυτή την πράξη ως «πραξικόπημα» και ο γενικός γραμματέας της Οργάνωσης Αμερικανικών Κρατών (ΟΑΚ), Λουίς Αλμάγκρο, το περιέγραψε επίσης ως πραξικόπημα και ζήτησε την επείγουσα σύγκληση του Μόνιμου Συμβουλίου του ΟΑΚ προκειμένου να ενεργοποιηθεί ο Δημοκρατικός Χάρτης του, κατά της Βενεζουέλας. Η Περουβιανή κυβέρνηση αποφάσισε να αποσύρει τον πρεσβευτή της από τη Βενεζουέλα.

Ποιες είναι οι ρίζες αυτής της απόφασης; Από τη νίκη της δεξιάς αντιπολίτευσης στις εκλογές για την Εθνοσυνέλευση το Δεκέμβριο του 2015, υπήρξε μια έντονη διαμάχη μεταξύ των διαφόρων εξουσιών του κράτους. Ήδη, στο τέλος του Δεκεμβρίου 2015, το TSJ έκρινε ότι υπήρξαν παρατυπίες στην εκλογή των βουλευτών στην πολιτεία Αμαζόνας, κήρυξε τις εκλογές άκυρες και διέταξε να επαναληφθούν στην συγκεκριμένη περιοχή. Η απόδειξη που παρουσιάστηκε ήταν ότι οι πολιτικοί της αντιπολίτευσης είχαν εμπλακεί σε εξαγορά ψήφων. Αυτό επηρέασε τέσσερις βουλευτές, δύο από την αντιπολίτευση, έναν από τα Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSUV) και έναν που εκλέχθηκε με τη λίστα των αυτοχθόνων (επίσης υποστηρικτής της αντιπολίτευσης).

Ωστόσο, αυτοί οι τρεις βουλευτές της αντιπολίτευσης, ήταν το «κλειδί», καθώς θα έδιναν στην αντιπολίτευση πλειοψηφία δύο τρίτων και, ως εκ τούτου, πολύ ευρύτερες εξουσίες. Η Εθνοσυνέλευση αρνήθηκε να υπακούσει την εντολή του TSJ και όρκισε τους τρεις βουλευτές της αντιπολίτευσης τον Ιανουάριο του 2016. Και πάλι το TSJ κήρυξε την πράξη αυτή ως άκυρη και κατά παράβαση της προηγούμενης απόφασής του. Η Εθνική Συνέλευση υποχώρησε. Στη συνέχεια, τον Ιούλιο, η Εθνική Συνέλευση όρκισε και πάλι τους τρεις βουλευτές. Τον Αύγουστο του 2016, η TSJ δήλωσε ότι η Εθνική Συνέλευση του Προεδρικού Συμβουλίου και οι βουλευτές της αντιπολίτευσης περιφρονούσαν το δικαστήριο, έχοντας καταπατήσει δύο από τις αποφάσεις του.

Σε μια περαιτέρω κλιμάκωση της θεσμικής σύγκρουσης, τον Οκτώβριο του 2016, η Εθνοσυνέλευση ψήφισε να κινήσει τη διαδικασία για μια «πολιτική δίκη» του προέδρου Μαδούρο, αλλά και τη διαδικασία για να δηλώσει ότι ο Μαδούρο είχε «εγκατέλειψε το προεδρική του θέση». Μεταξύ των λόγων για αυτές τις ενέργειες ήταν ο ισχυρισμός ότι ο Μαδούρο δεν είναι πολίτης της Βενεζουέλας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει πρόεδρος (!!). Τέλος, τον Ιανουάριο του 2017, η Εθνοσυνέλευση δήλωσε ότι ο πρόεδρος Μαδούρο πράγματι «εγκατέλειψε την προεδρική του θέση». Πώς μπορεί ο ίδιος να κατηγορηθεί για «εγκατάλειψη της θέσης του» και για «διεξαγωγή πραξικοπήματος» την ίδια στιγμή, είναι μυστήριο. Η Εθνική Συνέλευση, επιπλέον, ζήτησε από τον ΟΑΚ να επικαλεστεί τον Δημοκρατικό Χάρτη έναντι της Βενεζουέλας, στην πραγματικότητα καλώντας τις ξένες δυνάμεις να παραβιάσουν την κυριαρχία της Βενεζουέλας, κάτι το οποίο φανερώνει ξεκάθαρα το χαρακτήρα της ολιγαρχίας της χώρας. Η προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί ο Δημοκρατικός Χάρτης ηττήθηκε στον ΟΑΚ, παρά τις άμεσες απειλές από την Ουάσιγκτον ενάντια σε έναν αριθμό χωρών μελών.

Τέλος, η κυβέρνηση ζήτησε από το TSJ αν χρειάζεται να στείλει την απόφασή της για τη δημιουργία κοινών επιχειρήσεων στον τομέα του πετρελαίου, να επικυρωθεί από την Εθνοσυνέλευση. Το TSJ απάντησε με απόφασή του στις 29 Μαρτίου, ότι, δεδομένου πως η Εθνοσυνέλευση ήταν ασεβής προς το δικαστήριο, η κυβέρνηση δεν πρέπει να στείλει τις αποφάσεις της και ότι το ίδιο έπαιρνε από την Εθνική Συνέλευση τις νομοθετικές της εξουσίες και τα μέλη της στο εξής δεν θα μπορούσαν να απολαμβάνουν τη βουλευτική ασυλία.

Εάν η αντιπολιτευόμενη Εθνοσυνέλευση ήθελε να χρησιμοποιήσει πραγματικά τις εξουσίες της, θα ήταν εύκολο να συμμορφωθεί με την απόφαση του TSJ για τους τρεις βουλευτές της Αμαζόνας και στη συνέχεια, να αρχίσει να νομοθετεί. Ωστόσο, η αντιπολίτευση δεν ενδιαφέρεται πραγματικά γι’ αυτό, αλλά θέλει να δημιουργήσει ένα γεγονός όσο το δυνατόν μεγαλύτερο, για να δικαιολογήσει την απομάκρυνση του Μαδούρο από την Προεδρία.

Πρέπει να εναντιωθούμε στην υποκριτική εκστρατεία εκείνων που ενώ εκτέλεσαν το πραξικόπημα στη Βενεζουέλα το 2002, τώρα θέλουν να εκδιώξουν τον Μαδούρο από την εξουσία ζητώντας ξένη επέμβαση εναντίον της Βενεζουέλας. Αν επιτύχουν τους στόχους τους, γνωρίζουμε με σαφήνεια ποιες θα ήταν οι συνέπειες: το σύνολο των κεκτημένων της Μπολιβαριανής επανάστασης θα καταστρεφόταν, οι κοινωνικές αποστολές θα καταργούνταν, οι εθνικοποιημένες επιχειρήσεις και κτήματα θα επέστρεφαν στους πρώην ολιγάρχες ιδιοκτήτες τους, το εργατικό δίκαιο θα καταργούταν επιτρέποντας μαζικές απολύσεις σε κρατικές και ιδιωτικές επιχειρήσεις, οι συντάξεις θα περικόπτονταν μαζικά, η υγειονομική περίθαλψη και η εκπαίδευση θα μειωνόταν και θα δημιουργούταν ένα καθεστώς επίθεσης στα βασικά δημοκρατικά δικαιώματα. Αν κάποιος αμφιβάλλει γι ‘αυτό, αρκεί να δει τα πρώτα μέτρα που ελήφθησαν από τις δεξιές κυβερνήσεις που έχουν έρθει στην εξουσία στην Αργεντινή και τη Βραζιλία. Στη Βενεζουέλα, αυτά θα ήταν δέκα φορές χειρότερα.

Ωστόσο, αυτό δεν είναι μόνο θέμα του ποιος έχει δίκιο και ποιος έχει άδικο από νομική άποψη. Όπως όλα τα θεμελιώδη ζητήματα της κοινωνίας και αυτή η σύγκρουση, πρόκειται να επιλυθεί στη βάση του ποιος έχει την πραγματική δύναμη, από την άποψη των ενόπλων δυνάμεων ή της μαζικής κινητοποίησης του λαού στους δρόμους. Προς το παρόν δεν φαίνεται ότι η αντιδραστική αντιπολίτευση κατέχει κάτι από αυτά. Έχουν κάνει συνεχείς εκκλήσεις στο στρατό να βγει στους δρόμους «για την υπεράσπιση του Συντάγματος», οι οποίες έχουν μέχρι στιγμής πέσει στο κενό. Η πιο πρόσφατη προσπάθειά τους να βγάλουν τους ανθρώπους στους δρόμους τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 2016 απέτυχαν παταγωδώς, λόγο της έλλειψης σαφούς και αποφασιστικής στρατηγικής. Μερικοί από τους ηγέτες της αντιπολίτευσης κάλεσαν για μια πορεία στο Προεδρικό Μέγαρο «Μιραφλόρες», αλλά όταν ήρθε η μέρα έκαναν πίσω, προκαλώντας την οργή και την αποθάρρυνση των οπαδών τους.

Οι παραχωρήσεις στους καπιταλιστές υπονομεύουν την επανάσταση

Πέρα όμως από τα νομικά και θεσμικά ζητήματα, θα πρέπει να αναρωτηθούμε τι κάνει η κυβέρνηση Μαδούρο με την εξουσία της; Ποια είναι η στρατηγική της; Πριν από λίγες ημέρες, ο Νίκολας Μαδούρο έκανε ορισμένες δηλώσεις στην εμπορική έκθεση «Expo Venezuela Potencia 2017», οι οποίες δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ως προς το γεγονός ότι η στρατηγική του είναι να κάνει συνεχώς αυξανόμενες παραχωρήσεις προς τους καπιταλιστές, εγχώριους και διεθνείς.

Απέρριψε αυτό που αποκάλεσε μια «βρώμικη εκστρατεία που ισχυρίζεται ότι έχουμε ένα κομμουνιστικό μοντέλο και απορρίπτουμε την ιδιωτική επιχείρηση». Αντίθετα, είπε, «το 90% της οικονομίας είναι στα χέρια των ιδιωτικών επιχειρήσεων» (Στην πραγματικότητα αυτό που ήθελε να πει ήταν ότι το 90% όλων των επιχειρήσεων είναι σε ιδιωτικά χέρια, αν και αντιπροσωπεύουν μικρότερο ποσοστό της οικονομίας). Στη συνέχεια ανακοίνωσε περαιτέρω παραχωρήσεις προς τους καπιταλιστές, παρέχοντάς τους δάνεια από κρατικές τράπεζες, τόσο σε Μπολίβαρ όσο και σε δολάρια, αλλά και την περαιτέρω απελευθέρωση των ξένων συναλλαγματικών ελέγχων, ώστε να επιτρέψει στις ιδιωτικές επιχειρήσεις ευκολότερη πρόσβαση σε δολάρια (τα οποία προέρχονται από τα κέρδη της βιομηχανίας πετρελαίου).

Αυτές οι δηλώσεις και οι ενέργειες έχουν προκαλέσει οργή και ανησυχία στις τάξεις του Μπολιβαριανού κινήματος. Πρόκειται για μια συνέχιση και εμβάθυνση της πολιτικής που η κυβέρνηση Μαδούρο έχει ακολουθήσει από τότε που εκλέχθηκε: της προσπάθειας να ανταποκριθεί στις επιθέσεις της αντιπολίτευσης, κάνοντας όλο και περισσότερες παραχωρήσεις προς τους καπιταλιστές στον οικονομικό τομέα.

Αυτή η πολιτική οδηγεί στην καταστροφή. Η οικονομία της Βενεζουέλας είναι σε βαθιά κρίση, με υπερπληθωρισμό, σοβαρή έλλειψη βασικών προϊόντων τροφίμων και φαρμάκων και παράλυση της παραγωγής. Αυτή η κρίση είναι το αποτέλεσμα, σε τελευταία ανάλυση, της εξέγερσης των παραγωγικών δυνάμεων – που εξακολουθούν να λειτουργούν στο πλαίσιο της καπιταλιστικής αγοράς – ενάντια στις προσπάθειες της κυβέρνησης να τις «ρυθμίσει», μέσω του ελέγχου των τιμών και του συναλλάγματος. Αυτό το φαινόμενο έχει επιδεινωθεί και πολλαπλασιάζεται με την κατάρρευση της τιμής του πετρελαίου στην παγκόσμια αγορά.

Αντιμέτωπη με σοβαρά περιορισμένα σε σκληρό νόμισμα αποθεματικά και έσοδα από το πετρέλαιο, η κυβέρνηση έχει ως προτεραιότητα την πληρωμή του εξωτερικού χρέους επί των εισαγωγών, οι οποίες έχουν μειωθεί σοβαρά. Την ίδια στιγμή, προκειμένου να πληρώσει για τον κρατικό προϋπολογισμό, όπου υπάρχει ένα τρέχον έλλειμμα της τάξης του 15-20% του ΑΕΠ έχει καταφύγει σε μια πολιτική εκτύπωσης χρήματος το οποίο με τη σειρά του έχει οδηγήσει σε υπερπληθωρισμό. Αυτό που έχει αποτύχει στη Βενεζουέλα δεν είναι σοσιαλισμός, που ποτέ δεν υπήρξε, αλλά μάλλον, η προσπάθεια για τη ρύθμιση της καπιταλιστικής οικονομίας μέσω της κρατικής παρέμβασης.

Υπάρχουν μόνο δύο τρόποι εξόδου από αυτήν την οικονομική κρίση: η μία είναι να αρθούν όλοι οι περιορισμοί και να επιτραπεί την καπιταλιστική αγορά να λειτουργήσει «φυσιολογικά», πράγμα που σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι θα πρέπει να καταβάλλουν πλήρως το τίμημα για την κρίση. Αυτή είναι η κατεύθυνση την οποία σταδιακά υιοθετεί η κυβέρνηση Μαδούρο. Η άλλη, είναι η κυβέρνηση να απαλλοτριώσει τους καπιταλιστές και να θέσει την οικονομία στη βάση ενός δημοκρατικού σχεδίου παραγωγής, που μπορεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες του πληθυσμού, ενώ την ίδια στιγμή, να κάνει μια διεθνιστική έκκληση προς τους εργάτες και τους αγρότες της περιοχής, να προστρέξουν στη βοήθεια της επανάστασης και να νικήσουν τις προσπάθειες των δικών τους κυρίαρχων τάξεων να τη συνθλίψουν. Αυτό θα σήμαινε να αναγκάσουν τους καπιταλιστές να πληρώσουν για την κρίση.

Η συνέχιση της σημερινής πολιτικής της κυβέρνησης θα επιδεινώσει την κρίση από τη σκοπιά των εργαζομένων, διαβρώνοντας περαιτέρω την υποστήριξή της μεταξύ των μπολιβαριανών μαζών. Η κυβέρνηση έχει την πεποίθηση ότι φέτος θα δει τις τιμές του πετρελαίου ανεβαίνουν σε ένα επίπεδο περίπου 70 έως 80 δολάρια το βαρέλι και ότι αυτό θα δώσει το αναγκαίο περιθώριο για να επενδύσει σε κοινωνικά προγράμματα και πάλι, και με αυτόν τον τρόπο, να ανακτήσει τη λαϊκή υποστήριξη. Μετά από αυτό θα είναι σε θέση να καλέσει εκλογές υπό ευνοϊκότερες συνθήκες. Αυτό είναι ένα άπιαστο όνειρο. Οι τιμές του πετρελαίου αυξήθηκαν ελαφρώς μετά τη συμφωνία ΟΠΕΚ-Ρωσίας να μειώσουν εκατέρωθεν την παραγωγή, αλλά αυτό όμως έχει σταματήσει, επειδή καθώς οι τιμές του πετρελαίου η άντλησή του έγινε κερδοφόρα και πάλι στις ΗΠΑ, αυξάνοντας έτσι την παγκόσμια παραγωγή και την πτώση των τιμών.

Πώς θα καταπολεμηθεί η επίθεση του ιμπεριαλισμού και της ολιγαρχίας;

Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, πρέπει να πούμε ότι η πολιτική της κυβέρνησης αποτελεί μια προδοσία της κληρονομιάς του προέδρου Τσάβες. Στις τελευταίες δηλώσεις του πριν από το θάνατό του, ο Τσάβες τόνισε δύο βασικές ιδέες: α) είμαστε ακόμα σε μια καπιταλιστική οικονομία και πρέπει να προχωρήσουμε προς την κατεύθυνση του σοσιαλισμού, και β) θα πρέπει να καταστρέψουμε το αστικό κράτος και να το αντικαταστήσουμε με ένα «communal state» (δηλαδή, βάση των Σοσιαλιστικών Κοινοτήτων). Μέσα σε ορισμένα όρια, αυτές ήταν σωστές ιδέες.

Η σημερινή ηγεσία του μπολιβαριανού κινήματος και της κυβέρνησης Μαδούρο έχει κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση: στον οικονομικό τομέα έχουν κάνει όλο και περισσότερες παραχωρήσεις προς τους καπιταλιστές, ενώ στον πολιτικό τομέα, έχουν «πνίξει» όλους τους δρόμους της λαϊκής συμμετοχής, του εργατικού ελέγχου και των εξουσιών της βάσης του μπολιβαριανού κινήματος.

Ανεξάρτητα από τις προθέσεις τους, πρέπει να το πούμε ξεκάθαρα: οι πολιτικές αυτές θα οδηγήσουν άμεσα στην ήττα της μπολιβαριανής επανάστασης και στην ανάληψη της εξουσίας από την αστική αντιπολίτευση. Αυτό θα ήταν μια καταστροφή. Προκειμένου να αποτραπεί, πρέπει να επιστρέψουμε στον αγώνα για το σοσιαλισμό και ενάντια στο αστικό κράτος.

Αντιμέτωποι με την επίθεση του ιμπεριαλισμού και των καπιταλιστών της Βενεζουέλας, ποιος θα ήταν ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για την καταπολέμησή τους; Πρώτα απ ‘όλα, η Βενεζουέλα πρέπει να σπάσει τις διπλωματικές σχέσεις με την Ουάσιγκτον, η οποία καθοδηγεί και συντονίζει αυτή την εκστρατεία. Δεύτερον θα πρέπει να απαλλοτριώσει την περιουσία όλων των πολυεθνικών εταιρειών κάθε χώρας που συμμετέχει σε αυτή τη παρέμβαση στην εθνική κυριαρχία της Βενεζουέλας. Τρίτον, θα πρέπει να απαλλοτριώσει τις περιουσίες της ολιγαρχίας της Βενεζουέλας που διαρκώς συνωμοτεί ενάντια στη θέληση του λαού τα τελευταία 15 χρόνια. Τέταρτον, αντι-ιμπεριαλιστικές και αντι-καπιταλιστικές επιτροπές εργατών, στρατιωτών και αγροτών θα πρέπει να δημιουργηθούν σε κάθε εταιρία, εργοστάσιο, στρατώνα και στην ύπαιθρο. Αυτές οι επιτροπές θα πρέπει να οπλιστούν και να ασκήσουν εργατικό έλεγχο κατά της δολιοφθοράς της ολιγαρχίας. Τέλος, η Μπολιβαριανή επανάσταση πρέπει να κάνει έκκληση στους εργάτες και τους αγρότες της Λατινικής Αμερικής και στην εργατική τάξη όλου του κόσμου να την ενισχύσει και να εμποδίσει τις προσπάθειες των αντιδραστικών κυβερνήσεων να παρέμβουν εναντίον της. Αυτή είναι η μόνη πολιτική που μπορεί να εγγυηθεί την υπεράσπιση της επανάστασης.
Χόρχε Μαρτίν
Πηγή: www.marxist.com
Μετάφραση: Αλέξης Μητσόπουλος

Κοινοποιήστε